Από την ακηδία στη μεταμοντέρνα πλήξη
Λαρς Σβέντσεν «Η φιλοσοφία της βαρεμάρας»

Μ. Θεοδοσοπούλου

Μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς
Εκδόσεις: Σαββάλας Αθήνα, 2006

Ασαφές και ποικιλόμορφο φαινόμενο η βαρεμάρα, αν και παραμένει ζητούμενο, κατά πόσο συνιστά τόσο μεγάλο θέμα ώστε η φιλοσοφία να πρέπει να ασχοληθεί μαζί του. Πιθανώς, εγγενής στην ανθρώπινη φύση, αλλά σε άμεση συνάρτηση και με το κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου. Κατά κανόνα εμφανίζεται, όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε, ενώ πρέπει να ασχοληθούμε με κάτι που δεν θέλουμε. Αν και πλήξη μπορεί γενικότερα να προκαλεί μια ορισμένη κατάσταση ή και απασχόληση ελάχιστα ενδιαφέρουσα. Σε αυτήν την περίπτωση, η βαρεμάρα αποκαλείται καταστασιακή. Σε αυτού του τύπου τη βαρεμάρα, το άτομο αντιδρά με χασμουρητά ή και στριφογυρίζοντας στην καρέκλα του. Η γνήσια, όμως, και ταυτόχρονα, ανησυχητική περίπτωση, είναι η υπαρξιακή βαρεμάρα, όταν δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι θέλουμε να κάνουμε και ο κόσμος μάς φαίνεται ουδέτερος, ενώ η ζωή μας δείχνει χωρίς προσανατολισμό και νόημα.
Σύνθετο φαινόμενο η υπαρξιακή βαρεμάρα, προσεγγίζει την κατάθλιψη. Πρόχειρες στατιστικές δείχνουν πως περισσότεροι άνδρες παρά γυναίκες δηλώνουν βαρεμάρα, ενώ το εν λόγω αίσθημα παραδόξως μειώνεται σε ένταση με την ηλικία. Κατά μια εκδοχή, η ανία ως πνευματική κατάσταση, κατά την οποία κάποιος δεν βρίσκει νόημα στη ζωή του, χρονολογείται από την εποχή που ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ιδιαίτερο ον και να ζητά την πραγμάτωσή του. Η υπαρξιακή βαρεμάρα ξεπερνά τις πραγματικές ανάγκες και αφορά πρωτίστως τις επιθυμίες. Ιδιαίτερα, στη μεταμοντέρνα εποχή της υπερπληροφόρησης, το άτομο γίνεται ένας παθητικός παρατηρητής, που ζητά αενάως, προς αφύπνιση, καινούργιες συγκινήσεις. Κατά κανόνα, η βαρεμάρα θεωρείται γέννημα της αεργίας, μπορεί όμως να πλήττουν και οι εντατικά εργαζόμενοι. Πάντως, η εργασία αποδεικνύεται λιγότερο βαρετή από τις διασκεδάσεις, καθώς αντίδοτο της ανίας στάθηκε ανέκαθεν ο στοχασμός. Τρόπον τινά, η βαρεμάρα είναι ένας θάνατος εν ζωή, που προσβάλλει σχεδόν όλους σε κάποια φάση της ζωής τους για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα. Ορισμένοι, μάλιστα, υποστηρίζουν πως μπορεί να αποτελέσει τη μεγαλύτερη πηγή δυστυχίας για τον δυτικό άνθρωπο.
Ως πολιτιστικό φαινόμενο, αναδύθηκε κατά τους δυο τελευταίους αιώνες και θεωρείται πλέον τυπικό σύμπτωμα της νεωτερικότητας, περισσότερο παρά ποτέ διαδεδομένο στις ημέρες μας. Ενώ, πριν τον ρομαντισμό, η πλήξη ήταν προνόμιο μόνο των ευγενών, κάποτε και των μοναχών. Πρόγονος της βαρεμάρας, της πλήξης, της ανίας ή, όπως αλλιώς σήμερα αποκαλούμε τη διατεταραγμένη σχέση μας με την αίσθηση της παρέλευσης του χρόνου, είναι η ακηδία των Πατέρων της Εκκλησίας. Λέξη συντιθέμενη από το στερητικό πρόθεμα και το κήδος, που σημαίνει μέριμνα, φροντίδα. Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, η ακηδία κρίθηκε δαιμονική, κατέχοντας πρωτεύουσα θέση εν μέσω των λοιπών αμαρτιών, που θεωρήθηκαν ότι πηγάζουν από αυτή. Κατά την Αναγέννηση, μπλέχτηκε ως έννοια με τη μελαγχολία, στην οποία, όμως, απέδιδαν ανέκαθεν και θετικά στοιχεία. Αβέβαιη παραμένει η ετυμολογία της λέξης στις διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες. Πάντως, στη μοναδική γλώσσα που έχει σχέση με το χρόνο είναι στη γερμανική, όπου το langeweile πρωτοεμφανίστηκε γύρω στα 1740, ενώ, λίγο αργότερα, προέκυψε το αγγλικό boredom. Ωστόσο, το λατινογενές inodiare κι όλα τα παράγωγά του, ως το γαλλικό ennui ή το ιταλικό noia, έκαναν την εμφάνισή τους ήδη από τον 13ο αιώνα.
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Λ. Σβέντσεν, καθηγητή της φιλοσοφίας, που καταπιάστηκε με το θέμα, καθώς, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, έπληττε. Τουλάχιστον αυτό εξομολογείται στην εισαγωγή του. «Η φιλοσοφία της βαρεμάρας» είναι το πρώτο του βιβλίο, που εκδόθηκε το 1999, για να ακολουθήσουν τέσσερα ακόμη βιβλία περί του κακού, της μόδας, της ηθικής και της κληρονομικότητας. Ο μεταφραστής, θεωρώντας πως το βιβλίο απεκδύεται τον ακαδημαϊκό μανδύα, επεδίωξε να διατηρήσει ένα φαινομενικά ανάλαφρο χαρακτήρα. Γι’ αυτό και προτίμησε τη λέξη βαρεμάρα αντί των λογιότερων, πλήξη ή ανία. Η μελέτη χωρίζεται σε τέσσερα μέρη με υποκεφάλαια. Στο πρώτο, σκιαγραφείται “το πρόβλημα της βαρεμάρας”, στο δεύτερο και εκτενέστερο, η ιστορική διαδρομή από την ακηδία μέχρι τη μεταμοντέρνα πλήξη. Στο τρίτο, επιχειρείται μια “φαινομενολογία της βαρεμάρας”, στηριγμένη σε διαλέξεις του Μάρτιν Χάιντεγκερ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1929 - 30, ανεξάρτητα αν ο Γερμανός στοχαστής έδωσε το κύριο βάρος στην ανάλυση της αγωνίας και μόνο παρεμπιπτόντως αναφέρθηκε στην βαρεμάρα. Κατά τον συγγραφέα, ωστόσο, και αυτός και οι μαθητές του είχαν την εμπειρία της πλήξης όχι όμως και της αγωνίας, με αποτέλεσμα να την θεωρούν ως πλέον σύγχρονο φαινόμενο. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, που τιτλοφορείται “η ηθική της βαρεμάρας”, συζητά ποια είναι η προτιμότερη στάση απέναντι στο αίσθημα της ανίας.
Ο Σβέντσεν διατείνεται πως δεν αφηγείται “μια ιστορία παρακμής”, αλλά τονίζει πως η βαρεμάρα πήρε διαστάσεις επιδημίας, όταν εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακές δομές του νοήματος. Παρά το απαισιόδοξο επιμύθιο, που θέλει τη βαρεμάρα τόσο αναπόφευκτη όσο η βαρύτητα, το βιβλίο δεν στερείται ενδιαφέροντος, καθώς αποπειράται ένα λογοτεχνικό διάπλου, με μίτο την πλήξη, εν τέλει ουδόλως πληκτικό. Άλλωστε, ο συγγραφέας πιστεύει πως η λογοτεχνική αποτύπωση των συναισθημάτων είναι πολύ περισσότερο διαφωτιστική από τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές μελέτες, που έχουν κυρίως ποσοτικό χαρακτήρα.