Αρχείο



ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Ένας ρομαντικός
εξ αριστερών

 

«Το Δέντρο»
Τεύχος 171-172
Φθινόπωρο 2009

Το 2008, με τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από το θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη, στις 30 Οκτωβρίου 1988, εκδόθηκαν τρία δικά του βιβλία, απανθίσματα κειμένων από την λογοτεχνική του δραστηριότητα εκτός του κυρίως χώρου της ποίησης. Επίσης, εκδόθηκαν τρία βιβλία γι’ αυτόν, ενώ πλήθυναν οι αφιερωματικές μνημονεύσεις, που επεκτάθηκαν και στο 2009. Το πρόσφατο αφιέρωμα στο «Δέντρο» κλείνει, τρόπον τινά, αυτόν τον κύκλο, τουλάχιστον μέχρι το 2012, οπότε η συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννηση του Λειβαδίτη, στις 20 Απριλίου 1922, το βράδυ της Αναστάσεως (στις περισσότερες πηγές, ακόμη και στις πρόσφατες εκδόσεις, εξακολουθεί να μνημονεύεται ως έτος γέννησης το 1921), θα δώσει το πιθανότερο αφορμή για καινούριες αναφορές.
Στο πρόσφατο αφιέρωμα δημοσιεύονται, “μικρή ανθολόγηση” της ποίησης του Λειβαδίτη και απόσπασμα από κείμενό του στην «Επιθεώρηση Τέχνης», Σεπτέμβριο 1966, για “την ποίηση της ήττας”, που, τότε, συνιστούσε “ένα θέμα για διερεύνηση”. Ενώ, αναδημοσιεύονται δυο κείμενα από το ντοκυμαντέρ «Τάσος Λειβαδίτης, η αγωνία της ύπαρξης» του 1987 (ακριβέστερα, του 1988, μεταθανάτιο). Πρόκειται για τις σύντομες παρεμβάσεις του Νικηφόρου Βρεττάκου, που ξεκινά με την προφητική απόφανση, “Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι ποιητής που θα τον ανακαλύπτουμε διαρκώς”, και του ομήλικού του Κώστα Κουλουφάκου, που αρχίζει με την άποψη πως “ήταν ένας άνθρωπος και ένας ποιητής που είχε το χάρισμα να αρέσει”, την οποία και πειστικά αναπτύσσει. Πέραν αυτών, στο αφιέρωμα, γράφουν για τον Λειβαδίτη δεκαεννέα ποιητές, αμιγείς ή και σύμμικτες περιπτώσεις, δυο νεότεροι πεζογράφοι και επτά μελετητές.
Το αφιέρωμα ανοίγει με κείμενο των εκδοτών του περιοδικού, που τιτλοφορείται, «Ένας σύγχρονος ρομαντικός». Σε αυτό, διατυπώνεται η άποψη πως, παρότι το έργο του Λειβαδίτη είναι “κοιτασματικό, πολύπλευρο και δραστικό”, δεν έχει μελετηθεί όσο άλλων ομότεχνών του. Ως αιτιολογία προβάλλεται η πρώτη ποιητική περίοδος του Λειβαδίτη, η “στρατευμένη”, που βρισκόταν αρχικά υπό την επήρεια της ποίησης του Ρίτσου. Η αντιδιαστολή της πρώτης περιόδου με την “ώριμη”, μεταγενέστερη, με άλλα λόγια, το δίπολο “στρατευμένου” και “μεταφυσικού” Λειβαδίτη, απασχολεί τους περισσότερους από τους συμμετέχοντες στο αφιέρωμα.
Ορισμένοι περιορίζονται στο σχολιασμό μιας ποιητικής συλλογής ή μιας ορισμένης χρονικής περιόδου στην ποίησή του (Δ. Αγγελής, Π. Νούτσος, Κώστας Χατζηαντωνίου). Ενώ, κάποιοι άλλοι αναφέρονται σε έναν συγκεκριμένο θεματικό πυρήνα στην ποίησή του (Α. Αθανασοπούλου, Δ. Ελευθεράκης, Η. Κεφάλας, Δ. Κοσμόπουλος). Πάντως, η πλειονότητα γράφει κείμενα εφ’ όλης της ύλης (Γ .Βέης, Γ. Δουατζής, Γ. Μαρκόπουλος, Θ. Μαρκόπουλος, Δ. Μέντη, Ν. Μηλιώνης, Σ. Μιχαήλ, Γ. Μπλάνας, Ε. Φιλοκύπρου). Υπάρχουν και ορισμένοι, όπως ο Κώστας Γκιμοσούλης, που γράφουν για τα αισθήματα, που τους γεννούν οι στίχοι του. Ιδιαίτερες όψεις του Λειβαδίτη παρουσιάζουν, ο Κώστας Παπαγεωργίου, αναφερόμενος στον κριτικό Λειβαδίτη, και ο Δημήτρης Φύσσας, μελετώντας τον “στιχουργό” Λειβαδίτη. Ωστόσο, δεν εξετάζει τους στίχους που ο ποιητής έγραψε για μελοποίηση, ούτε άπαντα τα μελοποιημένα ποιήματά του, αλλά όσα ποιήματα είναι παραδοσιακής γραφής
Τέσσερα βραβεία πήρε ο Λειβαδίτης κατά τη σαραντάχρονη θητεία του στην ποίηση. Το πρώτο ήταν για το τρίτο του βιβλίο, το συνθετικό ποίημα, «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», που εξέδωσε το 1953. Του απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Τις διώξεις του ποιητή λόγω αυτού του βιβλίου ανιστορεί στο αφιέρωμα ο Γιώργος Θεοχάρης, αναδημοσιεύοντας την έκκληση του Λειβαδίτη προς την Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοκρατικής Νεολαίας. Και συνεχίζει ο Μιχάλης Μερακλής, σκιαγραφώντας τον “μεταφυσικό της Αριστεράς” Λειβαδίτη. Ωστόσο, άλλοι συνεργάτες του αφιερώματος αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον “μεταφυσικό” χαρακτήρα του Λειβαδίτη. Παράδειγμα, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, που, στην “αδογμάτιστη” θρησκευτικότητα του Λειβαδίτη, διακρίνει αγωνία και πίκρα.
Τρεις ποιητές δεν φοβούνται να αναφερθούν και στα υποτιθέμενα απαγορευμένα ή και δυσάρεστα θέματα. Από το εξαιρετικό διήγημα, «Επιτάφιος θρήνος», του Γιώργου Ιωάννου ξεκινάει ο Γιάννης Κοντός για να περιπλανηθεί “στα λαϊκά ξενοδοχεία” της ποίησης του Λειβαδίτη. Ενώ, ο Τίτος Πατρίκιος ανακαλεί την οδύσσεια του Λειβαδίτη στο Μούδρο της Λήμνου, την Μακρόνησο και τον Άη-Στράτη. Στη συνέχεια, μνημονεύει το κοινό τους εγχείρημα, αυτό της «Επιθεώρησης Τέχνης». Το κυρίως, όμως, θέμα του κειμένου του είναι η ωραιοπάθεια του ποιητή. Τον θυμάται “υπέρκομψο” στις εκδηλώσεις της ΕΠΟΝ. Και μετά, με “τα κατάλευκα ατσαλάκωτα πουκάμισα, με τα ψηλά, ανοιχτά κολάρα”. Κατά τον Πατρίκιο, ο ναρκισσισμός του Λειβαδίτη ταυτιζόταν με τον ερωτισμό του. Γι’ αυτό και βίωσε δραματικά το γέρασμά του. Με στίχους από τις «Βιολέτες για μια εποχή», κλείνει το κείμενο του Πατρίκιου. Από την ίδια συλλογή αρχίζει ο τρίτος ποιητής, ο Μανόλης Πρατικάκης. Εκείνος, όμως, γράφει για τις επιτάφιες βιολέτες και για το θανατηφόρο ανεύρυσμα, το οποίο, ποιητική αδεία, παρομοιάζει με “ξέφωτο θανάτου”. Στο θάνατο του ποιητή αναφέρεται και το αφήγημά του, «Τα χειρόγραφα του χειρουργείου», ένα από τα καλύτερα του πρόσφατου βιβλίου του, «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου».
Τελευταίο κείμενο του αφιερώματος, η συνέντευξη της κόρης του Λειβαδίτη, Βάσως Χαλά-Λειβαδίτη, που πέθανε, πενήντα τεσσάρων ετών, το 2004. Είχε δημοσιευθεί στο «Δέντρο», τον Μάρτιο του 2000. Πρόκειται, βεβαίως, για ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα. Η μόνη ένσταση, που θα μπορούσε κάποιος να έχει, αφορά τη σειρά παράταξης των κειμένων. Ακολουθείται η αλφαβητική σειρά. Δηλαδή, η πεπατημένη, ώστε να μην δημιουργούνται δυσαρέσκειες. Ωστόσο, μια συναγωγή κειμένων, όπως και η κάθε ανθολογία, μόνο αν διαθέτει εσωτερική θεματική αλληλουχία, μπορεί να αποτελέσει ενιαίο και αυτοτελές ανάγνωσμα. Τέλος, να σημειώσουμε ότι ουδείς αναφέρεται στη μοναδική συλλογή διηγημάτων του Λειβαδίτη, «Το εκκρεμές», που εκδόθηκε το 1966 και επανεκδόθηκε το 1999 («Κέδρος»). Κι όμως, ο πεζογράφος Λειβαδίτης διαφέρει από τον ποιητή.
Μ. Θ.

 

 

Στάσεις

Εκ Θεσσαλονίκης

Το 1989, ένας κύκλος συγγραφέων της Θεσσαλονίκης είχαν δημιουργήσει τις εκδόσεις «Χειρόγραφα», για να εκδίδουν τα δικά τους βιβλία “ιδίοις αναλώμασιν”. Δεν άντεξαν για πολύ. Αν δεν σφάλλουμε δεν θα πρέπει να κυκλοφόρησαν περισσότερα από δέκα βιβλία. Καλαίσθητα, ομοιόμορφα τομίδια, λευκά, με τετράγωνη ετικέτα, που έφερε κάποιο σχέδιο ή ζωγραφικό πίνακα. Την τυπογραφική και καλλιτεχνική επιμέλεια είχε αναλάβει ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, που φιλοτεχνούσε, κατά κανόνα, και το σχέδιο εξωφύλλου. Τα περισσότερα βιβλία των «Χειρογράφων» ήταν ποιητικά. Ανάμεσα στα πρώτα, συναντάμε και ένα σύντομο δοκίμιο του Βύρωνα Λεοντάρη («Γραφή και βιβλίο»). Τότε παρατηρούσαμε ότι δείχνει σαν μανιφέστο ολόκληρης της εκδοτικής ομάδας. Ο Λεοντάρης διαπίστωνε την έκπτωση του βιβλίου σε εμπόρευμα και θύμιζε κάποιες παραγκωνισμένες, ήδη από τότε, αλήθειες: Ο συγγραφέας εμπιστεύεται το βιβλίο του στον αναγνώστη, που αναζητά και βρίσκει. Δεν το δημοσιοποιεί σε ένα αναγνωστικό κοινό, που μάλλον οχλαγωγία προκαλεί, με μοναδικό σκοπό την κατανάλωση. Ακόμη, πρότεινε επιστροφή σε παλαιότερες εκδοτικές συνήθειες, που έδειχναν ασκητικές ήδη πριν μια εικοσαετία.
Μιας μορφής συνέχεια εκείνου του εγχειρήματος παρουσιάστηκε πρόσφατα. Πρόκειται για τον νεότευκτο εκδοτικό οίκο, «Δήγμα», και πάλι, εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενο. Δυο νεότεροι συγγραφείς, ο Κυριάκος Αθανασιάδης και ο Θανάσης Τριαρίδης, ιδρύουν έναν εκδοτικό οίκο για να συγκεντρώσουν “σε στερεοτυπικές εκδόσεις”, όπως αναγράφεται στο δελτίο Τύπου, τα βιβλία τους. Οι ίδιοι δικαιολογούν το εγχείρημά τους “ως μια προσπάθεια αυτόνομης παρουσίας μέσα σε μια εκδοτική πραγματικότητα, μια βιβλιοπαραγωγή που με το (προσχηματικό ή πραγματικό) επιχείρημα της αναλογίας κόστους-κέρδους αποκλείει εκφραστικές απόπειρες που δεν απευθύνονται στο προ-κατασκευασμένο αναγνωστικό κοινό”. Ταυτόχρονα, δηλώνουν πως έχουν κουραστεί από τις “απαίσιες λέξεις” βιβλιοπαραγωγή, αναγνωστικό κοινό, αγορά, αναλογία κόστους-κέρδους. Γι’ αυτό, και “ως μεγάλα παιδιά πια, διεκδικούν το δικαίωμά τους όχι μόνο να μην τις προφέρουν (που, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν το έκαναν), αλλά και να μην τις ακούν”. Το κείμενο του Δελτίου Τύπου δείχνει ότι έχουν πλήρη επίγνωση των σημερινών, μεταβατικών καιρών, αφού τα βιβλία του καινούριου εκδοτικού οίκου κυκλοφορούν ελεύθερα από κάθε “πνευματικό” δικαίωμα, καθώς, έτσι κι αλλιώς, πιστεύουν πως η έννοια των συγγραφικών δικαιωμάτων σε μια δεκαετία “θα είναι μια παλιά μπούρδα”.
