Κάθομαι τώρα μόνος και σκέπτομαι. Να δεις που οι χρόνοι ταιριάζουν. Το 1995 ήτανε δεκαεπτά, μαθήτρια στη δευτέρα λυκείου, ας πούμε ότι παντρεύτηκε στα εικοσιτέσσερά της, το 2002, τώρα έχουμε 2020 –απίστευτο, έφτασε στα σαράντα δύο– αν γέννησε τέλος πάντων στα εικοσιπέντε της, τότε η κόρη της θα πρέπει να είναι σήμερα και αυτή δεκαεπτά χρονών.
Ο μπατζανάκης μου άφησε ένα θριαμβευτικό γέλιο. «Μπαγάσα, σε τσακώσαμε στα πράσα».
Ήμασταν τέσσερις στην ψαροταβέρνα. «Βρε σάτυρε, με μαθήτριά σου, με μια παιδούλα;» αναρωτιόταν και συνέχιζε να γελά. Η γυναίκα μου πέτρωσε, λες και είχε αντικρύσει το πρόσωπο της Μέδουσας, χλώμιασε, έτρεμε, κοκκίνισαν τα μάτια της.
«Περσεφόνη», ακούστηκε από μακριά η τρομαγμένη φωνή της μάνας τής μικρής γκαρσόνας και ιδιοκτήτριας της ταβέρνας, που έφτασε την ίδια στιγμή στο τραπέζι μας, άρπαξε βίαια την κοπέλα από τον ώμο και την απομάκρυνε από κοντά μας.
«Σε μένα να παραγγείλετε εσείς», είπε απότομα, καθώς παρατηρούσε τους άλλους τρεις, προσεχτικά, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πάνω μου.
«Μη μας μαλώνετε κυρία», παραπονέθηκε ο άντρας της κουνιάδας μου, «πρώτη φορά ερχόμαστε στην Ελευσίνα και στην ωραία ταβέρνα σας. Για πες μας τώρα πώς σε λένε;»
«Δήμητρα, αν αυτό σου λέει κάτι», τον αποπήρε.
«Και η κοπέλα, η σερβιτόρα, είναι κόρη σου;»
«Η κόρη μου», επιβεβαίωσε εκείνη.
Χαρούμενος τότε ο μπατζανάκης μου, παρήγγειλε τέσσερα ψάρια.
«Δήμητρα και Περσεφόνη», σχολίασε σαρκαστικά η κουνιάδα μου και με κοίταξε, με δέος και απέχθεια. «Ωραία, πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία, τώρα», κατέληξε.
«Σαν δυο σταγόνες νερό», ψιθύρισε η γυναίκα μου. «Είστε ολόιδιοι με την κόρη σου, ολόιδιοι. Σαν δυο σταγόνες νερό», επανέλαβε.
«Πάμε να φύγουμε», πρόσθεσε το επόμενο λεπτό η κουνιάδα μου, «άστον αυτόν εδώ να πληρώσει».
Σηκώθηκαν ταυτόχρονα και οι τρεις μαζί και μ’ αφήσανε μόνο μες στην ταβέρνα.
«Βρε παιδιά», τραύλισα, «βρε παιδιά», και δεν μπορούσα να αρθρώσω άλλη λέξη.
Τι να πω; Τι να τους πω; Πώς όντως η Δήμητρα υπήρξε μαθήτριά μου, τη μια και μοναδική χρονιά που υπηρέτησα στην Ελευσίνα, πως ήταν ερωτευμένη μαζί μου, τόσο που γέλαγε όλη η τάξη με τα καμώματά της; Να τους ομολογήσω πως κι εμένα μου κοβότανε τα πόδια, όταν την αντίκριζα κι ας ήμουνα κοντά στα σαράντα, γεροντοπαλίκαρο; Αλλά μόνο μέχρις εκεί, αυτό και τίποτε περισσότερο. Πέρα από ένα απροσδόκητο συμβάν την τελευταία μέρα των μαθημάτων, όταν το αλαφροΐσκιωτο εκείνο, η Δήμητρα, πλησίασε κοντά μου στη στάση λεωφορείου, καθώς περίμενα να επιστρέψω στην Αθήνα, και μού ’ριξε δυο δυνατά χαστούκια μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μαθητών που αποχωρούσαν ομαδικά από το σχολείο.
Πώς να τους έλεγα ότι δεν υπήρξε κάτι παραπάνω, το παραμικρό, τίποτε απολύτως, μεταξύ μας;
Ποιος θα με πίστευε; Ότι ήταν δηλαδή μια συνέργεια δυνάμεων καταχθόνιων, μια ζηλόφθονη συμπαιγνία σε βάρος μου.
«Να φύγω πρέπει, να φύγω αμέσως απ’ αυτήν την πόλη», μονολογούσα και μου ήταν αδύνατο να σηκωθώ από τη θέση μου.
Εκείνη τη στιγμή ήρθε και ακούμπησε τέσσερα μεγάλα ψάρια στο τραπέζι μου η μικρή σερβιτόρα. Στήθηκε προκλητικά μπροστά μου και με κοίταζε. Με κοίταζε και δεν έφευγε.

Ανδρέας Μήτσου Ο Ανδρέας Μήτσου είναι συγγραφέας. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.