Αρχείο



Διεθνή



Ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολάντ είναι ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας. Είναι το πρώτο μεγάλο αγκάθι στο πλευρό της φιλελεύθερης Ευρώπης. Απορρίπτει τις πολιτικές λιτότητας της Ευρώπης και συνεπώς και τη διακυβερνητική συμφωνία με θέμα το χρυσό κανόνα. Το επαναλάμβανε αδιάκοπα, ακόμη και την Κυριακή τα μεσάνυχτα, μπροστά στο συνωστισμένο πλήθος στην πλατεία της Βαστίλης, ένα πρωτοφανές, ανέλπιστο πλήθος, που συγκεντρώθηκε σε όλες τις πλατείες του εξαγώνου, πρώτα-πρώτα στην πλατεία της εκλογικής του περιφέρειας Κορέζ, μετά στο μικρό αεροδρόμιο της Μπριβ, μετά στις αφίξεις του αεροδρομίου του Μπουρζέ, κι από κει σε μια αυτοσχέδια πορεία από μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα, ποδήλατα που τον συνόδεψε -πορεία χαρούμενη και επικίνδυνη- μέχρι το Παρίσι, όπου η περιφρούρηση τρόμαξε να του ανοίξει το δρόμο μέχρι την εξέδρα στη Βαστίλη.
Ο κόσμος τον περίμενε από τις οκτώ, μόλις ανακοινώθηκε η νίκη του, κι ήταν πλήθος οι νέοι και οι έφηβοι, οι απροσδόκητες σημαίες άλλων χωρών, πλήθος οι ευτυχισμένοι άνθρωποι. Ευτυχισμένος ήταν κι εκείνος, ο Φρανσουά Ολάντ, μα -πρόσθεσε αμέσως- «είμαστε ευτυχισμένοι, ναι, αλλά όχι με έξαλλο ενθουσιασμό, γιατί πολλές δυσκολίες μας περιμένουν. Πρέπει να αγωνιστούμε, τόσο εγώ όσο κι εσείς».


Της
Ροσάνα Ροσάντα


Δεν μπορεί να πει κανείς ότι έσπειρε αυταπάτες. Είναι ο πρώτος σοσιαλιστής πρόεδρος μετά τον Μιτεράν, μα το 1981 η κατάσταση ήταν λιγότερο σοβαρή απ’ ό,τι είναι σήμερα. Επανέλαβε, σφυροκοπώντας το κοινό του, τις δεσμεύσεις που δεν μπορεί να απαρνηθεί. Δύο έχουν την προτεραιότητα: περισσότερη ισότητα στα μέσα (δηλαδή περισσότερη δουλειά, προτεραιότητα στη μεγάλη νεανική ανεργία, περισσότερη αγοραστική δύναμη με άμεση αύξηση του κατώτερου μισθού) και στα δικαιώματα (τέλος σε κάθε διάκριση κατά των μεταναστών). Και περισσότερη αναδιανεμητική δικαιοσύνη. Τέλος στις περικοπές των κοινωνικών υπηρεσιών, εξήντα χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στην υγεία και στην παιδεία. Κι όλα αυτά πώς θα πληρωθούν; Όχι μόνο με τις αποταμιεύσεις, αλλά με την ανάπτυξη και φορολογώντας τα μεγάλα εισοδήματα μέχρι το 75% -σαματάς στην αντιπολίτευση, που αγνοεί ότι ο Ρούζβελτ είχε φθάσει μέχρι το 83%. Φυσάει αέρας new deal, η δεξιά και οι μετριοπαθείς της «Le Monde« προειδοποιούν.
Είναι αλήθεια, μα ο Ολάντ, αντίθετα από τον Σαρκοζί, είναι οικονομολόγος. Είναι αριστούχος της Εθνικής Σχολής Διοίκησης και γνωρίζει τι είναι ένας προϋπολογισμός, δεν μιλάει στον αέρα. Γνωρίζει ότι η Γαλλία έχει ένα δημόσιο χρέος μεγαλύτερο από το δικό μας, αν και είναι μικρότερου μεγέθους σε σχέση με το ΑΕΠ, μα γνωρίζει επίσης ότι η μονομερής λιτότητα δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο στην οικονομική καταστροφή της Ισπανίας και στην οικονομική και πολιτική καταστροφή της Ελλάδας που έχει γίνει τέσσερα κομμάτια. Γνωρίζει ότι πλέον γίνεται παντού κουβέντα για ανάπτυξη, αλλά οι συνταγές είναι αντίθετες: Ο Ολάντ διευκρινίζει ότι η δική του εφαρμόζεται με την αύξηση των απασχολούμενων, με τη βελτίωση των τεχνολογιών και με τη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων. Δεν πιστεύει καθόλου ότι η ανάπτυξη έρχεται φορολογώντας σκληρά τις συντάξεις, τους μισθούς, τις κοινωνικές υπηρεσίες και την τοπική αυτοδιοίκηση, με μέτρα που μειώνουν τόσο την αγοραστική δύναμη των πιο αδύναμων όσο και τα δημόσια έσοδα, δεν έχει πεισθεί καθόλου -όπως ο Μόντι και η ιταλική αριστερά- ότι οι πλούσιοι δεν πρέπει να ενοχληθούν για να επενδύσουν στην παραγωγή. Αυτοί επενδύουν στον χρηματοοικονομικό τομέα «και ο χρηματοοικονομικός τομέας -είπε- είναι ο εχθρός μου». Για την τριάδα Μέρκελ - Σαρκοζί - Μόντι και για τα έντυπα που τους ακολουθούν, έμοιαζε σαν να ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Μα οι αγορές εκνευρίστηκαν περισσότερο με την Ελλάδα παρά με τη γαλλική στροφή.

