Αρχείο



Οικονομία - εργασία

Του
Άρι Καζάκου*


Η μεταπολεμική καταστατική - συνταγματική συνθήκη της ζωής και της δουλειάς μας έχει ανατραπεί με βίαιο τρόπο. Οι πολιτικές απαλλοτρίωσης του κοινωνικού πλούτου και αναδιανομής του υπέρ του κεφαλαίου δεν διαθέτουν πια για την επιβολή τους την πολυτέλεια των συναινέσεων, αρκούνται στη χρησιμοποίηση ωμής βίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 η παγκοσμιοποίηση, που ποτέ δεν ήταν αυτό που υποσχόταν, οργανώνεται με τρόπο που οδηγεί αναπόδραστα στον σκληρό κοινωνικό πόλεμο που ζούμε.
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ένα εργαλείο για την απόσπαση, κατά το δυνατόν, μεγαλύτερου μέρους της αξίας που παράγεται από την εργασία, όπως και η διαιτησία συλλογικών διαφορών, αντικαθίστανται από τις ατομικές συμβάσεις και το «διευθυντικό δικαίωμα» του εργοδότη. Η κοινωνία πληρώνει πανάκριβα τις εξουθενωτικές εξαρτήσεις της δικαιοσύνης, παρά τις αντιστάσεις εύψυχων δικαστών.
Η βία γίνεται κυρίαρχο στοιχείο (αυτο-)ρύθμισης των εργασιακών και γενικά των κοινωνικών σχέσεων. Οι συλλογικές συμβάσεις ως εργαλείο διεκδίκησης και ως μηχανισμός ελάττωσης της εγγενούς βίας των εργασιακών σχέσεων, των ατομικών συμβάσεων εργασίας και του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη καταστρέφονται. Η δικαιοσύνη ως (κρατικός) μηχανισμός επίλυσης διαφορών και, κατά τούτο, ελάττωσης της βίας δεν έχει αναλάβει, πλην εξαιρέσεων, τη λειτουργία που της εμπιστεύεται το σύνταγμα. Χωρίς τους μηχανισμούς ελάττωσης της βίας, στην κοινωνία δεν αφήνεται άλλη επιλογή από την αντιβία.  

Ανταγωνιστικότητα και φτώχεια

Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας προβάλλεται ως λόγος της εσωτερικής υποτίμησης που επιβάλλεται στην Ελλάδα δια του περιορισμού του μισθολογικού κόστους. Σ΄ αυτό τείνουν όλες οι νομοθετικές μεταβολές, που μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από τις συλλογικές στις ατομικές ρυθμίσεις, δηλαδή στη βία των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Η λογική της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας είναι σαθρή. Πρώτα από όλα γιατί οι μισθοί στην Ελλάδα, και μάλιστα οι κλαδικοί μισθοί, δεν αποτελούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα, αλλά, αντιθέτως, πλεονέκτημα. Αυτό συνομολογείται ακόμη και από τις κορυφαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργοδοτών, οι πρόεδροι των οποίων έχουν κατά καιρούς παραδεχθεί ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι, γενικά, χαμηλοί. Επιπλέον, οι μειώσεις μισθών ως μέσο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων είναι απρόσφορες, όταν ανταγωνίστριες είναι όλες εκείνες οι επιχειρήσεις που στηρίζουν το πλεονέκτημά τους στην κτηνώδη εκμετάλλευση των εργαζομένων τους (στην Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν και αλλού). Και το γεγονός αυτό μας συνδέει με το γενετικό ελάττωμα στην καταστατική συνθήκη του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Να συνειδητοποιήσουμε τη ρίζα του προβλήματος: η ασύμμετρη, καθότι άνιση, παγκοσμιοποίηση, που βάζει τις χώρες της Δύσης να ανταγωνίζονται τους μισθούς της Κίνας και της Ινδίας, που επιβάλλει τη γενικευμένη φτώχεια ως συνταγή για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, παντού κι όχι μόνο στην Ελλάδα, που έχει επιπλέον και τις δικές της παθογένειες. Τη φτώχεια που είναι η τελική αιτία και ο λόγος των μεγάλων κρίσεων, όπου η υπερπροσφορά αγαθών αντικρίζεται με την υποκατανάλωση (λόγω φτώχειας).

Η εξαπάτηση του δήμου

Ξέρουμε τους αυτουργούς και τους συνεργούς του εγκλήματος. Είναι αυτοί που κάνουν και σήμερα κουμάντο στην «πόλη». Και ξέρουμε επίσης ότι το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που τελείται εδώ και δύο περίπου δεκαετίες στον πλανήτη, το έγκλημα του νεοφιλελευθερισμού, δεν θα είχε γίνει αν δεν το είχε ανεχτεί ή και πριμοδοτήσει ο δήμος. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέψουμε την τερατώδη παραπλάνηση, το φενακισμό και τη χειραγώγηση που υπέστησαν οι συνειδήσεις από μηχανισμούς τρομακτικής βίας όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο της γλώσσας και άρα και της συνείδησης αλλά και στους υλικούς όρους ύπαρξης των ανθρώπων. «Στην πραγματική ιστορία, όπως είναι γνωστό, η κατάκτηση, η υποταγή, ο φόνος και η ληστεία, εν συντομία η βία, παίζουν το μεγάλο ρόλο. Στην απαλή πολιτική οικονομία επικρατούσε από πάντα το ειδύλλιο ...» (K. Marx, Das Kapital, 1. Bd., 24. Kapitel (Die sogenannte urpruengliche Akkumulation).  
Ούτε το πολίτευμα γλιτώνει βέβαια. Αυτή η λυμφατική και ολιγαρχική κοινοβουλευτική δημοκρατία συντρίβεται. Ποιος θυμάται πια τον ορισμό της δημοκρατίας στον  Επιτάφιο του Περικλή: «... και ονομάζεται το πολίτευμα αυτό, επειδή δεν αποβλέπει στο συμφέρον των λίγων αλλά των πολλών, δημοκρατία...» (Θουκυδίδης, Ιστορία, βιβλίο Β, 37, μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου, 2011, εκδ. Πόλις, σελ. 259).
Το να μιλήσει κανείς σήμερα για ελπίδα είναι δύσκολο. Ωστόσο η ελπίδα, ως ιστορική και όχι ως θεολογική κατηγορία, είμαστε εμείς. Δεν μας μένει παρά να υπερασπιστούμε το νόμο, τα ατομικά και κοινωνικά μας δικαιώματα. «Μάχεσθαι χρη τον δήμον υπέρ του νόμου όκωσπερ τείχεος» («Ο λαός πρέπει να υπερασπίζεται τον νόμο όπως μάχεται για τα τείχη της πόλης του» - Ηράκλειτος, H. Diehls / W. Kranz, Οι Προσωκρατικοί – Οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα, τόμ. Α΄ Β΄ έκδ., 2007, 348).


