Αποδημίες - Ηλίας Λάγιος

Η πρώτη μείζων απώλεια της ποιητικής γενιάς του 1980, της αποκαλούμενης και γενιάς του ιδιωτικού οράματος, ο Ηλίας Λάγιος, ένας ποιητής κατ’ εξοχήν δημιουργικός και ανήσυχος. Γεννηθείς “στην κάποτε Άρτα”, στις 5 Ιουλίου 1958, πιθανώς “στους ηδονικούς τριγμούς του μεταμεσονυχτίου”, μεγάλωσε στο Ναύπλιο, βρέθηκε εγγεγραμμένος στην Φαρμακευτική Αθηνών, παρουσιάστηκε στην ποίηση ψευδωνύμως ως Αλέξης Φωκάς το 1981 και πάλι το 1984, επανήλθε το 1990, ως Ηλίας Λάγιος πλέον, με «Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν», συνέχισε με φρενήρεις ρυθμούς “να κυνηγά την ρίμα” και “τον ευλογημένο στίχο”, να φκιάνει “τα γαμημένα τα σονέτα”, πλείστα όσα, ενώ ταυτόχρονα πάλευε με τις αντοχές της ελευθεροστιχίας, τελικά, ωστόσο, δεν μπόρεσε να υπομείνει άλλο τα επανειλημμένα ψυχορραγήματα, “τέσσερις το πρωί, σκληρά χαράματα κοντά”, ως ένοικος ενός “διαμερίσματος ταπεινού, οδός Βεΐκου”, και αποδήμησε από ένα θάλαμο, αυτή τη φορά ήταν του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, στις 5 Οκτωβρίου του “Θεοσωτηρίου έτους” 2005. Τουλάχιστον δεν τελείωσε όπως εκείνο “το τεράστιο γυμνό δέντρο, το δέντρο του χειμώνα, το βίαιο, το απειλητικό και αδιάφορο”, που το έβλεπε από το παράθυρο και τρόμαζε. Πάντως, δεν τελείωσε και “με το πάσσο του αυτό που του δόθηκε να κάνει”. Δεν μίλησε για όλα αυτά που είχε σημειώσει στο ημερολόγιό του πως ήθελε να μιλήσει.
Καταραμένος ποιητής σε παρατεταμένη εφηβεία, τον γοήτευαν ο Μικρός Ήρωας και ο μικρός Ρεμύ του «Χωρίς οικογένεια», οι μυστηριακές νουβέλες του Πόε, οι ενσαρκώσεις του Κακού, από τον κύριο Τζέκυλ ως τον Δράκουλα, απεχθανόταν, ωστόσο, “την ιουλιοβέρνειο οικουμένη”, καθόσον διέβλεπε σε αυτήν απόπειρα εξορθολογισμού του Φανταστικού. Εξελισσόταν με ανατροπές και πισωδρομίσματα, αντλώντας, από εγχώρια και ξένη ποίηση, από ντόπια και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, από φιλολογικές, πολιτικές, ιστορικές και άλλες πηγές, ποιήματα λυρικών εξάρσεων και αφηγηματικές νησίδες υπερρεαλίζουσας μαγγανείας. Όταν, με το καλό, θα καταγραφεί το λεξιλόγιο του Ηλία Λάγιου θα εντυπωσιάσει με τον πλούτο του αλλά και την εμπειρίκια ελευθεροστομία του.
Την παρτίδα της ζωής και της ποίησης, όπως φαίνεται, την έπαιξε με περισσό πάθος, ανεβοκατεβαίνοντας τις κλίμακες της ειρωνείας μέχρι έναν εκκωφαντικό αυτοσαρκασμό. Πριν επτά χρόνια, παρουσίασε τα «Σατιρικά Γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά, ως οικείος του και ανανεωτής της εικόνας του. Ούτε μοντερνίστικος ούτε μεταμοντέρνος, ποιητής μετέωρος στο λυκαυγές του 21ου, με ένα “ποιητικό σχέδιο” ημιτελές, που, στα δύο τελευταία βιβλία του, «Η αρπαγή της κούτας», με τον προκλητικό υπότιτλο “λαϊκόν αφήγημα”, και «Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία», με τον προκλητικότερο υπότιτλο “ένα πόνημα θεολογικόν”, διαφαίνεται άκρως φιλόδοξο. Εν ζωή, η κριτική αποτίμηση του έργου του, λιγότερο ή περισσότερο αντικειμενική έως και εμπαθής, κάλυψε όλο το φάσμα. Χαρακτηρίστηκε δεξιοτέχνης αντιγραφέας και μιμητής ύφους έως άγγελος και εξάγγελος σκιάζων τον ορίζοντα των προσδοκιών. Στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης, μια εθελουσία έξοδος μοίρασε κάποτε τα χαρτιά και απένειμε τα πρωτεία. Όμως ο πολιτικοποιημένος Ηλίας Λάγιος θα θύμιζε πως όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται κ.λπ. κ.λπ. Το σίγουρο είναι πως εδώ τελειώνει η ιστορία του “Ηλία Λάγιου θαυματοποιού” και αρχίζει να ξεδιπλώνεται ο μύθος του.