Ποιες είναι οι δικές σου εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της κρίσης στην ελληνική οικονομία;
Θα είναι, νομίζω, βαθιές και πολλές, όμως δεν θα είναι ισοδύναμες για όλους τους κλάδους ή όλα τα μεγέθη επιχειρήσεων και ασφαλώς μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Θα έχουμε μεγάλη πτώση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), όπως αναφέρουν και οι διεθνείς οργανισμοί, η ύφεση υπολογίζεται από -10% έως και -28% και μεγάλη αύξηση της ανεργίας. Ωστόσο, αυτό θα καταγραφεί τελείως διαφορετικά σε κάποιες επιχειρήσεις από άλλες, σε διαφορετικούς κλάδους και βεβαίως σε σχέση με τους εργαζόμενους. Οι επιπτώσεις, λοιπόν, θα είναι και μεγάλες και ασύμμετρες.

Κρίση, λοιπόν, όταν η οικονομία ανάρρωνε από την προηγούμενη. Αυτό που μόλις ανέδειξες, θα έχει μεγαλύτερη ένταση;
Θα φέρω ως παράδειγμα τον κρίσιμο τομέα της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων. Όντως ανάρρωνε από τη λαίλαπα των μνημονίων, μιλώντας με ιστορικούς όρους. Τώρα, με την πολιτική που ασκείται, ξαναμπαίνουν θέματα όπως αυτά της εκ περιτροπής εργασίας, των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων, του παγώματος της διαβούλευσης για τον ορισμό του κατώτατου μισθού κτλ. Ξαναμπαίνουν ζητήματα που είχαν απομακρυνθεί από το κάδρο. Υποστηρίζεται ότι στο υγειονομικό μέρος, την καταπολέμηση της πανδημίας, πάμε όλοι μαζί. Όμως για τις επιπτώσεις στην οικονομία δεν ισχύει το ίδιο. Ούτε είναι σωστό αυτό που λέγεται, ότι όλοι πρέπει να συμβάλλουμε από λίγο. Διότι άλλο είναι αυτό για το μεγάλο και άλλο για το μικρό επιχειρηματία, άλλο για το μισθωτό ή τον άνεργο και άλλο για τη μεγάλη συγκροτημένη επιχείρηση. Υπάρχουν κλάδοι οι οποίοι πωλούν διαδικτυακά και σημείωσαν αύξηση του τζίρου τους, αφού αρκετοί καταναλωτές που είχαν διαθέσιμο εισόδημα και, λόγω της καραντίνας δεν ξόδεψαν, έκαναν αγορές διαδικτυακά. Υπάρχουν κλάδοι, δηλαδή, που ευνοήθηκαν. Επιχειρήσεις που δεν είχαν τις υποδομές να ανταποκριθούν, ενώ άλλες, που είχαν, το εκμεταλλεύθηκαν. Ακόμα και στον κλάδο των τροφίμων, πχ, δεν επωφελήθηκαν το ίδιο μεγάλα και μικρά καταστήματα, τα ανεξάρτητα και τα σούπερ – μάρκετ.

Η πολιτική της κυβέρνησης πώς λειτουργεί απέναντι σ’ αυτό το φαινόμενο;
Αυτό το δυισμό περισσότερο τον οξύνει πάντως και σίγουρα δεν το αμβλύνει. Συναινώντας, πρώτον, στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, και παράλληλα σε έμμεση μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των μισθωτών, αφαιρεί κατανάλωση/ενεργό ζήτηση από την αγορά. Δεύτερον, με τον τρόπο που αξιοποιούνται τα χρηματοδοτικά εργαλεία, δεν μπορούν να τα προσεγγίσουν οι μικρές επιχειρήσεις που μόλις είχαν αρχίσει να ορθοποδούν από την προηγούμενη κρίση. Διότι άλλες δεν είναι είτε ασφαλιστικά, είτε φορολογικά ενήμερες και πολύ συχνά και τραπεζικά. Και τελικά η όποια ρευστότητα, το φθηνό χρήμα, θα διατεθεί γι’ αυτούς που έχουν χρήμα.



