Η
πλήρης ταυτότητα του Πέτρου Πικρού
Μ. Θεοδοσοπούλου
Γιάννης Δ. Μπάρτζης
«Πέτρος Πικρός. Στράτευση, αντιπαραθέσεις, πικρίες στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου»
Εκδόσεις Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2006
Λησμονημένος
ή μάλλον αγνοημένος έδειχνε μέχρι πρότινος ο Πέτρος Πικρός, αφού η τελευταία
επανέκδοση βιβλίων του χρονολογείται από το 1979, ενώ έτυχε ενός και μοναδικού
αφιερώματος περιοδικού κι αυτό σε έντυπο παιδικής λογοτεχνίας. Γεγονός που
δείχνει σαν ειρωνεία της μοίρας για έναν άνθρωπο με μακρόχρονη και τόσο αγωνιστική
θητεία στα περιοδικά. Όσο για τις ιστορίες ελληνικής λογοτεχνίας, όταν δεν
απουσιάζει, όπως σε αυτήν του Ηλία Βουτιερίδη και στα πονήματα ξένων νεοελληνιστών,
μόλις που μνημονεύεται, ως συνέχεια στον νατουραλισμό του Δημοσθένη Βουτυρά,
τις περισσότερες φορές, με εσφαλμένα βιογραφικά στοιχεία. Κάποιες εκτενέστερες
αναφορές γίνονται σε εκδόσεις της δεκαετίας του 1990, όπως στη γραμματολογία
Σοκόλη, στις μελέτες του Χ. Σακελλαρίου για τους πρωτοπόρους της ελληνικής
παιδικής λογοτεχνίας, του Επαμ. Γ. Μπαλούμη γύρω από την πεζογραφία του ’20
και της Χρ. Ντουνιά για τα περιοδικά της Αριστεράς στο Μεσοπόλεμο, στα οποία
και πρωτοστάτησε ο Πικρός ως μέλος ή και ως αποδιοπομπαίος του ΚΚΕ. Τέλος,
απαντάται στους ιδιαιτέρως διαφωτιστικούς «Φιλολογικούς περιπάτους» του Κωστή
Μπαστιά. Στον 21ο αιώνα, ο Πικρός εισήλθε με την ιστορία του Αλέξ. Αργυρίου,
αφενός μεν ως “σκοτεινό πρόσωπο του μαρξιστικού στρατοπέδου” και από την άλλη,
ως συγγραφέας σημαντικών και πρωτότυπων πεζογραφημάτων, με ένα κάποιο κριτικό
και θεωρητικό έργο, που, όμως, δείχνει μάλλον “συζητήσιμη” παιδεία. Μάλιστα,
ο Αργυρίου, στον έκτο τόμο, αναφέρει τη διατριβή του Γ. Δ. Μπάρτζη γύρω από
το λογοτεχνικό έργο του Πικρού, της οποίας η έκδοση αναμενόταν εντός του 2005.
Επετειακά, με τη συμπλήρωση, στις 27 του προσεχούς Ιουνίου, πενήντα χρόνων
από το θάνατο του Πικρού, κυκλοφόρησε η μελέτη του Μπάρτζη, δάσκαλου το επάγγελμα
και μελετητή της παιδικής λογοτεχνίας, καθώς και συγγραφέα, μετά της συζύγου
του Δέσποινας Στίκα, παιδικών αναγνωσμάτων, όπως και μυθιστορημάτων επιστημονικής
φαντασίας. Και πάλι, λοιπόν, πλαγίως, μέσω του πάρεργου που στάθηκε για τον
Πικρό η παιδική λογοτεχνία, ήρθε, μετά το αφιέρωμα στα τριντάχρονα από το
θάνατό του της «Επιθεώρησης παιδικής λογοτεχνίας», και η πρώτη αποκλειστική
μελέτη προς δικαίωσή του και αποκατάσταση του έργου του. Ανεξάρτητα αν εμείς
– μια ζωή αιθεροβάμονες – θα την αναμέναμε από τον ιδεολογικό χώρο του Πικρού
και ως οφειλή προς ένα λογοτέχνη που αφάνισαν οι κομματικές μυλόπετρες.