*Ο Άρις Καζάκος είναι καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.



Η έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), σύμφωνα με το άρθρο 44 και 1 του Συντάγματος, προβλέπεται σε εξαιρετικά «έκτακτες περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης». Η έκδοση ΠΝΠ από το Υπουργικό Συμβούλιο πρέπει να κυρωθεί από τη Βουλή μέσα σε 40 ημέρες από την έκδοσή της. Περιπτώσεις έκδοσης ΠΝΠ μέχρι τώρα αφορούσαν τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης (1978), τις μεγάλες πυρκαγιές του 2007, αναστολή πλειστηριασμών, απόσυρση Ι.Χ. Όμως, τον Οκτώβριο του 1985, στη δεύτερη θητεία του ΠΑΣΟΚ και του Αντρέα Παπανδρέου, για την υλοποίηση της νέας οικονομικής πολιτικής με υπουργό Οικονομίας τον Κ. Σημίτη, εξεδόθηκε ΠΝΠ που πάγωνε επί 2,5 χρόνια όλες τις μισθολογικές αυξήσεις που είχαν συνομολογηθεί με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις κλαδικές ΣΣΕ, σε μια εποχή που ο πληθωρισμός κάλπαζε (19,5%) και γι’ αυτό υπήρχε και ρήτρα Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής που ουσιαστικά καταργήθηκε με την ΠΝΠ. Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι και τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κ. Σημίτης επικαλέστηκαν για τη θέσπιση της ΠΝΠ «τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας»...
Η ακραία αντεργατική ενέργεια της κυβέρνησης Α. Παπανδρέου δημιούργησε σοβαρότατες αντιδράσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα. Στη ΓΣΕΕ επτά μέλη της ΠΑΣΚΕ διαχώρισαν τη θέση τους από την επίσημη έκφραση της παράταξης, που στήριζε τις κυβερνητικές επιλογές. Η ΠΑΣΚΕ έχασε την πλειοψηφία και οι δυνάμεις της Αριστεράς, ΕΣΑΚ, επιρροής ΚΚΕ, ΑΕΜ, επιρροής του ΚΚΕ Εσωτερικού, και των διαγραμμένων, απέκτησαν την πλειοψηφία.
Η απάντηση της «σοσιαλιστικής» κυβέρνησης ήταν να προχωρήσει σε δικαστικό πραξικόπημα διορίζοντας νέα διοίκηση στη ΓΣΕΕ. Οι διαφωνούντες συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ, τα 7 στελέχη της Διοίκησης της ΓΣΕΕ και άλλα 500 ανώτατα συνδικαλιστικά στελέχη από όλους τους εργασιακούς χώρους, με απόφαση του προέδρου και του Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ, διαγράφηκαν από το κόμμα αλλά και την ΠΑΣΚΕ(!).
Οι διαγραμμένοι συγκρότησαν τη Σοσιαλιστική Συνδικαλιστική Εργατοϋπαλλική Κίνηση (ΣΣΕΚ). Μαζί με τις δυνάμεις της Αριστεράς που είχαν την πλειοψηφία σε 20 Ομοσπονδίες, το ΕΚΑ και 100 σωματεία δημιούργησαν τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα (ΣΕΑ) που ανέλαβε τον συνδικαλιστικό αγώνα, προχωρώντας σε μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις που συγκλόνισαν τη χώρα.
Όμως τότε το συνδικαλιστικό κίνημα δεν ήταν μόνο του. Παρά το γεγονός ότι η ΠΝΠ αφορούσε μόνο το πάγωμα των αυξήσεων και όχι την περικοπή μισθών, στο πλευρό του στρατεύτηκαν καθηγητές πανεπιστημίων, λογοτέχνες, η συντριπτική πλειοψηφία των διανοουμένων.

 Να τα κατώτατα όριά μας

Σήμερα, που έχουν συμβεί τόσες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, όπως η κατάλυση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, η κατάργηση του ΟΜΕΔ, η απελευθέρωση απολύσεων, ατομικές συμβάσεις, μείωση αποδοχών με εργοδοτική αυθαιρεσία, οι διανοούμενοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία σιωπούν, ενώ ορισμένοι, όπως ο συνταγματολόγος Ν. Αλιβιζάτος, περί άλλα τυρβάζει και όχι για το Σύνταγμα που συνεχώς πλήττεται από την απορρύθμιση της συλλογικής αυτονομίας. Όπως γράφει ο καθηγητής Εργατικού Δικαίου Δ. Α. Τραυλός –Τζανετάτος, «δεν υπάρχει Σύνταγμα δύο ταχυτήτων. Μόνο όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 48 (πόλεμος, επιστράτευση, κίνδυνος ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος) επιτρέπεται η αναστολή σειράς συνταγματικών διατάξεων, στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβάνονται κρίσιμα για τα εργασιακά δικαιώματα άρθρα» («Αυγή» 20.6.2010).
Ο καθηγητής Στ. Μουδόπουλος σημειώνει, επίσης, ότι «οι κυβερνήσεις της χώρας δεν σεβάστηκαν το περιεχόμενο των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων… που θίγουν τον πυρήνα των συλλογικών διαπραγματεύσεων που συνίσταται στον προσδιορισμό του γενικού συμφέροντος από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους (δημοκρατία στις εργασιακές σχέσεις)” [«Εποχή» 9.5.2010)]. Σε άλλο του άρθρο ο Στ. Μουδόπουλος σημειώνει ότι «τα κατώτατα όρια προστασίας της εργασίας, είναι αυτά που κατοχυρώνει το Σύνταγμα και οι κανόνες των Διεθνών Συμβάσεων, όπως το δικαίωμα της οργάνωσης των εργαζομένων, το δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης και το δικαίωμα της απεργίας αποτελούν κατώτατα όρια» («Εποχή» 27.6.2010).
Μ.Μ.

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

 


Ο ΣΕΒ και οι άλλες εργοδοτικές οργανώσεις μπορεί να μη θέτουν στην πρώτη γραμμή των απαιτήσεών τους τη μείωση του κατώτατου μισθού, αλλά αυτό γίνεται γιατί, ο κατώτατος μισθός δεν έχει ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Το εργατικό κόστος στις ελληνικές επιχειρήσεις κυμαίνεται μεταξύ 10%-15% του συνολικού κόστους, ανάλογα με το εάν η επιχείρηση είναι εντάσεως εργασίας ή κεφαλαίου. Οι κατώτατες αμοιβές, επιπλέον, δεν ξεπερνούν το 20% του συνολικού εργατικού κόστους, και το μεγαλύτερο ποσοστό να το καταβάλλουν εταιρείες με εποχιακό προσωπικό. Από την άλλη, στην αγορά εργασίας οι επιχειρήσεις, έχοντας λυμένα τα χέρια τους από τους πρόσφατους νόμους της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για απολύσεις και επιχειρησιακές συμβάσεις, πιέζουν και εκβιάζουν τους μισθωτούς για ατομικές συμβάσεις και εκ περιτροπής εργασία. Έχει σημασία να σημειώσουμε ότι στις μεγάλες επιχειρήσεις με εξαιρετική κερδοφορία στην εποχή των παχέων αγελάδων «η εκσυγχρονιστική ελίτ επέτρεπε στην εργοδοσία να πραγματοποιεί ανεπαρκείς επενδύσεις, να τις αποσβένει σε χρόνο ρεκόρ και να αγνοεί τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις των εργαζομένων για βελτίωση της ασφάλειας και υγιεινής στους χώρους εργασίας…», όπως σημειώνουν ο Π. Ρυλμόν και η Μ. Λούκα στην «Αυγή»  (15/1/12) με αφορμή τη Χαλυβουργία, η εργοδοσία της οποίας απαίτησε την εκ περιτροπής εργασία του προσωπικού, τώρα που έπεσαν τα κέρδη της.
 
Ζούγκλα και στα
«καθώς πρέπει μαγαζιά»


Δεν περνά απαρατήρητο ότι σε επιχειρήσεις όπως κανάλια και εφημερίδες υποχρεούνται οι εργαζόμενοι σε ατομικές συμβάσεις με περικοπή αποδοχών κατά 20%-25%. Στην υπόλοιπη αγορά εργασίας που τα φώτα δεν είναι στραμμένα πάνω της από τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων, από τη φύση της εργασίας τους ή γιατί το μέγεθος της επιχείρησης είναι μικρό –όπως συμβαίνει με τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων– επικρατεί χάος, πραγματική εργασιακή ζούγκλα, η αδήλωτη μαύρη εργασία, χωρίς καμία προστασία από Συλλογικές Συμβάσεις. Για ποιους κατώτατους μισθούς μιλάμε εκεί; Από τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάστηκαν προχθές, μέσα στο 2011 αυξήθηκαν κατά 73,25% οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν σε ευέλικτες μορφές. Οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν σε μερικής απασχόλησης, αυξήθηκαν κατά 193%, ενώ όσες μεταβλήθηκαν σε εκ περιτροπής αυξήθηκαν κατά 632%(!).
Από την άλλη, στις μεγάλες επιχειρήσεις ο κατώτατος μισθός και οι υπόλοιπες αμοιβές που απορρέουν από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση, ζήτημα είναι αν φτάσουν το 15%. Οι μισθοί καθορίζονται από τις κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις. Εδώ είναι το κουμπί για να λυθεί το πρόβλημα της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή η μείωση μισθών κατά 30-40%. Επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, που παρουσιάζει η Χρ. Κοψίνη στην «Καθημερινή», δείχνουν «καθίζηση των αποδοχών από 10% έως 42% μέσω των 52 επιχειρησιακών συμβάσεων». Για τις τιμές προφανώς δε θα γίνει διατίμηση. Είναι έξω από τις ιδεολογικές πολιτικές και τις συνθήκες της ΕΕ.
Γι’ αυτό, παρά την πρωτοφανή, μάλλον σε παγκόσμιο επίπεδο, επί πενταετία βαθιά ύφεση ο ελληνικός πληθωρισμός βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των κρατών της ΕΕ (4,94% για το 2010 και 3,29% για το 2011). Επομένως, η εσωτερική υποτίμηση αφορά μόνο τους μισθούς. Πώς θα γίνει αυτό; Μέσα από το λεγόμενο κοινωνικό διάλογο; Λόγω της αναγκαστικά δύσκολης θέσης της ΓΣΕΕ, αυτό δεν μπορεί να προκύψει εύκολα. Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ προσανατολίζεται στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Πέραν των εργοδοτικών εισφορών, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων λέγεται ότι μπορεί να ισοφαριστεί με τη μη χορήγηση των αυξήσεων του κατώτατου μισθού κατά 2,7% τον Ιούλιο, γεγονός που θα επιφέρει μεγαλύτερες αυξήσεις στις ωριμάνσεις. Θα γίνει, δηλαδή, τράμπα. Όχι αυξήσεις λόγω της ΕΓΣΣΕ, αλλά χωρίς εμφανείς απώλειες στις αποδοχές. Οι χαμένοι θα είναι τα Ταμεία και οι εργαζόμενοι. Οι κερδισμένοι οι επιχειρήσεις.
 
Τα θέλουν όλα

Όμως, και αν προέκυπτε οτιδήποτε, η κυβέρνηση δεν δεσμεύεται ότι θα μείνει στη συμφωνία των κοινωνικών ανταγωνιστών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Καψής με κυνική έμφαση δήλωσε ότι «η κυβέρνηση δεν δεσμεύεται ότι θα υιοθετήσει μια ενδεχόμενη συμφωνία». Υπάρχει μόνο ένας, δοκιμασμένος, τρόπος. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις και μάλιστα εκτός της διαδικασίας της Βουλής. Η έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Το ΠΑΜΕ, μετά την έφοδο στο λεγόμενο κοινωνικό διάλογο, παρουσίασε έγγραφο που μάλλον ήταν σχέδιο νομοθετικής ρύθμισης και αφορούσε την κατάργηση διατάξεων για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις, με διατάξεις που αναστέλλουν τις ισχύουσες κλαδικές και άλλες ΣΣΕ προωθώντας τις ατομικές, καθώς και αποφάσεις της Διαιτησίας για αόριστο χρονικό διάστημα!
Η πρόθεση της κυβέρνησης, δια στόματος πρωθυπουργού, και κυβερνητικού εκπροσώπου είναι πασιφανής. Θέλουν, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, αν και δεν προκύπτει από πουθενά ότι ευθύνεται το εργασιακό κόστος για την επιδείνωσή της, να μειώσουν τους μισθούς. Σημειώνουμε το άρθρο της Μ. Καραμεσίνη («Εποχή» 15.1.2012) που περιγράφει με ενάργεια τις αιτίες της μείωσης της ανταγωνιστικότητας, αναφέροντας τον πληθωρισμό, την ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς, τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα στη δημόσια διοίκηση, της έρευνας, των υποδομών, της καινοτομίας, την απουσία κλαδικών πολιτικών κ.ά. Ο κατώτατος μισθός, τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας, που σχετίζονται με τους κατώτατους μισθούς παίζουν μικρό ρόλο στη διαμορφωμένη τα τελευταία δύο χρόνια εργασιακή ζούγκλα. Θα έχουν βέβαια επίπτωση στις ωριμάνσεις των εργατοϋπαλλήλων, ακόμα και αυτών που καλύπτονται από την ΕΓΣΣΕ. Θα έχουν, όμως, πολιτική και οικονομική επίπτωση, θα δώσουν δηλαδή σήμα, αν δεν προχωρήσουν σε νομοθετικές ρυθμίσεις, στις επιχειρήσεις του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα και στις Τράπεζες. Τα "Νέα" του Σαβ­βά­του έ­γρα­ψαν ό­τι η κυ­βέρ­νη­ση θα πα­γώ­σει τους μι­σθούς για μία τριε­τία! Ενδε­χο­μέ­νως πρώ­τα να τους μειώ­σουν και με­τά να τους πα­γώ­σουν...
Η κυβέρνηση Παπαδήμου θέλει, επίσης, να στείλει μήνυμα στις αγορές. Ότι δηλαδή έχει τη θέληση να περάσει την εσωτερική υποτίμηση, συντρίβοντας προφανώς το ένα σκέλος, που δεν είναι τα κέρδη. Ο Λ. Παπαδήμος ήταν σαφής. Στο ίδιο μήκος κινείται και ο εις εκ των στυλοβατών του νεοφιλελευθερισμού, Σαρκοζί. Προχθές, πρότεινε, μεταξύ άλλων, μείωση μισθολογικού κόστους και εργοδοτικών εισφορών, στο όνομα κι αυτός της ανταγωνιστικότητας. Υπάρχει, όμως, η πολιτική συγκυρία που δυσκολεύει τους χειρισμούς της κυβέρνησης. Οι εκλογές είναι κοντά ή σχετικά κοντά, η ΝΔ δεν θέλει να χρεωθεί μέχρι τη διεξαγωγή τους αντιεργατικές ρυθμίσεις, αν και θα ψηφίσει τη δανειακή σύμβαση, όπου θα περιγράφονται –όπως και στο Μνημόνιο– όλες οι αντεργατικές και αντικοινωνικές «μεταρρυθμίσεις». Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε εσωκομματική σύγκρουση, με κορυφαίους διεκδικητές της αρχηγίας να αποστασιοποιούνται από τα πεπραγμένα της διετίας. Το ΛΑΟΣ βλέπει τα ποσοστά του να πέφτουν και δεν μπορεί να αντέξει μόνο του την υποστήριξη των προθέσεων Παπαδήμου. Τα παραπάνω φαίνεται ότι συζητήθηκαν στη σύσκεψη των αρχηγών με τον πρωθυπουργό αλλά δεν του δόθηκε το πράσινο φως, τουλάχιστον για τις προσεχείς εβδομάδες.

Για αδιέξοδο τώρα μιλούν και οι σημαιοφόροι

Το κεντρικό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική μετά από δύο χρόνια Μνημονίου. Το αδιέξοδο είναι περισσότερο κι από ορατό. Πέραν των εργαζομένων και της κοινωνίας, η οικονομία στη γενική υπόστασή της βουλιάζει χωρίς γυρισμό. Αυτό δεν μπορεί να μην απασχολεί τους εγχώριους και διεθνείς εκφραστές αυτής της πολιτικής. Σε προχθεσινή εκδήλωση των ΕΛΙΑΜΕΠ, ΙΟΒΕ κ.τ.λ. οι ομιλητές συμφώνησαν ότι, ενώ μειώθηκαν οι πραγματικοί μισθοί (15% στη διετία), οι τιμές όμως αυξάνονται, αυξήθηκαν οι φόροι, οι δημόσιες επενδύσεις, σημειώθηκε μηδαμινή προόδος στα μέτρα βελτίωσης του ανταγωνισμού. Αλλά και ο επικεφαλής της Ομάδας Δράσης της ΕΕ για την Ελλάδα, Χ. Ράιχενμπαχ, δήλωσε ότι «οι Έλληνες έχουν υποστεί μεγάλες θυσίες και η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει μ’ αυτή τη στρατηγική. Το βάρος στο διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων είναι διπλάσιο σε σχέση με των Πορτογάλων και τριπλάσιο σε σχέση με των Ισπανών και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδιάρθρωση της ζήτησης», και πρόσθεσε ότι «το κόστος εργασίας είναι μόνο ένας παράγοντας που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα, καθώς υπάρχουν πολλοί άλλοι φραγμοί όπως η γραφειοκρατία».
Το βάρος των εξελίξεων πέφτει, πέραν της Αριστεράς, στα συνδικάτα. Η «εσωτερική υποτίμηση» του μνημονίου, της κυβέρνησης και των κομμάτων που την υποστηρίζουν, δεν αφορά μόνο αποδοχές. Αφορά και τις εργασιακές σχέσεις με την κατάργηση των ελάχιστων πια πλαισίων, όπως καταγράφονται και στους κανονισμούς εργασίας, στους οργανισμούς των ΔΕΚΟ και των Τραπεζών, τις νέες προσλήψεις χωρίς καμία προστασία και με μικρούς μισθούς. Αφορά όλη την κοινωνία. Αφορά την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.


Μάκης Μπαλαούρας

 

 

Ο πρωθυπουργός Λ. Παπαδήμος, σε πρόσφατη συνέντευξή του σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο, υπογράμμισε ότι «η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται από τη συγκράτηση των ημερομισθίων και την εσωτερική υποτίμηση τιμών και αμοιβών». Μαγικές λέξεις: ανταγωνιστικότητα και εσωτερική υποτίμηση.
Η ανταγωνιστικότητα προσδιορίζεται από το μισθολογικό κόστος, την παραγωγικότητα της εργασίας, το μη μισθολογικό κόστος και τη συναλλαγματική ισοτιμία σε δολάρια, ως νόμισμα σύγκρισης. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ παρουσίασε μελέτη του Ηλ. Ιωακείμογλου «Κόστος εργασίας, περιθώρια κέρδους και ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα 1995-2009», όπου αποδεικνύει ότι το κόστος εργασίας στην παραπάνω περίοδο παρουσίασε πράγματι αυξητικές τάσεις. Παρά ταύτα, το πραγματικό κόστος εργασίας παρέμεινε το 2009 σημαντικά χαμηλότερο από τα πιο προηγμένα κράτη της Ευρώπης μεταξύ 25% και 35%.

Φταίνε οι μισθοί για την ανταγωνιστικότητα;

Ο Ιωακείμογλου αποδεικνύει ότι στην υπό εξέταση περίοδο το μέσο περιθώριο κέρδους της ελληνικής οικονομίας (40%) ήταν το υψηλότερο στην ΕΕ των 18 πιο προηγμένων κρατών, με εξαίρεση την Ιρλανδία. Επομένως, η ανατιμώμενη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ και τα υψηλά περιθώρια κέρδους και όχι το εργατικό κόστος συνέβαλαν καθοριστικά στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Επίσης, ο Σάββας Ρομπόλης σημειώνει ότι «ενώ στη διετία 2009—11 μειώθηκε το μοναδιαίο κόστος εργασίας, τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν με συνέπεια να αυξηθεί ο πληθωρισμός και να μη βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα».
Ο Ιωακείμογλου, όμως, είναι οργανικός διανοούμενος της εργατικής τάξης και προφανώς τα συμπεράσματά του έχουν θετικό προσανατολισμό προς αυτή, θα έλεγε κάποιος προβληματιζόμενος αναγνώστης. Όμως ούτε ο ΣΕΒ, ούτε το επιστημονικό όργανό του, το ΙΟΒΕ, δεν τόλμησαν ποτέ να θέσουν το εργατικό κόστος στις πρώτες βαθμίδες της ιεράρχησής τους για τις αιτίες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Προφανώς δεν αναφέρθηκαν στα πρωτοφανή επιχειρηματικά κέρδη, ούτε στον πληθωρισμό που αυτά δημιουργούν. Αναφέρουν όμως με ιδιαίτερη έμφαση σαν κύριες αιτίες τα εμπόδια στο επιχειρείν. Που τα ονοματίζουν: η γραφειοκρατία, το δυσκίνητο δικαστικό σύστημα που οδηγεί σε τελεσιδικία μετά πάροδο 8-10 χρόνων, η υστέρηση της καινοτομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων, η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού για τις βιομηχανικές ζώνες κ.τ.λ. Το επιχειρηματικό κόστος απ’ τις παραπάνω αιτίες υπολογίζουν ότι ξεπερνά κατά 12 μονάδες βάσης το μέσο όρο των άλλων κρατών της ΕΕ.
Η αμερικάνικη εταιρεία Mc Kinsey που διενέργησε έρευνα με εντολή του ΣΕΒ, παρουσιάζει παρόμοιες αιτίες, προσθέτοντας ως παράδειγμα τεκμηρίωσης των προτάσεών της ότι «κανένα υπουργείο δεν έχει να επιδείξει αναπτυξιακό σχέδιο σε ορίζοντα τριετίας ή πενταετίας». Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η έρευνα του World Ekonomic Forum για την ανταγωνιστικότητα του 2012. Οι εργοδοτικοί φορείς και οι προσκείμενοι σ’ αυτούς επιστημονικοί φορείς ζητούν πολύ περισσότερα: την παραπέρα «ευελιξία στην αγορά εργασίας, τα κλειστά επαγγέλματα και τις κλειστές αγορές», μη παραλείποντας να χτυπήσουν τις δημόσιες επιχειρήσεις και τη μεγάλη οικονομική δραστηριότητα του κράτους, ζητώντας να πάψει να αποτελεί τομέα απασχόλησης, απαιτώντας μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις.

ΜΕ ΠΡΑΞΕΙΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ -ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ- ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
 

 

Του
Νίκου Σκορίνη*


Στην «Ημέρα των τρελών» του Ιζνογκούντ, ενός ήρωα κόμικ του Ρενέ Γκοσινί, ο πληθυσμός της Βαγδάτης αλλάζει για μία μόνο ημέρα ρόλους. Ο ανώτερος γίνεται κατώτερος και αντίστροφα, ο αφέντης δούλος και ο δούλος αφέντης, ο υπάλληλος εργοδότης και ο εργοδότης υπάλληλος, ο χαλίφης υπηρέτης και ο υπηρέτης χαλίφης και ούτω καθεξής. Σε εκείνο τον φανταστικό κόσμο για 24 διδακτικές ώρες όλοι έμπαιναν στη θέση του άλλου. Ορισμένοι ζούσαν τα μεγαλύτερα όνειρά τους και άλλοι τους χειρότερους εφιάλτες τους.
Σε τούτο τον τρομακτικό κόσμο καθημερινά είναι πάρα πολλοί εκείνοι που ζουν τους χειρότερους εφιάλτες τους και λίγοι εκείνοι που απολαμβάνουν τα προνόμια μιας καλής ζωής. Αν υπήρχε η «ημέρα των τρελών» και για 24 ώρες ο πρωθυπουργός έπρεπε να διαβιώσει ως άστεγος και οι υπουργοί με άδειο πορτοφόλι, χωρίς ρεύμα και φαγητό, να προσπαθούν να αντεπεξέλθουν σε όσα θα τους επέβαλε ο συνταξιούχος, ο μισθωτός ή ο επαγγελματίας που θα έβγαιναν από την ανέχεια για μια μέρα, θα άλλαζε κάτι;
Τίποτα δεν θα άλλαζε. Θα περνούσαν απλά πολύ άσχημα για μια μέρα και θα συνέχιζαν τη ζωή τους. Γιατί όσο και να απέχει η δική τους πραγματικότητα από την καθημερινή ζωή, μπορούν να αντιληφθούν, σε γενικές γραμμές, την άσχημη καθημερινότητα των περισσότερων πολιτών.
Αν και σε διαφορετικό σύμπαν, γνωρίζουν πως η απόφαση για περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, μείωση του κατώτατου μισθού ή περικοπή των δώρων στις παρούσες συνθήκες θα βαθύνει την ύφεση. Γνωρίζουν, επίσης, ότι οι προηγούμενες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις δεν βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Γνωρίζουν πως το μισθολογικό κόστος δεν επηρεάζει υπό αυτές τις συνθήκες την ανταγωνιστικότητα.

Ύφεση και ανεργία, αντί για «ανταγωνιστικότητα»
 
Γνωρίζουν πως οι δηλώσεις του κ. Ματίας Μορς για το ότι «ο κατώτερος μισθός είναι υψηλότερος από εκείνους άλλων χωρών μελών που η οικονομία τους βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο, και οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να δούνε κατά πόσον αυτό αποτελεί εμπόδιο για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας» επιμελώς αποκρύπτουν πως το κόστος ζωής στην Ελλάδα είναι αρκετά υψηλότερο από αυτό των χωρών της Ε.Ε. που επικαλείται ο εκπρόσωπος της τρόικας και ότι η ανεργία στην Ισπανία, που χρησιμοποιείται, ως παράδειγμα είναι η μεγαλύτερη σε όλη την Ευρώπη.
Ξέρουν τις συνέπειες όλων αυτών στην κυκλική ροή του εισοδήματος μεταξύ νοικοκυριών και επιχειρήσεων και πως η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων μειώθηκε, σύμφωνα με την Eurostat, το 2010 κατά 4 μονάδες σε σχέση με το 2009, εμφανίζοντας τη μεγαλύτερη πτώση στην Ευρώπη των 27. Σύμφωνα δε με την πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και της MARC, το 13% των νοικοκυριών δεν διαθέτει ούτε το απαραίτητο εισόδημα για την κάλυψη βασικών αναγκών, το 91,2% είχε σημαντική μείωση των εισοδημάτων του το 2011, το 78% καλύπτει δύσκολα τις ανάγκες του και περιορίζει την κατανάλωση, κάτι που πλήττει ουσιαστικά και τους επαγγελματίες, ιδιαίτερα δε κάποιων κλάδων (κατά 91,8% περικοπές στην ένδυση/υπόδηση, κατά 89,2% σε υπηρεσίες εστίασης, κατά 63% σε είδη διατροφής). Μειώσεις που συμπαρασύρουν και τις παραγωγικές επιχειρήσεις, τα φορολογικά έσοδα του κράτους, τις θέσεις εργασίας και κατά συνέπεια τις εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία.  Γνωρίζουν πως οι ευέλικτες μορφές εργασίας κερδίζουν έδαφος εις βάρος της πλήρους απασχόλησης και πως περισσότερες από 42.000 συμβάσεις πλήρους απασχόλησης μετατράπηκαν σε μερικής ή εκ περιτροπής το 2011 σε σχέση με τις 26.0000 αντίστοιχες το 2010.
Ξέρουν πως η ανεργία αυξάνεται και οι νεόπτωχοι και άστεγοι αποτελούν πλέον μια νέα μεγάλη κοινωνική ομάδα. 600 άνεργοι την ημέρα στον ιδιωτικό τομέα τον περασμένο Οκτώβριο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, με το ποσοστό να εκτινάσσεται στο 18,2% και εκτιμήσεις που μιλούν για σπάσιμο του φράγματος του 1.000.000 ανέργων αυτόν τον χρόνο με το γενικό ποσοστό ανεργίας να ξεπερνά το 20%.

Ούτε οι εργοδότες δεν συμφωνούν

Γνωρίζουν πως οι κοινωνικοί εταίροι, εργοδότες και εργαζόμενοι είναι αντίθετοι με την κατάργηση της ελάχιστης οικονομικής προστασίας που παρέχει ο θεσμός του κατώτατου μισθού στον εργαζόμενο και με την ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση των εισοδημάτων που θα προκύψει από την κατάργηση των δώρων. Θέση η οποία στηρίζεται στο ότι αυτού του μεγέθους η ύφεση στην Ελλάδα, ως εσωστρεφή ακόμα χώρα, θα προκαλέσει την πλήρη κατάρρευση των επιχειρήσεων.
Διαβουλεύονται δήθεν, αλλά αν δεν το αποφασίσουν οι κοινωνικοί εταίροι θα το επιβάλουν ούτως ή άλλως χωρίς καμία θεσμική κάλυψη.
Τονίζοντας την «αναγκαιότητά» των μέτρων αυτών, απαλλάσσουν τους εαυτούς τους από το βάρος των επιπτώσεών τους στην πλειοψηφία. Δηλώνουν πόσο άσχημα αισθάνονται για όλα όσα πρέπει να κάνουν για να μην καταστραφεί η χώρα. Η χώρα έχει καταστραφεί γιατί επέλεξαν να μην υπηρετούν τα συμφέροντά της, αλλά τα συμφέροντα άλλων σε αυτή και τα προσωπικά τους κεκτημένα. Δεν αγγίζουν τη διαφθορά, την παραοικονομία, τη φοροδιαφυγή, τις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές και νομικές διαδικασίες που απαιτούνται για να κάνει κάποιος απλά και καλά τη δουλειά του. Περιορίζονται στην αποδόμηση κάθε έννοιας ενός κράτους πρόνοιας και κοινωνικού δικαίου και στο να εξαντλούν οικονομικά τα ασθενέστερα αυτή τη στιγμή στρώματα μέσω φόρων, περικοπών και αλλεπάλληλων μειώσεων. Για αυτούς 24 ώρες εξαθλίωσης θα ήταν μόνο μια προσωρινή ταλαιπωρία.
Τα ψεύτικα διλήμματα περί σωτηρίας της χώρας, προκειμένου να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη πολιτική που οδηγεί σε κατάρρευση την οικονομία, οδηγούν μαθηματικά σε αυτό που υποτίθεται ότι προσπαθούν να αποτρέψουν: την έξοδο από την ευρωζώνη.

* Ο Νίκος Σκορίνης είναι γραμματέας της ΓΣΕΒΕ.

48ωρη απεργία στα ΜΜΕ (την Τρίτη και την Τετάρτη)

* Περικοπές μισθών 20% και «σύμφωνο εργασίας» ζητάει ο Ψυχάρης στο «Βήμα»

 

Με απόφαση της ΠΟΕΣΥ, της ομοσπονδίας ενώσεων συντακτών, της ΠΟΣΠΕΡΤ, της ομοσπονδίας των εργαζομένων στην ΕΡΤ, και της ΠΟΕΠΤΥΜ, της ομοσπονδίας ενώσεων προσωπικού, κηρύχθηκε πανελλαδική 48ωρη απεργία.
Η απεργία θα αρχίσει από το πρωί της Τρίτης 17/1 και θα λήξει το πρωί της Πέμπτης 19/1, συμπίπτοντας και με την παναττική απεργιακή κινητοποίηση της 17ης Ιανουαρίου που κήρυξαν τα Εργατικά Κέντρα της Αττικής.
Στην ανακοίνωσή τους οι συνεργαζόμενες ομοσπονδίες εργαζομένων στα ΜΜΕ τονίζουν ότι «τέσσερις χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας, απολύσεις και λουκέτα, πρωτοφανές τσεκούρωμα μισθών και συντάξεων, ολιγωρία στην υπογραφή ΣΣΕ, πιέσεις για υπογραφή ατομικών συμβάσεων, ανασφάλεια των εργαζομένων στο ζενίθ (…) συνθέτουν μια ζοφερή προοπτική» και ζητούν:
• Ανάκληση των απολύσεων.
• Άμεση υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων.
• Τέρμα στην ομηρία των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και έργου.
• Να μην πραγματοποιηθούν τα σχέδια για κατάργηση 13ου και 14ου μισθού.
Η 48ωρη απεργία στα ΜΜΕ πραγματοποιείται σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τα τεράστια προβλήματα των εργαζομένων στον κλάδο, με την «Ελευθεροτυπία» σε κατάσταση συναγερμού, τον ALTER, υπό κατάληψη από τους απλήρωτους εργαζόμενους, τον «Κόσμο του Επενδυτή» στο Κόκκινο, που αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου της εκρηκτικής κατάστασης η οποία έχει διαμορφωθεί στα ΜΜΕ, με πρώτα και κύρια θέματα τους εργαζόμενους.

Περικοπές και αυταρχισμός στον ΔΟΛ

 Στο μεταξύ, εκτός από την «Ελευθεροτυπία», για την οποία έχουν ήδη ενημερωθεί οι αναγνώστες της «Εποχής» σε προηγούμενα φύλλα, οξυμένη εμφανίζεται η κατάσταση και στο «Βήμα», μετά την πρόθεση της εργοδοσίας να περικόψει «οριζόντια» τις αποδοχές (άνω των 1.500 ευρώ μεικτά) όλων των εργαζομένων κατά 20%.
Οι εργαζόμενοι αντέδρασαν άμεσα και σε γενική συνέλευση αποφάσισαν τη δική τους «κόκκινη γραμμή»: να μη δεχθούν να θιγούν οι συλλογικές συμβάσεις τους και τα ελάχιστα μισθολογικά επίπεδα. Και έθεσαν σ’ αυτή τη βάση το ζήτημα όχι μόνο για λόγους αρχής (η συλλογική διαπραγμάτευση και σύμβαση έναντι των ατομικών ή κατακερματισμένων επιχειρησιακών συμβάσεων), αλλά και για πρακτικούς λόγους: σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, η μείωση του κόστους που θα έφερνε η εφαρμογή των αμοιβών που προβλέπει η συλλογική σύμβαση ΕΣΗΕΑ-ΕΙΗΕΑ, θα ήταν αντίστοιχη, αν όχι μεγαλύτερη από αυτή που θα επέφερε η οριζόντια περικοπή.
Είχε, όμως, ένα «μειονέκτημα» αυτή η πρόταση: έθιγε κυρίως τα υψηλά ιστάμενα στελέχη του συγκροτήματος (και αυτό δεν ήταν ποτέ στις προθέσεις της εργοδοσίας) και δεν άγγιζε τη διαδικασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε επίπεδο ΕΣΗΕΑ-ΕΙΗΕΑ.

Οι πραγματικοί στόχοι

Η εργοδοσία, ανεπίσημα, αναγνωρίζει ότι η πρόταση είναι λογική, αλλά στην επίσημη τοποθέτησή της κατά τη συνάντηση με την επιτροπή που εξέλεξε η συνέλευση των εργαζομένων, επέμεινε στην αρχική της θέση, με κάποιες δευτερεύουσες τροποποιήσεις (διετής διάρκεια της συμφωνίας, αποκατάσταση των αμοιβών εφόσον λυθεί το «πρόβλημα ρευστότητας» που αντιμετωπίζει η επιχείρηση, δέσμευση να μην υπάρξουν ομαδικές –όχι όμως και γενικά– απολύσεις κ.λπ.).
Εμμένει, δηλαδή, σε μια ανακατανομή μεταξύ μισθών και κερδών, απορρίπτοντας την ιδέα της ανακατανομής μεταξύ υπέρογκων και συμβατικών αμοιβών.
Εν τω μεταξύ, ενεργοποιώντας τους μηχανισμούς διαίρεσης των εργαζομένων, επιχειρεί να τους αποδυναμώσει αναλαμβάνοντας μια επιχείρηση παρουσίασης της συλλογικής διαπραγμάτευσης σαν τεχνικο-οικονομικό ζήτημα, επισείοντας την απειλή απολύσεων και καλλιεργώντας το αίσθημα ανασφάλειας που διακατέχει σήμερα τους εργαζόμενους.

Τελευταίες εξελίξεις

 Την Παρασκευή το βράδυ, η επιτροπή εργαζομένων έκανε γνωστό ότι υπήρξε δεύτερη συνάντηση με την εργοδοσία, κατά την οποία ο κ. Ψυχάρης δήλωσε:
Ότι είναι διατεθειμένος να υπογράψει «σύμφωνο εργασίας», δηλαδή «ένα είδος επιχειρησιακής σύμβασης», εφόσον συμφωνήσουν τα 3/5 των εργαζομένων συντακτών.
Είναι διατεθειμένος να «θέσει από κοινού το σύμφωνο στην ΕΣΗΕΑ, που θα κληθεί να το συνυπογράψει με τον ΔΟΛ».
 Αν και τα μέλη της επιτροπής εργαζομένων εκτιμούν ότι η εργοδοσία μπορεί να πάρει πίσω την απόφασή της για περικοπή κατά 20% των αμοιβών, δεν προκύπτει από πουθενά τέτοια πρόθεση. Πιο πιθανό είναι στο «σύμφωνο εργασίας» να περιληφθεί μια παραλλαγή της ειλημμένης απόφασης της εργοδοσίας, αλλά οπωσδήποτε όχι η πρόταση των εργαζομένων για εφαρμογή της σύμβασης σε όλους τους εργαζόμενους (που θίγει τα υψηλότατα κλιμάκια).
Όλα αυτά θα συζητηθούν σε γενική συνέλευση των εργαζομένων στο «Βήμα», που έχει συγκληθεί για αύριο στις 3 το απόγευμα.



Χ. Γ.

 

ΝΕΕΣ ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΟΜΙΛΟ ΛΥΜΠΕΡΗ

«Δεν αποδεχόμαστε μισθούς πείνας και αναξιοπρέπειας»


Να μην δεχτούν άλλες μειώσεις, να μην αποδεχτούν μισθούς πείνας και αναξιοπρέπειας είναι η απόφαση των εργαζομένων στον εκδοτικό όμιλο Λυμπέρη. Ήδη τον περασμένο χρόνο ο όμιλος επέβαλε δύο μειώσεις μισθών, που έφτασαν κατά περίπτωση και το 25% των μεικτών αποδοχών των εργαζομένων και σήμερα η διοίκηση ζητά να υπογράψουν νέες ατομικές συμβάσεις, που καταβαραθρώνουν τις αρχικές αποδοχές των εργαζομένων μέχρι και 40%. Ακόμα, από τον Αύγουστο ο όμιλος μπήκε σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, με απασχόληση 4 εργάσιμες μέρες την εβδομάδα, που οδήγησε σε περαιτέρω συρρίκνωση των μεικτών αποδοχών των εργαζομένων κατά 16%. Σήμερα η διοίκηση ζητά από τους εργαζόμενους να δουλέψουν το πρώτο τρίμηνο εθελοντικά (!), υπογράφοντας άδειες άνευ αποδοχών, και όσοι δεν απολυθούν θα επιστρέψουν τον Απρίλιο στο εκ περιτροπής εργασίας καθεστώς.
Στο συγκρότημα πραγματοποιήθηκε συνέλευση, παρουσία εκπροσώπων της ΕΣΠΗΤ, η οποία ήταν μαζική και με παλμό, όπου αποφασίστηκε να μην υπογραφούν οι νέες μειώσεις αποδοχών, ενώ εκλέχτηκαν εκπρόσωποι τμημάτων που θα διαπραγματευτούν με τη διοίκηση.

Ι.Ζ.