ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Η συγκυρία, τα φαβορί και τα μετεκλογικά σενάρια

Του Αποστόλη Στραγαλινού

Το ενδιαφέρον της Ευρώπης είναι στραμμένο στις κρίσιμες γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές που διεξάγονται σήμερα. Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες οφείλεται στην αδυναμία διακυβέρνησης της χώρας από τον κοκκινοπράσινο συνασπισμό. Αποτελεί η εκλογική αναμέτρηση ομολογία χρεοκοπίας των αδιέξοδων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων του Σρέντερ. Η αντίδραση της κοινωνίας στο πακέτο Χαρτς και την ατζέντα 2010 οδήγησε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα σε διαδοχικές ταπεινωτικές ήττες κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών με αποκορύφωμα την πανωλεθρία στις κρατιδιακές εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας το Μάιο. Από αυτήν ακριβώς την αντίσταση της κοινωνίας γεννήθηκε το Αριστερό Κόμμα που καλύπτει το φάσμα αριστερά του SPD και κατέρχεται στις εκλογές με πολλές ελπίδες για ένα ποσοστό πάνω από 8% και ισχυρή εκπροσώπηση στο Μπούντεσταγκ. Η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων στην Άνω Βουλή εις βάρος των κοκκινοπράσινων κατέστησε σαφές ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα μπορούσε πλέον να πάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες χωρίς την έγκριση της χριστιανοδημοκρατίας.
Όλα συγκλίνουν πλέον στο γεγονός ότι η Γερμανία θ’ αλλάξει απόψε σελίδα. Η αναμέτρηση θα είναι αμφίρροπη. Ουδείς όμως θα διακινδύνευε μια σίγουρη πρόβλεψη. Και αυτό γιατί αφενός το γερμανικό εκλογικό σύστημα δεν πριμοδοτεί αυτοδύναμες κυβερνήσεις αναγκάζοντας τα κόμματα ν’ αναζητούν συμμάχους και αφετέρου γιατί αναλύοντας τις τελευταίες δημοσκοπήσεις και λαμβάνοντας στα σοβαρά τις δηλώσεις των πολιτικών, η Γερμανία δεν θα έχει…κυβέρνηση: Πρώτον, στις δημοσκοπήσεις καταγράφεται απόλυτη ισοπαλία. Αθροιστικά, 48,5% λαμβάνει η «μαυροκίτρινη» συμμαχία χριστιανοδημοκρατών και φιλελεύθερων, 48,5% δίνουν και στους κοκκινοπράσινους με την προσθήκη του Αριστερού Κόμματος. Δεύτερον, αν πιστέψουμε τις δηλώσεις των πολιτικών, κατά τις οποίες οι συμπολιτευόμενοι δεν θα συμπράξουν με τους αντιπολιτευόμενους και το αντίθετο, αντιλαμβανόμαστε το αδιέξοδο. Αδιέξοδο, διότι ούτε η μια συμμαχία από μόνη της, ούτε και η άλλη φαίνεται να κερδίζουν την αυτοδυναμία. Η παρουσία του Αριστερού Κόμματος περιέπλεξε τα πράγματα, καθώς θα διαδραματίσει ρυθμιστικό ρόλο αναλόγως του ποσοστού του. Τρίτον, το ποσοστό αναποφάσιστων ανέρχεται στο τεράστιο 30%. Η εκλογική τους συμπεριφορά ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά την τελική έκβαση. Οι περισσότερες αναλύσεις συμφωνούν ότι από το σώμα των αναποφάσιστων θα ωφεληθεί κυρίως το SPD. Θα επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε κάπως το τοπίο, παραθέτοντας τα πέντε πιθανά (και απίθανα) σενάρια σύναψης συμμαχιών που θα βγάλουν την επόμενη κυβέρνηση:

1. Δεξιός συνασπισμός. Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) με Φιλελεύθερους (FDP)

Μέχρι πριν από δύο εβδομάδες και την τηλεοπτική μονομαχία μεταξύ Σρέντερ και Μέρκελ, αυτή η εκδοχή φάνταζε ως η επικρατέστερη. Με την αντεπίθεση του SPD και τη στασιμότητα των ποσοστών των χριστιανοδημοκρατών (41%) και των φιλελεύθερων (μέχρι 7%) φαίνεται ότι δεν θα πετύχουν τα δύο αυτά κόμματα μαζί την αναγκαία πλειοψηφία. Ακόμη και έτσι, δεν είναι απίθανο να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, κάτι που επιθυμούν διακαώς τόσο η Μέρκελ, όσο και ο πρόεδρος των Φιλελευθέρων, Γκίντο Βέστερβελε. Τα προγράμματά τους είναι άλλωστε τόσο κοντά, που ο Βέστερβέλε πρόλαβε να δεσμευτεί ότι θα συμμαχήσει «ή με τη Μέρκελ ή με κανέναν». Διαφορές υπάρχουν μόνο αναφορικά με τη φορολογική μεταρρύθμιση που ετοιμάζεται να εισαγάγει η χριστιανοδημοκρατία μόλις βρεθεί στην κυβέρνηση. Το FDP απορρίπτει την αύξηση του ΦΠΑ, θεμέλιο λίθο των μεταρρυθμίσεων της CDU. 35% των πολιτών υποστηρίζουν αυτό το σενάριο.

