Στο προηγούμενο σημείωμα ασχοληθήκαμε με τον πρώτο άξονα του πρόσφατου αντιπεριβαλλοντικού νόμου, δηλαδή με την υποβάθμιση και, στην πράξη, την ακύρωση της πληροφόρησης και της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Στο σημερινό σημείωμα θα αναφερθούμε στους άλλους δύο άξονες του νόμου και συγκεκριμένα στην ιδιωτικοποίηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης και του ελέγχου της εν λόγω διαδικασίας και στην υποβάθμιση και, στην πράξη, στην απώλεια της βιοποικιλότητας και στην κατάρρευση των οικοσυστημάτων.

Ιδιωτικοποίηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης

Ας ξεκινήσουμε με την ιδιωτικοποίηση που συντελείται μέσω της νέας πρόβλεψης σχετικά με τους πιστοποιημένους αξιολογητές και τις σοβαρές αρμοδιότητες που τους ανατίθενται. Συγκεκριμένα, οι πιστοποιημένοι αξιολογητές, οι οποίοι είναι ιδιώτες, προβαίνουν στον έλεγχο του φακέλου, στον ενδελεχή έλεγχο της ΜΠΕ, στη σύνταξη σχεδίου της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (δηλαδή της περιβαλλοντικής άδειας), εν τέλει στην διεκπεραίωση όλης της διαδικασίας της περιβαλλοντικής αδειοδότησης.
Όταν έχουν ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες ενέργειες, τότε αποστέλλουν τον φάκελο στην αρμόδια αρχή, η οποία λαμβάνει την τελική απόφαση, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επικύρωση των απόψεων των αξιολογητών. Να σημειωθεί ότι οι παραπάνω αρμοδιότητες των αξιολογητών εκτείνονται και στις περιπτώσεις της ανανέωσης και της τροποποίησης της περιβαλλοντικής άδειας, όπου επιπλέον εισηγούνται τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Η νέα ρύθμιση ιδιωτικοποιεί στην ουσία την περιβαλλοντική αδειοδότηση, εντείνοντας ακόμη περισσότερο την υπέρ του κυρίου του έργου εγγενή ανισσοροπία της εν λόγω διαδικασίας. Άλλωστε, η εμπλοκή των αξιολογητών στη διαδικασία αδειοδότησης μπορεί να γίνει με αίτημα του φορέα του έργου, ο οποίος, σε αυτή την περίπτωση, καταβάλλει την αμοιβή στον αξιολογητή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Η πρόβλεψη ότι η καταβολή της παραπάνω αμοιβής θα γίνεται μέσω του δημόσιου ταμείου δεν αναιρεί τη σχέση διαπλοκής που εκ των πραγμάτων χτίζεται, αφού είναι γνωστός τόσο ο κύριος του έργου όσο και ο αξιολογητής του.
Η παραπάνω ρύθμιση είναι σε ευθεία αντίθεση προς την νομοθεσία της ΕΕ (άρθρο 6 της οδηγίας 2011/92), η οποία προβλέπει ότι η διενέργεια της διαδικασίας της περιβαλλοντικής αδειοδότησης ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια εθνική αρχή και, συνεπώς, δεν ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της τελευταίας να επιλέξει ιδιώτες που θα την υποκαταστήσουν. Περαιτέρω, μάλιστα, από το δικαστήριο της ΕΕ κρίθηκε ότι η αρμόδια δημόσια εθνική αρχή που επιλαμβάνεται αυτής της διαδικασίας θα πρέπει να είναι λειτουργικά αυτόνομη από την αρχή που εγκρίνει το έργο (απόφαση C-474/10, Seaport). Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με το δικαστήριο, επιτυγχάνεται -σε σημαντικό βαθμό- η εξισορρόπηση της όλης διαδικασίας και διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πολιτών που απορρέουν από τη νομοθεσία της ΕΕ. Όλα σχεδόν τα κράτη μέλη ακολουθούν τις ρυθμίσεις της οδηγίας όπως αυτή ερμηνεύτηκε από το δικαστήριο. Λίγα είναι τα κράτη μέλη που δεν την ακολουθούν (μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού) και προστέθηκε σε αυτά και η Ελλάδα.

Πλήγμα στην προστασία της βιοποικιλότητας

Αντικείμενο του σχετικού δημόσιου διαλόγου μέχρι τώρα ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η κατάργηση των φορέων διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών και τα σημαντικά προβλήματα που δημιουργούνται. Εδώ θα επικεντρωθούμε στις βασικές ρυθμίσεις για την προστασία της βιοποικιλότητας. Καταρχάς επιχειρείται η ζωνοποίηση των προστατευόμενων περιοχών έτσι ώστε, ανάλογα με τη ζώνη, θα επιτρέπονται ή θα απαγορεύονται δραστηριότητες, οι οποίες αναφέρονται ρητά. Η ρύθμιση αυτή δεν διαφοροποιείται σημαντικά από τις προηγούμενες, καθώς οι δραστηριότητες που επιτρέπονται δεν διαφέρουν από εκείνες του προηγούμενου καθεστώτος.
Το κοινό νήμα που συνδέει το προηγούμενο με το τωρινό νομικό καθεστώς είναι η μη εφαρμογή διαχρονικά της διαδικασίας αδειοδότησης έργων στις περιοχές Natura 2000, όπως αυτή προβλέπεται στη, σχετική με το θέμα, οδηγία 92/43. Ειδικότερα, η ως άνω οδηγία προβλέπει ειδική διαδικασία αδειοδότησης, η οποία αποσκοπεί στην αυστηρή προστασία των οικότοπων και των ειδών. Αυτή η διαδικασία δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια και αυτό είναι μια από τις αιτίες μείωσης της πλούσιας βιοποικιλότητας της χώρας. Αντί, λοιπόν, να υπάρξουν ρυθμίσεις οι οποίες να είναι σύμφωνες με τη σχετική οδηγία, οι νέες ρυθμίσεις διευκολύνουν τη συνέχιση της παράνομης αδειοδότησης έργων στις περιοχές Natura 2000.
Ενώ υπάρχει αυτό το διαχρονικό κοινό νήμα των ρυθμίσεων για τη βιοποικιλότητα, υπάρχει ωστόσο μια σημαντική διαφορά σε σχέση με το παρελθόν. Και η διαφορά αυτή προκύπτει από την πρόσφατη Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030. Τονίζεται σχετικά ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν τη διατήρηση σε καλή κατάσταση όλων των ειδών και των οικότοπων μέχρι το 2030 και να εφαρμόσουν ορθά τη νομοθεσία για τη βιοποικιλότητα σε συνδυασμό με την πάλη κατά της κλιματικής αλλαγής. Προτείνεται μάλιστα η θέσπιση νέου, πιο αυστηρού, προστατευτικού νομικού καθεστώτος.
Για πρώτη φορά, λοιπόν, η Επιτροπή τονίζει ότι στόχος της είναι η αυστηρή προστασία και για το λόγο αυτό επισημαίνει ότι δεν θα πρέπει να επιτρέπονται έργα και δραστηριότητες που θα έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις περιοχές του δικτύου Natura 2000. Μάλιστα, θα προτείνει εντός του 2021 κατάλογο των οικονομικών δραστηριοτήτων που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων. Επίσης, στην Ανακοίνωση της Επιτροπής για το Σχέδιο Ανάκαμψης, που δημοσιεύτηκε την περασμένη Τετάρτη, προβλέπεται ότι οι επιχορηγήσεις στα κράτη μέλη θα αφορούν πράσινες επενδύσεις, αποκλεισμένων ρητά των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια.

Σε αντίθεση με τους στόχους της ΕΕ

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι φανερό ότι η παραχωρούμενη με το νόμο δυνατότητα έγκρισης έργων σε περιοχές του δικτύου Natura 2000 που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη φύση και στη βιοποικιλότητα, όπως είναι π.χ. οι εξορύξεις, έρχονται σε αντίθεση με τους στόχους που θέτει σήμερα η Επιτροπή και οι οποίοι, ας σημειωθεί, είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους που έθετε στο παρελθόν. Είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι υιοθετεί μια ολιστική προσέγγιση με κύριο πυλώνα τη στενή σχέση της προστασίας της βιοποικιλότητας, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και του στόχου της κυκλικής οικονομίας.
Αντί, λοιπόν, να εναρμονιστεί η ελληνική κυβέρνηση με τους φιλόδοξους στόχους για την προστασία της βιοποικιλότητας, όπως αυτοί τίθενται από τα πρόσφατα σχετικά κείμενα της Επιτροπής, και αντί να ενισχύσει το θεσμικό πλαίσιο αυτής της προστασίας, προς την κατεύθυνση του οποίου καλεί όλα τα κράτη μέλη, αυτή στρέφει το βλέμμα στο παρελθόν. Με άλλες λέξεις, η υποτιθέμενη κατεξοχήν φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση είναι στην πράξη το ακριβώς αντίθετο. Η περιβαλλοντική της πολιτική είναι εμβληματική περίπτωση αυτής της αντιευρωπαϊκής νοοτροπίας και στάσης.

Γιώργος Μπάλιας
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.