Αρχείο



epohi

    
«Καλημέρα σας, σας έφερα το φαγητό σας». Η φράση αυτή, προς τους απεργούς πείνας, ακούστηκε αρκετές φορές από υπαλλήλους νοσοκομείων την περασμένη Πέμπτη. Και το φαγητό, κοτόπουλο με πουρέ ή ρύζι σερβιριζόταν στα κομοδίνα των απεργών μεταναστών με τη μυρωδιά του ζεστού φαγητού να απειλεί, να εκβιάζει, να βασανίζει.
«Ευχαριστούμε δεν θέλουμε να φάμε», ήταν η απάντηση των απεργών, αλλά η εντολή, όπως πολλοί από τους υπαλλήλους του νοσοκομείου, έλεγαν, ήταν σαφής: «Εμείς πρέπει να σας φέρουμε το φαγητό», έλεγαν και έφευγαν. Τόσο οι απεργοί, όσο και οι συνοδοί αλληλέγγυοι διαμαρτύρονταν για αυτή την πρακτική, η οποία αποτελεί βασανιστήριο.
Λίγα λεπτά αργότερα κυβερνητικά στελέχη έβγαιναν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, υποστηρίζοντας ότι οι συνοδοί – αλληλέγγυοι, απαγόρευαν στους απεργούς να φάνε παρότι οι ίδιοι -υποτίθεται- ήθελαν να διακόψουν την απεργία πείνας. Ο διοικητής της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας, Άρης Μουσιώνης, υποστήριξε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ότι «υπήρξαν παρεμβάσεις από τους συνοδούς και αυτό είναι ανεπίτρεπτο». Οι αλληλέγγυοι, που στέκονται στο πλευρό των απεργών πείνας, υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε καμία περίπτωση που οι απεργοί να ζήτησαν να σιτιστούν και να υπήρξε παρεμπόδιση.
Στο μεταξύ, ο Θανάσης Καραμπέλης από τους αλληλέγγυους γιατρούς, σημείωσε ότι υπάρχει ανεπαρκή αντιμετώπιση των απεργών πείνας και ότι σε πολλές περιπτώσεις πιέζονται να φάνε. «Παίζουν με τις ζωές τους. Διαπίστωσα ότι έχουν επιστρέψει από νοσοκομεία ασθενείς, απεργοί πείνας, χωρίς να έχουν αντιμετωπιστεί  σωστά. Τους βάζουν ένα – δύο ορούς και τους διώχνουν πριν αποκατασταθεί η νεφρική τους ανεπάρκεια...»

Tου
Θόδωρου Παρασκευόπουλου


Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών (με αξιοσημείωτη εξαίρεση την Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, που υποδεικνύει ότι πιθανόν να θυσιαστούν) εξελίσσεται σε σκάνδαλο πολύ μεγαλύτερων διαστάσεων από όσα σκάνδαλα απασχόλησαν στο παρελθόν πολιτικές και δικαστικές αρχές. Είναι κιόλας τελείως διαφορετική η φύση του. Εδώ δεν πρόκειται για κάποιους πολιτικούς που βάλανε δημόσιο χρήμα στην τσέπη ή για τη, συνηθισμένη παγκοσμίως, χρηματοδότηση των αστικών κομμάτων με μίζες. Στην περίπτωση της ανακεφαλαιοποίησης πρόκειται για μεταφορά δημόσιου χρήματος σε ιδιωτικά σεντούκια με συνδρομή του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου και των ευρωπαϊκών αρχών.
Η ανάγκη να χορηγηθεί κεφαλαιακή ενίσχυση στις τράπεζες δημιουργήθηκε από την ελλιπή κάλυψη των υποχρεώσεων των τραπεζών με δικά τους διαθέσιμα κεφάλαια. Αυτή με τη σειρά της οφείλεται στα επισφαλή δάνεια, δηλαδή στην αδυναμία των οφειλετών να πληρώσουν τοκοχρεολύσια, και στο κούρεμα των ομολόγων του Δημοσίου που κατέχουν. Βέβαια, οι τράπεζες είναι εξίσου υπεύθυνες για τα επισφαλή δάνεια, αφού οι ίδιες συνέβαλαν στην οικονομική κρίση, αλλά και για τη δημοσιονομική κρίση που επέφερε το κούρεμα των ομολόγων, αφού επί μία δεκαετία δανείζονταν φθηνά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και δάνειζαν ακριβά το Δημόσιο.

Ανακεφαλαιοποίηση και κρατικοποίηση

Η κεφαλαιακή ενίσχυση θα έχει συνολικό ύψος 50 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα οποία 18 δισεκατομμύρια έχουν ήδη δοθεί σε τέσσερις τράπεζες. Αυτά τα χρήματα το Δημόσιο τα δανείζεται και αποτελούν μέρος του συνολικού ποσού που θα δανειστεί το ελληνικό κράτος βάσει της Δανειακής Σύμβασης^ προστίθενται δηλαδή στο δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από τα 50 δισεκατομμύρια το ελληνικό δημόσιο θα ανακτήσει το πολύ 16, δηλαδή λιγότερο από 30%. Ακόμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα φτάσουν και δεν θα χρειαστεί νέα κεφαλαιακή ενίσχυση.
Εάν, τώρα, οποιοσδήποτε τραπεζίτης δάνειζε σε κάποιον και είχε έκθεση έγκυρου αξιολογητή, ότι ο δανειολήπτης θα επιστρέψει το πολύ το 30%, ο τραπεζίτης θα πήγαινε φυλακή. Την κυβέρνηση δεν την απαλλάσσει από τις ευθύνες το ότι όλα αυτά έχουν κυρωθεί από τη Βουλή, γιατί η Βουλή  δεν περιγράφει πώς θα εξασφαλιστεί η ανάκτηση του ποσού και οι τόκοι. Σε άλλες χώρες, π.χ. στη Σουηδία, παρόμοιες κρίσεις αντιμετωπίστηκαν με κρατικοποίηση, δηλαδή μετατροπή της ενίσχυσης σε τίτλους ιδιοκτησίας, και πώληση, επανιδιωτικοποίηση δηλαδή, όταν οι τράπεζες είχαν εξυγιανθεί. Μόλις πριν από λίγες μέρες το ισπανικό Δημόσιο μετέτρεψε σε κοινές μετοχές δάνειο 4,5 δισεκατομμυρίων που είχε δώσει στην τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ισπανίας, και ανέλαβε τη διοίκηση.

Έχουμε ήδη πληρώσει το αντίτιμο

Στην Ελλάδα η παροδική κρατικοποίηση δεν έχει οικονομική αξία, αφού τα 50 δισεκατομμύρια είναι τουλάχιστον πενταπλάσια της χρηματιστηριακής αξίας των ελληνικών τραπεζών^ ήδη το 2009 με τα 5 δισεκατομμύρια μετρητά που είχαν δοθεί στις τράπεζες, το Δημόσιο θα μπορούσε να πάρει το 30% περίπου των μετοχών, δηλαδή τον έλεγχο των τραπεζών. Αυτή ήταν και η απάντηση στην επιπόλαιη κριτική του Δημήτρη Χατζησωκράτη ότι η πρόταση για κρατικοποίηση των τραπεζών ήταν οικονομικά μετέωρη. Εκείνο που ο επικριτής δεν είχε σκεφτεί, ήταν ότι τα λεφτά είχαν ήδη δοθεί.
Αφού λοιπόν η ανάκτηση των χρημάτων του Δημοσίου είναι αδύνατη, η μόνη δυνατή αιτιολόγηση σήμερα για τη χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης με κρατικοποίηση είναι πολιτική: το κράτος ενισχύει τις τράπεζες για να μην καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα και τις υπάγει στη δική του ιδιοκτησία, όχι για να εξασφαλίσει τα χρήματα που δίνει (η εξασφάλιση είναι αδύνατη), αλλά για να τις αναδιαρθρώσει και να τις μετατρέψει σε εργαλείο της οικονομικής του πολιτικής, και έτσι να εξασφαλίσει έμμεσα τους πόρους που θα έχει διαθέσει.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι τραπεζίτες, ιδιώτες και κεντρικοί, αντιδρούν στην προοπτική η κεφαλαιακή ενίσχυση να έχει αντάλλαγμα κοινές μετοχές. Ξέρουν ότι ιδιωτικοί πόροι είναι αδύνατο να βρεθούν και ξέρουν ότι, και να έχει το κράτος την πρόθεση να επανιδιωτικοποιήσει τις τράπεζες αν η ενίσχυση συνεπάγεται την κρατικοποίησή τους, δεν θα μπορεί να το κάνει παρά μόνο με μεγάλες απώλειες, δηλαδή μεγάλο πολιτικό κόστος. Κινδυνεύουν δηλαδή, και γι’ αυτόν τον λόγο σκαρφίζονται, μαζί με τους κατεστημένους πολιτικούς και τους ευρωπαίους ομοϊδεάτες τους, αστείες λύσεις, όπως οι κοινές μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Κοινωνικά ιδρύματα με ιδιωτική ιδιοκτησία

Η κριτική, τώρα, που ασκεί η Αριστερά στο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα έρχεται από διάφορες οπτικές γωνίες. Η πρώτη, η θεμελιώδης, κριτική είναι ότι οι τράπεζες είναι, στον σημερινό κιόλας καπιταλισμό όπου ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεσπόζει, κατ’ εξοχήν κοινωνικά ιδρύματα: κρατικά κεφάλαια και εγγυήσεις –ακόμα και η εγγύηση των καταθέσεων μέχρι 100.000 ευρώ από το κράτος είναι ενίσχυση των τραπεζιτών, γιατί αυτοί θα έπρεπε να εγγυώνται^ χωρίς έλεγχο πώς εξασφαλίζει το κράτος ότι αυτή η εγγύηση δεν θα καταπέσει;–, αλλά και διαχείριση (και εκμετάλλευση) των αποταμιεύσεων των πολιτών: με βάση τις αποταμιεύσεις οι τράπεζες δημιουργούν χρήμα (δίνουν δάνεια) και έχουν κέρδη. Πολύ περισσότερο που, μετά την «απελευθέρωση» της τραπεζικής αγοράς, δηλαδή την κατάργηση ελέγχων και περιορισμών, η κερδοσκοπική δραστηριότητα των τραπεζών («επενδυτική» λέγεται κατ’ ευφημισμόν) θέτει σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις.
Η δεύτερη, η λειτουργική, κριτική είναι ότι σε όλη την προηγούμενη εικοσαετία η λειτουργία των ιδιωτικών τραπεζών αποδείχθηκε επιβλαβής για την οικονομία και ωφέλιμη μόνο για τους τραπεζίτες^ ούτε καν για τους μικρομετόχους, οι οποίοι με τη χρηματοπιστωτική κρίση έχασαν τα λεφτά τους ή τις συντάξεις τους, εάν τα ταμεία τους είχαν τοποθετήσει τα λεφτά τους σε μετοχές τραπεζών. Αντίθετα, μόνο η ύπαρξη ισχυρών δημόσιων τραπεζών λειτουργεί επωφελώς για την οικονομία. Δεν είναι τυχαίο που η γερμανική οικονομία είναι η ισχυρότερη στην Ευρώπη^ εκτός της έντονης άμεσης κρατικής παρέμβασης, η Γερμανία διαθέτει τον μεγαλύτερο δημόσιο τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη, με διάφορες μορφές ιδιοκτησίας (ομοσπονδιακή, πολιτειακή, δημοτική, συνεταιριστική). Μάλιστα, γερμανοί επιχειρηματίες, που είχαν έρθει να συζητήσουν για επενδύσεις στην Ελλάδα, έλεγαν ότι χωρίς δημόσια τράπεζα επενδύσεις δεν μπορούν να σχεδιαστούν και να γίνουν.

Ο έλεγχος της ροής χρήματος

Η τρίτη, η προγραμματική, κριτική είναι ότι ο έλεγχος της ροής του χρήματος είναι απαραίτητος για τον μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας. Χρειάζεται για την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, ώστε η κοινωνική παραγωγή να βασίζεται όλο και περισσότερο στην κοινοκτημοσύνη και τον σχεδιασμό, αντί στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και την κερδοσκοπική αυθορμησία, για την οικολογική μεταστροφή της παραγωγής, για την ενίσχυση του τομέα των δημόσιων αγαθών εις βάρος του τομέα των εμπορευμάτων. Αυτή η προγραμματική θέση της Αριστεράς ενισχύει ακόμα περισσότερο τους φόβους των τραπεζιτών και των αστικών κομμάτων μπροστά στο ενδεχόμενο να κρατικοποιηθούν οι τράπεζες με τη χορήγηση κεφαλαιακής ενίσχυσης. Σου λέει: κι αν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ; Εδώ εμφανίζεται και μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της αστικής οικονομίας: σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί ότι κάποιος που βάζει τα λεφτά για τη διάσωση επιχειρήσεων, δεν αποκτά αμέσως και τον πλήρη έλεγχό τους. Αυτό ισχύει μόνο όταν πρόκειται για δημόσιο χρήμα!

Δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών

Η δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών –και μάλιστα ή πλήρης και αδιαίρετη, ανεξάρτητα από την εκάστοτε μορφή– είναι γι’ αυτούς τους λόγους εκ των ων ουκ άνευ για οποιοδήποτε αριστερό πρόγραμμα. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι, αν δεν μπορείς, με διοικητική πράξη κιόλας, να υπαγάγεις τις τράπεζες στο Δημόσιο, πρέπει να παραιτηθείς από το αριστερό πρόγραμμά σου! Η υπαγωγή οποιουδήποτε τομέα σε δημόσια ιδιοκτησία δεν είναι ζήτημα τσαμπουκά, αλλά πολιτικής: ελιγμών, συμμαχιών, οπισθοδρομήσεων ή μερικών επιτυχιών κ.λπ.. Άλλωστε και από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες της αριστερής κριτικής, μόνο η δεύτερη, η λειτουργική, είναι πειστική για ανθρώπους από ευρύτερες κοινωνικές τάξεις και κοινωνικά στρώματα, που βλέπουν το αδιέξοδο του σημερινού ιδιοκτησιακού καθεστώτος και της σημερινής λειτουργίας του τραπεζικούς συστήματος και τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εκάστοτε δική τους περίπτωση.
Αλλά και από αυτήν, τη λειτουργική κριτική μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα για τη διάρθρωση, τη διεύθυνση και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, τα οποία είναι αναγκαία, αφού μάλιστα η Αριστερά σήμερα καλείται να τοποθετηθεί σαφώς για πράγματα που ίσως κληθεί, όχι σε ένα απώτερο μέλλον, αλλά τον άλλο μήνα να εφαρμόσει. Χρειάζεται μόνο να έχει κανείς κατά νου ότι «Γκρίζα η κάθε θεωρία, πράσινο όμως το χρυσαφένιο δέντρο της ζωής!», ότι δηλαδή οι εκάστοτε συγκεκριμένες μορφές προκύπτουν από μια περίπλοκη πραγματικότητα που αλλάζει με δικούς της κανόνες. Όπως και να είναι όμως, μπορούμε σήμερα και με βάση επεξεργασίες αριστερών κομμάτων και θεωρητικών από άλλες χώρες, να πούμε ότι χρειάζονται διαφορετικές μορφές δημόσιας ιδιοκτησίας, διοίκησης και λειτουργίας.

Τι ακριβώς χρειαζόμαστε

Λόγου χάριν, χρειάζονται λίγες μεγάλες τράπεζες, υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης, για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων ή μεγάλων επενδύσεων. Χρειάζεται ένα πυκνό δίκτυο συνεταιριστικών τραπεζών, όχι μόνο για την αγροτική παραγωγή, αλλά και για το εμπόριο γενικά, για τη μικρή αστική παραγωγή κ.λπ.. Χρειάζεται ακόμα ένα δίκτυο ταμιευτηρίων (κατά το πρότυπο των αμερικανικών «Save and Loan» που τις κατέστρεψε ο νεοφιλελευθερισμός την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα ή των βρετανικών, στεγαστικών κυρίως, «Β and L» ή των γερμανικών «Spar- und Leihkassen», ταμιευτηρίων που ιδρύθηκαν για να συγκεντρώνουν τις λαϊκές, κυρίως εργατικές, αποταμιεύσεις και να χορηγούν στεγαστικά κυρίως δάνεια. Στην Κεντρική Ευρώπη η λειτουργία αυτών των ταμιευτηρίων έχει από καιρό επεκταθεί στη δανειοδότηση και την παροχή συμβουλών σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Στον καπιταλισμό, όπου υπάρχουν αυτές οι τραπεζικές μορφές, η διοίκηση και η λειτουργία τους υπακούει στο αυταρχικό-κερδοσκοπικό καπιταλιστικό πρότυπο, χωρίς δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο ή δημοκρατικό σχεδιασμό και καθορισμό στόχων και χωρίς σύνδεση με έναν κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Αυτός είναι ο λόγος που συχνά φθίνουν ή καταστρέφονται. Όμως, αυτή η κριτική, εάν οδηγήσει στην απόρριψη τραπεζικών σχημάτων που έχουν αναδειχθεί επειδή η δημόσια παρέμβαση είναι αναγκαία στον καπιταλισμό, θα έχει αστοχήσει. Βλέπεις, είναι τόσο εκτός ιστορικού υλισμού η θεωρία ότι η εργατική εξουσία θα τα κάνει όλα από την αρχή, χωρίς να βασιστεί σε όσα αναδύονται από τις αντιφάσεις του παλιού συστήματος, που καταντάει τροχοπέδη για τη σκέψη και την άσκηση πολιτικής. Το παράδειγμα του ΚΚΕ και της πολιτικής του, που βασίζεται σε αυτό το μεταφυσικό κατασκεύασμα είναι προς αποφυγήν.

­



            Ανανεώνοντας σε βάθος την αναλυτική της εξουσίας Φουκώ συνάρθρωνε μια τυπολογία των κοινωνικών αγώνων, διακρίνοντας τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες. Η πρώτη αντιστοιχεί στους αγώνες που στρέφονται εναντίον των μορφών εξουσιαστικής επιβολής – κοινωνικής, θρησκευτικής, εθνικής. Η δεύτερη περιλαμβάνει τους αγώνες που αποτελούν μαχητική έκφραση της αντίστασης κατά των σχέσεων εκμετάλλευσης που υπεξαιρούν από τον εργαζόμενο το αντικείμενο του παραγωγικού μόχθου του. Η τρίτη, πιο άμεσα κεντροθετημένη στην μικροφυσική της εξουσίας, συστεγάζει την πολλαπλότητα των αντιστάσεων απέναντι σε σχήματα καθυπόταξης του ατόμου σε καταναγκαστικούς και εσωτερικευμένους κανόνες. Φρονούσε δε ότι αυτό που διακρίνει την εποχή μας έγκειται στην πρωτοκαθεδρία των αγώνων που αντιμάχονται την υποταγή της υποκειμενικότητας  σε κανονιστικά πρότυπα ετεροκαθορισμού. Αυτοί οι αγώνες τέμνουν εγκάρσια την πολυμορφία των πολιτικών καθεστώτων και των εθνικών χώρων, αναπτύσσονται γύρω από τοπικές μικροεστίες εξουσίας – πατριαρχική οικογένεια, ανδροκρατικά προνόμια, εμπορευματοποιημένη ιατρική αυθεντία, θεσμική αυθαιρεσία κρατικών μηχανισμών κλπ.- και τέλος επικεντρώνονται στον άμεσο αντίπαλο χωρίς να κατευθύνονται και να συγκλίνουν σ’ έναν κύριο εχθρό. Αναμφίβολα η τυπολογία του Φουκώ απεικονίζει ιδανικά την ετερογενή κατανομή των πολύμορφων κινημάτων χειραφέτησης που αναπτύχθηκαν ραγδαία από τις αρχές του ΄60 και μετά. Όλοι οι πολιτικο-κοινωνικοί δείκτες συνηγορούν πλέον με τη διαπίστωση ότι έχουμε εισέλθει σε μια φάση αλλαγής εποχής όπου οι πολυεστικά αναδυόμενοι αγώνες διέπονται από ομόρροπες τάσεις σύγκλισης και συμπύκνωσης σε επιλογές αντίστασης απέναντι σε ανανεωμένες μορφές εκμετάλλευσης, πλανητικά εξαπλούμενες με την προέλαση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που κατοχυρώνει παντού, με την καταστρεπτική του δύναμη, τον τίτλο του κύριου εχθρού. Απ’ αυτή την άποψη είμαστε οι προνομιακοί μάρτυρες μιας «αφύπνισης της ιστορίας» σύμφωνα με την ευτυχή έκφραση του Μπαντιού. Η θεαματική επιστροφή αυτής της κατηγορίας αγώνων συμπίπτει με τις βίαιες επιλογές του κλυδωνιζόμενου νεοφιλευθερισμού που συσπάται για να απορροφήσει το ωστικό κύμα της πρόσφατης ιστορικής κρίσης. Συθέμελα κλονισμένος και σε κατάσταση πανικού για κάποιο διάστημα φιλοδοξεί πλέον να ανακάμψει με ένα πέρασμα στο όριο (passage à lalimite), και δη παροξυστικά επιταχυνόμενο. Συγκεκριμένα επιλέγει την ριζοσπαστικοποίηση των μορφών εκμετάλλευσης και την φρενήρη επέκτασή τους στο σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των μεσαίων, σχετικά εύπορων κοινωνικών στρωμάτων που αποτελούσαν οργανική συνιστώσα του καπιταλιστικού κοινωνικού συμβολαίου. Η κηδεμονευόμενη Ελλάδα κομίζει την δραματική απόδειξη  αυτής της υπόθεσης. Η μνημονιακή στρατηγική φιλοδοξεί να διαγράψει από τον κοινωνικό χάρτη τα ενδιάμεσα στρώματα συμπαρασύροντας το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας στο καθοδικό σπιράλ της πτωχοποίησης και της ένδειας. Με τεχνικούς όρους το φιλόδοξο ζητούμενο είναι η εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή η βίαιη και εξοντωτική πτώση του επιπέδου ζωής ως εναλλακτική στρατηγική στην αδύνατη νομισματική υποτίμηση ελλείψει εθνικού νομίσματος. Η στρατηγική του οδοστρωτήρα υποκρύπτει ωστόσο ένα αθέατο ζητούμενο, μη αναγώγιμο στη λογιστική της δημοσιονομικής ισορροπίας και προωθούμενο από την δυναμική του περάσματος στο όριο. Πρόκειται για την ενορχηστρωμένη παλινδρόμηση σε αναβαθμισμένες μορφές υπερεκμετάλλευσης, ομογάλακτες με αυτές που εξέθρεψε η άγρια επέκταση της εξουσίας του καπιταλισμού τον 19ο αιώνα και ομοούσιες με αυτές που διαδίδονται καρκινικά στον ασιατικό χώρο και εγείρουν μια εκφοβιστική πρόκληση ανταγωνιστικότητας απέναντι στην καλοταϊσμένη ηγεμονία της Δύσης. Κατά κάποιο τρόπο, η φρανκενσταϊνική φιλοδοξία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού είναι να δημιουργήσει ένα νέο είδος: τον λευκό κινέζο– έλληνα, βούλγαρο, ισπανό, λετονό… Τα τελευταία χρόνια, ήδη πριν την κρίση, στρατηγικοί αναλυτές και αυτόκλητοι προασπιστές του πεπρωμένου της διακηρύττουν εν χορώ ότι η Δύση δεν θα μπορέσει να σηκώσει το γάντι της ασιατικής πρόκλησης εάν δεν ισοπεδώσει δύο εσωτερικά εμπόδια.
Πρώτον, θα πρέπει αν αποσυνδέσει τις πολιτικές αποφάσεις από το ενδεχομενικά αστάθμητο παιχνίδι των κατ’επίφασιν δημοκρατικών διαδικασιών που διαπλέκονται με την κοινοβουλευτική νομιμότητα  – πρόκειται για αυτό που ο Μπαλιμπάρ έχει αποκαλέσει «εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης». Και δεύτερον, θα πρέπει να πετσοκόψει με κατεπείγοντα ζήλο τις δαπάνες υγείας, τουτέστιν να δώσει άμεσα την χαριστική βολή στο κράτος Πρόνοιας. Αποκαλυπτική από αυτή την άποψη είναι μια πρόσφατη επιθετική και άκρως δυσοίωνη μελέτη που εκπόνησε ο σιδηρούς ιδεολογικός βραχίονας του νεοφιλελευθερισμού ιματισμένος  ως οίκος αξιολόγησης,  οι StandardandPoor’s, και την οποία  κοινοποίησε στις διευθυντικές ελίτ του G 20 εν είδει προειδοποιητικής βολής. Προεξοφλεί με απειλητικούς τόνους την επικείμενη υποβάθμιση όλων των χωρών του G 20, εάν  δεν υιοθετηθούν άμεσα μέτρα κατεδάφισης των συστημάτων υγείας.  Σε αντίθετη περίπτωση απολύτως καμία χώρα από τον ανθό του καπιταλισμού δεν θα είναι σε θέση να επιδείξει το πολυπόθητο και γελοίο τριπλό Α. Ο δημογραφικός μαρασμός της Δύσης και η επιταχυνόμενη γήρανση των πληθυσμών της,  που επέρχεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό νέων δαπανηρών ιατρικών τεχνολογιών και την ενσωμάτωσή τους σε θεραπευτικά πρωτόκολλα ανοιχτά σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, οδηγούν αμείλικτα στην επιδείνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων υπό το βάρος των διογκούμενων  δαπανών υγείας. Οργανωτική μήτρα της κοινωνικής κατίσχυσης του καπιταλισμού, η βιοεξουσία μεταλλάσσεται πλέον  σε μαύρη τρύπα της οικονομίας του. Αντίθετα, αποφαίνεται η μελέτη των  StandardandPoor’s, «το γεγονός ότι οι περισσότερες ασιατικές χώρες δεν έχουν ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης όπως αυτό που ισχύει στη Δύση σημαίνει ότι η βραδυφλεγής δημογραφική βόμβα δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις». Τουτέστιν, ο θάνατος υποδεικνύεται ως ο ιδανικός εγγυητής της καπιταλιστικής κερδοφορίας! Η φυσική εξόντωση των ανεπιθύμητων πληθυσμών αποθεώνεται ως η κατ’ εξοχήν στρατηγική για να αντιστραφεί η πτωτική τάση του κέρδους.  Αυτή η μακάβρια συνταγή που εμπνέει αθόρυβες βίο-πολιτικές θανάτου εφαρμόζεται πλέον πειραματικά στην μνημονιακή Ελλάδα όπου ήδη καταγράφεται η αποκαλυψιακή καταστροφή του συστήματος υγείας. Δεν θα επεκταθώ εδώ στην καταιγιστική λήψη μέτρων διάλυσης που την υλοποιούν. Προς εξυγίανση των κοινωνικών δαπανών, το νέοφιλελεύθερο κράτος σπεύδει να συνάψει στρατηγική συμμαχία με τον θάνατο. Ωστόσο η απλή καταγγελία της λογιστικής διαχείρισης της υγείας αφήνει στο σκοτάδι την ιστορική μετάλλαξη  των κοινωνιών που κυοφορούνται στις νεοφιλελεύθερες θερμοκοιτίδες της Δύσης.
Θα υποστηρίξω λοιπόν την θέση ότι μια πραγματική  μετάλλαξη εξαπλώνεται στον τρόπο λειτουργάς της βιοεξουσίας, η οποία ως γνωστόν έπαιξε ένα στρατηγικό ρόλο στη μορφοποίηση της εξουσίας στη Δύση  και στην επέκτασής της σ’ όλες τις όψεις της ζωής. Η βιοεξουσία συγκροτήθηκε γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος ιστορικός άξονας διαμόρφωσε μια ανατομο-πολιτική που παρήγαγε πειθαρχημένα σώματα, υποταγμένα σε τεχνικές ντρεσαρίσματος και επαύξησης της αποδοτικότητάς τους. Σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός ξανασχεδιάζει αυτό  τον άξονα με ανατριχιαστική ωμότητα.  Μαθαίνουμε για παράδειγμα ότι οι κινέζοι εργάζονται στα εργαστήρια της Apple 80 με 90 ώρες την εβδομάδα!
Ο δεύτερο άξονας συγκροτήθηκε ως  μια βίο-πολιτική του είδους, αντικείμενο της οποίας ήταν ο πληθυσμός και στόχος η ομαλοποιητική διαχείρισή του. Εκ πρώτης όψεως  αυτή η διαχείριση επιστρατεύει μορφές ορθολογικότητας στηριζόμενες στον  λόγο της επιστήμης, οι οποίες προάγουν στρατηγικές βελτίωσης της ζωής και αποτροπής του θανάτου. Η εξουσία του ηγεμόνα υπαγόρευε τον θάνατο και επέτρεπε τη ζωή. Η βιοεξουσία υπαγορεύει τη ζωή και επιτρέπει τον θάνατο, όπως σημειώνει ο Φουκώ. Ενσωματώνοντας ωστόσο στους μηχανισμούς της όλες τις παραμέτρους που καθορίζουν τις εκφάνσεις της ζωής, η βιοεξουσία αποδείχτηκε ικανή όχι μόνο να διαχειριστεί τη ζωή αλλά επίσης να προγραμματίσει το Ολοκαύτωμα, σύμφωνα με την ιστορική διατύπωση του Φουκώ. Ο ευγονισμός, ο ρατσισμός και φυσικά ο ναζισμός έφεραν θεαματικά στο φως την εγγενώς διφορούμενη  συγκρότηση της βιοεξουσίας. Σήμερα με την κίνηση περάσματος στο όριο, με αυτό το εγκληματικό  ‘πέρασμα στην πράξη’, ο μαινόμενος νεοφιλελευθερισμός αποδεικνύεται φορέας μιας βούλησης ριζικού επανασχεδιασμού των Δυτικών κοινωνιών και σε αυτή την προοπτική ανασυγκροτεί το σύστημα της βιοεξουσίας γύρω από τον θανατηφόρο πόλο της. Η βιοεξουσία αποβάλλει τον διπολικό χαρακτήρα της και μεταλλάσσεται σε μήτρα θανατηφόρων βίο-πολιτικών. Εδώ αποκαλύπτεται το άδηλο διακύβευμα : αυτό που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη δεν είναι εξομοιώσιμο με έναν απλό εξορθολογισμό των δαπανών υγείας ή με το επιλεκτικό ξήλωμα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Το ζητούμενο για τον ‘οριακό’ νεοφιλελευθερισμό είναι να προγραμματίσει τον αργό, διακριτικό και πολιτικά ορθό θάνατο  των περιττών πληθυσμών, των οποίων η ύπαρξη δυναστεύει τις κοινωνικές δαπάνες και εμποδίζει τις δυτικές οικονομίες να απογειώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ενδεικτικό και μακάβριο σύμπτωμα : η εξώθηση των ‘περιττών’ ανθρώπων στην αυτοκτονία.
Για την νεοφιλελεύθερη  πολιτική βούληση, συνταξιούχοι, μη ανακυκλώσιμοι άνεργοι, ανεκπαίδευτοι, χρόνια ψυχικά πάσχοντες, κατατρεγμένοι μετανάστες, άτομα με ειδικές ανάγκες καθώς και τμήματα τη νεολαίας δεν αποτελούν πλέον ενσωματώσιμους πληθυσμούς και νόμιμες κοινωνικές ομάδες αλλά παράνομες υπάρξεις και αντιμετωπίζονται ως η σκαρταδούρα της ανθρωπότητας. Αποτελούν πλέον υπονομευτικές ετερογένειες η ύπαρξη των οποίων αντιβαίνει στο ιδεώδες πλαίσιο αναπαραγωγής του κεφαλαίου και μεγιστοποίησης του κέρδους. Στην ‘οριακή’ καμπή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού  η βίο-πολιτική μεταλλάσσεται μονοσήμαντα σε βίο-πολιτική θανάτου.
 
ΔημήτριςΒεργέτης, ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια
 
 
 
 
 

 Η «Εποχή» αυτή τη φορά θα κυκλοφορήσει Δευτέρα. Η 48ωρη απεργία των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης δεν μας επέτρεπε, πρακτικά και ηθικά, να κυκλοφορήσουμε Κυριακή. Είχαμε θεωρητικά, τρεις επιλογές. Να κυκλοφορήσουμε κι εμείς Παρασκευή. Να «πηδήξουμε» ένα φύλλο και να πάμε κατ' ευθείαν στο χριστουγεννιάτικο. Να βγούμε Δευτέρα.

 Απορρίψαμε την πρώτη επιλογή, γιατί θα ήταν κατά τη γνώμη μας, μια μορφή καταστρατήγησης της απεργίας και δεν θα θέλαμε σε καμία περίπτωση να μας συναριθμήσουν με τα συγκροτήματα που επέλεξαν αυτή τη "λύση". Αντίθετα, θέλαμε οι εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης να μας υπολογίζουν στους ανεπιφύλακτους υποστηρικτές των δίκαιων αιτημάτων τους, ιδίως σε τόσο δύσκολες ώρες.

Αποκλείσαμε τη δεύτερη, γιατί δεν μπορούσαμε να αφήσουμε χωρίς τη δική μας ματιά, το δικό μας σχολιασμό μια εβδομάδα σαν και αυτή που πέρασε, τόσο πλούσια σε πολιτικά γεγονότα και τόσο σημαντικές λαϊκές κινητοποιήσεις (απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες...).

Όπως κάθε επιλογή, μπορεί και η δική μας να κριθεί από τον καθένα. Εμάς, πάντως, μας αφήνει με την αίσθηση ότι μπορούμε να έχουμε την αριστερή, συνδικαλιστική και κοινωνική συνείδησή μας ήρεμη και εν εγρηγόρσει.

Στην παράδοση, η τάξη και η ανατροπή εναλλάσσονται


Η απώλεια της Δόμνας Σαμίου έφερε στην επικαιρότητα ξανά το έργο της. Εξερευνώντας λοιπόν το σημαντικό αυτό έργο, συνάντησα τη δουλειά μιας συλλογικότητας, του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου (www.domnasamiou.gr) και της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας Μιράντας Τερζοπούλου, συνεργάτιδας και φίλης της Δόμνας και μέλους του Συλλόγου. Η Μιράντα είναι λαογράφος εθνολόγος, υπήρξε ερευνήτρια του Κέντρου Έρευνας Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών και έχει δουλέψει με «μειονοτικές ομάδες, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, με λαϊκούς ανθρώπους, με «απαγορευμένες» κοινωνικές ομάδες». Μελέτησε τραγούδια, που της αρέσουν πολύ ως τρόπος έκφρασης, και τη γοήτευσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο τραγουδιούνται. Στις πολύ προσεγμένες εκδόσεις τραγουδιών της Δόμνας Σαμίου έγραψε τα κείμενα των βιβλίων που συνοδεύουν τα cd. Διαβάζοντάς τα είναι σαν να ανοίγει η πόρτα ενός παλιού εγκαταλελειμμένου σπιτιού που από το παράθυρό του ακούγεται η φωνή της Δόμνας να τραγουδά.

Τη συνέντευξη πήρε
η Ζωή Γεωργούλα

Μέρες που είναι ας διαλέξουμε να μιλήσουμε για το έργο που πραγματοποιήσατε μαζί με τη Δόμνα και το Σύλλογο μέσα από την ιδιαίτερη έκδοση «Τα Πασχαλιάτικα».

Τα Πασχαλιάτικα ανήκουν σε ένα κύκλο που τον ονομάσαμε Κύκλο του χρόνου. Διαλέξαμε τους κύκλους τους εορταστικούς ξεκινώντας από τα Αποκριάτικα, μετά τα οποία ακολούθησαν τα Πασχαλιάτικα. Υπάρχει μια εσωτερική σύνδεση. Το βιβλίο μάλιστα που συνοδεύει το cd των Αποκριάτικων τελειώνει με δυο φωτογραφίες. Η μία από την εορταστική παράδοση της ανατρεπτικής Αποκριάς, με τον πανζουρλισμό, την κοινωνική αταξία και ασυδοσία, με τις μορφές που δεν αναγνωρίζονται, και δίπλα, η άλλη, απεικονίζει τον τελετουργικό χορό του Πάσχα, τον πρώτο χορό μετά την Αποκριά και τη Σαρακοστή, όπου επιστρέφει η απόλυτη τάξη και ιεραρχία και οι άνθρωποι παρατάσσονται κατα σειρά κοινωνικής θέσης, ηλικίας και, εννοείται, φύλου.
Και οι δύο είναι νεκρολατρικές γιορτές, πίσω από όλες τις τελετές υπάρχει ένας θρήνος. Οι ίδιες οι Απόκριες έχουν ως κεντρικό σημείο αναφοράς το θάνατο, μπροστά στον οποίο είμαστε όλοι ίσοι και αυτή η εξίσωση επιτρέπει την κατάλυση της ιεραρχίας, καθιστά ασήμαντη την κάθε εξουσία, την κάθε καταπίεση. Το Πάσχα, όλος ο εορταστικός κύκλος γίνεται με σημείο αναφοράς το θάνατο και την ανάσταση. Τα παραδοσιακά τραγούδια που τραγουδιούνται μετά τη Λαμπρή, συνήθως αναφέρονται σε κάποιο νεκρό, που τον καλούν να αναστηθεί να γιορτάσει. Η κοινότητα που ανασυντίθεται με αφορμή το Πάσχα συμπεριλαμβάνει και τους νεκρούς, μέσω τη μνήμης και της τιμής που τους αποδίδεται. Εν γένει αυτές οι γιορτές της άνοιξης έχουν χαρακτήρα νεκραναστάσιμο, όπως η φύση αναγεννιέται. Έτσι τα τραγούδια του Πάσχα έχουν θρηνητικό χαρακτήρα ή είναι τραγούδια ιστορικά που μας φέρνουν σε επαφή με το παρελθόν που βρίθει φυσικά από θανάτους.

Τι τραγούδια περιλαμβάνει αυτό το έργο; Υπάρχει ένα τραγούδι «Το μοιρολόι της Παναγιάς» που το συμπεριλάβατε σε διαφορετικές εκδοχές, από διαφορετικούς τόπους.
Τα δημοτικά τραγούδια είναι πανελλήνια, τα συναντάς σε διαφορετικές περιοχές με διαφορετικές εκδοχές. Όπου ταξιδεύουν προσαρμόζονται στη μουσική παράδοση της κάθε περιοχής, οπότε υπάρχει το ίδιο τραγούδι με διαφορετικές μουσικές.
Τα Πασχαλιάτικα ξεκινούν με δύο τραγούδια της Σαρακοστής που τα ακολουθεί ένα τραγούδι από τη Μύκονο, πένθιμο, η «Βγενούλα», που τραγουδιέται από γυναίκες την περίοδο της Σαρακοστής, οπότε δεν μπορούσαν να χορέψουν και να ψυχαγωγηθούν.
Το μοιρολόι της Παναγιάς το τραγουδούν οι γυναίκες μέσα στην εκκλησία αφού τελειώσουν οι ιερουργίες, τη Μ. Πέμπτη στολίζοντας τον επιτάφιο. Έχει πολύ όμορφους στίχους, όπου η μάνα-Παναγιά γυρεύει να σφαγεί. Στο τέλος του σπαραγμού ο γιος λέει στη μάνα να κάνει υπομονή γιατί: «Mάνα μ’ αν σφαγείς εσύ, σφάζετ’ όλος ο κόσμος (...) Πάρτο μάνα μου υπομονή, να πάρ’ όλος ο κόσμος». Οι γυναίκες, στο τραγούδι αυτό, εξέφραζαν τους δικούς τους καημούς και πόνους. Το θείο δράμα με το ανθρώπινο δράμα ταυτίζεται αυτές τις μέρες. Χαρακτηριστικά, στην Κάρπαθο στολίζοντας τον επιτάφιο κρεμούν φωτογραφίες δικών τους παιδιών που χάθηκαν. Μέσα, λοιπόν, από το τυπικό της εκκλησίας οι γυναίκες, που συνήθως είναι αυτές που συμμετέχουν σε αυτά τα έθιμα, βρίσκουν διέξοδο να εκφράσουν την ανθρώπινη διάσταση. Τα Πασχαλιάτικα είναι ένας δίσκος που αναδεικνύει τον ανθρώπινο πόνο.

Γιατί είναι οι γυναίκες κυρίως που τραγουδούν αυτά τα τραγούδια;
Οι γυναίκες χειρίζονται τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Μπορεί κάποτε να επιβλήθηκε το πατριαρχικό σύστημα και οι άντρες να κατέχουν την πλήρη έκταση του κοινωνικού χώρου, όμως στο εσωτερικό του οίκου και της κοινωνίας, οι γυναίκες χειρίζονταν τα πιο ουσιαστικά θέματα, όπως η γέννηση και ο θάνατος.
Στις Απόκριες, όπου αυτό που υμνείται περισσότερο είναι η γενετήσια δύναμη που θα κάνει τη γη να καρπίσει, άρα ο φαλλός, πρωταγωνιστούσαν πάντα άντρες. Και στους γυναικείους ρόλους μεταμφιέζονταν άντρες. Σήμερα, βέβαια, είτε επειδή οι γυναίκες το διεκδίκησαν είτε επειδή οι άντρες περιφρονούν το έθιμο, οι γυναίκες μεταμφιέζονται σε όλους τους ρόλους που προβλέπει το έθιμο.

Γιατί επιλέξατε να συνοδεύσετε αυτές τις εκδόσεις με ένα επεξηγηματικό –εξαιρετικο- βιβλιαράκι;
Ο λαϊκός πολιτισμός προσεγγίστηκε από τη λαογραφία με ένα φονικό τρόπο. Τον νέκρωσε, επέλεξε μόνο αυτά τα στοιχεία που αναδείκνυαν την παλαιότητα του έθνους και του αφαίρεσε όλες τις κοινωνικές διαστάσεις. Το να αναδεικνύεις τις κοινωνικές δυναμικές σε όλες τις εκφράσεις του λαϊκού πολιτισμού σημαίνει να αναδείξεις την τοπικότητα, γιατί ο λαϊκός πολιτισμός δεν είναι ενιαίος, χωριό με χωριό έχουν διαφορές. Η Ελλάδα, όμως, που γινόταν ένα έθνος έπρεπε να επιδείξει ένα ομογενοποιημένο πρόσωπο. Έπρεπε, άρα, η διαφορετικότητα να λειανθεί. Παράλληλα, στο λαϊκό πολιτισμό ενυπάρχει διαρκώς η σύγκρουση των φυσικών τάσεων με τις κοινωνικές επιταγές. Στις Απόκριες οι άνθρωποι εκδηλώνουν την ανάγκη να καταλύσουν την εξουσία, να υπερισχύσουν οι φυσικοί κανόνες έναντι των κοινωνικών. Κάποτε οι κοινωνίες, παρότι τα άτομα ήταν αυστηρά ελεγχόμενα, επέτρεπαν κάποιες εξισορροπητικές δικλείδες, που ενέτασσαν και αφομοίωναν τον «παραβάτη». Σήμερα, που μεγάλα κομμάτια της παράδοσης επιβιώνουν σχεδόν μόνο ως αταβιστικές μνήμες και ως φολκλόρ, υπάρχει η ανάγκη τεκμηρίωσης όταν αναφερόμαστε στο παρελθόν.

Η παραδοσιακή μουσική μπορεί να επιβιώσει;
Τα παραδοσιακά τραγούδια τα ακούμε έτσι κι αλλιώς. Όμως με έναν τρόπο και σε ένα περιβάλλον διαφοροποιημένο. Έχει σημασία όταν θέλει κάποιος να μελετήσει αυτά τα τραγούδια να καταλάβει την ιστορία που τα συνοδεύει. Τα τραγούδια έχουν, ας πούμε, ένα κουσούρι, είναι καλλιτεχνικά κομμάτια. Πολλοί μένουν σε αυτό, όμως τα τραγούδια λέγονταν συγκεκριμένες στιγμές για συγκεκριμένους λόγους και είχαν ένα κανονιστικό ρόλο, τον οποίο οι ακροατές και οι ερμηνευτές τον καταλάβαιναν. Και οι μεν και οι δε είχαν αλληλλοτροφοδοτούμενους ρόλους, τη μια τραγουδούσε ο μεν και άκουγε ο δε, την άλλη αντιστρέφονταν οι ρόλοι. Το ίδιο και στο χορό, όλοι συμμετείχαν. Η καλή τραγουδίστρια παλιά στα χωριά ήταν αυτή που θυμόταν πολλά τραγούδια και ήξερε σε ποια στιγμή να πει ποιο τραγούδι. Σήμερα είναι η εποχή της ατομικότητας. Τα τραγούδια παίζονται από μουσικούς προς ακροατήρια. Το να ξαναφτιάχνεις μικρές κοινότητες, μικρές πρόσκαιρες συνθήκες συλλογικότητας είναι κάτι που μας συνδέει με αυτό το αίσθημα που εκλείπει.

Τι ήταν αυτό που έφερε η Δόμνα Σαμίου στο δημοτικό τραγούδι;

Η Δόμνα έφερε πολλές καινοτομίες στο δημοτικό τραγούδι. Λειτούργησε ως γέφυρα για το παλιό, κρατούσε ζωντανή την παράδοση βάζοντας και το δικό της λιθαράκι. Τραγούδησε τα παραδοσιακά τραγούδια με έναν τρόπο που να αφορά τους νέους, τους ανθρώπους στα αστικά κέντρα, έχοντας έγνοια για το γνήσιο και το καλαίσθητο, γιατί και η ίδια ήταν καλλιτέχνης. Προσέδωσε μια γνήσια εκδοχή στο παραδοσιακό, γιατί η ίδια ήταν αυθεντική.

 
Παραδοσιακή μουσική: Η κρίση έχει αρχίσει από παλιά

Η Μιράντα Τερζοπούλου συμμετείχε στο τριήμερο πολιτιστικό συνέδριο που διοργάνωσε ο δήμος Καλαμαριάς, το Σεπτέμβρη του 2011, με στόχο να πλαισιώσει και θεωρητικά τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του «Παρά θιν’ αλός», του μεγαλύτερου μουσικού και εικαστικού φεστιβάλ της Βόρειας Ελλάδας, με το παρακάτω κείμενο, στο οποίο μιλά για το «πολυθρύλητο μεν, ουσιαστικά όμως άγνωστο παρεξηγημένο, παραχαραγμένο έως και κακοποιημένο είδος μουσικής που ονομάζουμε «παραδοσιακή», τη μουσική εκείνη δηλαδή που μας έρχεται από το παρελθόν και υποτίθεται ότι απηχεί έναν τρόπο ζωής και μουσικές αντιλήψεις του παρελθόντος, ασχέτως του πώς παίζεται και πώς την ακούμε σήμερα». Το κείμενο κινείται ανάμεσα στον όρο και το ερώτημα «παραδοσιακή μουσική» και στους όρους ελληνικότητα και κρίση, που δανείστηκε από τους τίτλους του συνεδρίου.

Τις περισσότερες φορές η μουσική εκτιμάται μόνο για την αισθητική της πλευρά, ως τέχνη των ήχων που στοχεύει αποκλειστικά στη συγκίνηση και την ψυχαγωγία, αποκομμένη από τα κοινωνικά και τα πολιτικά συμφραζόμενα, στερημένη ως εκ τούτου από τα κρίσιμα εκείνα νοήματα που θα βοηθούσαν στην ουσιαστική κατανόησή της.
Έτσι και για πολλούς καλλιτέχνες της έντεχνης μουσικής, οι ήχοι της παράδοσης ήταν ένα συγκλονιστικό άκουσμα και μια -ομολογημένη ή ανομολόγητη- ερεθιστική πηγή έμπνευσης Σπάνια, όμως, οι θαυμαστές της αινιγματικής αυτής μουσικής γνώριζαν τις περιπέτειες του κάθε τραγουδιού ή μουσικού κομματιού, την ιστορία του, τις χρήσεις και καταχρήσεις του στο στενό χώρο στον οποίο δημιουργήθηκε, αναδημιουργήθηκε, πολέμησε, καταγράφτηκε, εκδόθηκε, μέχρι να φτάσει στ’ αυτιά τους. Εξίσου δεν υποψιάστηκαν πόσες μουσικές που υπήρχαν παραδίπλα δεν έφτασαν ποτέ στ’ αυτιά τους –και γιατί;
Ελεγε πρόσφατα σε μια συνέντευξη του ο Σωκράτης Μάλαμας: «Ακούω μουσική από τη Δυτική Ινδία. Πιο ισχυρή μουσική δεν γίνεται. Σε βάζει σε ένα εσωτερικό ενθουσιασμό.» Αυτό ακριβώς «ενθουσιασμένος, ένθεος» δηλαδή. Η ακρόαση και μόνο της μουσικής -κι αυτό το γνωρίζουμε καλά- σε οδηγεί συχνά σ’ ένα αισθησιακό μετεωρισμό, όπως εκείνους τους ασκητές, τους «δια θεόν σαλούς». Κι όπως εκείνους τους υπνώτιζε και τους ρουφούσε η απεραντοσύνη της ερήμου -«την ακούγανε» δηλαδή και τους «έστελνε»-, έτσι και τους ακροατές τέτοιων πανίσχυρων παλαιών μουσικών τούς κατακλύζει η γοητεία του ανοίκειου ακούσματος, ώστε να αδιαφορούν για την κοινωνική υπόσταση και τις ρίζες του λαϊκού καλλιτεχνικού έργου -αυτές τις «αποθήκες καυσίμων του κόσμου» για εμας τους σημερινούς φτωχούς.
Για τη Δυτική Ινδία, δικαιούμαστε ίσως να αγνοούμε πολλά, αλλά για το δίπλα μας; Τι ξέρουμε γι’ αυτόν τον «πόλεμο χωρίς σφαίρες», όπως πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου χαρακτηρίστηκαν οι γλώσσες και οι μουσικές. Ας πάμε ένα μικρό ταξίδι, μια μικρή ιστορική αναδρομή. Θα στηριχτώ εδώ πολύ στην τολμηρή και πρωτοπόρα μελέτη των φίλων και συνοδοιπόρων μου Γιώργου Μαυρομμάτη και Λεωνίδα Εμπειρίκου με τίτλο «Εθνοτική ταυτότητα και παραδοσιακή μουσική στους μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης» που δημοσιεύτηκε το 2000.

Μια ιστορική αναδρομή

Το μωσαϊκό των εθνοτικών ομάδων που μετά τον αγώνα του ’21 και τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συναποτελέσαν το ελληνικό έθνος-κράτος κατά τη σταδιακή συγκρότηση του με τη συνεχή ενσωμάτωση νέων περιοχών επί 100 χρόνια σχεδόν μετά την ίδρυσή του, ομογενοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό σιγά σιγά, δημιουργώντας αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται ως το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος. Όσες από τις εθνοτικά διαφορετικές αυτές ομάδες έφεραν τον τίτλο Xριστιανοί, με την πάροδο του χρόνου βρήκαν σιγά σιγά χώρο και εαυτό μέσα σε μιά ευρύχωρη νεοελληνική ταυτότητα. Aνάλογη τύχη είχαν τα τραγούδια και οι μουσικές τους: θεωρήθηκαν κομμάτια του σώματος της μεγάλης εθνικής μουσικής -τα ελληνόφωνα εξ αρχής και με άνεση, τα τουρκόφωνα των χριστιανών μικρασιατών προσφύγων πολύ αργότερα και με αρκετή δυσκολία. Ενώ τα αρβανίτικα, τα βλάχικα και πάνω απ’ όλα τα σλαβόφωνα, υπέστησαν τις αυστηρότερες απαγορεύσεις ως προς τη δημόσια εκτέλεση τους, όχι μόνο μέσω του σχολείου και της ιδεολογικής προπαγάνδας αλλά και με πιο βίαιους τρόπους, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, οι άνθρωποι να αναδιπλωθούν και να κρύψουν μέχρι που ξέχασαν σχεδόν την πολύτιμη άυλη κληρονομιά τους, δηλαδή τη γλώσσα και τα τραγούδια τους, φτωχαίνοντας την εθνική μουσική -και τη γνώση μας, πλην ελαχίστων που έψαξαν το πράγμα. Μόνο κατά την τελευταία δεκαετία άρχισαν δειλά να εμφανίζονται στη δισκογραφία και ν’ ακούγονται σε κάποιες εθνοτοπικές επετειακές δικές τους γιορτές τραγούδια στις γλώσσες αυτές, και πάντα με ιδιωτική πρωτοβουλία ατόμων ή συλλόγων.
Ανάλογο τοπίο με τους αλλόθρησκους. Oι Eβραίοι ως γνωστό εξαφανίστηκαν και οι ερευνητές ψάχνουν μουσικές από τους επιζήσαντες στα γηροκομία της Κωσταντινούπολης και του Ισραήλ, οι μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής της Ηπειροθεσσαλίας εκδιώχθηκαν ή εξαφανίστηκαν, ενώ οι μουσουλμάνοι μειονοτικοί της Θράκης, εξαιρέθηκαν από την ομογενοποιητική διαδικασία, μη θεωρούμενοι μέχρι τη δεκαετία του ’90 κομμάτι του ελληνικού έθνους. Ως εκ τούτου, οι μουσικές τους, μη θεωρούμενες επίσης κομμάτι του ευρύτερου εθνικού μουσικού σώματος, δεν διώχθηκαν μεν, όπως συνέβη με τις μουσικές των άλλων, «εθνικά ύποπτων» ελλήνων πολιτών, που αναφέραμε, αλλά αγνοήθηκαν παντελώς, παραμένοντας άγνωστες, για να ακούγονται μόνο απ’ τα δικά τους αυτιά. Αναφέρω ότι στη συγκεκριμένη περιοχή, τη Θράκη, κατά τα τελευταία χρόνια επιδεικνύεται από ημιεπίσημους -αλλά αναρμόδιους- φορείς έντονο ενδιαφέρον για ανάδειξη της μουσικής των Πομάκων, έργο αξιέπαινο αλλά ενίοτε υπόπτων προθέσεων.
Οι Ρομ τώρα, αόρατοι παντελώς ως πολίτες, διασώθηκαν σε ένα περίεργο καθεστώς λόγω της εξωτικής «τουρκογυφτολαγνείας» των πνευματικά ανώτερων Ελλήνων. Βασικοί συντελεστές σε εθιμικά δρώμενα και πανηγύρια, παίζουν και διαδίδουν μουσικές όλων των ομάδων, αλλά κανείς δεν ξέρει τίποτε για τις δικές τους, ούτε καν αν υπάρχουν.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν με τους «διαφορετικούς», οι μουσικές των καθαρόαιμων Ελλήνων-χριστιανών δεινοπαθούσαν με έναν άλλο τρόπο. Έχοντας, (υπό την καθοδήγηση των εκπροσώπων της εθνικής λαογραφίας) αναλάβει το ρόλο στήριξης της ελληνικότητας -δηλαδή της απευθείας σύνδεσης με την αρχαιότητα και διαγραφής των ενδιάμεσων αιώνων- και απόδειξης μιας αδιατάρακτης συνέχειας που περιλάμβανε και το παρόν, έπρεπε να αποβάλουν ό,τι θύμιζε το επικίνδυνο παρελθόν άλλα και ό,τι αποκάλυπτε οχληρές κοινωνικές πραγματικότητες. Οι μουσικές λειάνθηκαν, οι ήχοι εξευγενίστηκαν, οι τοπικότητες εξωτικοποιήθηκαν ή ισοπεδώθηκαν, οι φωνές έχασαν τον ιδιωματισμό τους κρατώντας μόνο το κατιτίς, τα τραγούδια ταξινομήθηκαν σε βαρύγδουπες ακαδημαϊκές κατηγορίες και από μέσο αφήγησης της ιστορίας και διαχείρισης της μνήμης και της ταυτότητας για τα μέλη της κάθε κοινότητας που τα δημιουργούσε, έγιναν ευχάριστα και εύπεπτα ακούσματα για τα αυτιά των νεο-αστών που ήθελαν να ξεχάσουν όσα θύμιζαν το χωριό τους ή μάλλον να τα ξανα-ανακαλύψουν σαν τους ξενιτεμένους, εξωραϊσμένα, νοσταλγικά, αποκομμένα απ’ την ιστορία και τη δύσπεπτη κοινωνική πραγματικότητα.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, καλοπροαίρετοι καλλιτέχνες και λοιποί διανοούμενοι συζητούσαν επί δεκαετίες για την περίφημη «ελληνικότητα» στην τέχνη. Ωραίοι καιροί. Σήμερα θερμοκέφαλοι χρυσαυγίτες σπάνε κεφάλια με το ίδιο επιχείρημα.

Τι είδους ελληνισμό θέλουμε;


Γιατί λοιπόν να με ανησυχήσει εμένα η κρίση; Μια κρίση, πρώτα απ’ όλα κλονίζει βεβαιότητες, άρα κλονίζει φανατισμούς και αμαθείς προσηλώσεις σε φαντασιακές ηγεμονικές υποστάσεις και άλλα τέτοια κατασκευάσματα. Ευτυχώς μαζί με το οικονομικό μπήκε στη ζωή μας και το κοινωνικό και το πολιτικό. Για να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε μια τόσο βαθιά μεταβατική ιστορική φάση, είμαστε υποχρεωμένοι να ανατρέξουμε, να εμβαθύνουμε, να αναθεωρήσουμε όλα όσα εμποδίσαμε εν ονόματι μιας στρεβλής εξέλιξης, που οδήγησε εδώ που οδήγησε και που ίσως έκρυβαν πολύτιμα μυστικά ζωής και πολιτιστικής δημιουργίας.
Όταν έχω δει τη διαστρέβλωση και τη φίμωση της μουσικής και τις λεηλασίες που έχουν διαπραχθεί στο όνομα μιας κάλπικης ελληνικότητας, την οποία κι αυτήν ακόμη παράλληλα κακοποιούσαμε, η κρίση μόνο ελπίδες μπορεί να μου δώσει. Μόνο σαν πέσουνε τα στεγανά, μπορεί να πάρει η αναζήτηση και η γνώση νέες κατευθύνσεις, αναδεικνύοντας ένα πανόραμα πολλαπλών αποχρώσεων που μόνο πλουσιότερους θα μας κάνει και ικανούς να κατανοήσουμε ένα κακοπαθημένο παρελθόν σε συνάρτηση με το δικό μας πολιτικό και αισθητικό παρόν και τα αμείλικτα αιτήματά του.
Το φλέγον θέμα είναι να υπερβούμε ως λαός την αμφιθυμία μας απέναντι στην ιστορία και την ταυτότητά μας και ν’ αποφασίσουμε τι είδους ελληνισμό θα θέλαμε σήμερα. «Τίποτε δεν είναι πιο νεωτερικό απ’ τον ελληνικό πολιτισμό, γιατί τίποτε δεν είναι πιο αρχαίο», έγραψε κάποτε ένας νεοελληνιστής καθηγητής αμερικάνικου πανεπιστημίου. Φτάνει να γίνεται σωστά η αναμέτρηση του νεότερου και νεωτερικού με το πρότυπο που το εμπνέει και ταυτόχρονα το ακυρώνει.
Ίσως έτσι, υπερβαίνοντας την προβληματική και φαντασιωτική σχέση μας με την Ελληνικότητα, αξιοποιήσουμε το πλεονέκτημα που έχουμε ως πολλαπλά παθόντες, και μπορέσουμε να συμμετάσχουμε στην πλατιά παγκόσμια συζήτηση για τον πόλεμο των πολιτισμών και την κρίση, με καινούργιες και βιωματικές ιδέες και προτάσεις. Μια τέτοια πρόταση θα ήταν η σύνθετη και αναθεωρητική για τα μέχρι τώρα περί Ελλάδος ισχύοντα αντίληψη, που θα πρόβαλε τον ελληνισμό ως ρευστή, εύπλαστη, ανοιχτή πολιτιστική κοινότητα -έτσι όπως άλλωστε υπήρξε στην ακμή του, αλλά εμάς στην παρακμή του δεν μας συνέφερε να το δούμε. Ένα πολυφωνικό πεδίο σκέψης και δράσης, που δεν καθορίζεται μόνο από προαιώνια χαρακτηριστικά αλλά ανταποκρίνεται σε σημερινά προβλήματα. Νομίζω ότι μια τέτοια έννοια ελληνικότητας πρέπει να οικοδομηθεί, η αντίληψη ενός ελληνισμού πολλαπλού και υπερεθνικού που θα λειτουργήσει σαν πρόκληση στη διεθνή κοινότητα, βοηθώντας όχι μόνο στο ξεπέρασμα της κρίσης αλλά συμβάλλοντας δυναμικά και στην ανάπλαση του μέλλοντος.