Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012 13:51
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Ο ΣΕΒ και οι άλλες εργοδοτικές οργανώσεις μπορεί να μη θέτουν στην πρώτη γραμμή των απαιτήσεών τους τη μείωση του κατώτατου μισθού, αλλά αυτό γίνεται γιατί, ο κατώτατος μισθός δεν έχει ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Το εργατικό κόστος στις ελληνικές επιχειρήσεις κυμαίνεται μεταξύ 10%-15% του συνολικού κόστους, ανάλογα με το εάν η επιχείρηση είναι εντάσεως εργασίας ή κεφαλαίου. Οι κατώτατες αμοιβές, επιπλέον, δεν ξεπερνούν το 20% του συνολικού εργατικού κόστους, και το μεγαλύτερο ποσοστό να το καταβάλλουν εταιρείες με εποχιακό προσωπικό. Από την άλλη, στην αγορά εργασίας οι επιχειρήσεις, έχοντας λυμένα τα χέρια τους από τους πρόσφατους νόμους της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για απολύσεις και επιχειρησιακές συμβάσεις, πιέζουν και εκβιάζουν τους μισθωτούς για ατομικές συμβάσεις και εκ περιτροπής εργασία. Έχει σημασία να σημειώσουμε ότι στις μεγάλες επιχειρήσεις με εξαιρετική κερδοφορία στην εποχή των παχέων αγελάδων «η εκσυγχρονιστική ελίτ επέτρεπε στην εργοδοσία να πραγματοποιεί ανεπαρκείς επενδύσεις, να τις αποσβένει σε χρόνο ρεκόρ και να αγνοεί τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις των εργαζομένων για βελτίωση της ασφάλειας και υγιεινής στους χώρους εργασίας…», όπως σημειώνουν ο Π. Ρυλμόν και η Μ. Λούκα στην «Αυγή» (15/1/12) με αφορμή τη Χαλυβουργία, η εργοδοσία της οποίας απαίτησε την εκ περιτροπής εργασία του προσωπικού, τώρα που έπεσαν τα κέρδη της.
Ζούγκλα και στα
«καθώς πρέπει μαγαζιά»
Δεν περνά απαρατήρητο ότι σε επιχειρήσεις όπως κανάλια και εφημερίδες υποχρεούνται οι εργαζόμενοι σε ατομικές συμβάσεις με περικοπή αποδοχών κατά 20%-25%. Στην υπόλοιπη αγορά εργασίας που τα φώτα δεν είναι στραμμένα πάνω της από τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων, από τη φύση της εργασίας τους ή γιατί το μέγεθος της επιχείρησης είναι μικρό –όπως συμβαίνει με τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων– επικρατεί χάος, πραγματική εργασιακή ζούγκλα, η αδήλωτη μαύρη εργασία, χωρίς καμία προστασία από Συλλογικές Συμβάσεις. Για ποιους κατώτατους μισθούς μιλάμε εκεί; Από τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάστηκαν προχθές, μέσα στο 2011 αυξήθηκαν κατά 73,25% οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν σε ευέλικτες μορφές. Οι συμβάσεις πλήρους απασχόλησης που μετατράπηκαν σε μερικής απασχόλησης, αυξήθηκαν κατά 193%, ενώ όσες μεταβλήθηκαν σε εκ περιτροπής αυξήθηκαν κατά 632%(!).
Από την άλλη, στις μεγάλες επιχειρήσεις ο κατώτατος μισθός και οι υπόλοιπες αμοιβές που απορρέουν από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση, ζήτημα είναι αν φτάσουν το 15%. Οι μισθοί καθορίζονται από τις κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις. Εδώ είναι το κουμπί για να λυθεί το πρόβλημα της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή η μείωση μισθών κατά 30-40%. Επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, που παρουσιάζει η Χρ. Κοψίνη στην «Καθημερινή», δείχνουν «καθίζηση των αποδοχών από 10% έως 42% μέσω των 52 επιχειρησιακών συμβάσεων». Για τις τιμές προφανώς δε θα γίνει διατίμηση. Είναι έξω από τις ιδεολογικές πολιτικές και τις συνθήκες της ΕΕ.
