ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΛΕΙΣΤΗΚΕ
Επιμέλεια, ρεπορτάζ
Μαρίνα Καλλέργη,
Χάρης Φραντζής
Hταν Σάββατο απόγευμα, όταν, ενώ διαλέγαμε τα θέματα της πρώτης -από μια σειρά σελίδων- που θα φιλοξενήσει η «Εποχή» για τον κοινωνικό αθλητισμό, διαβάζοντας άρθρα για το εμπορευματοποιημένο σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο («against modern football») και καθαρογράφοντας τις σημειώσεις μας από τη συζήτηση γνωριμίας με δύο μέλη της κίνησης Hasta la Victoria Siempre, μας διέκοψε ένα δυνατό κτύπημα στην πόρτα. Μόλις ανοίγουμε μια φίλη απεγνωσμένα μας ρωτά: «Μα καλά, ο Ολυμπιακός πρέπει πάντα να παίζει στο Καραϊσκάκη; Αμάν!». Όταν κατάφερε να μας συνεφέρει από τα γέλια, μάς εξήγησε ότι ερχόμενη με τον ηλεκτρικό συνάντησε στο βαγόνι μία παρέα χούλιγκαν (όπως τους ονόμασε), και η έντονη αγανάκτησή της προερχόταν από τη σεξιστική συμπεριφορά τους. Δηλαδή μια ομάδα νεαρών οπαδών του Ολυμπιακού που κατευθυνόταν προς το γήπεδο Καραϊσκάκη με «βαρύ εξοπλισμό», πέταξε σεξιστικά υπονοούμενα για τα κορίτσια που βρίσκονταν στο συρμό. Είχαμε λοιπόν καινούριο θέμα: τον υποθαλπόμενο σεξισμό τού ποδοσφαίρου.
Μετά από λίγη ώρα, όμως, το θέμα άλλαξε πάλι. Η είδηση που έλεγε το δελτίο μιλούσε για «ραντεβού θανάτου». Ραντεβού θανάτου ποιού και με ποιους; Η φράση αναφερόταν χωρίς ούτε στις συζητήσεις ούτε στις αναλύσεις να διευκρινίζεται ότι στο ραντεβού θα πήγαιναν νέοι άνθρωποι, σχεδόν παιδιά. Διακόσιοι είκοσι εφτά οπαδοί, νέοι άνθρωποι, οδηγήθηκαν στη ΓΑΔΑ με την κατηγορία ότι σκόπευαν να συμπλακούν με οπαδούς άλλης ομάδας σε κανονισμένο ραντεβού...
Ποιοι είναι αυτοί οι νέοι άνθρωποι; Είναι παιδιά από τον Άρη (όχι την ομάδα, τον πλανήτη); Ή μήπως δικά μας παιδιά, που συναντάμε καθημερινά; Από αυτούς τους νέους που τους δηλώνουμε (και μάλιστα πολύ εύκολα) ότι δεν έχουν κανένα μέλλον, όσο κι αν σπουδάσουν, όσο κι αν προσπαθήσουν, γιατί οι «μεγάλοι κάνανε λάθος». Νέοι που μεγάλωσαν κλεισμένοι στο σπίτι και που «δωροδοκήθηκαν» με κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών. Νέοι που στριμώχτηκαν σε τάξεις των 30 μαθητών γιατί δεν υπήρχαν αρκετοί εκπαιδευτικοί, που το εκπαιδευτικό μας σύστημα τους είχε ρεζερβέ το τελευταίο θρανίο με την ταμπέλα του κακού μαθητή.
Γιατί αυτά τα παιδιά είχαν την ανάγκη να συμπλακούν και για ποιο πράγμα ήταν έτοιμοι να το κάνουν; Τι ήταν αυτό που έσπρωξε τα παιδιά στη σύγκρουση; Μήπως ήταν ένας τρόπος εκτόνωσης; Άλλωστε αυτά τα αγόρια -γιατί για αγόρια πρόκειται συνήθως- μάθαιναν τόσα χρόνια ότι, όταν στεναχωριούνται, δεν κλαίνε. Η στενοχώρια δεν ταιριάζει στα αγόρια, μάλλον πιο πολύ τους ταιριάζει ο θύμος. Και η χαρά; Η χαρά συνδυάζεται με τη νίκη της εκάστοτε ομάδας. Αφού από μικρά πήγαιναν με τον πατέρα στο γήπεδο μέσα στο συρφετό του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Με μπόλικο ντοπάρισμα από τις οπαδικές εφημερίδες, οι οποίες αντικαθιστούν τα βιβλία, αφού και τα βιβλία δεν είναι για αγόρια.
