Ο οικολογικός μετασχηματισμός της οικονομίας

 

Έχουμε ξαναγράψει ότι η κρίση του κορoνοϊού, αναδεικνύοντας τα αδιέξοδα του συστήματος, άνοιξε ένα παράθυρο ευκαιρίας για μια ουσιαστική παρέμβαση της Αριστεράς. Όχι της σοσιαλδημοκρατικής, αλλά εκείνης που έχει στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό, με διαρθρωτικές αλλαγές και ρήξεις, στην κατεύθυνση μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας εντελώς διαφορετικής από εκείνη των αυταρχικών, κρατικίστικων καθεστώτων του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.

Προϋπόθεση αυτής της παρέμβασης είναι η, έστω σε αδρές γραμμές, παρουσίαση βασικών στοιχείων της μελλοντικής κοινωνίας στην οποία προσβλέπει η Αριστερά, που επάνω τους θα χτιστεί το συγκεκριμένο πρόγραμμά της στις επιμέρους χώρες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η συμβολή διάφορων ιδεολογικών ρευμάτων/παραδόσεων, ακόμα και εκείνων με τα οποία κάποιοι/ες μπορεί να έχουμε σημαντικές διαφορές σε ορισμένα θέματα, είναι πολύτιμη. Σ’ αυτά τα ρεύματα περιλαμβάνεται ο ελευθεριακός, οικολογικός σοσιαλισμός που βασίζεται στο έργο του αμερικανού πολιτικού φιλόσοφου Μάρεϊ Μπούκτσιν, που στην Ελλάδα δεν έχει τύχει της προσοχής που του αξίζει. Το άρθρο που παρουσιάζουμε στις «Ιδέες» σε δύο μέρη, αυτή και την επόμενη Κυριακή, εντάσσεται σ’ αυτήν την παράδοση. Γράφτηκε από την Λάουρα Μπάσου και δημοσιεύτηκε στη γνωστή ηλεκτρονική πλατφόρμα Open Democracy, στις 29 Απριλίου 2020, με τίτλο «How to fix the world» (www.opendemocracy.net/en/oureconomy/how-fix-world).

 

Χ. Γο.

 

 

Η πανδημία μάς έμαθε πολύ γρήγορα ποια είναι τα σημαντικά πράγματα στη ζωή: η υγεία, ο έρωτας, η τροφή, ένα καλό και άνετο σπίτι, η δημιουργικότητα και η μάθηση, η διασύνδεση, και η ικανότητα να βγαίνουμε στη φύση.

Δεν θα έπρεπε όλα αυτά να είναι οι πυλώνες της οργάνωσης των κοινωνιών μας; Ο ιός μάς απέδειξε επίσης ότι μπορούν να γίνουν δραστικές αλλαγές σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε τώρα είναι να μετασχηματίσουμε τις δομές των κοινωνιών μας, ώστε οι αλλαγές που έβαλαν ένα φρένο στην κλιματική αλλαγή να μη φέρουν ύφεση, ανεργία και φτώχεια, αλλά υγεία, τροφή, χρόνο με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, ασφαλή και άνετα σπίτια, ευκαιρίες για μάθηση και δημιουργία, και ζωή στη φύση.

Όλα αυτά δεν είναι ένα άπιαστο όνειρο. Αν το θέλουμε, μπορούμε να χτίσουμε «καλές κοινωνίες». Πώς όμως θα είναι αυτές, και με ποιόν τρόπο θα τις δημιουργήσουμε;

 

Οικονομία που δεν θα βασίζεται στο κέρδος

 

Βαδίζουμε προς τη μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση μετά από εκείνη της δεκαετίας του 1930, μεγαλύτερη από τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008. Μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να πέσουν στη φτώχεια. Τι παράλογο σύστημα είναι αυτό που αν σταματήσουμε ή χαλαρώσουμε για μερικές εβδομάδες καταρρέουν τα πάντα; Δυστυχώς, έχουμε να κάνουμε με την ίδια ακριβώς δυναμική που μας έφερε την υπαρξιακή κλιματική και περιβαλλοντική κρίση. Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες και διάφορες άλλες επιχειρήσεις αναμένεται να αυξήσουν τα κέρδη τους από τους θανάτους και τις ταλαιπωρίες που προκαλεί ο κορονοϊός, κατά τον ίδιο τρόπο που, ενόσω εξελίσσεται η περιβαλλοντική κατάρρευση για την οποία ευθύνονται, έχει αυξηθεί η κερδοφορία της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων, του κλάδου των αερομεταφορών και του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Ο μετασχηματισμός, που είναι ανάγκη να γίνει τα επόμενα δέκα χρόνια, πρέπει να βασίζεται σε Πράσινες Νέες Συμφωνίες (Green New Deals) που θα δημιουργήσουν εκατομμύρια καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα για τη μόνωση κατοικιών, τη δημιουργία τεχνολογίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και την κατασκευή πράσινων και οικονομικά προσιτών δημόσιων συγκοινωνιών. Πώς θα πληρωθούν όλα αυτά; Καταρχάς, με τα έσοδα από τη φορολογία – στην οποία περιλαμβάνεται και η φορολόγηση του πλούτου. Σήμερα, τα φορολογικά μας συστήματα είναι γενικώς αντιστρόφως προοδευτικά, με τους λιγότερο εύπορους να πληρώνουν ένα υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους από τους πλούσιους. Αυτό πρέπει να αντιστραφεί. Και, βέβαια, πρέπει να ανακτηθούν τα τρισεκατομμύρια που χάνονται στους φορολογικούς παραδείσους, καθώς και να εμποδιστεί η εταιρική φοροδιαφυγή με διάφορους τρόπους, αλλά και με την επιβολή ενός ενιαίου φόρου στις πολυεθνικές.

 

Διαχείριση με δημοκρατικό τρόπο

 

Η επανεξέταση του ρόλου της εργασίας είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό θέμα για τη δημιουργία «καλών κοινωνιών». Κατά τον ίδιο τρόπο που ο ιός έκανε σαφές με οδυνηρό τρόπο ποιοι είναι οι «βασικοί εργαζόμενοι», έχει επίσης αποδειχθεί ότι πολλές από τις εργασίες που κάνουμε δεν είναι αναγκαίες ή ευχάριστες – τις κάνουμε αποκλειστικά για να έχουμε κάποια λεφτά να ζήσουμε. Αυτή η εργασία που σπαταλιέται δεν είναι μόνο κοινωνικά άχρηστη αλλά και πραγματικά καταστροφική, τόσο για την ευζωία μας όσο και για το φυσικό περιβάλλον. Πρέπει να τα καταφέρουμε να απαλλαγούμε από τις άχρηστες δουλειές, χωρίς όμως να πέσουν στη φτώχεια εκατομμύρια άνθρωποι. Το ενιαίο βασικό εισόδημα, παράλληλα με την παροχή καθολικών υπηρεσιών και τη μείωση της εργάσιμης εβδομάδας, είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης.

Ίσως το σημαντικότερο θέμα είναι η ανάγκη να εγκαταλείψουμε το στόχο της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, στρεφόμενοι σε οικονομίες που θα βασίζονται περισσότερο στη φροντίδα. Αυτό σημαίνει να μειώσουμε την κατανάλωση και τη σπατάλη εκείνων που βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση, και να γίνουμε πιο εφευρετικοί ως προς το τι και πόσο να παράγουμε παγκοσμίως. Μπορούμε να είμαστε πολύ πιο αποδοτικοί στη χρήση των διαθέσιμων πόρων χρησιμοποιώντας αποκεντρωμένα εργαλεία σχεδιασμού, όπως αυτά που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές εταιρείες. Το πιθανότερο είναι ότι η θυσία που θα υποστούν οι περισσότεροι από εκείνους που θα χρειαστεί να τους μειώσουμε την κατανάλωση δεν θα είναι τόσο μεγάλη. Η επιδίωξη της διαρκούς συσσώρευσης κερδών έχει ως αποτέλεσμα να φορτωνόμαστε, μέσω της διαφήμισης, περιττά σκουπίδια που είναι φτιαγμένα να απαξιώνονται πολύ γρήγορα, προϊόντα που στην πραγματικότητα ούτε θέλουμε, ούτε χρειαζόμαστε. Δημιουργώντας πράγματα που έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής και προβλέποντας να υπάρχουν κοινωνικοί χώροι όπου δεν είναι υποχρεωτικό να καταναλώνουμε, θα κάνουμε καλύτερη τη ζωή μας.

Από όλα αυτά προκύπτει ότι ο βασικός στόχος είναι να πετάξουμε έξω το κέρδος από ένα σημαντικό αριθμό οικονομικών δραστηριοτήτων και να φέρουμε μέσα τη δημοκρατία. Η οικονομική μεγέθυνση δεν είναι αυτή που ευθύνεται για την περιβαλλοντική καταστροφή και την ανισότητα. Την ευθύνη φέρει η επιδίωξη που βρίσκεται πίσω από την οικονομική μεγέθυνση: η συσσώρευση κεφαλαίου και το κίνητρο του κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαία η μετάβαση από τον καπιταλισμό σε μετακαπιταλιστικές κοινωνίες.

Η επιστροφή της δημόσιας ιδιοκτησίας είναι ψηλά στην ατζέντα, αλλά η διαχείρισή της πρέπει να γίνεται με έναν πιο δημοκρατικό, αποκεντρωμένο τρόπο από αυτόν που γνωρίσαμε στο παρελθόν. Ειδικότερα, η οικονομία των βασικών αγαθών πρέπει να τεθεί υπό δημοκρατικό έλεγχο. Ξέρουμε ποια είναι αυτά τα βασικά αγαθά, μάς τα αποκάλυψε ο ιός – η υγεία, η τροφή, το νερό, η ενέργεια, η εκπαίδευση, η στέγαση, η φροντίδα. Οι «καλές κοινωνίες» μας θα είναι επίσης απελευθερωμένες από την τυραννία του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου – με τη δημιουργία δημόσιων και συνεταιριστικών τραπεζών, καθώς και με την απαγόρευση του μεγαλύτερου μέρους των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, και το κλείσιμο των φορολογικών παραδείσων. Η δημιουργία χρήματος μπορεί να τεθεί υπό δημόσιο και δημοκρατικό έλεγχο.

 

Όχι στον κρατικό σοσιαλισμό

 

Αλλά αυτό δεν σημαίνει την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον κρατικό σοσιαλισμό. Καταρχάς, πρέπει να μας απασχολήσει η περίπτωση αυτών που η Χίλαρι Γουεϊνράιτ αποκαλεί ποικίλες «οικολογικές ιδιοκτησίες», όπου συνεταιρισμοί και επιχειρήσεις που ανήκουν στην κοινότητα συνυπάρχουν με πρωτοβουλίες δημόσιας ιδιοκτησίας. Η Γουεϊνράιτ αναφέρει ως παράδειγμα τη συνεργασία τοπικών συνεταιρισμών παραγωγής ενέργειας και περιφερειακών δημόσιων ενεργειακών επιχειρήσεων στον καθορισμό ανώτατων τιμών ενέργειας, καθώς και τη σύσταση ενός δημόσιου εθνικού ενεργειακού δικτύου – με όλες τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Αργότερα, σε βάθος χρόνου, μπορούμε να μειώσουμε ακόμα περισσότερο το ρόλο του κράτους ή, διάολε, γιατί να μη σκεφτούμε να ξεφορτωθούμε εντελώς το κράτος; Ο ιδρυτής της κοινωνικής οικολογίας Μάρεϊ Μπούκτσκιν έγραψε, κάποια χρόνια πριν, ότι το κράτος θεσμοποίησε την ιεραρχία και ότι με τον καπιταλισμό η κρατική εξουσία και η κρατική γραφειοκρατία έχουν φτάσει σε κάθε γωνιά της κοινωνίας. Ενώ μπορεί να βλέπουμε τον καπιταλισμό περισσότερο ως απουσία του κράτους η οποία ωφελεί την αγορά, στην πραγματικότητα η κυριαρχία της αγοράς είναι αδύνατη χωρίς ένα αυταρχικό κράτος που να την επιβάλει.

Το όραμα του Μπούκτσιν για μια «καλή κοινωνία» είναι η δημιουργία ενός είδους συνομοσπονδίας, όπου κοινότητες μικρής κλίμακας διαχειρίζονται τα δικά τους συστήματα κοινωνικών παροχών και συνεργάζονται στο πλαίσιο συμπράξεων με άλλες κοινότητες, εκεί που αυτό είναι αναγκαίο. Οι διαθέσιμοι πόροι, ή αυτό που ο Μπούκτσιν αποκαλεί «τα μέσα της ζωής», δεν ανήκουν σε κάποιον, αποτελούν ένα «κοινό αγαθό» (commons) που βασίζεται στην αρχή της «επικαρπίας» – όλοι είναι ελεύθεροι να χρησιμοποιούν αυτούς τους πόρους, εφόσον δεν τους βλάπτουν και δεν τους εξαντλούν. Η αρχή του «αμείωτου ελάχιστου» σημαίνει ότι όλοι δικαιούνται να έχουν τα προς το ζην, ανεξάρτητα από όσα συνεισφέρουν, ένα απόφθεγμα ακόμα πιο γενναιόδωρο από εκείνο του Μαρξ: «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του [sic], στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!».

Διάφορες εκδοχές του οικοφεμινισμού έχουν παρόμοιες ιδέες, όπως της «οικολογικής επάρκειας» ή της «προοπτικής επιβίωσης», στις οποίες οι κοινότητες είναι αυτόνομες και σχεδόν αυτάρκεις. Αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στη λίθινη εποχή, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσαμε να θέλουμε να μετριαστούν οι εκκλήσεις για πλήρη αυτοματοποίηση. Η τεχνολογία θα παίζει ένα σημαντικό ρόλο στις «καλές κοινωνίες», αλλά ο κανόνας πρέπει να είναι ότι οι τεχνολογίες που αναπτύσσουμε θα διευρύνουν αντί να βλάπτουν τη σχέση μας με τη φύση. Το βέβαιο είναι ότι η τεχνολογία δεν θα μας σώσει από τις σημερινές κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας – την κεφαλαιακή συσσώρευση και το κίνητρο του κέρδους, οι οποίες παραμένουν στη θέση τους.

 

Από το τοπικό στο παγκόσμιο

 

Όλα αυτά μας οδηγούν στο ζήτημα της κλίμακας. Ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που μας δίδαξε αυτός ο ιός είναι ότι όλοι είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας. Ο κορονοϊός έχει φτάσει σχεδόν σε κάθε γωνιά του κόσμου και επιτίθεται στο σώμα με τον ίδιο τρόπο. Οι χώρες πρέπει να συνεργαστούν, να συνενώσουν τους διαθέσιμους πόρους τους και να κατασκευάσουν ένα εμβόλιο, μια πράξη που έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα της έντασης των εμπορικών πολέμων και του ανταγωνισμού.

Οι επιπτώσεις της κρίσης κάθε άλλο παρά ίσες είναι για όλους. Η ίδια οικονομική διαδικασία που επέτρεψε στον ιό να μεταδοθεί σε τόσο μεγάλη απόσταση και τόσο γρήγορα, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δημιουργεί επίσης εξοργιστικό πλούτο για μερικούς και ταλαιπωρία για τους πολλούς, ατελή ανάπτυξη σε κάποια μέρη του κόσμου και υπανάπτυξη σε κάποια άλλα.

Γιατί πρέπει οι ευκαιρίες στη ζωή μας να καθορίζονται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το ατύχημα του τόπου γέννησής μας; Γιατί να θέλουμε να ζούμε σε κοινωνίες που ωφελούν κάποιους ανθρώπους σε κάποια μέρη, εις βάρος άλλων ανθρώπων σε άλλα μέρη; Οι «καλές κοινωνίες» πρέπει να ωφελούν όλο τον κόσμο.

Υπάρχει μια ένταση όταν προβληματιζόμαστε για την κλίμακα των αναλύσεων και των δράσεών μας – στη διαμόρφωση εναλλακτικών λύσεων πρέπει να σκεφτόμαστε παγκόσμια ή τοπικά; Το γενικό ή το ειδικό; Ασφαλώς, η σημερινή καπιταλιστική οικονομία είναι παγκόσμια – πιθανόν δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στον κόσμο που να μην είναι ενσωματωμένος με κάποιον τρόπο σ’ αυτήν, αν και με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά μέρη. Έτσι, είναι λογικό να αρχίζουμε από αυτό το επίπεδο.

 

Παγκόσμια Πράσινη Νέα Συμφωνία

 

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ανάγκη οι Πράσινες Νέες Συμφωνίες να γίνουν Παγκόσμιες Πράσινες Νέες Συμφωνίες, που να μη βασίζονται στον εξορυκτισμό και την πράσινη αποικιοκρατία. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν μας απασχολεί το θέμα των αξιοπρεπών μισθών, γιατί να μη μιλάμε για αξιοπρεπείς παγκόσμιους μισθούς; Από τη στιγμή που το κεφάλαιο είναι διεθνικό, ίσως τα συνδικάτα θα έπρεπε να είναι παγκόσμια. Οι φόροι περιουσίας θα έπρεπε να είναι παγκόσμιοι φόροι περιουσίας. Πρέπει επίσης να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις επανορθώσεις και τις αποκαταστάσεις ζημιών, καθώς και ευρείας έκτασης μεταφορές τεχνολογίας. Τα ανοιχτά σύνορα θα μας βοηθούσαν να επικεντρωθούμε στην παγκόσμια δικαιοσύνη, να εξουδετερώσουμε τα «εχθρικά περιβάλλοντα» και να εξαλείψουμε τα κέντρα κράτησης και τα στρατόπεδα προσφύγων, που ο ιός αποκάλυψε ότι είναι σπίτια του τρόμου.

Τα προγράμματα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και η «συναίνεση της Ουάσινγκτον» πρέπει να αντικατασταθούν από κάτι άλλο – που δεν θα θέλαμε να είναι η απλή αντικατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών από την Κίνα, στη θέση του παγκόσμιου ηγεμόνα. Ο Γιάνης Βαρουφάκης και οι συνάδελφοί του προτείνουν μια νέα παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική, σύμφωνα με την οποία, για να υπάρχει ισορροπία στην παγκόσμια οικονομία, πρέπει να φορολογούνται τόσο τα πλεονάσματα όσο και τα ελλείμματα των χωρών και τα ποσά που θα συλλέγονται να μεταβιβάζονται σε μια Παγκόσμια Πράσινη Νέα Συμφωνία. Υποστηρίζουν επίσης την ανάγκη αλλαγής στα δικαιώματα ιδιοκτησίας, με το 10% των μετοχών των μεγάλων εταιρειών να τοποθετείται σε ένα παγκόσμιο αμοιβαίο κεφάλαιο, τα μερίσματα του οποίου να διανέμονται ως παγκόσμιο, καθολικό, βασικό μέρισμα. Με την πάροδο του χρόνου αυτό το ποσοστό θα μπορεί να αυξάνεται, μέχρι να καταλήξουμε σε ένα είδος παγκόσμιου σοσιαλισμού της αγοράς.

 

Το όραμα της από-παγκοσμιοποίησης

 

Ένα εναλλακτικό όραμα είναι η αποπαγκοσμιοποίηση. Αντί ολόκληρες χώρες να μετατρέπονται σε μαζικές ελεύθερες βιομηχανικές ζώνες εξαγωγών, η παραγωγή πρέπει κατευθύνεται κυρίως στις τοπικές αγορές, σύμφωνα με το παράδειγμα αποπαγκοσμιοποίησης του Γουόλντεν Μπέλο. Η εμπορική και βιομηχανική πολιτική –συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων, των ποσοστώσεων και των δασμών– θα χρησιμοποιείται για να μην πλημμυρίζουν οι τοπικές αγορές από εισαγωγές επιδοτούμενων εμπορευμάτων, και για την ενίσχυση των κλάδων της μεταποιητικής βιομηχανίας. Θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα για την αναδιανομή της γης και των εισοδημάτων, που θα βοηθούσαν στη δημιουργία δυναμικών τοπικών αγορών και τοπικών πηγών χρηματοπιστωτικών επενδύσεων. Εν τω μεταξύ, τους πολυμερείς οργανισμούς, όπως τον ΠΟΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα, και το ΔΝΤ που είναι οχήματα του νέο-ιμπεριαλισμού, θα αντικαθιστούσαν περιφερειακοί θεσμοί οι οποίοι θα οικοδομούνταν στη βάση της συνεργασίας, αντί του ελεύθερου εμπορίου και της κινητικότητας του κεφαλαίου.

Υπάρχουν ορισμένοι που είναι πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στην ιδέα της αποπαγκοσμιοποίησης, από το φόβο μήπως αυτή παρανοηθεί ως στήριξη του εθνικιστικού απομονωτισμού – και πράγματι εκεί καταλήγει η τοπικιστική/εθνικιστική προσέγγιση του συγκεκριμένου όρου (σε πλήρη αντίθεση με όσα είχε στο μυαλό του ο Μπέλο). Υπάρχει επίσης το κρίσιμο ερώτημα αν ένα σύστημα εθνών-κρατών που ανταγωνίζονται το ένα το άλλο στο πλαίσιο του παγκόσμιου καπιταλισμού –ανεξάρτητα από το πόσο περιορισμένη είναι, ενδεχομένως, αυτή η εκδοχή του καπιταλισμού– θα μπορούσε να υπερβεί κάποτε τον οικονομικό ιμπεριαλισμό και τους εμπορικούς πολέμους (ή τους πραγματικούς πολέμους για θέματα διεθνούς εμπορίου).

Ωστόσο, η ανάγκη σμίκρυνσης των εφοδιαστικών αλυσίδων, τουλάχιστον για βασικά είδη όπως τα τρόφιμα, είναι κάτι αυτονόητο για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και παγκόσμιας δικαιοσύνης. Συνεχίζοντας το νοητικό μας πείραμα μπορούμε να φανταστούμε ένα μέλλον πέραν του έθνους-κράτους: αντί τα έθνη να ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε ένα άνισο πεδίο για την απόκτηση πόρων, μπορούμε να οραματιστούμε την επιστασία των «κοινών αγαθών» από τοπικές κοινότητες, σχετικά αυτάρκεις και ενταγμένες σε διεθνή δίκτυα. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν θα υπάρχει ανάγκη να φιλονικούμε για τους διαθέσιμους πόρους, γιατί τη λογικής της σπάνιδος θα έχει αντικαταστήσει η λογική της αφθονίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι στον κόσμο θα μπορούν ξαφνικά να ταξιδεύουν αεροπορικώς κάθε εβδομάδα, ή να έχουν ο καθένας τους από μια Φεράρι, υπάρχουν κάποια πλανητικά όρια. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν έγραψε κάποτε ότι η πραγματική αφθονία δεν είναι η δυνατότητα ικανοποίησης μιας απεριόριστης παρέλασης επιθυμιών, αλλά η δυνατότητα μιας συλλογικής αυτονομίας στην επιλογή των αναγκών μας (δηλαδή στο να αποφασίζουμε τι είναι σημαντικό), και η εύρεση του τρόπου να τις ικανοποιούμε από κοινού – αυτή είναι η πραγματική ελευθερία.

 

Μετάφραση, επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

Λάουρα Μπασού Η Λάουρα Μπασού είναι συγγραφέας, συνεργάτρια του Κολεγίου Γκόλντσμιθς (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου), του Ινστιτούτου Πολιτιστικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και αρχισυντάκτρια του οικονομικού τμήματος της γνωστής ηλεκτρονικής πλατφόρμας Open Democracy. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ
Γ΄ Σεπτεμβρίου 56,
5ος όροφος,
Αθήνα Τ.Κ. 104 33

epohigr@gmail.com
Τηλέφωνα: 210 3619513-14
Φαξ: 210 3619610

Facebook
Twitter

Copyright © 2020 - Allrights reserved.