Αρχείο



Οικονομία και πολιτική την εποχή της στασιμότητας

Του
Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν

Η πλειοψηφία των αναλυτών όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων αντιμετωπίζει το μέλλον με ιδέες όπως αναθέρμανση της οικονομίας, επάνοδος της ανάπτυξης, ανάκαμψη κλπ. Πολλοί εκπρόσωποι επιχειρηματικών κατηγοριών ή ομάδων μισθωτών ζητούν μέτρα τα οποία θα τροφοδοτήσουν την αύξηση των πόρων που έχουν στη διάθεσή τους, πιστεύοντας ότι το ζητούμενο αλλά και το εφικτό σενάριο είναι η επάνοδος της οικονομίας στους ρυθμούς μεγέθυνσης της περιόδου πριν την κρίση.

Στην πραγματικότητα όμως οι πλέον έγκυρες προβλέψεις που διατυπώνονται για τις μακροοικονομικές προοπτικές και τις ανάγκες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής συγκλίνουν προς τη διαμόρφωση σεναρίων για τις εθνικές οικονομίες που έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: αργοί ή μηδενικοί ρυθμοί μεγέθυνσης, υψηλά ποσοστά ανεργίας, σημαντικά δημόσια ελλείμματα, ακραίες εξωτερικές ανισορροπίες και, επομένως, αυξημένες ανάγκες για κοινωνικές πολιτικές και για εξισορρόπηση των δημοσίων προϋπολογισμών, όπως και για επενδύσεις που αφορούν την άμβλυνση και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την παραγωγική αναδιάρθρωση των πολλών χωρών με σοβαρά ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου, την ανάπτυξη της έρευνας, της καινοτομίας και των νέων τεχνολογιών. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ελληνική οικονομία, αλλά δεν είναι η μόνη.

Αναθεώρηση του φορντιστικού μοντέλου

Η αναγκαστική αναθεώρηση του φορντιστικού μοντέλου, της εξάρτησης δηλαδή των επενδύσεων, της απασχόλησης και των κοινωνικών πολιτικών από τους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου και μεγέθυνσης του προϊόντος, οδηγεί σε επιλογές που πρέπει να συνδυάσουν τις εξής κατευθύνσεις: πρώτον, την ανακατανομή του εισοδήματος μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης, μεταξύ υψηλών και χαμηλών εισοδημάτων και μεταξύ υλικών και άυλων επενδύσεων. Δεύτερον, την εξοικονόμηση πόρων, μέσω των πολιτικών εξοικονόμησης ενέργειας αλλά και μέσω της αντικατάστασης της ακριβής κατανάλωσης για υψηλά εισοδήματα, με χαμηλότερου κόστους υπηρεσίες ή αγαθά για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τρίτον, την αύξηση της παραγωγικότητας, που μπορεί να πάρει θεαματικές διαστάσεις σε μερικούς τομείς, λόγω διαθέσιμων ή εξελισσόμενων τεχνολογιών ή λόγω αποδοτικότερης κοινωνικής και επιχειρησιακής οργάνωσης, και μπορεί, επίσης, να εξασφαλίσει τη δραστική μείωση του χρόνου εργασίας και άρα τη μείωση της ανεργίας.
Σήμερα, είναι προφανές στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες ότι ο εκτροχιασμός των δημοσίων οικονομικών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς αποδιάρθρωση των κοινωνικών ιστών, αν δεν αυξηθεί δραστικά η φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων και επομένως το μοντέλο κατανομής του πλούτου το οποίο έχει εγκαθιδρύσει και παγιώσει η εποχή του νέο-φιλελευθερισμού. Αλλά χρειάζεται να τεθεί και το θέμα της αναδιανομής του διαθέσιμου εισοδήματος μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων: το ύψος των επενδύσεων δεν προκύπτει πλέον από τη δυναμική της συσσώρευσης του κεφαλαίου, καθώς είναι καταρχάς συνάρτηση των δαπανών που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και, σε σημαντικό βαθμό για την ελληνική οικονομία, με τον σχεδιασμό της ανασυγκρότησης του παραγωγικού ιστού. Τέλος, χρειάζεται να τεθεί επίσης το θέμα της μεταφοράς πόρων από τις κλασικές επενδύσεις σε πάγια κεφάλαια, στις επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο, δηλαδή σε γνώση, πληροφορία, εκπαίδευση, έρευνα, οργάνωση, επικοινωνία. Η πτωτική εξέλιξη της παραγωγικής δυνατότητας και της καινοτομικής δυνατότητας της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στο προφανές γεγονός ότι υποτίμησε τις επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο προς όφελος των δαπανηρών επενδύσεων σε πάγια κεφάλαια ενός παρωχημένου παραγωγικού μοντέλου. Από αυτή την υποτίμηση υπέφερε το σύνολο των κοινωνικών πολιτικών.

Το αδιέξοδο της ατέρμονης μεγέθυνσης

Μια οικονομία η οποία δεν μπορεί πλέον να μεγεθύνει επ’αόριστον το προϊόν της, χρειάζεται επιτακτικά να βρει τρόπους να εξοικονομεί πόρους, πέρα μάλιστα από την αναγκαία εξοικονόμηση ενέργειας. Πρώτον, μέσω της μείωσης της κατανάλωσης πολυτελείας, που συνδέεται με την αναδιανομή του εισοδήματος. Δεύτερον, μέσω της αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των επενδύσεων και των συνολικών δαπανών, χάρη στις οικονομίες κλίμακας και στη συσσώρευση γνώσης, που μπορεί να εξασφαλίσουν οι δημόσιες πολιτικές: η ανάπτυξη με γρήγορους ρυθμούς των μαζικών μεταφορών στις πόλεις και στο σύνολο της χώρας, η εξασφάλιση χώρου για τους πεζούς και τα ποδήλατα στις πόλεις, η μεγέθυνση και ορθολογική λειτουργία της δημόσιας υγείας, η αύξηση των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της πληρότητας των υπηρεσιών που προσφέρει, είναι επιλογές οι οποίες αποδεδειγμένα θα μειώσουν το συνολικό κόστος σε αυτούς τους τομείς.
Εξοικονόμηση πόρων πραγματοποιείται και μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας των μεμονωμένων δραστηριοτήτων στους τομείς των υπηρεσιών και της παραγωγής αγαθών. Σε πολλούς κλάδους υλικής παραγωγής, υπάρχει σήμερα η δυνατότητα βελτίωσης της διάρκειας των προϊόντων, που είναι συνάρτηση της ποιότητας των κατασκευών, αλλά και της διαφορετικής προσέγγισης του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων, που μπορεί να ρυθμιστεί μέσω της υιοθέτησης των κατάλληλων προδιαγραφών: υπάρχει σήμερα η τεχνολογία και η γνώση ευρύτερα (που μπορούν να εξελιχθούν με την έρευνα), για να φτιάχνονται κατοικίες και κτίρια που διαρκούν περισσότερο, όπως και μέσα μεταφοράς ιδιωτικά ή δημόσια. Στον τομέα λ.χ. της υγείας μπορεί να βελτιωθεί η απόδοση των υπηρεσιών, μέσω της καλύτερης σχέσης προληπτικής και νοσοκομειακής φροντίδας, αλλά και συνθηκών ζωής και προληπτικής ιατρικής.

Εξοικονόμηση ενέργειας και αναδιανομή πλούτου

Αυτή η λογική των ανακατανομών στο πλαίσιο ενός ανασχεδιασμού της οικονομίας, αφορά ειδικότερα τον τομέα που ονομάζεται πράσινη οικονομία. Οι επενδύσεις σε ανανέωσιμες πηγές ενέργειας πρέπει να προγραμματιστούν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως και οι χρηματοδοτήσεις των επενδύσεων για την εξοικονόμηση ενέργειας, καθώς και οι επενδύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή: έλλειμμα σε υδατικούς πόρους, μέτρα προστασίας των ακτών, μετατοπίσεις καλλιεργειών κ.α. Η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας των ανθρώπων ειδικότερα, θα οδηγήσει σε μια πιό “ακριβή” γεωργία, που όμως θα μειώνει το υψηλά αρνητικά εξωτερικά αποτελέσματα της σημερινής πρωτογενούς παραγωγής.
Οι βιομηχανικές χώρες δεν μπορούν να αποφύγουν τη στροφή προς την αναθεώρηση των στρατηγικών επιλογών τους για την οικονομία, την υιοθέτηση ενός νέου μοντέλου κατανομής του εισοδήματος και την υιοθέτηση του σχεδιασμού στους μεγάλους τομείς, αν θέλουν να αποφύγουν την παρακμή του περιβάλλοντος και των κοινωνικών θεσμών. Δεν μπορούμε να βασιστούμε ούτε στην αγορά και τις αρετές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, σε συνδυασμό με πολιτικές προσφοράς, αλλά ούτε και στην τόνωση της ζήτησης που θα αναθερμάνει την οικονομία, για να επιτευχθεί ένας τέτοιος προσανατολισμός. Εξάλλου η αναδιανομή του πλούτου πρέπει να πάρει διεθνείς διαστάσεις, με τη γενναία αύξηση της βοήθειας προς τις χώρες του νότου για να αποκτήσουν τις βασικές υποδομές, να εξασφαλίσουν τουλάχιστον την επάρκεια τροφίμων και να υιοθετήσουν μορφές παραγωγής ενέργειας συμβατές με τις προσπάθειες άμβλυνσης της κλιματικής αλλαγής.
Οι κοινωνίες μας χρειάζονται, για να πραγματοποιήσουν αυτή τη στροφή, ένα άλμα προς τη γνώση, την αλληλεγγύη και τη δημοκρατία. Χρειάζεται να μπορούμε να αξιολογούμε τις καταστάσεις και να θεμελιώνουμε τις προτάσεις που κάνουμε, να προτείνουμε επιλογές που λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες όλων, να οικοδομούμε διαδικασίες υιοθέτησης αποφάσεων που λαμβάνουν υπόψη τις προσεγγίσεις και τα συμφέροντα όλων. Όλες οι πρωτοβουλίες και οι πιέσεις προς αυτές τις κατευθύνσεις είναι ευπρόσδεκτες, αλλά μόνο μια μαζική κοινωνική πρακτική με αυτό τον προσανατολισμό μπορεί να ανατρέψει τις σημερινές ισορροπίες, ιεραρχίες και συμπεριφορές.