** Με τις διαδικασίες εξπρές, βάλλεται ευθέως το δικαίωμα των πολιτών στη συμμετοχή στη διαβούλευση



Ο νόμος «για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας» (ν. 4685/2020) δεν αποτελεί μια μεμονωμένη πράξη αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια απομείωσης ή ακόμη και άρσης των ασφαλιστικών δικλείδων της υπάρχουσας νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος. Έτσι, μετά το νόμο αυτόν θα ακολουθήσει -σύντομα- άλλος με τον οποίο θα προβλέπεται ότι δεν θα υπάγονται στη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης πολλά έργα και δραστηριότητες (που αποτελούν σήμερα αντικείμενο περιβαλλοντικής αδειοδότησης) με προφανή σκοπό να αρθεί οτιδήποτε θεωρείται ότι δημιουργεί εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη. Με άλλες λέξεις, στόχος της κυβέρνησης είναι να καταργήσει στην ουσία το δίκαιο περιβάλλοντος. Γνωρίζουμε ότι κάτι αντίστοιχο επιχειρείται και στο εργατικό δίκαιο.
Περαιτέρω, η παραπάνω εχθρική προς το περιβάλλον στάση της κυβέρνησης είναι σύμφυτη με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που επικρατεί σε διεθνή κλίμακα και η οποία είναι εγγενώς ασύμβατη με την περιβαλλοντική προστασία. Πρόσφατα παραδείγματα αυτής της αντίληψης είναι η πρόταση τροποποίησης της νομοθεσίας για την περιβαλλοντική αδειοδότηση στις ΗΠΑ από τον Τραμπ, η νέα νομοθεσία με το ίδιο αντικείμενο στην Πολωνία, η πρόταση αντίστοιχης τροποποίησης στην Ουγγαρία και η εν λόγω νέα νομοθεσία στην Ελλάδα. Κοινό στοιχείο όλων των παραπάνω είναι η διάρρηξη του προστατευτικού χαρακτήρα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας με κύρια αναφορά στην υποβάθμιση της πληροφόρησης και της συμμετοχής των πολιτών, στην ιδιωτικοποίηση του ελέγχου της διαδικασίας αδειοδότησης και στην υποβάθμιση της βιοποικιλότητας.

Αναιρείται ο σκοπός της συμμετοχής στη διαβούλευση

Το πλήγμα στα παραπάνω θεμελιώδη ζητήματα της περιβαλλοντικής προστασίας δεν είναι τυχαίο καθώς έχουν να κάνουν με τον πυρήνα των ρυθμίσεών της. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την πληροφόρηση και τη συμμετοχή των πολιτών που αποτελούν βασικά στοιχεία της ως άνω διαδικασίας. Γνωρίζουμε όλοι ότι η εν λόγω διαδικασία πάσχει από μια εγγενή ανισορροπία που έχει να κάνει με την εκπόνηση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ). Συγκεκριμένα, η ΜΠΕ εκπονείται από μελετητές οι οποίοι επιλέγονται και αμείβονται από τον κύριο του έργου. Αυτό έχει ως συνέπεια, η ΜΠΕ να αποσκοπεί κατά βάση στην προστασία του επενδυτή και όχι στην προστασία του περιβάλλοντος, κάτι που είναι ευρύτατα γνωστό.
Εν όψει αυτού και για να υπάρξει μια σχετική εξισορρόπηση της διαδικασίας θεσπίστηκαν τα θεμελιώδη διαδικαστικά δικαιώματα της πληροφόρησης και της συμμετοχής των πολιτών, τα οποία μάλιστα περιλαμβάνονται στη διεθνή σύμβαση Άαρχους και στη νομοθεσία της ΕΕ. Η συμμετοχή των πολιτών στην εν λόγω διαδικασία αποσκοπεί: α) στο να επηρεάσει τις αποφάσεις, να ενισχύσει τη δημοκρατία, την κοινωνική εκμάθηση και την ενδυνάμωση πολιτών και ομάδων που είναι πολλές φορές στο περιθώριο, β) στο να αξιοποιήσει την τοπική γνώση και πληροφορία, γ) στο να δημιουργήσει ουσιαστική νομιμότητα, να προκαλέσει προβληματισμούς και σκέψεις και να επιλύσει ή να μειώσει συγκρούσεις. Με άλλες λέξεις, θέτει στο επίκεντρο της συζήτησης ζητήματα τα οποία είτε αποσιωποιήθηκαν στη ΜΠΕ είτε τέθηκαν με τρόπο στρεβλό ή σκόπιμα ελλειμματικό.
Ο νέος νόμος βάλλει ευθέως εναντίον αυτών των δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης μέχρι του σημείου να επιβάλλει την ολοκλήρωσή τους σε 150 μέρες το ανώτερο από την έναρξη τους. Έτσι, η προθεσμία της δημόσιας διαβούλευσης (γνωμοδοτήσεις αρμόδιων δημόσιων αρχών και απόψεις των πολιτών) θα πρέπει να ολοκληρώνεται μέσα σε 30 εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση της ΜΠΕ. Αυτό ακυρώνει τον στόχο της συμμετοχής, διότι είναι αδύνατο μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να κατατεθούν γνωμοδοτήσεις και απόψεις, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για σύνθετα έργα. Αν αναλογιστεί δε κανείς ότι η σύνταξη της ΜΠΕ απαιτεί πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια για να ολοκληρωθεί, η σοβαρή κριτική και ο σχολιασμός της είναι αδύνατον να γίνουν μέσα σε 30 ημέρες. Έτσι αναιρείται ο σκοπός της συμμετοχής που είναι η αποκατάσταση της ανισορροπίας της διαδικασίας υπέρ του κυρίου του έργου στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

Κατά παράβαση διεθνών συμβάσεων

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω ρύθμιση παραβιάζει τη σύμβαση Άαρχους και τη νομοθεσία της ΕΕ. Η τελευταία μάλιστα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, όπως προκύπτει από τη νομολογία του δικαστηρίου της ΕΕ. Συγκεκριμένα παραβιάζεται το άρθρο 6 της σύμβασης αυτής και το άρθρο 6 της οδηγίας για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (οδηγία 2011/92). Σχετικά, η Επιτροπή Συμμόρφωσης που λειτουργεί στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης επισημαίνει σε πόρισμά της το 2014 (που είναι δεσμευτικό για τα κράτη μέλη της σύμβασης, στα οποία ανήκει και η Ελλάδα) ότι εύλογος χρόνος είναι μια περίοδος 6 εβδομάδων εντός της οποίας μπορεί το κοινό να αναζητήσει τα σχετικά έγγραφα και κείμενα και να προετοιμαστεί για την κατάθεση των απόψεών του και επιπλέον 6 εβδομάδες για να καταθέσει τις προτάσεις και τους ισχυρισμούς του.
Στις παραπάνω προθεσμίες δεν συμπεριλαμβάνονται εκείνες εντός των οποίων θα πρέπει να υλοποιηθούν οι απαραίτητες προκαταρκτικές ενέργειες για τις οποίες η σύμβαση Άαρχους απαιτεί ένα εύλογο χρόνο, που στην πράξη εκτείνεται από 2 έως 6 μήνες (αυτό προκύπτει από την αποδοχή, εκ μέρους του ως άνω οργάνου της σύμβασης, της πρακτικής των κρατών μελών). Γι’ αυτές τις προκαταρκτικές ενέργειες της διοίκησης στο νέο νόμο προβλέπονται εξαιρετικά ασφυκτικές προθεσμίες (10 ημέρες) Με βάση τα παραπάνω, έχουμε παράβαση της σύμβασης Άαρχους και της οδηγίας 2011/92, όπως αυτή ερμηνεύτηκε από το δικαστήριο της ΕΕ σε πολλές αποφάσεις του. Στο σημείο αυτό είναι ενδιαφέρον να δούμε τι ισχύει στα άλλα κράτη μέλη, διότι ο υπουργός επικαλέστηκε κατά κόρον ότι σε αυτά υπάρχουν αντίστοιχες ρυθμίσεις με αυτές που περιλαμβάνονται στο νέο νόμο.

Η ευρωπαϊκή πρακτική

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την Γαλλία, καθώς η σχετική με το θέμα (λεπτομερής) νομοθεσία αντικατοπτρίζει τις πρακτικές πολλών κρατών μελών. Η διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης στην Γαλλία απαρτίζεται από τρία στάδια: το πρώτο στάδιο, που είναι το προκαταρκτικό έχει διάρκεια από 4 έως 12 μήνες ανάλογα με την περίπτωση (με το νέο νόμο η διάρκεια είναι 10 ημέρες). Το δεύτερο στάδιο που είναι το στάδιο της διαβούλευσης ξεκινά το αργότερο 15 μέρες από τη λήξη του πρώτου σταδίου. Η διαβούλευση διαρκεί από 4 έως 8 μήνες και οι απόψεις του κοινού κατατίθενται το αργότερο 15 μέρες μετά τη λήξη της διαβούλευσης (με το νέο νόμο η προθεσμία είναι 30 εργάσιμες ημέρες.) Το τρίτο στάδιο που είναι αυτό της αξιολόγησης της ΜΠΕ, των γνωμοδοτήσεων και των απόψεων του κοινού και της λήψης της τελικής απόφασης έχει διάρκεια τουλάχιστον 4 μηνών και μπορεί να επεκταθεί μέχρι 12 μήνες (με το νέο νόμο η προθεσμία είναι 30 ημέρες).
Ίδιες περίπου ρυθμίσεις υπάρχουν στο Βέλγιο, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Γερμανία και αλλού. Σε όλα σχεδόν τα παλαιά κράτη μέλη (15) της ΕΕ, στα οποία συγκαταλέγεται και η Ελλάδα. Κοντολογίς η διάρκεια μεταξύ της έναρξης και της περαίωσης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης στα (παλαιά) κράτη μέλη της ΕΕ είναι από 2 έως 7 χρόνια χωρίς να λείπουν και οι περιπτώσεις των μεγάλων έργων στις οποίες η ως άνω διάρκεια είναι ακόμη μεγαλύτερη. Όπως ήδη αναφέραμε, οι παραπάνω αντιπεριβαλλοντικές ρυθμίσεις συνοδεύονται και από άλλες. Με αυτές θα ασχοληθούμε στο επόμενο σημείωμα.

Γιώργος Μπάλιας
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.