Αρχείο



Δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για ένα βήμα προς τα πίσω

Της
Δάφνης Ματζιαράκη


1992: Ρίο Ντε Τζανέιρο, Βραζιλία. Επισημαίνεται διεθνώς και για πρώτη φορά, το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η σύμβαση-πλαίσιο του ΟΗΕ οικοδομήθηκε στην πεποίθηση ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή του κλίματος που προκαλείται λόγω της αύξησης των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο, η κλιματική αλλαγή έχει αρνητικές επιπτώσεις για το φυσικό περιβάλλον και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Για πρώτη φορά, αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες συμφωνούν στο γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν πρέπει να είναι πια αλληλένδετη με την αλλαγή του κλίματος.
1997: Κιότο, Ιαπωνία. Ένα αρκετά γενναίο για την εποχή βήμα επιτυγχάνεται. Το Πρωτόκολλο του Κιότο δεσμεύει 268 κράτη σε έναν «οδικό χάρτη», στον οποίο περιλαμβάνονται τα απαραίτητα βήματα για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος. Τα κράτη που έχουν συνυπογράψει το Πρωτόκολλο δεσμεύονται να ελαττώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου την πρώτη περίοδο ανάληψης υποχρεώσεων (2008 - 2012) ως προς ένα συγκεκριμένο στόχο σε σχέση με τις εκπομπές του 1990 (ή του 1995 για ορισμένα αέρια). Το Πρωτόκολλο του Κιότο δίνει ελπίδα στον πλανήτη και την ανθρωπότητα. Παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπέγραψαν ποτέ, το Κιότο είναι η μοναδική συμφωνία η οποία θέτει για πρώτη φορά περιορισμούς στην ανεξέλεγκτη βιομηχανική παραγωγή και στις υπόλοιπες ρυπογόνες δραστηριότητες.
Οι αυξανόμενες απαιτήσεις των σύγχρονων, ανεπτυγμένων κοινωνιών δημιουργούν πολύ γρήγορα ανάγκες, οι οποίες για να εκπληρωθούν αφήνουν μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα. Τα επιστημονικά ευρήματα γίνονται ιδιαιτέρως ανησυχητικά με αποκορύφωμα την έκθεση που δημοσιεύεται το 2008, από τη Διεπιστημονική Επιτροπή του ΟΗΕ για το κλίμα, η οποία εξηγεί επί της ουσίας ότι η κλιματική αλλαγή είναι πολύ πιο σοβαρή απ’ ό,τι μέχρι τότε πιστεύαμε και ότι οι χώρες πρέπει πάση θυσία να παρεμποδίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από τους 4 βαθμούς Κελσίου, καθώς μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν μη αναστρέψιμη και εντελώς καταστροφική για τον πλανήτη. Τα ευρήματα αυτά, καλούν για πολιτική ανάληψη ευθυνών για τη μεγαλύτερη κρίση της ανθρωπότητας.
Τα επιστημονικά ευρήματα για το περιβάλλον επιβεβαιώνονται και από την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων, που ήδη πλήττονται από τις νέες συνθήκες. Το σύμπλεγμα των νήσων Μαλδίβες, το Μπαγκλαντές, η Ινδία, οι Φιλιππίνες, οι Ονδούρες και η Νικαράγουα είναι από τις περιπτώσεις όπου η ζωή έχει γίνει ήδη αρκετά επώδυνη λόγω της αλλαγής του κλίματος. ΄
Όπως πάντα έτσι και τώρα, οι φτωχότεροι, οι χώρες με τις λιγότερες υποδομές, όσοι επαφίενται στη γη για την επιβίωση τους, είναι εκείνοι που πρώτοι αντιλαμβάνονται ότι η περιβαλλοντική κρίση είναι ίσως και σοβαρότερη από την οικονομική κρίση.
2009: Κοπεγχάγη, Δανία. Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, παρά τις εκκλήσεις του ΟΗΕ, τις κινητοποιήσεις της κοινωνίας των πολιτών και τις πιέσεις των περιβαλλοντικών και ανθρωπιστικών οργανώσεων, οι περισσότερες κυβερνήσεις, με εξαίρεση την ΕΕ, επέδειξαν την καθολική τους αδιαφορία στο πρόβλημα και την πολιτική τους βούληση να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ουσιαστική δέσμευση για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Η απόλυτη κωλυσιεργία και ο κωμικοτραγικός χαρακτήρας της σύγχρονης πολιτικής αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της συνόδου COP15 του ΟΗΕ, στην Κοπεγχάγη, όταν, μετά από δύο εβδομάδες συνεχών διαπραγματεύσεων, οι πολιτικοί αρχηγοί κατέληξαν σε μία συμφωνία, η οποία ωστόσο δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα.
2011: Ντέρμπαν, Ν. Αφρική. Είναι η τελευταία ευκαιρία για τις χώρες που συμμετέχουν στη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ, προκειμένου να παρέχουν κάποιες εγγυήσεις σχετικά με το καθεστώς της μελλοντικής συμφωνίας για το κλίμα. Το Πρωτόκολλο του Κιότο εκπνέει το Δεκέμβριο του 2012, κάτι που σημαίνει ότι αν οι πολιτικές ηγεσίες δεν προβούν στην ανάληψη δεσμεύσεων για την υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων, τότε δεν θα υπάρχει κανένας απολύτως περιορισμός στην έκκληση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Η διάσκεψη του Ντέρμπαν αποτελεί, λοιπόν, ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για το μέλλον του πλανήτη. Οι ηγέτες των κυβερνήσεων έχουν τη δυνατότητα να διαλέξουν: μπορούν να μετατρέψουν εκείνο στο οποίο «είπαν» ότι συμφώνησαν στην Κοπεγχάγη, σε μία συνθήκη με νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, ή θα επιβεβαιώσουν ότι η πολυδάπανη συνδιάσκεψη στην Κοπεγχάγη το 2009 ήταν απλώς μία κουστωδία πολιτικών, οι οποίοι έπειτα από δύο εβδομάδες κατέληξαν στο απόλυτο μηδέν και συγχρόνως θα καταδικάσουν το μέλλον του πλανήτη.
Το κλειδί αυτή τη στιγμή είναι το μέλλον του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Πρόκειται για τη μόνη, μέχρι στιγμής, διεθνή δεσμευτική συμφωνία. Η ΕΕ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί τη συνέχισή του εφόσον και τα υπόλοιπα κράτη επιθυμούν το ίδιο. Άλλες μεγάλες ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Ιαπωνία, η Ρωσία και ο Καναδάς, αρνούνται να υποστηρίξουν την ΕΕ, εκτός αν λάβουν παρόμοιες δεσμεύσεις και οι αναπτυσσόμενες χώρες. Από την πλευρά τους, οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν επισημάνει πως η συμφωνία για τη συνέχιση του Πρωτοκόλλου του Κιότο αποτελεί γι’ αυτές κόκκινη γραμμή για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Είναι, όμως, πλέον σαφές ότι και οι αναπτυσσόμενες χώρες, θα πρέπει να επιδείξουν την ετοιμότητα τους να αναλάβουν δεσμεύσεις στο μέλλον. Το αδιέξοδο αυτό δεν απειλεί μόνο το μέλλον του Πρωτοκόλλου του Κιότο, αλλά και τις υπόλοιπες συμφωνίες για επιμέρους θέματα.
Το δεύτερο μεγάλο θέμα αφορά στη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για τη μείωση των εκπομπών και την πληρωμή των δράσεων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Το ζήτημα περιλαμβάνει την ανάγκη συμφωνίας για τη διαχείριση του Πράσινου Κλιματικού Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και για τις πηγές προέλευσης 100 δισ. δολαρίων που οι ανεπτυγμένες χώρες δεσμεύτηκαν στην Κοπεγχάγη να καταβάλουν.
Πριν τη Σύνοδο της Κοπεγχάγης, οι ελπίδες για την επίτευξη μίας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας ήταν πραγματικά μεγάλες. Το θέμα της κλιματικής αλλαγής είχε καταλάβει σημαντική θέση στην πολιτική και μιντιακή ατζέντα διεθνώς. Σήμερα, το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, είναι πλήρως επισκιασμένο από τις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις. Υπάρχει, λοιπόν, έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων στο Ντέρμπαν. Παρά το γεγονός ότι μία πιθανή κατάρρευση των συνομιλιών θα ήταν «ανώδυνη», λόγω του ότι αυτή τη φορά λείπει η πίεση της κοινής γνώμης, η οποία είναι καθηλωμένη στην οικονομική κρίση, ίσως οι ηγέτες να πρέπει να ζυγίσουν πόσο τελικά μπορεί να κοστίσει στο μέλλον η κατάρρευση αυτών των συγκεκριμένων συνομιλιών.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου