Της
Βιβής Κεφαλά

Αν ήθελε κανείς να χαρακτηρίσει επιγραμματικά τη Μέση Ανατολή θα χρησιμοποιούσε τον όρο «κινούμενη άμμος». Ο χαρακτηρισμός αυτός ισχύει σήμερα περισσότερο παρά ποτέ για την εύφλεκτη αυτή περιοχή που βρίσκεται -ήδη από τον Πόλεμο των 33 Ημερών του 2006- εν αναμονή μιας νέας ένοπλης σύγκρουσης, καθώς όλες οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση του ζοφερού αυτού ενδεχομένου φαίνεται να πληρούνται. Πράγματι, οι ανατροπές που συντελούνται στην περιοχή κάνουν ιδιαίτερα επείγουσα την διασφάλιση σημαντικών διακυβευμάτων για δρώντες, όπως οι ΗΠΑ και βεβαίως το Ισραήλ. Για να γίνουν κατανοητά τα αίτια και οι αφορμές για τον νέο πόλεμο, που διαγράφεται στον ορίζοντα, θα πρέπει να δούμε την αλληλουχία των γεγονότων, να ανασυνθέσουμε δηλαδή την εικόνα της περιοχής, που μοιάζει με δύσκολο πάζλ.
Η Τουρκία
Εδώ και καιρό παρατηρείται στροφή στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, δηλαδή την προσπάθεια της Άγκυρας να ηγεμονεύσει στην Μέση Ανατολή, όχι μόνο για να αποκτήσει κύρος, επιρροή και ισχύ, αλλά και για να διαφυλάξει σημαντικά της συμφέροντα σε φλέγοντα ζητήματα, όπως το Κουρδικό. Στο ζήτημα αυτό τα συμφέροντα της Τουρκίας και των ΗΠΑ αποκλίνουν σημαντικά, διότι για την Ουάσιγκτον, ήδη από το 1991, η πτώση του καθεστώτος Σαντάμ Χουσέϊν στο Ιρακ άξιζε τον κόπο να διακινδυνεύσει την αναμόχλευση του Κουρδικού. Αντίθετα, για την Άγκυρα, το θέμα της κουρδικής αυτονομίας στο Βόρειο Ιράκ, αποτέλεσμα της «Καταιγίδας της Ερήμου», απειλεί ζωτικά της συμφέροντα που δεν μπορεί να θυσιάσει εν ονόματι της συμμαχικής αλληλεγγύης. Τα συμφέροντα αυτά αφορούν τον υδάτινο πλούτο της νοτια-ανατολικής Τουρκίας, η οποία κατοικείται κυρίως από Κούρδους, περιοχή όπου πηγάζουν οι ποταμοί Τϊγρης κι Ευφράτης, όπου καταλήγουν πετρελαιαγωγοί και από όπου η Τουρκία βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Βόρεια, κατεχόμενη Κύπρο. Επομένως, το ζήτημα του Ιράκ αποτελεί ένα σημαντικό σημείο τριβής στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις. Όμως, δεν είναι το μόνο, αφού η Τουρκία προσεγγίζει τους αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως το Ιράν και απομακρύνεται από τον έτερο στρατηγικό τους σύμμαχο στην περιοχή, δηλαδή το Ισραήλ.
