
Η
Ελλάδα έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρησιμοποίηση της Σούδας
Συνέντευξη με τον Αντώνη Μπρεδήμα, καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών
Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός
Η αιματηρή επέμβαση των ΗΠΑ και της Βρετανίας για δήθεν προληπτικούς λόγους, στο Ιράκ, δεν νομιμοποιείται από το διεθνές δίκαιο. Συνεπώς οι ισχυρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης για τη χρησιμοποίηση της Βάσης της Σούδας για ανεφοδιασμό των ΗΠΑ, γίνεται με βάση προϋπάρχουσες συμφωνίες, τις οποίες πρέπει να σεβαστεί, δεν ευσταθούν. Στα ζητήματα αυτά αναφέρεται ο συνομιλητής μας στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του, που αποτελεί κατά την άποψή μας, μια ιδιαίτερη συμβολή στον προβληματισμό των ημερών, καθώς το πρόβλημα των Βάσεων με τη αξίωση των διαδηλωτών σε όλη τη χώρα να μην χρησιμοποιηθεί η Σούδα, προσλαμβάνει έντονο πολιτικό χαρακτήρα.
Ποια είναι η θέση του
διεθνούς δικαίου μετά την επίθεση στο Ιράκ; Θα πρέπει ίσως να γραφτούν νέα
κεφάλαια;
Αναφέρεται πολλές φορές στον Τύπο, ιδίως στον ηλεκτρονικό, ότι η επίθεση των
ΗΠΑ / Μ. Βρετανίας κατά του Ιράκ έχει "κουρελιάσει" το διεθνές δίκαιο,
ότι έχει πλέον καταργηθεί και άλλες ανάλογες εκφράσεις που δηλώνουν ότι το
συγκεκριμένο διεθνές δίκαιο, που απαγορεύει τη χρήση βίας, έχει πάψει να υπάρχει
ή να ισχύει.
Ως νομικός, θεωρώ ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο κανόνας
για απαγόρευση χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις εξακολουθεί να ισχύει, και
αυτό γιατί οι διαδικασίες για το σχηματισμό ή για την κατάργηση ενός παγιωμένου
κανόνα του διεθνούς δικαίου δεν εξαρτώνται απλώς από τη συμπεριφορά ενός κράτους,
έστω και της Υπερδύναμης, ή ακόμα και μιας ομάδας κρατών (λιγότερο ή περισσότερο
ισχυρών). Την τελική απόφαση για την ισχύ ενός κανόνα δικαίου έχει η διεθνής
κοινότητα στο σύνολό της. Ασφαλώς, η διαδικασία κατάργησης ή μετάλλαξης ενός
κανόνα του διεθνούς δικαίου ξεκινά από συγκεκριμένες πράξεις ή συμπεριφορές
που προέρχονται, αρκετές φορές, από μια ομάδα κρατών που διαθέτει επαρκή δύναμη
ώστε να επιβάλει στα υπόλοιπα κράτη (την πλειοψηφία) την αποδοχή του νέου
κανόνα. Εκείνο, δηλαδή, που είναι, εν προκειμένω, το σημαντικό είναι να αποδεχθούν
τα μέλη της διεθνούς κοινότητας, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τη νέα πρακτική
και να θεωρήσουν ότι δεσμεύονται από τον νέο κανόνα.
Μήπως εκκινεί τώρα τέτοια διαδικασία;
Όχι. Όταν υπάρχει παράλληλα μια ισχυρή αντίσταση από μιαν άλλη ομάδα ισχυρών
κρατών ή από την πλειοψηφία των μελών της διεθνούς κοινότητας, η μεταβολή
του κανόνα του διεθνούς δικαίου δεν επέρχεται από την παραβίασή του, ακόμα
κι αν η παραβίαση αυτή επαναλαμβάνεται από τα ίδια κράτη. Χαρακτηριστικό είναι
το παράδειγμα του Κοσόβου, όπου η επίθεση του ΝΑΤΟ δικαιολογήθηκε στη βάση
της "ανθρωπιστικής επέμβασης". Τέτοιος κανόνας δεν υπάρχει στο διεθνές
δίκαιο και γι' αυτό ορισμένοι συγγραφείς "είδαν" στην περίπτωση
του Κοσόβου την έναρξη δημιουργίας ενός νέου, επιδεκτικού της ανθρωπιστικής
επέμβασης, κανόνα του διεθνούς δικαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, ένας τέτοιος
κανόνας δεν δημιουργήθηκε, και αυτό γιατί πολλές ισχυρές χώρες (Ρωσία, Κίνα,
Ινδία) και η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της διεθνούς κοινότητας αντιτάχθηκαν
στο νόμιμο χαρακτήρα της επίθεσης στη Γιουγκοσλαβία.
Θεωρώ ότι κάτι ανάλογο, και με ακόμη πιο απόλυτο τρόπο, συμβαίνει στην περίπτωση
της επίθεσης κατά του Ιράκ. Και εδώ έχουμε μια ομάδα ισχυρών κρατών (ΗΠΑ,
Μ. Βρετανία, Ισπανία), υποστηριζόμενη από έναν ακαθόριστο αριθμό κρατών (αναφέρονται
20-25 κράτη) που προωθεί την ιδέα της νομιμότητας της επίθεσης στη βάση ενός
"κανόνα" προληπτικής νόμιμης άμυνας. Από την άλλη πλευρά, έχουμε
δύο άλλα φαινόμενα που δείχνουν και την "ποιοτική" διαφοροποίηση
της περίπτωσης του Ιράκ απ' αυτή του Κοσόβου. Πρώτο, στην ομάδα των ισχυρών
κρατών που αντιτίθενται στη νομιμότητα της επίθεσης στο Ιράκ, περιλαμβάνονται
πολλά από τα δυτικά κράτη που είχαν συνταχθεί με τις ΗΠΑ στην περίπτωση του
Κοσόβου. Δεύτερο, ακόμη και σ' αυτά τα κράτη που τάχθηκαν υπέρ της επίθεσης
στο Ιράκ, εμφανίζεται το φαινόμενο της λαϊκής αντίθεσης με τη στάση των κυβερνήσεων,
αλλού ιδιαίτερα έντονη (λ.χ. Ισπανία) και αλλού χαλαρότερη, αλλά πολύ σημαντική
(λ.χ. Μ. Βρετανία). Ασφαλώς, στο διεθνές δίκαιο η διαμόρφωση των κανόνων του
περνά μέσα από τις συμπεριφορές των κυβερνήσεων. Όμως, μια ισχυρή αντίσταση
των εθνικών κοινωνιών δεν μπορεί παρά να αποδυναμώνει την όποια στάση των
κυβερνήσεων και να αποτρέπει, έτσι, να θεωρηθεί ότι το άλφα ή βήτα κράτος
συμβάλλει στην κατάργηση ενός κανόνα του διεθνούς δικαίου. Πιστεύω, δηλαδή,
εν κατακλείδι, ότι, με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από τη στάση των κρατών
και των λαών σε σχέση με την επίθεση στο Ιράκ, δεν έχει "κουρελιασθεί"
ή καταργηθεί ο κανόνας του διεθνούς δικαίου που απαγορεύει τη χρήση βίας.
Για τον υποφαινόμενο, ως νομικό, το πρόβλημα που προκύπτει από την επίθεση
στο Ιράκ, βρίσκεται αλλού και συγκεκριμένα στην "ατιμωρησία" αυτών
που διέπραξαν το έγκλημα κατά της ειρήνης και, ενδεχομένως, τα εγκλήματα πολέμου.