Δίοδος για την Ευρώπη

Ο Ολάντ είναι ήρεμος, αποφασιστικός, τόσο φυσιολογικός όσο είναι νευρικός ο Σαρκοζί, εγκάρδιος, σοβαρός και χωρίς να του λείπει το χιούμορ. Η νίκη του είναι νίκη ενός αποφασιστικού ανθρώπου, που έχει μια συγκεκριμένη ιδέα στο μυαλό και είναι ικανός να συγκεντρώσει γύρω του όλες τις δυνάμεις του πρώην καβγατζίδικου Σοσιαλιστικού Κόμματος και της υπόλοιπης αριστεράς. Θα αναλάβει τυπικά εξουσία την 15η Μαΐου, θα φύγει αμέσως για το Βερολίνο, μετά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και στην επιστροφή θα αντιμετωπίσει τις βουλευτικές εκλογές στις οποίες θα πρέπει να πάρει την πλειοψηφία. Είναι πολύ πιθανό ότι θα την έχει, και ότι θα χρειαστεί να διαπραγματευτεί με τον Ζαν Λικ Μελανσόν (Μέτωπο της Αριστεράς), που τον στήριξε με τα τέσσερα εκατομμύρια ψήφους του, χωρίς να θέσει όρους, αλλά αυτόνομα (στις βουλευτικές μπορεί να πάρει περισσότερο, είχε φθάσει στις δημοσκοπήσεις το 17%, νικώντας το Εθνικό Μέτωπο στις εργατικές περιοχές) και με τους Πράσινους, που το χαμηλό τους ποσοστό στον πρώτο γύρο οφείλεται στις στενωπούς του νόμου Ντε Γκολ. Ο Μελανσόν θα τον πιέσει για τους μισθούς και για την Ευρώπη, η Εύα Ζολί για την πυρηνική ενέργεια. Στο θέμα της Ευρώπης το ζήτημα είναι να αλλάξει, εκτός από τους κανόνες, η απαγόρευση που ισχύει για την ΕΚΤ να χρηματοδοτεί τα κράτη, στο θέμα της πυρηνικής ενέργειας να γίνει η μετάβαση σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας για να αντικατασταθούν 58 σταθμοί πυρηνικής ενέργειας (από τους οποίους τροφοδοτείται και η Ιταλία). Ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα, που θα συναντήσει περισσότερα εμπόδια στις Βρυξέλλες παρά στην Ουάσινγκτον.
Στο μεταξύ, στη μεταβατική περίοδο που είναι υποχρεωμένος να διανύσει μέχρι τις 15 Μαΐου και, σε μεγάλο βαθμό, μέχρι τις βουλευτικές εκλογές, ο Ολάντ αποφάσισε δύο μικρά πράγματα που μπορούσε να αποφασίσει -μείωσε κατά 30% τις αποζημιώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και των υπουργών και απαγόρευσε τα πολλαπλά αξιώματα, τέρμα οι δήμαρχοι υπουργοί και οι υπουργοί δήμαρχοι. Παλιά παράδοση των προυχόντων που σπάει, όπως έσπασε χθες η πρωτοκαθεδρία του Παρισιού στο τελετουργικό για την εκλογή Προέδρου. Ο Ολάντ μίλησε πρώτα στην εκλογική του περιφέρεια κι αυτό είναι μεγάλη υπέρβαση για την πρωτεύουσα, μολονότι η πρωτεύουσα τον ψήφισε μαζικά, όπως και όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένων των δύσκολων περιφερειών. Το Εθνικό Μέτωπο μοιάζει ισχυρό αλλά ριζωμένο, εκτός από κάποιες περιοχές του νότου, πάνω στη δυσαρέσκεια των αγροτικών περιοχών.
Για να μην πολυλογώ, οι καιροί είναι δύσκολοι αλλά άνοιξε μια δίοδος στην Ευρώπη. Στην αντίθετη κατεύθυνση από την αναγέννηση της δεξιάς. Καλά θα κάνουν να το σκεφτούν στην Ιταλία τόσο ο Μπερσάνι (αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος), όσο και ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο (Πρόεδρος της Δημοκρατίας), οι πρωτεργάτες της εθνικής φιλελεύθερης ενότητας. Καθώς και όλοι οι διαλαλητές του αναπόφευκτου της αντιπολιτικής, της αποχής και του τέλους των διαφορών μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Εκεί όπου η αριστερά έχει το θάρρος να υπάρχει και να δηλώνει την ταυτότητά της, μπορεί να νικήσει. Στη Γαλλία, που ήταν σαφώς διαιρεμένη, η αριστερά βλέπει πιο καθαρά και έπαιξε ένα χαρτί που θα ήταν νικηφόρο και στην Ιταλία, αν υπήρχε θάρρος.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ATTAC ΓΑΛΛΙΑΣ