Τουρκία – Ισραήλ
Η απομάκρυνση της Τουρκίας από το Ισραήλ, με το οποίο είχε συνάψει στρατιωτική συμμαχία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, είχε ως αφορμή τον αιματηρό πόλεμο που εξαπέλυσε το Ισραήλ εναντίον της Χαμάς στην Γάζα τον Δεκέμβριο του 2008, διεκδικώντας, εν ονόματι του Ισλάμ, τον ρόλο του υπερασπιστή της παλαιστινιακής υπόθεσης, πράγμα που δεν έκανε κανένα αραβικό κράτος τότε. Παράλληλα, η Τουρκία, για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών και όχι μόνο, είχε ήδη αρχίσει να προσεγγίζει το Ιράν, χώρα την οποία το Ισραήλ καταγγέλλει ανελλιπώς, από το 1994 μέχρι σήμερα, ότι προσπαθεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και να καταστρέψει το εβραϊκό κράτος. Η κορύφωση της ψυχρότητας στις σχέσεις Άγκυρας – Τελ-Αβίβ επήλθε βέβαια με την αιματηρή έφοδο των Ισραηλινών κομάντος στο τουρκικό πλοίο Μαβί Μαρμαρά, που συμμετείχε στην προσπάθεια να σπάσει ο ισραηλινός αποκλεισμός της ανοιχτής φυλακής, στην οποία έχει μετατρέψει την Λωρίδα της Γάζας η ισραηλινή αδιαλλαξία, στα τέλη Μαΐου, έφοδος που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εννέα Τούρκων υπηκόων.
Οι νέες υποθαλάσσιες πηγές ενέργειας
Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται ένας νέος παράγων σύγκρουσης στην περιοχή, που δεν είναι άλλος από την ανακάλυψη πλουσιότατων υποθαλάσσιων πηγών ενέργειας στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, πράγμα που εξηγεί και την αρνητική στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ζήτημα του στολίσκου της Ελευθερίας. Πράγματι, η ανακοίνωση της Λευκωσίας πριν από έναν χρόνο περίπου ότι στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη έχουν βρεθεί πλούσια ενεργειακά κοιτάσματα προκάλεσε την μήνιν της Τουρκίας, η οποία επανέλαβε ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και απείλησε ευθέως την Συρία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο, προειδοποιώντας τις χώρες αυτές για την πλήρη αντίθεση της στις διμερείς συμφωνίες καθορισμού των αντίστοιχων θαλάσσιων ζωνών εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής. Η Λευκωσία τότε στράφηκε προς το Τέλ- Αβίβ, οι σχέσεις του οποίου με την Άγκυρα ήταν στην καλλίτερη περίπτωση ψυχρές, ενώ η Αθήνα, προετοιμαζόμενη για την στροφή της προς το Τέλ-Αβίβ, παρέμεινε σχεδόν απαθής μπροστά στην άσκηση της ωμής -και βεβαίως παράνομης- ισραηλινής βίας εναντίον όσων προσπάθησαν να σπάσουν -τον επίσης παράνομο- αποκλεισμό της Γάζας. Η χλιαρή αντίδραση της Αθήνας στην περίπτωση αυτή περιορίστηκε στην διακοπή της ελληνο-ισραηλινής στρατιωτικής άσκησης που διεξαγόταν εκείνες τις ημέρες.
Το Ιράν
Προηγουμένως η Τουρκία είχε αναλάβει ρόλο μεσολαβητή στο ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, πράγμα το οποίο επίσης φέρνει την Τουρκία αντιμέτωπη με το Ισραήλ, σκοπός του οποίου είναι η πλήρης αποδυνάμωση της Τεχεράνης. Η τουρκική πρωτοβουλία οδήγησε σε συμφωνία, στα πλαίσια της οποίας τα Ιράν θα στέλνει στην Βραζιλία, μέσω Τουρκίας, το εμπλουτισμένο ουράνιο που έχει παράξει, όπου θα γίνεται η περαιτέρω επεξεργασία του ιρανικού ουρανίου, ώστε να μετατραπεί σε πυρηνικό καύσιμο, το οποίο θα αποστέλλεται, πάλι μέσω Τουρκίας, στο Ιράν. Περιττό να υπενθυμίσουμε ότι η ιρανική οικονομία έχει απόλυτη ανάγκη τα πυρηνικά καύσιμα, καθώς υπάρχει μεγάλη δημογραφική αύξηση στην χώρα και η οικονομία της, εξ αιτίας του διεθνούς οικονομικού αποκλεισμού, υστερεί κατά πολύ, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται τα εσωτερικά προβλήματα.
Είναι προφανές ότι η τριμερής συμφωνία απαλλάσσει το Ιράν από τις υποψίες για τη φύση του πυρηνικού του προγράμματος, έρχεται όμως σε αντίθεση με τους στόχους της ισραηλινής πολιτικής, η οποία δεν μπορεί να ανεχθεί την ύπαρξη ενός άλλου ισχυρού κράτους την ευρύτερη περιοχή. Επίσης, έρχεται σε αντίθεση και με τους στόχους της αμερικανικής πολιτικής, η οποία ναι μεν θα επιθυμούσε να απεγκλωβιστεί από το ιρανικό αδιέξοδο, αλλά δεν μπορεί ούτε να αγνοήσει τις ισραηλινές απαιτήσεις ούτε όμως και να ανεχθεί μία περιφερειακή πρωτοβουλία, όπως αυτή της Τουρκίας και της Βραζιλίας, την οποία δε ελέγχει. Η συνέχεια είναι γνωστή: στα τέλη Ιουλίου οι ΗΠΑ κατάφεραν να υιοθετηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, νέος, ο 4ος γύρος κυρώσεων εναντίον του Ιράν.
Η ιρανική αντίδραση δεν άργησε να εκδηλωθεί: στις 21 Αυγούστου άρχισε στο Μπουσέρ –με την βοήθεια της Μόσχας- η επιχείρηση φόρτωσης με καύσιμα του πρώτου ιρανικού πυρηνικού σταθμού, που τίθεται σε λειτουργία για την παραγωγή ατομικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Την επόμενη ημέρα, ο πρόεδρος του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, παρουσίασε το πρώτο μη επανδρωμένο βομβαρδιστικό ιρανικής κατασκευής (Τα Νέα, 23/8/2010). Πρόκειται για ένα πολλαπλό μήνυμα, που αποστέλλει η Τεχεράνη, η οποία φαίνεται να χρησιμοποιεί το δόγμα αποτροπής του αδύνατου πρός τον ισχυρό. Με άλλα λόγια, το Ιράν προειδοποιεί τόσο τις ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ ότι μία επίθεση εναντίον του όχι μόνο δεν θα επιτρέψει την εγκαθίδρυση μίας νέας περιφερειακής τάξης στον Κόλπο από όπου θα αποκλείεται το Ιράν, όχι μόνο θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα πράγματα αλλά και ότι θα κοστίσει πάρα πολύ ακριβά στον επιτιθέμενο.
Η Παλαιστίνη και το Ιράκ
Η προειδοποίηση αυτή αποστέλλεται ακριβώς την στιγμή που εκδηλώνεται μία έντονη διπλωματική κινητικότητα και μία πολύ περίεργη χρονική σύγκλιση γεγονότων και χρονοδιαγραμμάτων. Το πρώτο γεγονός είναι ότι το Ισραήλ και ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς αποδέχθηκαν την πρόταση του Κουαρτέτου για την έναρξη συνομιλιών στις 2 Σεπτεμβρίου για την επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος, εντός δώδεκα μηνών. Στην συνέχεια, η Ουάσιγκτον φέρεται να έπεισε το Τελ-Αβίβ ότι δεν υπάρχει λόγος να σπεύσει να επιφέρει προληπτικό στρατιωτικό πλήγμα εναντίον της Τεχεράνης, εφ΄ όσον για την κατασκευή πυρηνικής βόμβας χρειάζεται τουλάχιστον δώδεκα μήνες ακόμα (Καθημερινή, 21/08/2010). Τέλος, ανακοινώθηκε ότι στις 19 Αυγούστου, η τελευταία μάχιμη αμερικανική ταξιαρχία εγκατέλειψε το ιρακινό έδαφος (Καθημερινή, 20/08/2010) και ότι σε δώδεκα μήνες οι αμερικανικές δυνάμεις θα έχουν αποσυρθεί από τη χώρα. Εκ πρώτης όψεως όλα αυτά δεν φαίνεται παρά να επιβεβαιώνουν ότι ο Μπάρακ Ομπάμα τιμά τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, όπως το ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα αποσυρθούν από το Ιράκ, καθώς και ότι η επίλυση του Παλαιστινιακού αποτελεί προτεραιότητα της κυβέρνησης του. Η ανάλυση όμως όλων αυτών των γεγονότων ενταγμένων στο περιφερειακό πλαίσιο, οδηγεί σε άλλες σκέψεις.
Κατ’ αρχήν, είναι σαφές ότι η επίλυση του Παλαιστινιακού είναι αδύνατη στις παρούσες συνθήκες, όταν δηλαδή την εξουσία στο Ισραήλ ασκεί η υπερσυντηρητική κυβέρνηση Νετανιάχου, όταν η διαπραγματευτική δύναμη των Παλαιστινίων έχει εξανεμιστεί, αφού έχουν χάσει το συγκριτικό τους πλεονέκτημα, δηλαδή την ενότητα τους, όταν η Χαμάς αποκλείεται από τις διαπραγματεύσεις, η οποία -αν και εγκλωβισμένη στην Γάζα- ασκεί πολύ μεγάλη επιρροή στον παλαιστινιακό λαό και όταν η διορία που δίδεται για την επίλυση του ακανθώδους αυτού προβλήματος είναι δώδεκα μήνες. Κατά συνέπεια, τι νόημα έχει η έναρξη συνομιλιών όταν όλοι γνωρίζουν ότι θα αποτύχουν; Επίσης, τι νόημα έχει η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ, όπου συνεχίζει να μαίνεται ο πόλεμος και μάλιστα όταν αναμένεται να αντικατασταθούν από αμερικανικές «εταιρείες ασφάλειας» (Ελευθεροτυπία, 20/08/2010 );
Τα σχέδια
του Λευκού Οίκου
Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στα μελλοντικά σχέδια του Λευκού Οίκου: Για να επανεκλεγεί ο Μπάρακ Ομπάμα στις προεδρικές του 2012, θα πρέπει να παρουσιάσει αποτελέσματα. Εάν επιτευχθεί η οικονομική ανάκαμψη της χώρας, τότε οι πιθανότητες νίκης του είναι αυξημένες. Ακόμα όμως και εάν συμβεί αυτό, πράγμα αρκετά δύσκολο, ο Μπάρακ Ομπάμα θα πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι απεγκλώβισε τις ΗΠΑ από το «μεσανατολικό τους Βιετνάμ», δηλαδή το Ιράκ, απαραίτητη προϋπόθεση, εξ άλλου, για την επίλυση του ζωτικής σημασίας προβλήματος του Αφγανιστάν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την αμερικανική παρουσία στην Βαγδάτη. Προηγουμένως όμως, θα πρέπει να μπορέσει να εξισορροπήσει τις στρατηγικές ανατροπές που λαμβάνουν χώρα στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, να κερδίσει νέους συμμάχους και να συσπειρώσει τους ήδη υπάρχοντες. Έτσι, η επανασύσφιγξη των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων αποτελεί μέν σημαντικό στόχο των ΗΠΑ, καθώς η στρατηγική σημασία της Άγκυρας για την Ουάσιγκτον παραμένει, αν δεν αυξάνεται, όμως ο στόχος αυτός δεν φαίνεται να μπορεί να επιτευχθεί άμεσα. Προς το παρόν, επομένως, θα πρέπει να εξαλειφθεί η τρωτότητα του Ισραήλ, το οποίο χάνει το στρατηγικό βάθος που του παρείχε η συμμαχία του με τη Τουρκία. Το στρατηγικό αυτό βάθος αποκτά μάλιστα ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση που το Τέλ Αβίβ αποφασίσει να περάσει από την απειλή στην πράξη και πλήξει, τελικά, τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, απειλή η οποία συνεχίζει να πλανάται.
Η Ελλάδα
Στο σημείο αυτό, λοιπόν, η Ελλάδα καλείται να αναπληρώσει το στρατηγικό αυτό κενό για το Ισραήλ, μία επιλογή η οποία, εκ πρώτης όψεως, δείχνει να έχει πολλά οφέλη για την Αθήνα. Κατ’ αρχήν, αναβαθμίζεται η στρατηγική της σημασία, πράγμα που μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα στο να ανταπεξέλθει όχι μόνο στις τουρκικές πιέσεις όσον αφορά το Κυπριακό και τα ανοικτά ζητήματα των ελληνο-τουρκικών σχέσεων αλλά και στο νέο ζήτημα, που προκύπτει από την ανακάλυψη πετρελαϊκών κοιτασμάτων στο Αιγαίο, τα οποία διεκδικεί ήδη η Άγκυρα, ζήτημα το οποίο άπτεται βεβαίως των προβλημάτων οριοθέτησης στην θάλασσα αυτή. Επί πλέον, η Αθήνα μπορεί να ελπίζει σε δηλώσεις στήριξης της ελληνικής οικονομίας προερχόμενες από την Ουάσιγκτον, ενώ αναμένει περαιτέρω ενίσχυση του τουρισμού της από την προσέλκυση Ισραηλινών επισκεπτών. Ωστόσο, ακόμα κι εάν όλα αυτά συμβούν, το όφελος για την Ελλάδα είναι μηδαμινό, τουλάχιστον σε σχέση με τους κινδύνους που εγκυμονεί η στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, στο βαθμό που η αναβαθμισμένη σχέση τη Αθήνας με την Ουάσιγκτον θα πάψει να υφίσταται, όταν επιτευχθεί η επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον – Άγκυρας, ενώ οι δηλώσεις στήριξης της ελληνικής οικονομίας, όπως και η προσέλευση Ισραηλινών τουριστών, πολύ λίγο θα την ωφελήσουν. Αντίθετα, η εγκατάλειψη της παραδοσιακής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην Μέση Ανατολή ανοίγει τον ασκό του Αιόλου, σε δύο τουλάχιστον σημαντικά θέματα. Το πρώτο αφορά την διεξαγωγή τρομοκρατικών επιθέσεων σε ελληνικό έδαφος, από τις οποίες η Ελλάδα – με εξαίρεση την περίπτωση του κρουαζιερόπλοιου City of Poros στην δεκαετία του ’80- ουδέποτε έχει πληγεί. Το δεύτερο θέμα αφορά την αναγνώριση του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη από τα κράτη-μέλη του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης, του οποίου η Τουρκία είναι πλήρες μέλος. Επομένως, η απομάκρυνση της Αθήνας από τον αραβικό κόσμο, ανοίγει τον δρόμο για το ενδεχόμενο αυτό, ενισχύοντας έτσι τις τουρκικές θέσει στο Κυπριακό, το οποίο αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό διακύβευμα για την Άγκυρα.
Όλες αυτές οι εξελίξεις, στις οποίες ο αραβικός φαίνεται αμέτοχος, δείχνουν την σχέση συγκοινωνούντων δοχείων που διέπει την ευρύτερη περιοχή, πράγμα που καθιστά ακόμα πιο επικίνδυνες τις ανακατατάξεις, που γίνονται σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο, τα αναμενόμενα αποτελέσματα των οποίων συγκλίνουν στους δώδεκα μήνες. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάσημα, υπολογίζεται ότι θα έχει επιλυθεί το Παλαιστινιακό, οι ΗΠΑ θα έχουν απεμπλακεί από το αιματηρό αδιέξοδο του Ιράκ, η αραβική κοινή γνώμη θα έχει πάψει να είναι εχθρική προς τις ΗΠΑ, το στοίχημα του Αφγανιστάν θα αρχίσει να κερδίζεται, ενώ και οι φραστικές επιθέσεις μεταξύ Ιράν και Δύσης θα κορυφώνονται. Τότε, πλέον, θα έχουν ωριμάσει οι συνθήκες που όχι μόνο θα επιτρέπουν την επίθεση εναντίον του Ιράν αλλά και που θα την καθιστούν αναγκαία άρα και δικαιολογημένη.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|