Να το δούμε πιο συγκεκριμένα το ζήτημα αυτό;
Από το 1993 και εντεύθεν, η διεθνής κοινότητα έδειξε μια διάθεση να προχωρήσει
στη λήψη κυρώσεων κατά των ατόμων-ηγετικών στελεχών ή και απλών ιδιωτών- που
είχαν διαπράξει εγκλήματα πολέμου σε διάφορες περιοχές του κόσμου (Γιουγκοσλαβία,
Ρουάντα, Σιέρα Λεόνε). Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι αφορούσε μόνο τα εγκλήματα
που έγιναν στις περιοχές αυτές και αυτό συνιστούσε ένα είδος επιλεκτικής τιμωρίας.
Για να υπερβούν αυτή την κατάσταση δημιουργήθηκε το 1998 το Διεθνές Ποινικό
Δικαστήριο (ΔΠΔ), που έχει την αρμοδιότητα να εκδικάζει εγκλήματα πολέμου
κ.λπ που έγιναν σ' όλο τον κόσμο. Όμως αυτή η αισιόδοξη κατάσταση ανατρέπεται
από ορισμένες άλλες ρυθμίσεις. Πρώτο, το ΔΠΔ δεν έχει αρμοδιότητα για εγκλήματα
που έγιναν σε μια χώρα, όταν ούτε η χώρα αυτή (Ιράκ) ούτε η επιτιθέμενη χώρα
(ΗΠΑ) δεν έχουν επικυρώσει το καταστατικό του ΔΠΔ. Επομένως, το ΔΠΔ έχει δικαιοδοσία
σε σχέση μόνο με τη Μ. Βρετανία που το έχει επικυρώσει. Δεύτερο, ακόμα και
απέναντι στη Μ. Βρετανία, το ΔΠΔ δεν φαίνεται να έχει δικαιοδοσία σε σχέση
με την επίθεση (aggression). Και αυτό γιατί το ίδιο το καταστατικό (άρθρο
5) δεν προσδιορίζει τι είναι "επίθεση", αλλά το αφήνει σε μελλοντική
τροποποίηση του Καταστατικού, ενώ παράλληλα συνδέει το όλο θέμα με τον Χάρτη
του ΟΗΕ. Δηλαδή, ουσιαστικά με το άρθρο 39 του Χάρτη που προσδιορίζει ότι
το Συμβούλιο Ασφαλείας καθορίζει πότε υπάρχει κατάσταση "επίθεσης".
Είναι όμως προφανές ότι η χρήση του βέτο από ΗΠΑ και Μ. Βρετανία καθιστούν
ανεφάρμοστη τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ στις χώρες αυτές για το θέμα του Ιράκ.
Όσον αφορά τα εγκλήματα πολέμου (βομβαρδισμός αμάχων κ.λπ.) το ΔΠΔ έχει δικαιοδοσία
απέναντι στους Βρετανούς, αρκεί να θεμελιωθεί η παραβίαση και να μην θεωρηθεί
ότι οι "παράπλευρες απώλειες" δεν αποτελούν εγκλήματα πολέμου.
Ο πόλεμος που διεξάγεται είναι ένας παράνομος ακήρυχτος πόλεμος.