2. Συνέχιση κυβερνητικού συνασπισμού. Σοσιαλδημοκράτες με Πράσινους

Ένα από τα πιο απίθανα σενάρια. Τα ποσοστά τους (33% και 7% περίπου) δεν επιτρέπουν να ελπίζουν ότι θα συνεχιστεί και την επόμενη τετραετία η συγκυβέρνηση που διαρκεί από το 1998. Παρά τις επί μέρους διαφωνίες, το κόμμα των Πρασίνων στήριξε τις μεταρρυθμίσεις Σρέντερ. Ενώ αντάλλαζαν όρκους πίστης στη συνέχιση του κοινού εγχειρήματος, στο τέλος της προεκλογικής εκστρατείας, έκαναν αγώνα χωριστά (για το εκάστοτε κόμμα) και όχι για την κοκκινοπράσινη συμμαχία. Ο αντιπρόεδρος του SPD, Κουρτ Μπεκ, δήλωσε, λόγου χάρη, ότι πρώτιστος στόχος δεν είναι η κοκκινοπράσινη συμμαχία, αλλά το «να βγούμε πρώτο κόμμα». Η δήλωση αυτή έχει την εξήγησή της: Το SPD «παίζει» στα τέσσερα από τα πέντε πιθανά σενάρια. Αν αναδειχθεί πρώτη δύναμη, βγάζει καγκελάριο, ακόμη κι αν συμμαχήσει με το CDU. Αν βγει δεύτερο και αναγκαστεί να σχηματίσει κυβέρνηση με τη χριστιανοδημοκρατία, θα του απομείνει ο ρόλος του μικρού εταίρου. Βλέποντας τη μεταστροφή των σοσιαλδημοκρατών, οι Πράσινοι από την πλευρά τους καλούν τον κόσμο να ψηφίσει αυτούς, γιατί «όποιος ψηφίσει SPD, δεν ξέρει ποια συμμαχία θα του…ξημερώσει». 15% των πολιτών τάσσονται υπέρ της προοπτικής συνέχισης της θητείας της κοκκινοπράσινης κυβέρνησης.

3. «Μεγάλη συμμαχία». Χριστιανοδημοκράτες με Σοσιαλδημοκράτες

Αριθμητικά προβάλλει ως η πιθανότερη εκδοχή. Η ισοπαλία μεταξύ των στρατοπέδων και η δυναμική εμφάνιση του Αριστερού Κόμματος οδηγούν τα πράγματα σε μια εξέλιξη που απορρίπτουν μετά βδελυγμίας τόσο οι μεν όσο και οι δε. Είναι όμως έτσι; Είναι θεμιτές οι προεκλογικές διαψεύσεις. Τι θα κάνει όμως η CDU, ως πρώτο κόμμα, αν δεν μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση με τους φιλελεύθερους λόγω των χαμηλών ποσοστών των τελευταίων; Θα στραφεί προς τους σοσιαλδημοκράτες μην έχοντας άλλη επιλογή. Και τι θα κάνει το SPD; Ένας αναγκαστικός γάμος είναι καλύτερος από την αντιπολίτευση. Το έργο άλλωστε έχει ξαναπαιχτεί το 1966, όταν μια ξαφνική οικονομική ύφεση προκάλεσε κρίση στην κυβέρνηση συνασπισμού χριστιανοδημοκρατών και φιλελευθέρων με καγκελάριο τον Έρχαρντ. Οι φιλελεύθεροι υπουργοί εγκατέλειψαν την κυβέρνηση στις 27 Οκτωβρίου και ένα μήνα αργότερα παραιτήθηκε και ο καγκελάριος. Την 1η Δεκεμβρίου το Μπούντεσταγκ εξέλεξε διάδοχό του τον μέχρι τότε πρωθυπουργό της Βάδης Βυρτεμβέργης Κουρτ Γκέοργκ Κίσινγκερ και την ίδια ημέρα σχηματίστηκε νέο κυβερνητικό σχήμα αποτελούμενο από την CDU και το SPD, με το Βίλι Μπραντ αναπληρωτή του και υπουργό Εξωτερικών. Παρότι ο καγκελάριος Σρέντερ έχει πει ότι θα πάει σπίτι του αν η Μέρκελ γίνει καγκελάριος σε κυβερνητικό σχήμα με το SPD, ανερχόμενοι αστέρες της σοσιαλδημοκρατίας, όσο πλησιάζει η ώρα της κρίσης, σπάνε τη «γραμμή Μαζινό» και εκφράζονται θετικά στο ενδεχόμενο κυβερνητικής συνύπαρξης. Ο σοσιαλδημοκράτης πρώην πρωθυπουργός του κρατιδίου – βαρόμετρο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, Πέερ Στάινμπρικ ανακάλυψε «πολλά κοινά που μπορούν να οδηγήσουν σε ένα κυβερνητικό πρόγραμμα». Ο Στάιμπρικ θεωρείται υπουργοποιήσιμος στην περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης «μεγάλης συμμαχίας». Υπέρ του ίδιου μετεκλογικού σεναρίου τάχθηκε εμμέσως και ο πρωθυπουργός της Έσσης. «Αγαπητέ ψηφοφόρε», είπε, «αν επιλέξεις μια συγκεκριμένη συμμαχία, εμείς δεν θα πούμε ότι δεν συμμετέχουμε». Βεβαίως, η «μεγάλη συμμαχία» θα λειτουργήσει με δυσκολίες, καθώς υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων στο θέμα της ένταξης της Τουρκίας, στα οικονομικά κλπ. Την θέλουν όμως οικονομικοί κύκλοι. Το εν λόγω σενάριο υποστηρίζεται από το 23% των πολιτών.