Αυτά ως προς το ραντεβού. Γιατί θανάτου; Λόγω του «οπλισμού» που αδειάστηκε στην πλατφόρμα του τρένου, μόλις έκανε την εμφάνισή της η αστυνομία. Και αν δεν ήταν μόνο ο «οπλισμός»; Μέσα σε όλα τα άλλα στην κατοχή τους οι «προσαχθέντες» είχαν και ναρκωτικά, όμως κανείς δεν ασχολήθηκε με αυτό. Όπως κανείς δεν ασχολήθηκε πραγματικά με το πρόβλημα. Μείναμε στη «σκοπούμενη πράξη», βρήκαμε τους «δράστες» και «καταδικάσαμε». Δεν ψάξαμε ούτε για ηθικούς αυτουργούς, ούτε για τις ρίζες του προβλήματος. Οι «δράστες», όμως, ήταν παιδιά της δικιάς μας κοινωνίας και αυτό πονάει.
Αντί διαπαιδαγώγησης,
καταστολή
Απευθυνθήκαμε στον Γιώργο Κτενά, νέο και αθλητικογράφο, για να μας δώσει και τη δική του οπτική:
«Ποιος δεν θυμάται το βίντεο που είχε κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο πριν από μερικούς μήνες και έδειχνε οπαδούς τής Δυναμό Κιέβου και της ΤΣΣΚΑ Κιέβου να χτυπιούνται, σε πρωτόγονη μορφή, σε δάσος τής Ουκρανίας; Τη μάχη στη Λαυρίου, πριν από μερικά χρόνια, όπου υπήρξε και ένας νεαρός οπαδός τού Παναθηναϊκού νεκρός: ο Μιχάλης Φιλόπουλος; Το περιστατικό με τις μαχαιριές στου Ψυρρή, πριν από λίγο καιρό; Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, το ματαιωθέν ραντεβού μεταξύ οπαδών του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Η κατάσταση δείχνει να βρίσκεται εκτός ελέγχου. Αρκεί μόνο να δούμε πώς ήταν οπλισμένες οι συγκεκριμένες ομάδες των εν δυνάμει δολοφόνων: αυτοσχέδιες βόμβες μολότοφ, φωτοβολίδες, μαχαίρια, σουγιάδες κ.λπ.».
Χρειάζεται, όμως, «να σημειώσουμε και την απουσία της πολιτείας σε όλη αυτή την ιστορία, καθώς ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα κάποιος κοινωνικός ή πολιτικός φορέας. Και αναφέρομαι περισσότερο στην πρόληψη-διαπαιδαγώγηση των φιλάθλων και λιγότερο στην καταστολή των εχθροπραξιών. Συνηθίσαμε να βλέπουμε στρατιές αστυνομικών στα γήπεδα, εξοπλισμένους σαν αστακούς και έτοιμους για την ανάλογη δράση. Διαμορφώθηκε στον έλληνα οπαδό η συνείδηση του ανθρώπου που περιμένει τον μάγκα-πρόεδρο να κάνει την ομάδα του πρωταθλήτρια με κάθε τρόπο. Κι όταν δεν το καταφέρνει, αναλαμβάνει δράση ο ίδιος ο οπαδός, μέσα και έξω από το γήπεδο».
Το κοινωνικό ποδόσφαιρο είναι εδώ
Oλα ξεκίνησαν από ένα αφιέρωμα στη Hasta la Victoria Siempre. Τότε θυμήθηκα πόσο έχω παραμελήσει το ποδόσφαιρο, γιατί πίστεψα πως η ξεχαρβαλωμένη μου μπάλα δεν μπορεί να κάνει παρέα με τα πολιτικά βιβλία μου, γιατί περνώντας από την άμυνα στις αλάνες, στις αλυσίδες της ασφάλτου, ξέχασα ότι ο αθλητισμός είναι κοινωνικό δικαίωμα και έμαθα τσιτάτα όπως «το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λάου». Ε, όχι, κύριοι, δεν είναι! Γιατί με μία μπάλα στα πόδια βγάλαμε κόκκινη κάρτα στον «ατομισμό», γιατί με δύο τσιμεντόλιθους για τέρμα μάθαμε να βάζουμε την ομάδα πάνω από το εγώ! Άλλωστε το ποδόσφαιρο είναι γέννημα θρέμμα της εργατιάς, όπως και εμείς.
Κάποτε, ο Τσε Γκέβαρα είπε ότι «το ποδόσφαιρο δεν είναι απλά ένα άθλημα, είναι ένα όπλο για την κοινωνική επανάσταση». Ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο τα εκατομμύρια και το λαϊφστάιλ, ποδόσφαιρο είναι και τα κοινωνικά μηνύματα. Και το ποδόσφαιρο φωνάζει! Φωνάζει πως εδώ όλοι έχουν μια ευκαιρία κοντοί και ψηλοί, αγράμματοι και μορφωμένοι. Φωνάζει με τους απλούς και κατανοητούς του κανόνες. Φωνάζει λέγοντας πως η ομάδα είναι αυτή που κερδίζει και για αυτήν τα δίνουμε όλα. Ίσως να μην το θέλουμε άλλα η φωνή του ποδοσφαίρου μοιάζει με αυτήν της Αριστεράς. Μοιάζουν στο «δικαίωμα», στις αλήθειες της ζωής και στη συντροφικότητα. Ίσως αυτό να εννοούσε και ο Τσε ή ίσως να εννοούσε πως θα κερδίσει αυτός που θα «κερδίσει» το ποδόσφαιρο. Αν ισχύει το δεύτερο, μάλλον χάσαμε και χάσαμε με δίκη μας επιλογή. Ξεχάσαμε πως το «γήπεδο» είναι τόπος συνάντησης ολόκληρης της κοινωνίας, κυρίως των νέων, και πιστέψαμε πως το γήπεδο είναι για φανατισμένους οπαδούς. Χρυσώσαμε το χάπι του «non political» και, ενώ θέλουμε παρέμβαση σε κάθε τόπο εργασίας, κάθε γειτονιά, κάθε σχολή και κάθε πλατεία, αρνηθήκαμε την παρέμβαση στα γήπεδα.
Κι όμως, οι κερκίδες έδειξαν ότι οι εργατικοί αγώνες πηγαίνουν γήπεδο. Τα πανό που σηκώνονται τον τελευταίο καιρό στα γήπεδα απέδειξαν πως αν εμείς κάνουμε χωροταξικές διακρίσεις, η αγανάκτηση δεν κάνει. Το κομμάτι της νεολαίας που ίσως απαξιώνει τον πολιτικό λόγο, τον σηκώνει πανό στο γήπεδο.
Hasta la Victoria Siempre
Με αυτήν τη φράση του Τσε επέλεξε να ονομαστεί η ανθρωπιστική, πολιτιστική, κοινωνική και επαναστατική ομάδα που πήρε σάρκα και οστά το 2007 από μια παρέα ποδοσφαιρόφιλων. Η ομάδα με όπλο της το ποδόσφαιρο αγωνίζεται ενάντια στην αδικία, το ρατσισμό, το φασισμό, τα καπιταλιστικά- καταπιεστικά συστήματα, την εξαθλίωση, ενώ προβάλλει τη φιλία των λαών, την ισότητα, τη δικαιοσύνη και τον αθλητισμό ως χώρο πολιτισμού, κοινωνικής παρέμβασης, πάλης και όχι ως εμπορεύσιμο αγαθό.
Κρατάνε ως λάβαρο τον Τσε Γκεβάρα και τις ιδέες του. Βλέπουν το ποδόσφαιρο ως δημοκρατικό και λαϊκό άθλημα και μέσα από αυτό προσπαθούν να προβάλουν καίρια κοινωνικά ζητήματα. Μιλώντας την πιο πολυσυζητημένη «γλώσσα» του κόσμου καταφέρνουν να λύσουν πολιτισμικές διαφορές ενώνοντας λαούς όπως στο παράδειγμα του οδοιπορικού αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό και του αγώνα αλληλεγγύης στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας. Οι παρεμβάσεις τους είναι πολλές και ποικίλες: έχουν πραγματοποιήσει «δράσεις για το περιβάλλον, για τα στρατόπεδα ως χώρους πολιτισμού, έχουν συμμετάσχει σε πορείες για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, σε κινητοποιήσεις των αγανακτισμένων, με πιο πρόσφατο τον ποδοσφαιρικό αγώνα αλληλεγγύης στους απεργούς της χαλυβουργίας μαζί με εργάτες χαλυβουργούς κ.ά.
Χωρίς να γίνονται αθλητικοκεντρικοί, με πρωτότυπες πάντα κινήσεις παρεμβαίνουν σε όλα τα κοινωνικά πολιτικά και αθλητικά ζητήματα που τους προβληματίζουν και μας μαθαίνουν να βλέπουμε με διαφορετικό μάτι τόσο την κοινωνία όσο και τον αθλητισμό. Άλλωστε όπως μας δήλωσαν: «Δεν είμαστε όλοι ποδοσφαιριστές, μάλλον όλοι εργάτες είμαστε. Εργάτες που ο αυριανός κόσμος θα πρέπει να είναι γεμάτος από τα όνειρά μας και ένα κοινωνικό εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει σχετικά, είναι το ποδόσφαιρο». Πάντα μπροστά για τη νίκη, λοιπόν!
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|