Τι συνεπάγεται αυτό για τις διεθνείς σχέσεις;
Καταρχάς, ο πόλεμος δεν χρειάζεται να "κηρυχθεί" για να αποκτήσει
μια κάποια νομιμότητα. Ο "πόλεμος" είναι εξαρχής παράνομος κατά
το διεθνές δίκαιο, επιτρέπεται δε μόνο κατ' εξαίρεση σε δύο περιπτώσεις: πρώτο,
μετά από εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και δεύτερο, σε περίπτωση
νόμιμης άμυνας. Στην περίπτωση του Ιράκ δεν συντρέχει καμία από τις παραπάνω
εξαιρέσεις. Καμία από τις μέχρι σήμερα αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας
δεν δίδει το "πράσινο φως" για στρατιωτική επέμβαση. Ακόμα και η
πρόσφατη απόφαση 1443 του 2003 περιορίζεται στο να προειδοποιήσει το Ιράκ
με "βαριές συνέπειες" αν δεν συμμορφωθεί με την υποχρέωση αφοπλισμού
του, διατύπωση που, κατά κοινή ομολογία, δεν συνιστά και εξουσιοδότηση για
χρήση βίας. Οι ΗΠΑ / Μ. Βρετανία προβάλλουν εναλλακτικά, αλλά και σωρευτικά,
το επιχείρημα κατά της "προληπτικής" νόμιμης άμυνας και της σύνδεσης
του Ιράκ με τη διεθνή τρομοκρατία. Θεωρούν δηλαδή, ως προς το πρώτο, ότι το
Ιράκ διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής (βιοχημικά, πυρηνικά) που μπορούν να
στραφούν εναντίον τους και έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν προληπτικά προκειμένου
να αμυνθούν απέναντι σε μια τέτοια απειλή. Αλλά, πέραν του ερωτήματος αν υπάρχει
πράγματι μια τέτοια απειλή, σε καμιά περίπτωση το διεθνές δίκαιο δεν αποδέχεται
την προληπτική νόμιμη άμυνα. Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν έγιναν πράγματι
απόπειρες από πολύ συγκεκριμένα κράτη (ΗΠΑ, Ισραήλ) να στηρίξουν τις επιθετικές
τους ενέργειες εναντίον άλλων κρατών στην προληπτική νόμιμη άμυνα. Η συντριπτική
όμως πλειοψηφία των κρατών, εντός και εκτός του ΟΗΕ, απέρριψε σταθερά αυτή
την πρακτική. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, της διασύνδεσης του Ιράκ με
τη διεθνή τρομοκρατία (Αλ Κάιντα), θα πρέπει να επισημανθεί ότι πρόκειται
για πυροτέχνημα, αφού δεν έχει θεμελιωθεί με οποιαδήποτε στοιχεία μια τέτοια
διασύνδεση. Αλλά ακόμα και αν μπορούσε να αποδειχθεί κάτι τέτοιο, πάλι δεν
θα ήταν επαρκές για να δικαιολογήσει την επίθεση κατά του Ιράκ. Και αυτό γιατί
δεν συντρέχουν οι περιστάσεις της κρίσης του Αφγανιστάν, όπου το Συμβούλιο
Ασφαλείας δέχθηκε εμμέσως, και κατά παρέκκλιση από το μέχρι τότε ισχύον διεθνές
δίκαιο, ότι η διαπλοκή του καθεστώτος του Αφγανιστάν με την Αλ Κάιντα ήταν
τέτοια που επέτρεπε τη χρήση βίας από τις ΗΠΑ εν είδη νόμιμης άμυνας. Αυτές
οι περιστάσεις και αυτή η διαπλοκή δεν θα μπορούσαν να θεμελιωθούν σε καμιά
περίπτωση σε σχέση με το Ιράκ.
Η παραχώρηση της Σούδας τι σημαίνει και πόσο συμβατή είναι με την ελληνική
έννομη τάξη;
Η παραχώρηση της βάσης της Σούδας στις ΗΠΑ για τις επιχειρήσεις της στο Ιράκ
συνιστά έμμεση τουλάχιστον συμμετοχή στις πολεμικές ενέργειες. Από την πλευρά
της ελληνικής κυβέρνησης, αυτό δικαιολογείται, πολιτικά μεν στη βάση του "εθνικού
συμφέροντος", νομικά δε στη δέσμευση που υπάρχει από την ύπαρξη των διμερών
συμφωνιών με τις ΗΠΑ για τις βάσεις. Όσον αφορά τη νομική δέσμευση της Ελλάδας,
το επιχείρημα αυτό είναι παντελώς αβάσιμο. Γιατί η ίδια η συμφωνία για τις
βάσεις προβλέπει στο άρθρο 2 παρ.1 ότι η λειτουργία τους γίνεται για αμυντικούς
σκοπούς. Εφόσον δεχθούμε ότι η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράκ είναι παράνομη κατά
το διεθνές δίκαιο, τότε υπάρχει προφανώς παραβίαση της συμφωνίας. Εκτός και
αν η ελληνική κυβέρνηση αποδεχθεί την αμερικανική θέση για προληπτική νόμιμη
άμυνα, πράγμα που δεν βλέπω να έχει αποδεχθεί. Με δεδομένη λοιπόν την παραβίαση
της συμφωνίας από τις ΗΠΑ, η Ελλάδα διαθέτει από το διεθνές δίκαιο (άρθρο
60 της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των διεθνών συνθηκών) το δικαίωμα
ή να κλείσει τις βάσεις ή, το πλέον ρεαλιστικό, να αναστείλει εν όλω ή εν
μέρει τη λειτουργία τους. Απαγορεύοντας, λοιπόν, τη χρησιμοποίηση της Σούδας
από τις ΗΠΑ, η Ελλάδα όχι μόνο δεν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αλλ' αντίθετα
ασκεί δικό της δικαίωμα.
Υπάρχει όμως και μια άλλη νομική βάση που απαγορεύει τη χρησιμοποίηση της
Σούδας από τις ΗΠΑ για επιθετικούς σκοπούς. Πρόκειται για τους λεγόμενους
"αναγκαστικούς" κανόνες του διεθνούς δικαίου (jus cogens), που καθιστούν
παράνομη και άτυπη οποιαδήποτε συμφωνία ή συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση
με αυτούς τους κανόνες. Είναι "υπέρτεροι" κανόνες του διεθνούς δικαίου
που έχουν υιοθετηθεί για να κατοχυρώσουν ορισμένα θεμελιώδη αγαθά για τη διεθνή
κοινότητα. Αν και υπάρχει διαφωνία ποιοι είναι συγκεκριμένα οι κανόνες αυτοί,
γίνεται ομόφωνα δεκτό ότι περιλαμβάνουν τον κανόνα της απαγόρευσης της απειλής
ή χρήσης βίας. Τον κανόνα αυτό παραβιάζουν, όχι μόνο οι ΗΠΑ/ Μ. Βρετανία άμεσα,
αλλά και η Ελλάδα έμμεσα, γεγονός που δημιουργεί γι' αυτή θέμα διεθνούς ευθύνης.
Η παραπάνω διαπίστωση έχει συνέπειες και στο εσωτερικό συνταγματικό δίκαιο
της Ελλάδας. Γιατί η παραχώρηση των διευκολύνσεων της Σούδας για παράνομες
κατά το διεθνές δίκαιο επιθετικές πράξεις έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα
2 παρ. 2 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Το άρθρο 2 παρ. 2 προβλέπει ότι η
Ελλάδα ακολουθεί τους γενικής αναγνωρίσεως κανόνες του διεθνούς δικαίου και
επιδιώκει την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων με
τους άλλους λαούς και κράτη. Στη διάταξη αυτή εμπεριέχεται, αφενός μια πολιτική
κατευθυντήρια γραμμή για επιδίωξη της ειρήνης και δικαιοσύνης, αφετέρου μια
επιταγή για συμμόρφωση προς το διεθνές δίκαιο. Το δε άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος
δίδει τα πρωτεία στο διεθνές δίκαιο απέναντι σε οποιονδήποτε κανόνα του εσωτερικού
δικαίου (πλην του ίδιου του Συντάγματος). Εφόσον λοιπόν η επίθεση των ΗΠΑ
κατά του Ιράκ παραβιάζει την ειρήνη και το διεθνές δίκαιο, και η έμμεση διευκόλυνση
που παρέχει η Ελλάδα για το σκοπό αυτό παραβιάζει αντίστοιχα τις παραπάνω
συνταγματικές διατάξεις.
Η φιλοξενούσα χώρα έχει δικαίωμα ελέγχου στις εγκαταστάσεις;
Είναι γεγονός ότι η φιλοξενούσα χώρα έχει το δικαίωμα να ελέγχει την ύπαρξη
στις ξένες βάσεις στο έδαφος της όπλων όπως λ.χ. τα πυρηνικά και να τα απαγορεύει.
Δυσκολότερη είναι η περίπτωση των συμβατικών όπλων. Το ζήτημα όμως που προκύπτει
είναι πως μπορεί να γίνει αυτός ο έλεγχος. Η συμφωνία π.χ. Ελλάδας-ΗΠΑ για
τις βάσεις προβλέπει την ύπαρξη ενός Αμερικανού Διοικητή που έχει τη γενική
διοίκηση και έλεγχο της βάσης και ενός Έλληνα Αντιπροσώπου, που αποτελεί ουσιαστικά
τον ενδιάμεσο ανάμεσα στους Αμερικανούς και στις ελληνικές αρχές. Υπάρχει
ασφαλώς η δυνατότητα πρόσβασης του Έλληνα Αντιπροσώπου σε όλες τις μη διαβαθμισμένες
περιοχές, ενώ, ως προς τις διαβαθμισμένες, η πρόσβαση θα γίνεται σε μη -τακτή
βάση και σύμφωνα με "συμφωνημένες διαδικασίες" (τέτοιες συμφωνημένες
διαδικασίες υπάρχουν από το 1990). Υπάρχει επομένως νομική δυνατότητα για
την ελληνική πλευρά να διασφαλίσει την εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
Η Γερμανία απείλησε ότι θα απέσυρε τους πιλότους της από τα AWACS αν αποδεικνυόταν
ότι η Τουρκία εισέβαλλε στο Ιράκ. Δεν είναι και για την Ελλάδα ένα προηγούμενο;
Η Γερμανία ενέκρινε, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ (άρθρο 4 του Συμφώνου) τη χρησιμοποίηση
των AWACS για προστασία της Τουρκίας, σε περίπτωση που η χώρα αυτή θα εδέχετο
επίθεση από άλλο κράτος (προφανώς το Ιράκ). Αν όμως είναι η Τουρκία που θα
πραγματοποιήσει την επίθεση με εισβολή στο Ιράκ, εκλείπει αυτόματα η προϋπόθεση
της συμμετοχής της Γερμανίας. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την Ελλάδα,
αφού η συμμετοχή της στα AWACS θα ήταν συμμετοχή σε επιθετικές ενέργειες.
Μια, όμως, απόσυρση της Ελλάδας για το λόγο αυτό θα βρισκόταν σε αντίθεση
με την πρακτική της στην περίπτωση της Σούδας.
Οι βάσεις στη Σούδα είναι του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ;
Η Σούδα αποτελεί ταυτόχρονα "βάση" του ΝΑΤΟ (συμφωνία του 1968 για
το "πεδίο βολής" Κρήτης) και βάση των ΗΠΑ με τις διμερείς συμφωνίες
(άρθρο II Παραρτήματος της Συμφωνίας του 1983).
Υπάρχει νομικό έδαφος για ένα κόμμα ή πολίτη να προσφύγει κάπου για όλα
αυτά;
Υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος και βάση της συνταγματικής επιταγής
του άρθρου 28 παρ. 1, που θεωρεί την εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων και του
διεθνούς εθιμικού δικαίου αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου,
το Συμβούλιο Επικρατείας έχει την αρμοδιότητα να εφαρμόζει και να ερμηνεύει
τους κανόνες αυτούς του διεθνούς δικαίου. Υπάρχει ασφαλώς το ΝΔ 470/1973 (άρθρο
45 παρ.5) που εξαιρεί τις κυβερνητικές πράξεις από τον έλεγχο του Συμβουλίου
της Επικρατείας. Μετά όμως από την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1975, η ρύθμιση
αυτή πρέπει να θεωρηθεί αντισυνταγματική.