Η Attac εκφράζει ικανοποίηση για την ανατροπή του Νικολά Σαρκοζί. Αποτελεί την πρώτη πολιτική αποτυχία της κυβέρνησης της λιτότητας, της αλαζονείας και της αρπακτικότητας της ολιγαρχίας. Είναι, επίσης, έκφραση της αντίστασης κατά της πολιτικής της λιτότητας και των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων. Η ήττα «αυτή αναπτερώνει τις ελπίδες των λαών της Νότιας Ευρώπης, που βρίσκονται αντιμέτωποι με τις καταστροφικές πολιτικές της τρόικας. Την ίδια στιγμή σημειώθηκε μια ιστορική πρόοδος της αριστεράς που αντιστέκεται στις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, παράλληλα με την κατάρρευση των κομμάτων του δικομματισμού, τα οποία με τα προγράμματά τους οδήγησαν σε αδιέξοδο τη χώρα.
Όσο μεγάλη όμως, είναι η ικανοποίηση, άλλο τόσο εύθραυστη είναι η ελπίδα. Οι πιέσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών θα ενταθεί τις επόμενες ημέρες, ώστε να εξαναγκάσουν τον Φρ. Ολάντ να επικυρώσει το δημοσιονομικό σύμφωνο που επιβλήθηκε από την Άνγκελα Μέρκελ και τον Νικολά Σαρκοζί, με μια προσθήκη για την «επαναδιαπραγμάτευση» μερικών ευρωπαϊκών μέτρων ανάπτυξης.
Η νέα συνθήκη που απαγορεύει τα δημοσιονομικά ελλείμματα και επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς όρια, επιδιώκει την αύξηση ενός τυφλού παραγωγισμού με καταστροφικές συνέπειες στην εργασία και τη φύση, που θα βυθίσει την Ευρώπη στην ύφεση.
Η γαλλική και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν έχει ακόμα πάρει τα αναγκαία μέτρα ρήξης, ώστε να ανατραπεί αυτή η τάση. Οι προοδευτικές δυνάμεις δεν έχουν κανένα δικαίωμα να κάνουν λάθη. Σε περίπτωση αποτυχίας της Γαλλίας, η δεξιά και η άκρα δεξιά, που συγκλίνουν σήμερα χωρίς αμφιβολία στη βάση της ξενοφοβίας και του αυταρχισμού, θα προσελκύσουν τους απογοητευμένους από τη διάψευση των ελπίδων τους.
Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση υπάρχει μόνον ένας δρόμος: η κοινωνική κινητοποίηση, η άμεση παρέμβαση των πολιτών, όπως τον Ιούνιο του 1936, με μια πανευρωπαϊκή όμως δυναμική. Έτσι μπορούμε να επιβάλουμε τις λύσεις στα κοινωνικά, οικολογικά και δημοκρατικά προβλήματα που έχουν οξυνθεί.
Να δυναμώσουμε τα συνδικάτα, τις κινήσεις, τα προοδευτικά κόμματα: το επόμενο βήμα είναι να καταβάλουμε όλους τους χώρους, τους δημόσιους χώρους. Να επιβάλουμε τη δημοκρατική συζήτηση για τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, απαιτώντας δημοψήφισμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το δημοσιονομικό σύμφωνο. Για το σκοπό αυτό θα βρεθούμε στις 18 και 19 Μαΐου στη Φραγκφούρτη. Θα είμαστε  χιλιάδες, όλοι εκεί μαζί με τα γερμανικά, κοινωνικά κινήματα, για να βροντοφωνάξουμε μπροστά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: «Στοπ στη λιτότητα, ναι στην αλληλεγγύη!»

«Ο κόσμος που μας παρακολουθεί απόκτησε ξανά την ελπίδα. Μια σελίδα της ιστορίας μας γύρισε, μια άλλη αρχίζει γεμάτη απαιτήσεις. Ο Φρανσουά Ολάντ, τον οποίο συγχαίρω για την επιτυχία του, έχει το πλεονέκτημα και τα μέσα να δράσει» είπε ο Ζαν Λικ Μελανσόν.

Προμηνύονται σκληρές συγκρούσεις

«Ο Σαρκοζί τελείωσε, επιτέλους! Έτσι ανταμείβονται οι νεκροθάφτες των κοινωνικών δικαιωμάτων και της διάλυσης των κοινωνικών υπηρεσιών στη Δημοκρατία μας», δήλωσε αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του β’ γύρου των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, ο κοινός υποψήφιος του Μετώπου της Αριστεράς (του ΓΚΚ, του Αριστερού Κόμματος, της Ενωτικής Αριστεράς και πολυάριθμων κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων και πολιτών).
Η νίκη του Φρανσουά Ολάντ είναι ταυτόχρονα χωρίς καμία αμφισβήτηση καθαρή ήττα της πολιτικής του Νικολά Σαρκοζί. Μιας πολιτικής ακραίας νεοφιλελεύθερης, αντικοινωνικής και αυταρχικής, που προσέγγιζε –όχι μόνο για λόγους εκλογικούς –όλο και περισσότερο τη θέση της ακροδεξιάς υποψήφιας του Εθνικού Μετώπου Μαρί Λεπέν. Η νίκη του υποψήφιου του Σοσιαλιστικού Κόμματος «είναι ένα καλό νέο για τη Γαλλία και την Ευρώπη», ανέφερε ο Ζαν Λικ Μελανσόν και συνέχισε: «Ο κόσμος που μας παρακολουθεί απόκτησε ξανά την ελπίδα… Μια σελίδα της ιστορίας μας γύρισε, μια άλλη αρχίζει γεμάτη απαιτήσεις… Ο Φρανσουά Ολάντ, τον οποίο συγχαίρω για την επιτυχία του, έχει το πλεονέκτημα και τα μέσα να δράσει…»

Νίκη του λαού η ήττα του Σαρκοζί

Η νίκη του δεν είναι τυχαία, οφείλεται στους επόμενους και σκληρούς αγώνες των κοινωνικών κινημάτων, στις καθημερινές μάχες του συνδικαλιστικού κινήματος. Ο Ζαν Λικ Μελανσόν ανέφερε ακόμα ότι «το μεγάλο δίδαγμα αυτή την ώρα μετά και τη μεγάλη νίκη της ριζοσπαστικής αριστεράς και στην Ελλάδα είναι ότι για να βγουν οι λαοί από την κρίση, την πολιτισμική κρίση του καπιταλισμού, αναζητούν διέξοδο προς τα αριστερά».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην τεράστια συμβολή του Μετώπου της Αριστεράς σ’ αυτή τη νίκη και τόνισε ότι «το Μέτωπο της Αριστεράς θα συνεχίσει σαν αυτόνομη πολιτική δύναμη για την ολοκλήρωση της νίκης στις βουλευτικές εκλογές». Ο υποψήφιος της αριστεράς, μάλιστα, χωρίς να παραγνωρίζει τις δυσκολίες και τις εντελώς διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές καταστάσεις με κείμενό του στην «Ουμανιτέ» θεωρεί ότι στη διαδικασία της εκλογικής μάχης στη Γαλλία και στην Ελλάδα, λόγω της ευρείας συνεργασίας των ριζοσπαστικών δυνάμεων και της συμμετοχής των πολιτών που οδήγησαν στα γνωστά αποτελέσματα, καταγράφεται στην Ευρώπη ένα αποφασιστικό βήμα, όπως νωρίτερα στις χώρες της Νότιας Αμερικής, οι οποίες «μετά την εξουθενωτική φάση μιας μονεταριστικής πολιτικής χωρίς όρια, πέρασαν στη φάση της ριζοσπαστικής απόρριψης. Το παλιό δικομματικό σύστημα κατέρρευσε και η εναλλαγή στην εξουσία των παλιών κομμάτων δεν είχε κανένα νόημα. Δεν υπάρχει άλλη λύση από την πραγματική εναλλακτική πρόταση».

Απόρριψη του δημοσιονομικού συμφώνου

Η εναλλακτική λύση, όμως, δεν μπορεί να προκύψει μόνο από τις κάλπες, απαιτείται διαρκής, επίμονη και συγκεκριμένη αντίσταση και απάντηση στα καθημερινά προβλήματα.
Οι δυνάμεις του Μετώπου της Αριστεράς, αλλά και οι κοινωνικές οργανώσεις ετοιμάζονται για ευρύτατες κινητοποιήσεις όχι για μια απλή επαναδιαπραγμάτευση του δημοσιονομικού συμφώνου, αλλά για την απόρριψή του με δημοψήφισμα.
Στο ζήτημα αυτό προμηνύεται ότι θα υπάρξει σκληρή σύγκρουση, δεδομένου ότι «το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες προειδοποιούν ότι δεν θα δεχτούν  καμία αλλαγή», όπως έγραψε σε πρωτοσέλιδο τίτλο της η «Λε Μοντ» προχθές.
Το Μέτωπο της Αριστεράς έχει ήδη αρχίσει την προετοιμασία για τις βουλευτικές εκλογές, ώστε να εκφραστεί και πάλι η νέα δυναμική που εμφανίστηκε με την εντυπωσιακή άνοδο του Μετώπου της Αριστεράς στον α’ γύρο, αλλά και την αποφασιστική του συμβολή στο β’ γύρο. Τη δυναμική αυτή προσπαθεί να υποβαθμίσει ο Τύπος, κάνοντας λόγο για μείωση των δυνάμεών του σε σχέση με τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, ενώ από την άλλη προβάλλουν συνεχώς την Μαρί Λεπέν. Ταυτόχρονα, εκμεταλλευόμενοι τα ποσοστά της «Χρυσής Αυγής» μιλούν για «άνοδο των άκρων» στην Ελλάδα, παραβλέποντας ότι το πολιτικό σκηνικό αλλάζει στη Γαλλία και την Ελλάδα.

Μ. Κοβάνης
Αμφισβήτηση του «δημοσιονομικού συμφώνου»

Η εκλογή του Φρανσουά Ολάντ και τα αποτελέσματα στην Ελλάδα προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις. Η πολιτική της λιτότητας αμφισβητείται όλο και πιο έντονα, ενώ η Μέρκελ επιμένει στο δημοσιονομικό σύμφωνο.
Το σύμφωνο αυτό του άξονα Σαρκοζί - Μέρκελ, που συμβολίζει την πιο σκληρή λιτότητα για τους λαούς της Ευρώπης, φαίνεται αρκετά χλωμό μετά την περασμένη Κυριακή. Η Άνγκελα Μέρκελ όμως, σε πείσμα της λαϊκής θέλησης στη Γαλλία και την Ελλάδα, επιμένει στην εφαρμογή του. Μπορεί μόνο, όπως αφήνει να εννοηθεί, να υποχωρήσει και να δεχθεί ένα σύμφωνο ανάπτυξης, που θα προστεθεί «στο δημοσιονομικό σύμφωνο». Έτσι, θα παραμείνει άθικτη η πολιτική επιτάχυνσης των «μεταρρυθμίσεων» για την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και των κοινωνικών υπηρεσιών και η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία.
Φαίνεται πως είμαστε στην αρχή μιας νέας σύγκρουσης, σε συνθήκες διαφορετικές μετά την ήττα του Νικολά Σαρκοζί και τον ακρωτηριασμό της συμμαχίας Μερκοζί. Οι γερμανοί συντηρητικοί δεν είναι πια σε θέση να υπαγορεύσουν με την ίδια ευκολία την πορεία προς την άβυσσο με τις πολιτικές λιτότητας που έχουν προγραμματίσει. Σε όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου υψώνονται φωνές που εκφράζουν το θυμό και την οργή των λαών για την ακολουθούμενη πολιτική. Ο πρώην πρόεδρος της Πορτογαλίας, σοσιαλιστής Μάριο Σοάρες, είπε ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα να υποστηρίζει την πολιτική της λιτότητας της συντηρητικής κυβέρνησης της Λισαβόνας. Συγκεκριμένα, τόνισε ότι τώρα που όλος ο κόσμος μιλάει με μια άλλη γλώσσα, γιατί το Σοσιαλιστικό Κόμμα (της Πορτογαλίας) θα πρέπει να συνεχίσει να είναι πιστό σε αυτή τη συμφωνία;» και κατέληξε με τη διαπίστωση ότι «η λιτότητα έχει τα όριά της».