Γι’ αυτό, παρά την πρωτοφανή, μάλλον σε παγκόσμιο επίπεδο, επί πενταετία βαθιά ύφεση ο ελληνικός πληθωρισμός βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των κρατών της ΕΕ (4,94% για το 2010 και 3,29% για το 2011). Επομένως, η εσωτερική υποτίμηση αφορά μόνο τους μισθούς. Πώς θα γίνει αυτό; Μέσα από το λεγόμενο κοινωνικό διάλογο; Λόγω της αναγκαστικά δύσκολης θέσης της ΓΣΕΕ, αυτό δεν μπορεί να προκύψει εύκολα. Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ προσανατολίζεται στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Πέραν των εργοδοτικών εισφορών, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων λέγεται ότι μπορεί να ισοφαριστεί με τη μη χορήγηση των αυξήσεων του κατώτατου μισθού κατά 2,7% τον Ιούλιο, γεγονός που θα επιφέρει μεγαλύτερες αυξήσεις στις ωριμάνσεις. Θα γίνει, δηλαδή, τράμπα. Όχι αυξήσεις λόγω της ΕΓΣΣΕ, αλλά χωρίς εμφανείς απώλειες στις αποδοχές. Οι χαμένοι θα είναι τα Ταμεία και οι εργαζόμενοι. Οι κερδισμένοι οι επιχειρήσεις.
Τα θέλουν όλα
Όμως, και αν προέκυπτε οτιδήποτε, η κυβέρνηση δεν δεσμεύεται ότι θα μείνει στη συμφωνία των κοινωνικών ανταγωνιστών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Π. Καψής με κυνική έμφαση δήλωσε ότι «η κυβέρνηση δεν δεσμεύεται ότι θα υιοθετήσει μια ενδεχόμενη συμφωνία». Υπάρχει μόνο ένας, δοκιμασμένος, τρόπος. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις και μάλιστα εκτός της διαδικασίας της Βουλής. Η έκδοση Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Το ΠΑΜΕ, μετά την έφοδο στο λεγόμενο κοινωνικό διάλογο, παρουσίασε έγγραφο που μάλλον ήταν σχέδιο νομοθετικής ρύθμισης και αφορούσε την κατάργηση διατάξεων για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις, με διατάξεις που αναστέλλουν τις ισχύουσες κλαδικές και άλλες ΣΣΕ προωθώντας τις ατομικές, καθώς και αποφάσεις της Διαιτησίας για αόριστο χρονικό διάστημα!
Η πρόθεση της κυβέρνησης, δια στόματος πρωθυπουργού, και κυβερνητικού εκπροσώπου είναι πασιφανής. Θέλουν, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, αν και δεν προκύπτει από πουθενά ότι ευθύνεται το εργασιακό κόστος για την επιδείνωσή της, να μειώσουν τους μισθούς. Σημειώνουμε το άρθρο της Μ. Καραμεσίνη («Εποχή» 15.1.2012) που περιγράφει με ενάργεια τις αιτίες της μείωσης της ανταγωνιστικότητας, αναφέροντας τον πληθωρισμό, την ολιγοπωλιακή δομή της αγοράς, τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα στη δημόσια διοίκηση, της έρευνας, των υποδομών, της καινοτομίας, την απουσία κλαδικών πολιτικών κ.ά. Ο κατώτατος μισθός, τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας, που σχετίζονται με τους κατώτατους μισθούς παίζουν μικρό ρόλο στη διαμορφωμένη τα τελευταία δύο χρόνια εργασιακή ζούγκλα. Θα έχουν βέβαια επίπτωση στις ωριμάνσεις των εργατοϋπαλλήλων, ακόμα και αυτών που καλύπτονται από την ΕΓΣΣΕ. Θα έχουν, όμως, πολιτική και οικονομική επίπτωση, θα δώσουν δηλαδή σήμα, αν δεν προχωρήσουν σε νομοθετικές ρυθμίσεις, στις επιχειρήσεις του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα και στις Τράπεζες. Τα "Νέα" του Σαββάτου έγραψαν ότι η κυβέρνηση θα παγώσει τους μισθούς για μία τριετία! Ενδεχομένως πρώτα να τους μειώσουν και μετά να τους παγώσουν...
Η κυβέρνηση Παπαδήμου θέλει, επίσης, να στείλει μήνυμα στις αγορές. Ότι δηλαδή έχει τη θέληση να περάσει την εσωτερική υποτίμηση, συντρίβοντας προφανώς το ένα σκέλος, που δεν είναι τα κέρδη. Ο Λ. Παπαδήμος ήταν σαφής. Στο ίδιο μήκος κινείται και ο εις εκ των στυλοβατών του νεοφιλελευθερισμού, Σαρκοζί. Προχθές, πρότεινε, μεταξύ άλλων, μείωση μισθολογικού κόστους και εργοδοτικών εισφορών, στο όνομα κι αυτός της ανταγωνιστικότητας. Υπάρχει, όμως, η πολιτική συγκυρία που δυσκολεύει τους χειρισμούς της κυβέρνησης. Οι εκλογές είναι κοντά ή σχετικά κοντά, η ΝΔ δεν θέλει να χρεωθεί μέχρι τη διεξαγωγή τους αντιεργατικές ρυθμίσεις, αν και θα ψηφίσει τη δανειακή σύμβαση, όπου θα περιγράφονται –όπως και στο Μνημόνιο– όλες οι αντεργατικές και αντικοινωνικές «μεταρρυθμίσεις». Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε εσωκομματική σύγκρουση, με κορυφαίους διεκδικητές της αρχηγίας να αποστασιοποιούνται από τα πεπραγμένα της διετίας. Το ΛΑΟΣ βλέπει τα ποσοστά του να πέφτουν και δεν μπορεί να αντέξει μόνο του την υποστήριξη των προθέσεων Παπαδήμου. Τα παραπάνω φαίνεται ότι συζητήθηκαν στη σύσκεψη των αρχηγών με τον πρωθυπουργό αλλά δεν του δόθηκε το πράσινο φως, τουλάχιστον για τις προσεχείς εβδομάδες.
Για αδιέξοδο τώρα μιλούν και οι σημαιοφόροι
Το κεντρικό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική μετά από δύο χρόνια Μνημονίου. Το αδιέξοδο είναι περισσότερο κι από ορατό. Πέραν των εργαζομένων και της κοινωνίας, η οικονομία στη γενική υπόστασή της βουλιάζει χωρίς γυρισμό. Αυτό δεν μπορεί να μην απασχολεί τους εγχώριους και διεθνείς εκφραστές αυτής της πολιτικής. Σε προχθεσινή εκδήλωση των ΕΛΙΑΜΕΠ, ΙΟΒΕ κ.τ.λ. οι ομιλητές συμφώνησαν ότι, ενώ μειώθηκαν οι πραγματικοί μισθοί (15% στη διετία), οι τιμές όμως αυξάνονται, αυξήθηκαν οι φόροι, οι δημόσιες επενδύσεις, σημειώθηκε μηδαμινή προόδος στα μέτρα βελτίωσης του ανταγωνισμού. Αλλά και ο επικεφαλής της Ομάδας Δράσης της ΕΕ για την Ελλάδα, Χ. Ράιχενμπαχ, δήλωσε ότι «οι Έλληνες έχουν υποστεί μεγάλες θυσίες και η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει μ’ αυτή τη στρατηγική. Το βάρος στο διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων είναι διπλάσιο σε σχέση με των Πορτογάλων και τριπλάσιο σε σχέση με των Ισπανών και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδιάρθρωση της ζήτησης», και πρόσθεσε ότι «το κόστος εργασίας είναι μόνο ένας παράγοντας που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα, καθώς υπάρχουν πολλοί άλλοι φραγμοί όπως η γραφειοκρατία».
Το βάρος των εξελίξεων πέφτει, πέραν της Αριστεράς, στα συνδικάτα. Η «εσωτερική υποτίμηση» του μνημονίου, της κυβέρνησης και των κομμάτων που την υποστηρίζουν, δεν αφορά μόνο αποδοχές. Αφορά και τις εργασιακές σχέσεις με την κατάργηση των ελάχιστων πια πλαισίων, όπως καταγράφονται και στους κανονισμούς εργασίας, στους οργανισμούς των ΔΕΚΟ και των Τραπεζών, τις νέες προσλήψεις χωρίς καμία προστασία και με μικρούς μισθούς. Αφορά όλη την κοινωνία. Αφορά την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.
Μάκης Μπαλαούρας
Ο πρωθυπουργός Λ. Παπαδήμος, σε πρόσφατη συνέντευξή του σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο, υπογράμμισε ότι «η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται από τη συγκράτηση των ημερομισθίων και την εσωτερική υποτίμηση τιμών και αμοιβών». Μαγικές λέξεις: ανταγωνιστικότητα και εσωτερική υποτίμηση.
Η ανταγωνιστικότητα προσδιορίζεται από το μισθολογικό κόστος, την παραγωγικότητα της εργασίας, το μη μισθολογικό κόστος και τη συναλλαγματική ισοτιμία σε δολάρια, ως νόμισμα σύγκρισης. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ παρουσίασε μελέτη του Ηλ. Ιωακείμογλου «Κόστος εργασίας, περιθώρια κέρδους και ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα 1995-2009», όπου αποδεικνύει ότι το κόστος εργασίας στην παραπάνω περίοδο παρουσίασε πράγματι αυξητικές τάσεις. Παρά ταύτα, το πραγματικό κόστος εργασίας παρέμεινε το 2009 σημαντικά χαμηλότερο από τα πιο προηγμένα κράτη της Ευρώπης μεταξύ 25% και 35%.
Φταίνε οι μισθοί για την ανταγωνιστικότητα;
Ο Ιωακείμογλου αποδεικνύει ότι στην υπό εξέταση περίοδο το μέσο περιθώριο κέρδους της ελληνικής οικονομίας (40%) ήταν το υψηλότερο στην ΕΕ των 18 πιο προηγμένων κρατών, με εξαίρεση την Ιρλανδία. Επομένως, η ανατιμώμενη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ και τα υψηλά περιθώρια κέρδους και όχι το εργατικό κόστος συνέβαλαν καθοριστικά στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Επίσης, ο Σάββας Ρομπόλης σημειώνει ότι «ενώ στη διετία 2009—11 μειώθηκε το μοναδιαίο κόστος εργασίας, τα περιθώρια κέρδους αυξήθηκαν με συνέπεια να αυξηθεί ο πληθωρισμός και να μη βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα».
Ο Ιωακείμογλου, όμως, είναι οργανικός διανοούμενος της εργατικής τάξης και προφανώς τα συμπεράσματά του έχουν θετικό προσανατολισμό προς αυτή, θα έλεγε κάποιος προβληματιζόμενος αναγνώστης. Όμως ούτε ο ΣΕΒ, ούτε το επιστημονικό όργανό του, το ΙΟΒΕ, δεν τόλμησαν ποτέ να θέσουν το εργατικό κόστος στις πρώτες βαθμίδες της ιεράρχησής τους για τις αιτίες της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Προφανώς δεν αναφέρθηκαν στα πρωτοφανή επιχειρηματικά κέρδη, ούτε στον πληθωρισμό που αυτά δημιουργούν. Αναφέρουν όμως με ιδιαίτερη έμφαση σαν κύριες αιτίες τα εμπόδια στο επιχειρείν. Που τα ονοματίζουν: η γραφειοκρατία, το δυσκίνητο δικαστικό σύστημα που οδηγεί σε τελεσιδικία μετά πάροδο 8-10 χρόνων, η υστέρηση της καινοτομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων, η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού για τις βιομηχανικές ζώνες κ.τ.λ. Το επιχειρηματικό κόστος απ’ τις παραπάνω αιτίες υπολογίζουν ότι ξεπερνά κατά 12 μονάδες βάσης το μέσο όρο των άλλων κρατών της ΕΕ.
Η αμερικάνικη εταιρεία Mc Kinsey που διενέργησε έρευνα με εντολή του ΣΕΒ, παρουσιάζει παρόμοιες αιτίες, προσθέτοντας ως παράδειγμα τεκμηρίωσης των προτάσεών της ότι «κανένα υπουργείο δεν έχει να επιδείξει αναπτυξιακό σχέδιο σε ορίζοντα τριετίας ή πενταετίας». Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η έρευνα του World Ekonomic Forum για την ανταγωνιστικότητα του 2012. Οι εργοδοτικοί φορείς και οι προσκείμενοι σ’ αυτούς επιστημονικοί φορείς ζητούν πολύ περισσότερα: την παραπέρα «ευελιξία στην αγορά εργασίας, τα κλειστά επαγγέλματα και τις κλειστές αγορές», μη παραλείποντας να χτυπήσουν τις δημόσιες επιχειρήσεις και τη μεγάλη οικονομική δραστηριότητα του κράτους, ζητώντας να πάψει να αποτελεί τομέα απασχόλησης, απαιτώντας μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις.