Λέξεις και τοπία στο σινεμά του 

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη


Τα τοπία και οι χώροι, ως χαρακτήρες σε ένα φιλμ, συχνά δίνουν το νήμα της αφήγησης ή γίνονται οι καμβάδες πάνω στους οποίους αναπτύσσονται οι ιστορίες, τα πρόσωπα και η γλώσσα. Στους χώρους των ταινιών του Γιάννη Οικονομίδη, οι δρόμοι ανάμεσα στα απρόσωπα κτίρια είναι έρημοι, οι συναντήσεις γίνονται σε απρόσωπες καφετέριες, μια πλατεία δεν «εκπληρώνει» το ρόλο της ως τόπος συνάντησης ή παιχνιδιού, αλλά μετατρέπεται σε μοναχικό ασφαλή χώρο δολοφονίας, ενώ η θερινή ραστώνη σε ένα οικογενειακό σπίτι χωρίς κλιματιστικό διατρέχεται από λεκτικό αλληλοσπαραγμό. Κάπου εκεί ίσως μπορεί να τρυπώσει μια μικρή ερωτική ιστορία και κάμποσο μαύρο χιούμορ.

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

Όταν είχε κυκλοφορήσει το χειμώνα το τρέιλερ της ταινίας «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», με τα δύο πρόσωπα να επαναλαμβάνουν «εγώ δεν θέλω να ξέρω», «εγώ θέλω να ξέρω», ξανά και ξανά, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, που συνυπογράφει και το σενάριο, είχε χαρακτηρίσει το διάλογο προλεκτικό στάδιο, όπου τα παιδιά μέχρι κάπου δύο χρονών επαναλαμβάνουν τις ίδιες λίγες λέξεις. Έτσι ξαναείδα απ’ αυτή τη γωνία τις ταινίες σου.

Σου έδωσε μία κατεύθυνση. Η επανάληψη νομίζω είναι χαρακτηριστικό των μεσογειακών λαών. Δεν είναι μαθημένοι στη σιωπή, υπάρχει ένα άγχος να καλύψουν τα κενά, σε αντίθεση με τους βόρειους που είναι εξοικειωμένοι, έχει σημασία να γεμίζει ο χώρος με λεκτική επικοινωνία. Αλλά η επανάληψη σου δίνει κι ένα χώρο να σκεφτείς, τι θα πεις παρακάτω, αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το ρυθμό της σιωπής. Σκέφτομαι, συνεχίζω να λέω κάτι, είναι ένας άλλος τρόπος συμπεριφοράς…

Η επανάληψη των «κακών λέξεων» δημιουργεί την αίσθηση ασφυξίας. Με την επανάληψη της λέξης «πούτσος», για παράδειγμα, εκτονώνεται ο Περικλής, το αφεντικό του Τάκη, στην «Ψυχή στο στόμα», ο οποίος, επιθυμώντας σαφώς τον υπάλληλό του, φαντασιώνεται τον τρόπο που αυτός και η γυναίκα του κάνουν διαρκώς σεξ, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν πια σχέση κι αυτή βρίσκεται με τον εραστή της στο συζυγικό κρεβάτι.

Η σκληρή γλώσσα είναι παντού γύρω μας κι ήταν μια προσπάθεια να δείξουμε πώς η γλώσσα μπορεί να λερώσει την ψυχή. Γιατί λέγοντας όλα αυτά, και αυτό είναι που ενόχλησε πολλούς θεατές, δεν μπορείς να αποφύγεις και να μην κάνεις εικόνες με αυτά που ακούς. Έτσι, στην ουσία, είναι σαν να βλέπεις εικόνες, οπότε είναι σαν να σε φτύνει ο άλλος, σαν να σε λερώνει. Αυτό κάνει και ο Περικλής στον Τάκη, τον μαγαρίζει συνέχεια με τα λόγια. Είναι λίγο παρανοϊκός.

Και ο Τάκης είναι σχεδόν άλαλος σε όλο το έργο. Στο τέλος ξεσπάει με το μοναδικό τρόπο που μπορεί, τη φυσική βία.

Ναι, φορτώνει, κάνει εικόνες. Και ο άλλος συνεχίζει. Καμιά φορά κι ο θεατής βρίσκεται στη θέση του. Έπειτα, δέχεται πίεση από παντού, είναι οι τραμπούκοι, τα φασιστάκια στη βιοτεχνία και όλο αυτό που μπορεί να σου βρωμίσει τον κόσμο. Το φτάσαμε στα άκρα, να δούμε τι μπορεί να προκαλέσει αυτό στο κεφάλι ενός ανθρώπου.

Η πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία, «Το Σπιρτόκουτο», είναι εσωτερικού χώρου…

Το Σπιρτόκουτο καθορίστηκε και μέσα από μια ανάγκη παραγωγής, ήταν χαμηλό το μπάτζετ. Δεν ήταν στις προθέσεις μου να κάνω μια ταινία για την οικογένεια. Ήταν μια ταινία για χαρακτήρες. Όλη η κοινωνία είναι εκεί μέσα. Ο μαγαζάτορας, η Αλβανίδα υπάλληλος… Δεν είναι μια ταινία τύπου Festen. Είναι μια ταινία περισσότερο για τα σπασμένα νεύρα, τον ανθυγιεινό βίο, και για το πώς επηρεάζει η εξουσία. Το ζήτημα της οικογένειας είναι η βασική μυθολογία μας, ειδικά στις μεσογειακές χώρες. Δεν είναι το ταξίδι, ούτε η φυγή, όπως είναι στην Αμερική. Ακόμα και ο Κόπολα στο Νονό, επειδή είναι Ιταλός, αφηγείται μια οικογενειακή ιστορία. Εδώ, το ταξίδι, πώς να μας προκύψει; Αφού σε πέντε ώρες είσαι στα σύνορα. Πώς να χαθείς, δεν έχεις την άπλα, θα σε βρουν. Οπότε, με αυτή την έννοια, η οικογένεια υπάρχει σε όλες τις ταινίες μου.

Ο Μάρκαρης το είχε πει σε μια διάλεξη. Συμβαίνει ένα έγκλημα και οι αστυνομικοί των χωρών της Μεσογείου, πρώτα πηγαίνουν να φάνε στη μαμά και μετά σπεύδουν στον τόπο του εγκλήματος.

Είναι πολύ σωστό. Και στα Καλά Παιδιά, του Σκορτζέζε, πριν πάνε να σκοτώσουν κάποιον, ο Τζο Πέσι λέει: «Πάμε πρώτα στο σπίτι της μάνας μου για μακαρονάδα». Λοιπόν η οικογένεια είναι το κυρίαρχο θέμα μας, η κυρίαρχη μυθολογία.

Όπως έβλεπα όλες τις ταινίες μαζί, τα τοπία είναι αυτές οι νεότευκτες, τεράστιες πολυκατοικίες, εκτός κέντρου, που δεν έχουν άλλα σημεία αναφοράς, είναι κάπως το οπουδήποτε, είναι τόποι μη τόποι…

Ισχύει αυτό. Προσπαθώ να δώσω πάντα στους χώρους και μια διάσταση πιο κινηματογραφική, πιο μυθολογική, να είναι ο συγκεκριμένος κόσμος, ο κόσμος της ταινίας. Να μην είναι ντοκιμαντερίστικος ή ηθογραφικός…

Είναι ο τόπος που δεν θά ’θελες νά ’σαι εκεί.

Έχει άρωμα, όμως, έχει οσμές. Υπάρχει μια αισθητική πολύ αυστηρή και πολύ οργανωμένη. Ένα βλέμμα.

Οι ταινίες σου, η μία μετά την άλλη, έχω την αίσθηση ότι αφηγούνται μια ιστορία σε εξέλιξη, που ξεκινά από το μικρό, το εσωτερικό και ανοίγει, περιλαμβάνοντας και την κοινωνία.

Στο τελευταίο μισάωρο της Ψυχής στο στόμα ήδη φαίνεται η διάθεσή μου στην επόμενη ταινία μου να παίξω πιο νουάρ ακόμα. Είναι μια ταινία που τώρα δικαιώνεται. Με όλα αυτά που γίνονται με τους μετανάστες, να τους πετάξουμε στη θάλασσα… Πώς εκδηλώνεται ο Έλληνας, όλη αυτή η αγριάδα και η βία που κουβαλάει, απροκάλυπτα. Τότε η ταινία είχε δεχτεί κριτική για τη γλώσσα. Τώρα που έπεσαν οι μάσκες, βλέπεις πόσο πραγματική είναι. Δυστυχώς, βέβαια. Η εργασία μου αφορά το greek trash. Για μένα το σκουπίδι βρίσκεται από την πολιτική μέχρι… Η κρίση σήμαινε και έκπτωση, δεν είχα καμία αυταπάτη. Αυτό που με απασχολεί, κυρίως, είναι η εξουσία μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις και το σκοτάδι στο μυαλό των ανθρώπων. Πού μπορεί κάποιος να διολισθήσει. Πώς οι άνθρωποι χτίζουν τις συμπεριφορές τους και τις σχέσεις τους με βάση την ισχύ. Στην Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς το μεγάλο στοίχημα ήταν να ισορροπήσω τις ανησυχίες μου, ό,τι διερευνώ όλα αυτά τα χρόνια, μαζί με τη φόρμα του μαύρου χιούμορ. Όλο αυτό σαφώς είναι ρεαλιστικό, μπορεί να συμβεί, αυτός είναι ο γνώμονας, να το κάνεις πραγματικό, μέσα στο σουρεαλισμό του. Αυτοί οι άνθρωποι είναι γελοίοι.



Οι δύο μαμάδες είναι αριστουργηματικές. Η σκηνή με τη μαμά και το ταπεράκι είναι αντιπροσωπευτική: τον βρίζω, απαιτώ να συμπεριφερθεί ως ενήλικας και ταυτόχρονα τον κρατάω και παιδί με τα βασικά.

Ήταν ωραία ιδέα αυτή και πάνω σε αυτήν την ιδέα χτίστηκε και η ιστορία. Δηλαδή οι driving characters είναι οι μανάδες. Κι είναι οι μανάδες που φέρνουν τους δολοφόνους μέσα. Γιατί υπάρχουν και τα χρήματα που κλάπηκαν. Επίσης, βασικό στοιχείο σε όλες μου τις ταινίες, το χρήμα.

Και το σεξ. Αν και είναι σαν να παίζουν ξύλο. Στο «Μαχαιροβγάλτη», ο θείος έχει φέρει τον ανιψιό στην Αθήνα, προσφέροντάς του μισθό να φυλά τα δύο σκυλιά που φυλάνε το σπίτι, και οι σεξουαλικές σκηνές στην ταινία θυμίζουν σκυλιά και στους ήχους ακόμα, αναπαράγουν την ανάσα των σκυλιών.

Ναι, οι ερωτικές συνευρέσεις είναι βίαιες.

Στο «Μικρό ψάρι» βάζεις το θέμα της εκπόρνευσης, και μέσα στο οικογενειακό σπίτι, μάλιστα η μητέρα, με υψηλό αντίτιμο, δεν έχει αντίρρηση να εκπορνεύσει και την ανήλικη κόρη της.

Εκεί είναι που γίνεται και η ανατροπή στην ταινία, με τον Στράτο. Υπάρχει όμως και μια σκηνή, για μένα ανθολογίας, δεν την έχω ξαναδεί στο σινεμά, τρυφερή και ερωτική, στον Μαχαιροβγάλτη, όπου η κοπέλα του Νίκου σπάει τα μπιμπίκια της πλάτης του. Αυτός δείχνει μια δυσαρέσκεια αλλά κάνει υπομονή.



Νομίζω ότι και στη Μπαλάντα οι ερωτικές σκηνές διαφέρουν. Έχουν πάθος, όχι βία. Ίσως και η μόνη ταινία σου που μιλάς για έρωτα. Η Όλγα στο τέλος προστατεύεται ως ωραία κοιμωμένη…

Ναι, προστατεύεται, και σαφώς οι ερωτικές σκηνές έχουν μια ατμόσφαιρα αλλά, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, και το Σπιρτόκουτο ήταν μια ερωτική ιστορία, ανάμεσα στην Μαρία και τον Δημήτρη, στην εμπόλεμη ζώνη.

Δεν το είχα σκεφτεί, είναι αλήθεια! Αυτός καταρρέει με την αποκάλυψη, αληθινή ή ψεύτικη, ότι η κόρη τους δεν είναι δική του. Μιλώντας λίγο για τη θεατρική σου παράσταση, «Στέλλα κοιμήσου», μεταφέρεσαι στο νεοπλουτίστικο περιβάλλον των βορείων προαστίων. Ο πατέρας μοιάζει πολύ με αυτόν της Στέλλας Βιολάντη, βίαιος, αγωνιά για τη φήμη του…

Αυτό που μ’ ενδιέφερε στο έργο του Ξενόπουλου ήταν ο πυρήνας του, αυτή η ακραία σκληρότητα προς την κόρη. Αυτό ήταν το ερώτημα: Πώς όλο αυτό να μεταφερθεί σήμερα σε ένα νέο έργο. Ξεκίνησε με μια διασκευή αλλά στη συνέχεια άλλαξε πολύ.

Το πιο ανατριχιαστικό κομμάτι είναι όταν ο πατέρας ετοιμάζει με «συναίνεση» την επίθεσή του. Πάντως, συχνά λες «ξεκίνησε έτσι, έγινε αλλιώς». Κάνεις πάρα πολλές πρόβες και για τις ταινίες, ασυνήθιστο.

Για μένα οι πολύμηνες πρόβες εξυπηρετούν δύο πράγματα: τη διδασκαλία των ηθοποιών και το τσεκάρισμα του σεναρίου. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία αλλάζουν πράγματα, οι σκηνές, γνωριζόμαστε… και μας οδηγεί σε κάτι καινούριο. Το τελικό σενάριο είναι στο γύρισμα και το πιο τελικό στο μοντάζ. Χρειάζεται πολύ δουλειά. Είμαι πολύ υπερήφανος για τους ηθοποιούς μου στις ταινίες. Στη Στέλλα κάθε βράδυ ήταν άλλη παράσταση.

Εννοείς οι ηθοποιοί διαφοροποιούσαν το διάλογο και το παίξιμό τους ανάλογα και με το τι εισέπρατταν από το εκάστοτε κοινό; Αυτό είναι πολύ δύσκολο.

Κάθε βράδυ παιζόταν η ίδια παράσταση, χωρίς να είναι η ίδια. Η πρωτοτυπία της παράστασης ήταν αυτή. Με διαφορετικά λόγια και στήσιμο. Δεν μπορώ να αφηγηθώ μια ιστορία που να έχω την απάντηση από πριν. Κάθε ταινία είναι ζωής. Επιδιώκω να αφήνω πράγματα να μου συμβούν, να με εκπλήξουν. Δεν έχω την ταινία στα χαρτιά.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.