Διαβουλεύσεις στις Βρυξέλλες

Από τις αρχές της εβδομάδας, οι ηγετικοί παράγοντες της ΕΕ βρίσκονται σε πυρετώδεις διαβουλεύσεις. Οι καταστάσεις που διαμορφώθηκαν μετά τα εκλογικά αποτελέσματα σε Γαλλία και Ελλάδα, θέτουν καινούργια προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, ενώ ο χρόνος πιέζει. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιείται μια άτυπη σύνοδος κορυφής των ευρωπαίων ηγετών στις 23 Μαΐου και το Βερολίνο λέει πως είναι έτοιμο να δεχθεί τον νέο γάλλο πρόεδρο μετά τις 15 Μαΐου, την ημέρα δηλαδή που θα αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντά του.
Ο πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου, σοσιαλιστής Μαρτίν Σουλτς ανέφερε πως «το δημοσιονομικό σύμφωνο δεν είναι αυτοσκοπός». Παράγοντες του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, που έπαιξαν όμως πρωταγωνιστικό ρόλο στη στροφή προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπως ο διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), Πασκάλ Λαμί και ο Ζακ Αταλί, ξαφνικά αναφέρονται στην ανάγκη ενός «ευρωπαϊκού προϋπολογισμού για την ανάπτυξη», ενώ ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο αναφέρεται σ’ ένα «αριθμό προτάσεων που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση».
Οι προτάσεις αυτές θα μπορούσαν να είχαν κάποια σημασία, εάν δεν έκρυβαν τις προθέσεις των εμπνευστών τους, όπως του κ. Μπαρόζο, να συνεχιστεί η ίδια πολιτική «στις χώρες που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα βοήθειας». Προγράμματα που οδηγούν στην κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η πολιτική αυτή όμως οδηγεί ακόμα πιο βαθιά στην ύφεση, ενώ το πρώτο βήμα για να ξεφύγουν οι χώρες από την παγίδα της λιτότητας είναι η στρατηγική της ανάπτυξης και της απασχόλησης, σύμφωνα με τον Ρειμόν Τορές του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας.
Τέλος, ο πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) Σιγμάρ Γκαμπριέλ εκτίμησε ότι η νίκη της αριστεράς στη Γαλλία δείχνει ότι «υπάρχουν κι άλλες λύσεις, που δεν στηρίζονται στη λιτότητα». Αυτές τις λύσεις θέλουν να αποφύγουν το Βερολίνο, οι Βρυξέλλες και οι ισχυροί κύκλοι στο Παρίσι. Ο αγώνας τώρα αρχίζει…
ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ


Του
Νίκου Σερβετά


«Ποιoν θα ψήφιζες εσύ;», ρώτησα φίλη σερβικής καταγωγής, για να καταλάβω τι γίνεται και ποιος είναι ποιος, ανάμεσα στους δεκάδες υποψηφίους που συμμετείχαν στον πρώτο γύρo των προεδρικών εκλογών, που έγιναν την περασμένη Κυριακή στη Σερβία.
«Κανέναν», μου απάντησε αμέσως. «Δεν μπορεί, πολιτικό ον είσαι, πώς θα συμμετείχες στις εκλογές, ποια θα ήταν η δική σου πρόταση;», επέμεινα, μήπως και βγει κάτι. «Υπάρχει μια ομάδα δημοσιογράφων και διανοουμένων, οι οποίοι προσπαθούν μέσα από δημοσιεύματα στον Τύπο και στο διαδίκτυο να επηρεάσουν κάπως την κατάσταση, αλλά δεν έχουν ούτε μεγάλη δύναμη ούτε επιρροή. Επίσημα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς επιχειρηματολόγησαν υπέρ της λευκής ψήφου».