Κατά τα άλλα, καλά κάνουν και φροντίζουν να αναδείξουν τα βιβλία τους, δεδομένου ότι πρόκειται για δυο συγγραφείς, που δεν έτυχαν της δέουσας προσοχής. Παρά την αντίθετη εντύπωση, που δημιουργούν τα αποσπάσματα από την κριτική υποδοχή των βιβλίων τους, που παρατίθενται στα “αυτάκια” των δυο πρώτων βιβλίων, διαπλατυσμένα, ειδικά για την περίσταση, στο εύρος σελίδας. Παρεμπιπτόντως, καλό θα ήταν, αφού τα εν λόγω αποσπάσματα παρατάσσονται κατά χρονολογική σειρά δημοσίευσης των κριτικών, αυτή να ακολουθείται απαρέγκλιτα και ανεξάρτητα από την θέση που κατέχει ένας βιβλιοκριτικός στην καρδιά του συγγραφέα ή στο κοινωνικό κατεστημένο.
Να θυμίσουμε ότι οι δυο συγγραφείς είναι Θεσσαλονικείς και ότι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές. Ο μεγαλύτερος, Κυριάκος Αθανασιάδης, γεννήθηκε το 1963 και πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τις «Ιστορίες υπερβολής», το 1987. Ενώ, ο νεότερος, Θανάσης Τριαρίδης, γεννήθηκε το 1970 και πρωτοεμφανίστηκε το 2000. Συμπτωματικά, είναι ο πρώτος πρωτοεμφανιζόμενος που παρουσιάσαμε στις αρχές εκείνου του έτους, στις 27.2.2000, και συνεπώς, ο πρώτος του καινούριου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά, το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω» απονεμήθηκε στον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, επίσης Βορειοελλαδίτη και τρία χρόνια μεγαλύτερο, τον οποίο δεν συστήναμε με την ίδια θερμότητα.
Τα δυο πρώτα βιβλία των εκδόσεων είναι: «ΚΑΚΟΡΡΑΦΙΕΣ το έπος» του Αθανασιάδη, όπου, σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα, συγκεντρώνονται 28 ιστορίες, που γράφτηκαν στην Αθήνα κατά την τελευταία εικοσαετία (εκ παραδρομής αναφέρεται η περίοδος, 1998-2008). Κάποιες από αυτές δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά ή συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες, κάποιες άλλες δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Οι παραπομπές στις πρώτες δημοσιεύσεις παραλείπονται. Τελευταία, όλο και συχνότερα, στις συλλογές διηγημάτων δεν αναφέρονται οι πρώτες δημοσιεύσεις. Πρόσφατα παραδείγματα είναι οι συλλογές του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και του Ανδρέα Μήτσου. Βρίσκουμε άστοχη την παράλειψη, όταν, μάλιστα, ορισμένα διηγήματα καθορίζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από το έντυπο της πρώτης δημοσίευσής τους. Συχνά, μάλιστα, αποτελούν παραγγελίες με προσδιορισμένο το θέμα ή και την έκταση.
Το δεύτερο βιβλίο είναι «Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα» του Τριαρίδη. Πρόκειται για την τέταρτη επανέκδοση του πρώτου μυθιστορήματός του. Όπως σημειώνει, πρόκειται για τη νέα και τελική δομή του κειμένου. Ευχόμαστε καλοτάξιδα. Ένας λόγος παραπάνω, που τα έσοδα του ενός θα χρηματοδοτεί την έκδοση του επόμενου.
Μ. Θ.