Πώς θα λειτουργήσει η κρίση στον πραγματικό κόσμο της αγοράς;
Στην πραγματικότητα, θα λειτουργήσει ως μοχλός για την περαιτέρω αναδιάρθρωση της οικονομίας σε βάρος και του κόσμου της εργασίας, αλλά και της μεσαίας και μικρής επιχειρηματικότητας. Ας πάρουμε, πχ, τον τουριστικό τομέα. Και ας μην περιοριστούμε μόνο αμιγώς στα ξενοδοχεία, που είναι βέβαιο ότι θα θιγούν υπερβολικά, αλλά ας δούμε την επιχειρηματικότητα περί αυτών. Πρόκειται για ολόκληρο αστερισμό, ένα οικοσύστημα επιχειρήσεων, το οποίο περίμενε αυτή την τουριστική περίοδο για να αποκτήσει οικονομικό οξυγόνο. Ωστόσο, ο τρόπος που αναπτύχθηκε ο κλάδος ήταν στρεβλός και τώρα αυτό φαίνεται στις συνέπειες στο παραγωγικό μας υπόδειγμα. Όλες οι οικονομικές αναλύσεις συμπεραίνουν ότι οι χώρες με μεγάλο τουριστικό τομέα θα έχουν δυσκολότερη ανάκαμψη από τις άλλες. Η ορθολογική ανάπτυξη του κλάδου θα έπρεπε να είχε προϋποθέσεις. Δηλαδή, να είναι συνδεδεμένος, απαραίτητα, με την τοπική παραγωγή, μερίδια του εξοπλισμού των ξενοδοχείων -όχι μόνο τα μπετά- να γίνονται από ελληνικές επιχειρήσεις κ.τ.λ., δημιουργώντας έτσι μια διευρυμένη αλυσίδα αξίας. Όλα αυτά, αν λειτουργούσαν οργανωμένα, θα συνέβαλαν να πάρουν μια πιο ολοκληρωμένη μορφή και να μπορέσουν να δρουν και για εξαγωγές. Να μην ήταν στην υπηρεσία, μόνο, του τουρισμού, αλλά ανεξάρτητες επιχειρηματικές οντότητες που θα απευθύνονταν και στην εσωτερική και στην εξωτερική ζήτηση. Εάν αυτή η σχεδιασμένη διασύνδεση υπήρχε, θα μπορούσαν να μην είναι εξαρτημένοι μόνο από τον τουρισμό. Πχ, τα ελληνικά τυροκομικά θα είχαν μεγαλύτερο μερίδιο στην εσωτερική αγορά από τα ολλανδικά. Δεύτερο ζήτημα προκύπτει από τη σειρά ανοίγματος επιχειρήσεων που επιλέχθηκε. Γιατί να μην ανοίξουν πρώτες οι μικρές επιχειρήσεις που το έχουν περισσότερη ανάγκη, είναι και περισσότερο ασφαλείς; Οι μικρές επιχειρήσεις είναι ένα άρτιο, επίσης, οικοσύστημα: κρατούν μαγαζιά και πληρώνουν ενοίκια, απασχολείται όλη η οικογένεια και πολύ συχνά είναι συνδεδεμένες με την ελληνική παραγωγή. Θα ήταν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία, τώρα, για την εγχώρια παραγωγή η διασύνδεσή της με τη μικρή επιχείρηση, καθώς οι εισαγωγές έχουν σταματήσει, ή έχουν καταστεί δυσκολότερες και προβληματικές. Έτσι θα έπαιρνε ξανά λίγο τ’ απάνω της η εσωτερική παραγωγή ή τουλάχιστον μερικοί κλάδοι. Ίσως, δηλαδή, αναβίωνε η σχέση εγχώριας ζήτησης/κατανάλωσης και παραγωγής. Θα έπρεπε να υπάρξει άμεση βοήθεια στις μικρές επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν έγκαιρα μια τέτοια διαδικασία. Δεν μπορεί, πχ, όλα τα χρηματοδοτικά εργαλεία να πηγαίνουν στη μια μεριά, στις μεγάλες επιχειρήσεις. Διατυπώνονται σχετικά αιτήματα, αλλά προς το παρόν δεν έχουν εισακουστεί, προτεραιότητα έχουν οι μεγάλες επιχειρήσεις.

Η πολιτική αυτή, πάντως, ασκήθηκε και πριν την κρίση, παρά τα όσα έλεγε η ΝΔ ως αντιπολίτευση ότι θα ρίξει το βάρος της στη μεσαία τάξη κτλ.
Είναι αλήθεια αυτό και, θα έλεγα, ισχύει ακόμη περισσότερο. Για τη μεσαία τάξη, ισχύει αυτό που έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ότι όλοι την αρραβωνιάζονται, αλλά κανένας δεν την παντρεύεται. Αν και απαιτείται εδώ ένας ορισμός για το τι είναι μεσαία τάξη, ωστόσο η πολιτική που ασκείται αντιφάσκει και με όσα κατά καιρούς λέγονται για πολιτική στροφή προς το κέντρο κτλ. Αυτή την περίοδο, ενώ πρυτάνευσε η δημιουργία της συστράτευσης έναντι του κοινού εχθρού, της πανδημίας, πίσω από την επιλογή αυτή περνούν και πάρα πολλά άλλα ζητήματα που επιδρούν στην ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στους πιο αδύναμους, που είναι τα πολύπαθα τμήματα της παραδοσιακής μεσαίας τάξης που έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους, και στους ισχυρούς, τις οικονομικές ελίτ, που θα σχεδιάσουν ξανά τον χάρτη της επιχειρηματικότητας.

Η περαιτέρω επιδείνωση στη διάρθρωση της επιχειρηματικότητας μπορούσε να αποτραπεί;
Βεβαίως. Πρώτον, θα έπρεπε το θέμα της εργασίας να αντιμετωπισθεί διαφορετικά, να διασφαλίζονταν, δηλαδή, το εισόδημα των εργαζομένων χωρίς περικοπές. Δεύτερον, τα μέτρα χρηματοπιστωτικής ενίσχυσης των μικρών να είναι πιο εμπροσθοβαρή, καθολικά και σίγουρα λιγότερο γραφειοκρατικά. Ουσιαστικά και τα δυο –η ενίσχυση της εργασίας και τις μικρής επιχειρηματικότητας- οδηγούν στην αύξηση της ενεργού ζήτησης, αυξάνουν την εσωτερική κατανάλωση. Δεν μπορείς να πεις ξαφνικά «θα γίνω μια άλλη οικονομία». Άρα, τι πρέπει να κάνω; Δεν αφαιρώ κατανάλωση μειώνοντας τους μισθούς και δίνω στους μικρούς κάτι για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Άμεσα και απ’ ευθείας.

Μελέτησες το ζήτημα της αντοχής της μικρο-μεσαίας επιχείρησης κατά την πρώτη κρίση. Τι διαφορές εκτιμάς ότι θα υπάρξουν τώρα; Στην πρώτη συμπεραίνεις στο βιβλίο σου ότι, τελικά, άντεξε.
Στην προηγούμενη κρίση, όντως, ενώ ένα μέρος της αγοράς δεν άντεξε, φάνηκε ότι ένα άλλο, σημαντικό κομμάτι των μικρών επιχειρήσεων, μπόρεσε να σταθεί χάρη στην επινοητικότητα που επέδειξαν, λόγω των αδιεξόδων. Στη βάση αυτή είδαμε ότι μικρά κομμάτια αναβίωσαν και μάλιστα ένα μέρος τους εκσυγχρονίστηκε, πχ, με τη αξιοποίηση χρήσης των τεχνολογιών της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Πολύ φοβούμαι ότι αυτό που δεν έγινε στην πρώτη κρίση, θα γίνει τώρα. Με άλλα λόγια «τη δουλειά» που δεν κατάφεραν να επιτελέσουν τα μνημόνια, ίσως την επιτελέσει το ίδιο το κράτος, με αφορμή τη κρίση του COVID-19. Διότι, πραγματικά, μερίδια αυτής της μικροεπιχειρηματικότητας πολύ δύσκολα θα ξανανοίξουν τις επιχειρήσεις τους στις 11 Μαΐου. Διότι η μετακίνηση των υποχρεώσεων μπορεί να έγινε για ένα τρίμηνο, αλλά αυτό τελειώνει. Πώς θα βρουν χρήματα να καλύψουν τις υποχρεώσεις, να αντικαταστήσουν τα εμπορεύματά τους για να συνεχίσουν, να αγοράσουν πρώτες ύλες; Πού θα βρουν πιστοληπτική γραμμή να εξασφαλίσουν κεφάλαιο να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν; Κυρίως δεν υπάρχει η αγοραστική δύναμη, λόγω της κρίσης, στην πλευρά της ζήτησης. Η κρίση έπεσε ακριβώς στο χρονικό σημείο στο οποίο περίμεναν να αυξηθεί η κατανάλωση ειδικά από τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί από τον τουρισμό. Νομίζω ακόμη και αυτές που είχαν κάπως αρχίσει ν’ αναβιώνουν, θα δυσκολευθούν πάρα πολύ τώρα. Είναι και η ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα, όπως διαδικτυακές πωλήσεις κτλ. Αλλά εδώ χρειάζεται συνεργασία μεταξύ τους για την προμήθεια αυτών των αγαθών σε ανταγωνιστικές τιμές και κάποια βοήθεια και απ’ το κράτος, ίσως με τους διαθέσιμους πόρους του ΕΣΠΑ. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν ήδη προχωρήσει στην υιοθέτηση όλων αυτών των τεχνολογικών εργαλείων, ενώ οι μικρές πρέπει να αποκτήσουν τώρα την κουλτούρα της συνεργασίας, που δεν έχουν, θέλουν πιστώσεις και κάποιο να τους οργανώσει. Βλέπω, λοιπόν, να συντελείται μια μεγάλη αναδιάρθρωση.

Η κυβέρνηση είναι θεατής στη διαδικασία ή και την υποβοηθά; Ακούσαμε και τον χαρακτηρισμό «ζόμπι», που ξέφυγε από έναν αρμόδιο υφυπουργό.
Είτε είναι θεατής, είτε, αν έχει να επιλέξει μεταξύ των δυο, δεν επιλέγει τους μικρούς. Εδώ ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση. Ένα θέμα είναι να δούμε, πχ, αν αυτή η μικρή επιχειρηματικότητα πρέπει να διατηρηθεί ή όχι. Αλλά αυτή είναι συζήτηση που την κάνεις όταν τα πράγματα πάνε καλά και λες «τι εναλλακτικές λύσεις έχω, πού μπορώ να τους κατευθύνω, εάν αυτοί θέλουν να συμμετάσχουν σε ένα άλλο σχήμα». Στην εποχή της φωτιάς όπου καταστρέφονται, δεν θέτεις τέτοια ζητήματα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για ηθικό ζήτημα, ωστόσο αποτελεί βαθιά κοινωνικό και πολιτιστικό θέμα, γιατί δεν καταστρέφεται μόνο μια επιχείρηση. Μ’ αυτή είναι συνδεδεμένο το οικογενειακό τους εισόδημα και η οικογενειακή τους περιουσία. Η επιχείρησή τους, το μαγαζί τους, η οικογένειά τους, το σπίτι τους είναι ένα σύνολο, ένα κοινό ταμείο. Αυτό, εξάλλου, είναι το μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, έτσι αναπτύχθηκε, δεν μπορούμε να το ακυρώσουμε επιχειρώντας, συνεχώς, να αντιγράφουμε κάποιον ευρωπαϊκό ιδεότυπο. Ας πάρουμε το παράδειγμα της υγείας. Ναι αντέξαμε, γιατί εκτός των έγκαιρων μέτρων, έχουμε πολύ καλά Δημόσια Πανεπιστήμια και βγάζουν πολύ καλούς γιατρούς, που δουλεύουν σε καλά νοσοκομεία, παρά το ότι υποχρηματοδοτούνται. Γιατί να μην πούμε, λοιπόν, έστω αυτό, αντί του ότι τίποτε δεν μας αρέσει από το ελληνικό μοντέλο; Καταφέραμε να είμαστε αποτελεσματικοί στην πανδημία μόνο γιατί κλείσαμε έγκαιρα; Ή διότι ανταποκρίθηκε το σύστημα πολύ καλά; Γιατί λοιπόν να μην ξαναδούμε αυτό τον οικονομικό κόσμο, με ένα άλλο μάτι; Γιατί να θεωρούμε συνέχεια ότι αυτοί είναι η πηγή των δεινών της ελληνικής οικονομίας, επειδή τάχα μόνο αυτοί φοροδιαφεύγουν ή δεν εργάζονται ανταγωνιστικά και όλα όσα καταλογίζει το υπόδειγμα του νεοφιλελεύθερου ελληνικού εκσυγχρονισμού, επειδή είναι ζόμπι; Δεν υπάρχουν και μεγάλα ζόμπι, που συχνά μετατρέπονται και σε βρικόλακες;

Το μείζον θέμα της ρευστότητας πάντα υπήρχε για τη μικρο-μεσαία επιχείρηση. Πώς τίθεται τώρα; Πάρθηκαν μέτρα διευκόλυνσης;
Όφειλαν οι τράπεζες να δείξουν μια άλλη συμπεριφορά. Για παράδειγμα να μην βάζουν χρεώσεις στις διαδικτυακές συναλλαγές εν μέσω πανδημίας. Ούτως ή άλλως αυτό συνιστούσε στρέβλωση, αλλά τώρα ξεπερνά κάθε όριο. Πρέπει κάποτε και οι τράπεζες να δείξουν ένα διαφορετικό πρόσωπο. Δεν μπορούν να βάζουν πέντε ευρώ προμήθεια σε μια συναλλαγή, έπρεπε να πουν ότι δυο μήνες, πχ, δεν θα ισχύει. Τώρα, ο τρόπος που θα δοθεί η υπάρχουσα ρευστότητα είναι πάρα πολύ συγκεκριμένος. Δεν θα μπορούν να πλησιάσουν το γκισέ επιχειρήσεις μικρές, διότι δεν θα πληρούν τις προϋποθέσεις, είτε γιατί δεν θα διαθέτουν τις σκληρές εγγυήσεις, είτε γιατί η γραφειοκρατία, ακόμα και για την υποβολή του αιτήματος, είναι πολύπλοκη.

Η κυβέρνηση εξήγγειλε ότι θα παρέχει το δημόσιο εγγυήσεις για μέρος του δανείου.
Να το δούμε αυτό. Τα εργαλεία είναι τρία: η επιστρεπτέα προκαταβολή, τα δάνεια από το ΤΕΠΙΧ, δηλαδή από την Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΑΤΕ), και το τρίτο, που αναμένεται τώρα να βγει, αφορά στην εγγύηση κατά 80% του δανείου. Αυτό είναι και το μόνο που θα μπορέσουν, ίσως, και οι μικροί να επωφεληθούν.

Επιστρεπτέα δεν θα πάρουν όλοι;
Επιστρεπτέα, μέχρι στιγμής, έχουν πάρει 90.000 επιχειρήσεις. Εξαιρέθηκαν οι μικρές επιχειρήσεις που ήταν ατομικές και δεν είχαν μισθωτούς. Πολύ σημαντικό, διότι πρόκειται για 230.000 επιχειρήσεις. Αν έδιναν απροϋπόθετα κάποιο μικρό ποσό, της τάξης πχ των 3.000-5.000 ευρώ, για να ορθοποδήσουν τον πρώτο καιρό, ήταν μια λύση. Γενικότερα, αυτό που απαιτούνταν από την αρχή, ήταν αυτό που λέμε «λεφτά από το ελικόπτερο». Υπήρχε ο σχεδιασμός της Αναπτυξιακής Τράπεζας, η οποία ουσιαστικά θα αφορούσε τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις. Πρέπει να ξαναδούμε όλοι το θέμα των χρηματοδοτικών εργαλείων. Διότι δεν αντιλαμβάνονται τι κυκεώνας είναι για ένα μικρό/μεσαίο επιχειρηματία η πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, πόσα χαρτιά χρειάζεται, τι δυσκολίες συναντά, τι συναλλακτικό κόστος αντιμετωπίζει. Ούτε τα ανώτατα στελέχη των τραπεζών δεν γνωρίζουν τι γίνεται παρακάτω.

Έχουν τεθεί και θέματα φορολογικών μέτρων, άμεσων.
Αφορούν στις εμπορικές και τουριστικές επιχειρήσεις, όπως και αυτές που λειτουργούν στα νησιά με μείωση και γενικότερα τις πληττόμενες, εδώ θα μπορούσε να προστεθεί πιθανόν ως πρόταση και η μείωση του ΦΠΑ. Ωστόσο, όταν έχουν μεταθέσει όλες τις φορολογικές υποχρεώσεις για μετά, τίθεται το ερώτημα: πού θα βρει ένας επιχειρηματίας να πληρώσει τις υποχρεώσεις του όταν η επιχείρηση δεν είναι σε λειτουργία; Μήπως θα μπούμε σε φαύλο κύκλο ιδιωτικού χρέους;

Αναφέρθηκες πριν λίγο στον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων. Η κρίση επέσπευσε τη διαδικασία. Τι σημαίνει για τον κόσμο των μικρο-μεσαίων;
Είναι πολύ σοβαρό αυτό. Η τεχνολογία μπορεί να ανοίξει τα φτερά και στις μικρές επιχειρήσεις, αλλά η περίοδος των μνημονίων διάνοιξε το ψηφιακό χάσμα μεταξύ μεγάλων και μικρών. Η μεγάλη πρόκληση και η μεγάλη βοήθεια της τεχνολογίας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύ περισσότερο και από τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις. Είναι ζήτημα επενδυτικό και προσανατολισμού αυτών των επιχειρήσεων. Γιατί, όντως, μπορούν να έχουν μια εικονική αποθήκη όσες μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να έχουν όλο αυτό το κεφάλαιο για αποθηκευτικούς χώρους και για προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων. Λείπει, όμως, ένας οργανισμός που θα αναλάμβανε αυτές τις πρωτοβουλίες, όπως παλιά ο ΕΟΜΜΕΧ. Ένα κρατικό εργαλείο, δηλαδή, το οποίο θα μπορούσε να κάνει την αναδιάρθρωση αυτού του τεράστιου εμπορικο-οικονομικού πλούτου. Αντί να τον δούμε ανταγωνιστικά τον πλούτο των μικρών επιχειρήσεων, θα έπρεπε να τον δούμε θετικά και πολλαπλασιαστικά. Πώς θα μπορέσουμε αυτούς όλους να τους κάνουμε πιο παραγωγικούς, να τους βοηθήσουμε να εκσυγχρονισθούν και να αξιοποιήσουν όλα τα νέα μοντέλα. Χρειάζεται, όμως, εδώ και συνεργασία.

Από τις Βρυξέλλες, τι βοήθεια μπορεί να προσδοκούν οι μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις;
Νομίζω ότι στην πρώτη σειρά είναι το πρόγραμμα SURE. Οι κυβερνήσεις θα μπορούν να δίνουν μέρος του μισθού των εργαζομένων, που το χάνουν από την εκ περιτροπής και μερική απασχόληση. Εδώ υπάρχουν κενά. Πχ, ποιοι θα είναι οι μισθοί; Αυτοί που έπαιρναν πριν; Ή κάτι κοντά στα οκτακόσια ευρώ για 40 ημέρες που καταβλήθηκαν; Το σημαντικό είναι πώς θα αξιοποιηθεί αυτό το εργαλείο. Κατά τα άλλα, έχω την αίσθηση ότι η κυβέρνηση περιμένει τις εξελίξεις στις Βρυξέλλες, ελπίζοντας μήπως ο Νότος πετύχει κάτι περισσότερο.

 

Η Βάλλια Αρανίτου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Οικονομία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.