Αναζητώντας την Αριστερά

Είναι αδύνατον να φανταστούμε ότι σε μια χώρα σαν την Σερβία δεν υπάρχει ένα κόμμα που να εκπροσωπεί αριστερές ανανεωτικές ιδέες. Αν ψάξουμε πολύ, θα βρούμε την Σοσιαλδημοκρατική Ένωση (SDU), με εσωτερικά αντικρουόμενες απόψεις, όπως αρμόζει άλλωστε σε ένα υπό διαμόρφωση αριστερό κόμμα: π.χ. τάσσεται υπέρ της αναγνώρισης του Κοσσυφοπεδίου, την ίδια στιγμή, όμως, θέλει να ακολουθηθεί μια σχετικά φιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Αν συνεκτιμήσουμε ότι η σερβική πολιτική σκηνή χωρίζεται σε σωβινιστές και ακραίους νεοφιλελεύθερους, ό,τι παίρνει απόσταση απ’ αυτά τα δύο άκρα θα μπορούσε, ίσως, να χαρακτηριστεί ως «Αριστερά». Το SDU, λοιπόν, κατέβηκε στις εκλογές προσχωρώντας στο Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (LDP), πέρασαν το όριο του 5%, εκπροσωπούνται στη νέα βουλή και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα συμμετάσχουν ως συμπληρωματικό κόμμα στη νέα κυβέρνηση, χωρίς, όμως, ουσιαστική επιρροή για την πολιτική που θα ακολουθήσει. Είναι ένα από τα φαινόμενα που εμφανίζονται συχνά την τελευταία δεκαετία σε χώρες του πρώην «σοσιαλιστικού» μπλοκ, που τις περισσότερες φορές έχει σαν αποτέλεσμα την «καλή μετεγγραφή» στελεχών τους σε μεγαλύτερο κόμμα και την απογοήτευση των ψηφοφόρων.

Η εκλογή προέδρου

Για πρόεδρο της χώρας το LDP υποστήριξε τον Σέντομιρ Γιοβάνοβιτς, ο οποίος έλαβε περίπου 5% των ψήφων και αποκλείστηκε από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών που θα γίνουν στις 20 Μαΐου. Σ’ αυτές θα συμμετάσχουν εντέλει ο μέχρι πρότινος πρόεδρος της Σερβίας, Μπόρις Τάντιτς, και ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος του Κόμματος της Ανάπτυξης, Τόμισλαβ Νίκολιτς.
Ο Τάντιτς θα βασιστεί στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, ο επικεφαλής του οποίου εκτόξευε προεκλογικά απειλές για πόλεμο με το Κοσσυφοπέδιο, δίκες εναντίον ξένων εταιρειών και εκδίωξη του ΔΝΤ, αν και το Ταμείο είχε ούτως ή άλλως παγώσει τις σχέσεις του με τη Σερβία. Θέσεις που, μάλλον, βρήκαν πρόσφορο έδαφος στους ψηφοφόρους.
Απέναντί του, στο δρόμο προς την προεδρία, θα βρει τον επικεφαλής του ιδρυθέντος πριν από τριάμισι χρόνια Κόμματος της Ανάπτυξης, τον Τόμισλαβ Νίκολιτς, κόμμα το οποίο αναδείχθηκε στο μεταξύ σε υπολογίσιμη δύναμη στο σερβικό κοινοβούλιο. Έχοντας υποστεί μέχρι σήμερα δύο ήττες ως αντίπαλος του Τάντιτς, ο πρώην εθνικιστής Νίκολιτς «κατεβαίνει» αυτή τη φορά με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και με μοναδικό στόχο τη νίκη.

Έξοδος από την κρίση, πώς;

Σε κάθε περίπτωση, ο νέος πρόεδρος της χώρας θα βρει μπροστά του το κύριο αίτημα των ψηφοφόρων, που είναι η υλοποίηση ενός πλάνου εξόδου από τη δεινή οικονομική συγκυρία και η καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς στη χώρα.
Τι άλλη ανάγκη αποδείξεων για το «ποιόν» των δύο υποψηφίων προέδρων έχουμε από την αντίδραση του Βερολίνου: Ενίσχυση των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της Σερβίας διέκρινε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γκίντο Βεστερβέλε, και δήλωσε ότι «είναι μία καλή είδηση για εμάς τους Ευρωπαίους συνολικά». Ταυτόχρονα, χαρακτήρισε ως σαφή ένδειξη εξομάλυνσης της κατάστασης στη Σερβία το γεγονός ότι το θέμα του Κοσσυφοπεδίου δεν έπαιξε σε αυτές τις εκλογές ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο.