Έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη, με αφορμή την επέτειο των 80 χρόνων από τη γέννηση και 25 χρόνων από το θάνατό του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου



Λεπτεπίλεπτα ασπρόμαυρα έργα με κάμπυλα μοτίβα σε πολλές εκδοχές, με κυρίαρχο στοιχείο το μελάνι, αλλά και το χρώμα, μικρότερης ή κεντρικότερης σημασίας, όσο αναπτύσσεται η έκθεση, μαζί με mobil με πεταλούδες και κάποιες κατασκευές μινιατούρες, έργα φτιαγμένα για την κόρη του Χλόη, είναι η πρώτη δυνατή εντύπωση από το σύμπαν του Ακριθάκη.
Τα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 & Βασ. Σοφίας), έως τις 17 Νοέμβρη, καλύπτουν την περίοδο 1965-72, δηλαδή είναι έργα της αρχής της πορείας του Αλέξη Ακριθάκη, εξαιρετικά σημαντικά, με τα οποία συγκροτείται η ταυτότητά του, η φυσιογνωμία του, στη ζωή και στη δουλειά του, όπως επεσήμαναν οι επιμελητές της, Χλόη Γκάϊτμανν Ακριθάκη και Αλέξιος Παπαζαχαρίας.
«Στα τσίκι-τσίκι», γράφει στο πρόγραμμα ο Α. Παπαζαχαρίας «ο αντισυμβατικός Ακριθάκης θα βρει την έκφραση εκείνη που θα υπάρχει μεταξύ του ρέμπελου μαθητή γυμνασίου και του επαγγελματία της εικόνας, του καλλιτέχνη και του ζωγράφου. [...]. Τα τσίκι-τσίκι είναι έργα χρονοβόρα μονίμως στο μεταίχμιο μεταξύ ενστικτωδών αποφάσεων και αυστηρού προγραμματισμού που δουλεύονται ταυτόχρονα».
Το Τσίκι τσίκι, ως ονομασία, είχε αναφερθεί για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Ακριθάκη το 1964, αλλά το 1971 διατυπώνεται γραπτά από τον Κώστα Ταχτσή, σε κείμενό του δημοσιευμένο στον κατάλογο που είχε εκδοθεί με αφορμή την ατομική έκθεση του Ακριθάκη στη Γενεύη, στην Γκαλερί του Αλέξανδρου Ιόλα. Δύο (θα μπορούσαν να είναι και παραπάνω) όμοιες λέξεις που λειτουργούν ως μία, αντηχούν όπως η πένα πάνω στο χαρτί, ή φανερώνουν την προσήλωση όταν πασχίζεις για κάτι σιγά σιγά, το αντίθετο δηλαδή του τσάκα-τσάκα που δηλώνει φούρια ή και προχειρότητα: «Ακουμπούσε την πένα πάνω σε ένα τυχαίο σημείο της κόλλας και τσίκι-τσίκι –αυτό το τσίκι-τσίκι που θύμιζε τη μαγική λέξη σουσάμι του Αλή Μπαμπά– τσίκι-τσίκι γέμιζε την κόλλα με παράξενα σχήματα καμωμένα θά ’λεγε κανείς από σταγόνες αίμα – το μαύρο πικρό αίμα των παιδιών της γενιάς του, που μεγάλωσαν σ’ έναν κόσμο που δεν ενέκριναν και πού ξέροντας πόσο δύσκολο ήταν να τον αλλάξουν, του γύρισαν την πλάτη».



Ένα από τα έργα της έκθεσης, Χωρίς τίτλο, είναι αφιερωμένο στον Ταχτσή, ενώ μέρος του είχε χρησιμοποιηθεί και για το σχεδιασμό του εξωφύλλου της συλλογής διηγημάτων Τα ρέστα. Για ένα διάστημα ο Ακριθάκης είχε μείνει στο σπίτι του Ταχτσή, σε ένα δωμάτιο που ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιούσε. Από εκεί, το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 στάθηκαν οι δυο τους βουβοί, βλέποντας στο δρόμο ένα τανκ, τους εργαζόμενους να πηγαίνουν προς το κέντρο με τα πόδια, ενώ εκείνη την ημέρα στο περίπτερο οι πρωινές εφημερίδες δεν ήταν κρεμασμένες. Συγγραφείς και ποιητές, όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης, ήταν σημαντικοί στη ζωή του ζωγράφου, που τον ενθάρρυναν και υπήρξαν σημεία αναφοράς, από τα νεανικά του χρόνια, όπως και ο φιλόσοφος Γιώργος Μακρής, τον οποίο ο Ακριθάκης θεωρούσε τον μεγαλύτερο δάσκαλό του, γιατί τον είχε μάθει το πιο σημαντικό: να βλέπει, όχι να ζωγραφίζει. Άλλωστε κάποιες φορές έργα του τελειώνουν με γράμματα ενώ και για την περιγραφή τους χρησιμοποιούνται λέξεις που προέρχονται από τη γραφή και τα αναγνώσματα – η ιδέα της γραφής είναι συχνά παρούσα στη δουλειά του.
Το 1968, μαζί με την τρίτη σύζυγό του Φώφη Κουτσελίνη και σύντροφο της υπόλοιπης ζωής του, φεύγει για το Βερολίνο με μια υποτροφία από τη D.A.A.D. (Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών), μια σημαντική υποτροφία που είχε διεκδικήσει με τη δουλειά του, μετά την έκθεση στο Εργαστήρι Σύγχρονης Τέχνης του Ινστιτούτου Γκαίτε. Την επόμενη χρονιά, γεννιέται η κόρη τους Χλόη. Το Δυτικό Βερολίνο τις δεκαετίες ’60, ’70 αλλά και το ’80 ακόμη, αποτελούσε προορισμό πολλών καλλιτεχνών, καθώς η πόλη, απομακρυσμένη, στο κέντρο της Ανατολικής Γερμανίας, παρείχε πολλά προνόμια και δυνατότητες για να προσελκύσει κυρίως τους νέους, διανοούμενους και καλλιτέχνες, από την Ευρώπη και όλον τον κόσμο, αποτελώντας ένα κέντρο πολυμορφίας, δημιουργικής ελευθερίας, ένα χώρο όπου οι νέοι «γύριζαν την πλάτη» στον κόσμο που δεν ενέκριναν. Είναι τα πιο γόνιμα χρόνια της δουλειάς του και της ζωής του μέχρι τα μέσα του ’80 που επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα.
Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, στο κείμενό του, στον κατάλογο της έκθεσης, ανακαλεί μια συζήτηση στην Αθήνα, στη Μεταπολίτευση, με την Μαντώ Αραβαντινού, τον Ακριθάκη και τον Νίκο Καββαδία: Η Αραβαντινού μιλούσε για το Finnegans Wake του Τζόις και ότι για να το διαβάσεις πρέπει να το κάνεις δυνατά, προφορικά και να ακολουθήσεις το ρυθμό σα να πιάνεσαι από την ουρά του κομήτη. Ο Καββαδίας τόνιζε πόσο σημαντικό είναι για έναν ποιητή η δουλειά του ασυρματιστή, να μη μιλά με λέξεις αλλά με ήχους και σήματα, ενώ μπροστά του ανοίγεται το αχανές του ωκεανού. Κι ο Ακριθάκης με μεγάλη σεμνότητα είχε απαντήσει: «Κάπως έτσι συμβαίνει και στο κεφάλι μου όταν ζωγραφίζω».

Σοφία Ξυγκάκη

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.