4. Τριπλή παραλλαγή. Σοσιαλδημοκράτες με Πράσινους και Φιλελεύθερους

Η εκδοχή αυτή χωρίς να είναι ιδανική για τους «εμπλεκόμενους», φαντάζει δυνατή, στην περίπτωση που δεν φτάσει το ποσοστό σε χριστιανοδημοκράτες και φιλελεύθερους για το σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. Τότε οι Φιλελεύθεροι, παρά τις δεσμεύσεις του Βέστερβέλε, δύσκολα θα πουν όχι σε μια πρόσκληση για συμμετοχή σε κυβέρνηση με τους κοκκινοπράσινους. Στους σοσιαλδημοκράτες αρέσει κατά βάθος, γιατί θα διατηρήσουν την καγκελαρία και θα στείλουν στα πίσω έδρανα την Μέρκελ. Εκτός του πολιτικού αμοραλισμού που διακρίνει το χώρο, παραδείγματα συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων έχουν υπάρξει στο παρελθόν σε ομοσπονδιακό, αλλά και σήμερα σε κρατιδιακό επίπεδο. Στην Έσση οι σοσιαλδημοκράτες κυβερνούν με τη συνεργασία των Φιλελευθέρων. Θεωρώντας το ως το μικρότερο κακό, το σενάριο αυτό υποστηρίζεται από τους πρωτοκλασάτους σοσιαλδημοκράτες Μπεκ και Γκάμπριελ και τον επικεφαλής των Πρασίνων στην Έσση, Μπέρνιγκερ. Το πρόβλημα όμως έγκειται στις σχέσεις μεταξύ Πρασίνων και Φιλελευθέρων, οι οποίοι βρίσκονται στα μαχαίρια. Οι Πράσινοι θεωρούν τους Φιλελεύθερους ως το κόμμα της κοινωνικής αναλγησίας, ενώ αντιστρόφως οι Φιλελεύθεροι χαρακτηρίζουν τους Πράσινους «λάθος της ιστορίας». 5% των Γερμανών προτιμούν αυτό το κυβερνητικό σχήμα.

5. Επιστημονική φαντασία. Σοσιαλδημοκράτες με Πράσινους και Αριστερό Κόμμα

Ευφάνταστο σενάριο, το οποίο αποκηρύσσουν όλοι οι «ενδιαφερόμενοι». Είναι όμως το μόνο στο οποίο εμφανίζεται το Αριστερό Κόμμα. Η CDU το έφερε τελευταία στο προσκήνιο επισείοντας τον κομμουνιστικό κίνδυνο που θα ενέσκηπτε, αν οι πολίτες ενίσχυαν τόσο πολύ το Αριστερό Κόμμα, ώστε να απολέσει η CDU την αυτοδυναμία και ν’ ανέλθει εκείνο στην εξουσία με τη βοήθεια των σοσιαλδημοκρατών. Κάτι τέτοιο όμως είναι απίθανο να ισχύσει, καθώς το SPD, όπως είδαμε, έχει κι άλλες επιλογές. Οι Σρέντερ και Μίντεφέρινγκ, Μπίτικοφερ (Πράσινοι), Τίερζε (πρόεδρος της Βουλής) έχουν επανειλημμένα απορρίψει το ενδεχόμενο συνεργασίας με το Αριστερό Κόμμα, ενώ ο Γκίζι (βλ. συνέντευξη) θεωρεί παράλογη τη συζήτηση στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Η δραστηριοποίηση δε του Λαφοντέν μέσα από το Αριστερό Κόμμα δεν αφήνει περιθώρια για σύγκλιση, καθώς αποτελεί κόκκινο πανί για τους πρώην συντρόφους του. Το Αριστερό Κόμμα αποκλείει επίσης το ενδεχόμενο να στηρίξει μια κοκκινοπράσινη κυβέρνηση μειοψηφίας, δεδομένου ότι διακρίνει αγεφύρωτες διαφορές στην εξωτερική πολιτική των κοκκινοπράσινων και απορρίπτει στο σύνολό τους τις μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ. Πάντως υπάρχει κι εδώ το προηγούμενο της συγκυβέρνησης σε κρατιδιακό επίπεδο. Μόνο ο Στρέμπελε των Πρασίνων υποστήριξε δημόσια το εν λόγω μοντέλο. Η απάντηση της ηγεσίας του κόμματός του ήταν ότι «ένας μεμονωμένος αποπροσανατολίστηκε»! Μόλις 10% των ερωτηθέντων θα ήθελαν ένα κυβερνητικό σχήμα αριστεράς – κεντροαριστεράς.

Το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας

Η Βουλή έχει τουλάχιστον 598 έδρες, 299 βουλευτές εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες οι υπόλοιπες σε ευρείες περιφέρειες. Υπάρχουν 2 κάλπες, μία για τον βουλευτή της μονοεδρικής περιφέρειας και μία για το κόμμα στην ευρεία περιφέρεια.
Κατανομή σύμφωνα με το εκλογικό μέτρο και διαδοχικές κατανομές ανάλογα με τα μεγαλύτερα υπόλοιπα σε ποσοστά.
Στις μονοεδρικές περιφέρειες εκλέγεται όποιος συγκεντρώσει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων (ένας γύρος)
Στις ευρείες περιφέρειες τα κόμματα παρουσιάζουν ψηφοδέλτια για το σύνολο του κάθε ομόσπονδου κρατιδίου. Δεν υπάρχει σταυροδοσία και οι υποψήφιοι αναφέρονται με τη σειρά που έχει αποφασίσει το κόμμα (συνήθως με τοπικό συνέδριο). Για να εκλέξουν βουλευτή από την κάλπη της ευρείας περιφέρειας πρέπει να πάρουν 5% στο σύνολο της ομοσπονδίας ή να έχουν εκλέξει 3 ή περισσότερους βουλευτές σε μονοεδρικές περιφέρειες. Με τρεις βουλευτές και πάνω, συγκροτούνται κοινοβουλευτικές ομάδες. Για παράδειγμα το PDS, αποσπώντας 4,0% στις εκλογές του 2002 και καταφέρνοντας να εκλέξει απ’ ευθείας μόνο δύο βουλευτίνες, κατείχε μεν στο Μπούντεσταγκ δύο έδρες, αλλά αποδίδονταν αυτές σε ανεξάρτητους και όχι επισήμως στο κόμμα. Γι’ αυτό και δεν λογίζονταν οι Πέτρα Πάου και Γκεζίνε Λες ως κοινοβουλευτική ομάδα.
Από το ελάχιστο αριθμό εδρών (598) αφαιρούνται οι έδρες στις οποίες έχουν σε μονοεδρικές περιφέρειες εκλεγεί ανεξάρτητοι υποψήφιοι και υποψήφιοι που το κόμμα τους έχει πάρει στο σύνολο των ευρέων περιφερειών λιγότερο από 5%. Οι υπόλοιπες κατανέμονται στα κόμματα ανάλογα με το συνολικό τους ποσοστό σε κάθε ομόσπονδο κρατίδιο. Από τις έδρες κάθε κόμματος πάλι αφαιρούνται οι έδρες που έχει κερδίσει σε μονοεδρικές περιφέρειες. Εάν ένα ή περισσότερα κόμματα έχουν κερδίσει σε μονοεδρικές περιφέρειες περισσότερες έδρες από όσες τους αντιστοιχούν σύμφωνα με το ποσοστό τους αυξάνεται αναλόγως ο αριθμός των εδρών της ομοσπονδιακής Βουλής προς όφελος των εδρών από μονοεδρικές περιφέρειες.
Αποτέλεσμα αυτού του εκλογικού συστήματος είναι η σημερινή τετρακομματική ομοσπονδιακή Βουλή και το γεγονός ότι στα 59 χρόνια που ισχύει δεν υπήρξε παρά μόνο μία μονοκομματική κυβέρνηση.