Κατ’ αρχήν, στη μελέτη, προσδιορίζονται τα βιογραφικά του Πικρού. Το πραγματικό
του όνομα, Ιωάννης (και όχι Πέτρος, όπως συχνά αναφέρεται) Γεναρόπουλος, υιός
του Πέτρου Γεναρόπουλου και της Αικατερίνης, με βιοτεχνία ζαχαρωτών στο Παντείχιον
της Μικράς Ασίας επί της ασιατικής ακτής της Κωνσταντινούπολης, όπου και γεννήθηκαν
τα πέντε παιδιά τους. Ο τόπος γέννησης, λοιπόν, και η ακριβής χρονολογία,
1894 (και όχι 1895 ή 1896, ακόμη 1900). Οι σπουδές του ιατρικής, βιοχημείας
και φιλοσοφίας σε Ελβετία, Γερμανία, προπαντός στο Παρίσι, όπου κυοφορήθηκε
ο αριστερός διανοούμενος παρά τον Μπαρμπύς και την ομάδα του «Κλαρτέ». Η εκκόλαψη
του λογοτέχνη, αρχικά ως ποιητή στα Χανιά της Κρήτης, όπου εγκαταστάθηκε το
1919 για ενάμισι χρόνο, και μετά στην Αθήνα ως πεζογράφου. Οι πρώτοι πειραματισμοί
γραφής συνδυάστηκαν με δοκιμές διαφορετικών ψευδώνυμων, ώσπου προκρίθηκε το
Πέτρος Πικρός ως συνδυασμός του πατρώνυμου με το ψευδώνυμο του προσφιλούς
του Γκόρκι, ελληνιστί Πικρός. Με αυτό το όνομα πολιτογραφήθηκε το 1935 και
τον επόμενο χρόνο νυμφεύθηκε την φιλόλογο Αικατερίνη Σιδηροπούλου, γεννημένη
στη Γιάλτα της Ρωσίας, η οποία και πρόλαβε να βοηθήσει με αναμνήσεις και ντοκουμέντα
τη συγγραφή της μελέτης, πεθαίνοντας το 2002, σε ηλικία ενενήντα ετών.
Χαρακτηριστικό της μελέτης, τα βοηθητικά στοιχεία, που υποστηρίζουν την αφήγηση.
Λεπτομερές πεντάστηλο χρονολόγιο στο πρότυπο Κ. Θ. Δημαρά, πίνακας ψευδώνυμων
- εντύπων, επίσημα έγγραφα, φωτογραφίες, βιβλιογραφία και το παράρτημα με
την «Εργογραφία Πέτρου Πικρού», στο οποίο καταγράφονται οι αυτοτελείς εκδόσεις,
συνοδευόμενες από κριτικογραφία, τα πάσης φύσεως δημοσιεύματα, με εξαντλητικές
περιγραφές περιεχομένων, ενώ αποδελτιώνονται τα άρθρα στις εφημερίδες. Κατά
τα άλλα, “η ενδιαφέρουσα ισχυρή και προκλητική προσωπικότητα” του Πικρού,
σύμφωνα με το χαρακτηρισμό της προλογίζουσας τη μελέτη Β. Πάτσιου, αναδεικνύεται
σε πέντε κεφάλαια, διασκεδάζοντας την άποψη που θέλει τον Πικρό να “κλείνει”
ως συγγραφέας με την αποπομπή του από το ΚΚΕ, το 1931. Σε χωριστά κεφάλαια,
παρουσιάζονται η συμβολή του στην παιδική λογοτεχνία και η δημοσιογραφική
του σταδιοδρομία.
Μεγάλη έκταση δίνεται στις ιδεολογικές συγκρούσεις του Πικρού με αριστερούς
διανοούμενους και λοιπούς συντρόφους αλλά και με το κατεστημένο της εποχής,
κυρίως, από τις επάλξεις των διαδοχικών περιοδικών, τα οποία έστησε. Η χρονολογική
παρουσίαση των βιβλίων του, καθώς συνοδεύεται με εκτενή σχολιασμό της υποδοχής
που τους επιφυλάχθηκε, δείχνει τη μετατόπιση των ενδιαφερόντων του Πικρού.
Μετά το σκληρό ρεαλισμό των πρώτων βιβλίων, που αποκαλύπτουν την ορμητικότητα
ενός στρατευμένου συγγραφέα, ο απογοητευμένος Πικρός αφοσιώνεται σε εφηβικά
και μελλοντολογικά αναγνώσματα, ενώ, προς βιοπορισμό, γράφει λαϊκά μυθιστορήματα
και αστυνομικά θρίλερ. Μάλιστα, ο Μπάρτζης συμπληρώνει την εργογραφία του
Πικρού με δύο λαϊκά μυθιστορήματα, δημοσιευμένα στο περιοδικό «Εβδομάς», την
περίοδο 1931 - 1933, με το ψευδώνυμο Ω, στηριζόμενος σε εκμυστήρευση του ίδιου
του συγγραφέα στον Μπαστιά.
Στο τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης, φωτίζονται οι “ύστεροι προσανατολισμοί”
του Πικρού, που ο σχετικά πρόωρος θάνατός του δεν επέτρεψε να καρπίσουν αντίστοιχα.
Από τον Μαρξ, ο Πικρός βρέθηκε στον Φρόιντ ή, ακριβέστερα, στον Καρλ Γιούνγκ,
ιδρυτή της ψυχολογίας του βάθους. Το στερνό άρθρο του Πικρού είναι αφιερωμένο
στα ογδοντάχρονα του Γιούνγκ, όπως και το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Λαμπηδόνα
του βυθού». Άνθρωπος ορμητικός ο Πικρός, δινόταν με πάθος σε ό,τι επιχειρούσε.
Με το ίδιο πάθος που, στο ξεκίνημά του, ξεγύμνωνε το βίο των “αθλίων”, στα
εξήντα του, αγωνιούσε να αποτυπώσει ανάγλυφα τα εσώψυχα των “αθλίων” μίας
εσώτερης ζωής.
Η μελέτη του Μπάρτζη ανασταίνει τον Πικρό, δίνοντας ευκρινή εικόνα για το
έργο του. Πάντως, αν τύχει και διαβαστεί από ένα ευρύτερο κοινό, κι αν – λέμε
αν – λίγοι ή περισσότεροι αναγνώστες ζητήσουν να σχηματίσουν ιδίαν άποψη,
δύσκολα θα βρουν ίχνη των βιβλίων του. Γιατί, ως γνωστόν, οι επανεκδόσεις
τεθνεώτων δεν ενθουσιάζουν τους εκδότες, καθώς προτιμούν να επανεκδίδουν τα
βιβλία των ζώντων και δη πολλαπλώς, ακόμη και προτού εξαντληθούν, προς εξασφάλιση
μιας μεταγραφής.
Αυτά στο εμπροσθόφυλλο. Τα
υπόλοιπα στον κολοφώνα: «Εξώφυλλο Γιώργου Ανεμογιάννη, συνθέσεις εκτός κειμένου,
βινιέτες και τελικά Α. Αστεριάδη, τυπώθηκε τον Δεκέμβριο 1955 στο εργοστάσιο
γραφικών τεχνών του οίκου Μιχ. Σαλίβερου ΑΕ. Κλισέ: του καλλιτεχνικού Τυπογραφείου
Α/φών Λαΐου - Χαβρίου 9». Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα, αντιγραμμένο
από αντίτυπο της φιλόξενης βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ. Όσο για το άλλο μυθιστόρημα
του Πικρού, που εμείς θα συγκρατούσαμε, αν ποτέ καταρτίζαμε το λογοτεχνικό
σώμα του 20ου αιώνα, το «Τουμπεκί», υπάρχουν ακόμα μερικά αντίτυπα στην αγορά
από την ανατύπωση του 1979 των εκδόσεων Κάκτος.
«...Σα σφάξανε το Γιάνναρο στο πέλαγο και ξαναγύρισε ο Αγησίλαος, είπε πώς
κάτι άλλο νοιώθει μέσα του: άλλη ψυχή. Όχι δελφίνι όμως.
– Τι πράμα;...
Δεν αμολογούσε. Μέχρι που κάποια μέρα, τον πιάσαν σ’ έναν κάβο, όπου παραμόνευε
από καιρό, και δάγκωνε κάποιο παιδί, και πολεμούσε να το πνίξη στο γιαλό.
Και τόνε κλείσανε τον Αγησίλαο στου Άη - Αντώνη το κελλί, να φύγουν από μέσα
του τ’ ακάθαρτα δαιμόνια.
Και τότες πια ο Ήλας, φανέρωσε τον άλλο που εζούσε μέσα του:
– Κάρχαρος.
Γυναίκες μοναχά, μπορούσανε να μπούνε άφοβα, μέσ’ στου δαιμονισμένου το στενό
θαλάμι, όπου δεν ήταν άλλο φως μερόνυχτα, παρά ένα καντήλι, μπρος στην εικόνα
τ’ Άγιου που έδεσε το δαίμονα. Γυναίκες δεν επείραζε ποτέ, ο Κάρχαρος. Δεμένος
θα πης ήτανε, στη ζόκα τη βαρειά αγκιστρωμένος και πώς να τις πειράξη. Μα
και λυτό αν τον άφηναν, πάλι στα σίγουρα μπορούσαν να σιμώσουνε γυναίκες.
Ενώ, μόλις διασκέλιζε κατώφλι άντρας, εξόν που πειραζότανε ο ίδιος ο δαιμονισμένος,
κι έβγαζε αφρούς, αγκομαχούσε, δαγκωνότανε, αλλά και σίδερα να σπάση μπόραγε
για να κομματιάση τους αρσενικούς. Ήτανε το λοιπόν κι αυτό ή μπας δεν ήτανε
απόδειξη, ότι αλήθεια, αληθινό σκυλόψαρο εζούσε μέσα του;
Γιατί ποτέ τους τα σκυλόψαρα, ποτέ τους δεν πειράζουνε γυναίκα. Δεν ακούστηκε
νάπαθε καμμιά φορά, κοπέλλα από κάρχαρο. Είνε αντροφάγοι αποκλειστικά, ετούτα
τα θηρία. Τι άλλο χρειαζόταν το λοιπόν αφού ως και η μάννα του Ήλα κοντά να
το πιστέψη, ότι δεν ήτανε δικό της γέννημα ο Αγησίλαος. Έκανε τότες την αποβολή,
και της τον φέρανε κρυφά και της τον ρίξανε στην κούνια, μια σκύλα, άγνωρη.
Και τα καθέκαστα ταιριάζανε, κατά που τα λογιάζει το νησί, πάππου προς πάππου.
Ήτανε λέει κάποτε, του κόσμου άρχοντας ο Κάρχαρος, και τονέ τρόμαζεν η γης,
και δεν του δίνανε γυναίκα. Ετούτος πάλι παραμόνευε τις κοπελλιές τις όμορφες,
που λάχαινε να κατεβούνε στο γιαλό. Ξάλλαζε όψη, έδειχνε τάχα άνθρωπος, κι
όχι ότι έκανε στις λυγερές κακό, παρά μονάχα τις επαντρευότανε μα όχι όλες
στο ίδιο το νησί, αλλά την κάθε μια τους ξέχωρα, αλλού. Και το λοιπόν, ποιος
ξέρει ποιαν;... παντρεύτηκεν ο άρχοντας του πέλαγου στο νησί τους. Και η κοπέλλα
γέννησε. Μα φυσικά, δεν ήταν σκέτο πλάσμα ανθρώπινο. Ήτανε βέβαια ο Αγησίλαος,
μα ήτανε και κάποιος άλλος μέσα του: το Καρχαρόπουλο...
Και να λοιπόν που όλα ταίριαζαν, όλα σημαδεμένα, από το βράδυ εκείνο όπου
ο Ήλας έπεσε να πνιγή, και φυσικά τον κουκουλώσανε τα κύματα και βρήκε τον
πατέρα του τον Κάρχαρο. Και τονέ φέρανε τον Ήλα στο νησί και τόνε δέσαν για
τρελλό.
Σε τέτοιον άλλον κόσμο, τρία χρονάκια αλάκερα, πλάνταζε ο Αγησίλαος και ανατρίχιαζε
να νοιώθη μέσα του σκυλόψαρο. Μέχρι που η ίδια η θάλασσα, η ίδια που τον τρέλλανε,
του ξαναχάρισε τις φρένες του, η ίδια. Γιατί μπήκε στη μέση πια γιατρός, του
κάναν θεραπεία, μαζί και τα ψυχρά λουτρά στον κρύο το γιαλό. Σιγά - σιγά,
διώχτηκε από μέσα του ο Καρχαρίας και ξαναγύρισε ο Αγησίλαος στον κόσμο, και
στης ζωής την όψη.
Μόνο που δεν του είπαν φυσικά πως πέθανε η μάννα του.
– Την πήρε ο μεγάλος Γιάνναρος στο Τάρπον Σπρίγκς!...
Κατά καιρούς ο Θέμος τάγραφε όλα αυτά στον Αριστείδη που εσπούδαζε έξω, με
υποτροφία. Και κείνος πάλι του ξανάγραφε, τον παρακάλαγε όλο και να του στέλνη
ό,τι παρόμοια λαχαίνουν, γιατί τα χρειαζότανε στην επιστήμη του. Κάποτε μάλιστα
πολέμησε και να του εξηγήση άκρες - μέσες.
Ποιος λίγο, ποιος πολύ, όλοι μας έχουμε και κάποιον άλλο μέσα μας. Υπάρχουν
εξαιρέσεις φυσικά, που βεβαιώνουν όμως τον κανόνα. Υπάρχουν δηλαδή και άνθρωποι
που δεν έχουνε μέσα τους έναν άλλο, αλλά δύο άλλους, ή κάποτε και τρεις και
παραπάνω, αν όχι πληθυσμόν αλάκερο, και κόσμο απέραντο. Όμως αυτό διόλου δε
σημαίνει πως τάχατες πρέπει και σώνει και καλά να είμαστε όλοι άρρωστοι. Αυτό
ήταν πλάνη παλαιά, που φούντωσε μάλιστα στην περασμένη εκατονταετία και αμολάει
μέχρι σήμερα τ’ απόνερά της, θολώνει τη διάγνωση. Στο σκοτεινό Μεσαίωνα, τους
λέγανε δαιμονισμένους. Στο φωτεινό αιώνα μας, το Διάβολο τον λένε Νεύρωση.
Και το πιστεύουμε καμμιά φορά κι οι ίδιοι, ότι μας παίρνει ο διάολος και μας
ταράζει, ενώ οι άλλοι μας χαρακτηρίζουν “κατά φαντασίαν ασθενείς”...»