Αρχείο



Της
Ροσάνα Ροσάντα


Μάλλον είναι εκείνο το «παλιό που υπάρχει μέσα μας», και μέσα μου βέβαια, που με κάνει να πετάγομαι όρθια όταν διαβάζω το άρθρο του φίλου μου Άζορ Ρόζα -που τον εκτιμώ πολύ- στο «Μανιφέστο».
Εκείνος βλέπει στον εξωκοινοβουλευτικό ή μετα-κοινοβουλευτικό σχηματισμό της κυβέρνησης Μόντι( που θέλησε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και αποδέχτηκε,παρά τη θέλησή της, ολόκληρη η Βουλή και η Γερουσία, με εξαίρεση τη Λέγκα) μια σωτήρια κίνηση που μας έβγαλε από το τέλμα του μπερλουσκονισμού. Και σίγουρα δεν είναι ο μόνος.
Όμως, σε διάκριση με τους άλλους , δίνει έμφαση στο γεγονός ότι ο Μόντι διαθέτει ανώτερη σοφία και αντικειμενικότητα. Κι αυτό κατά τη γνωμη του οφείλεται στις ρίζες του που βρίσκονται στην Ευρώπη των Βρυξελλών. Όχι, βέβαια, των άκομψων Μέρκελ και Σαρκοζί, που εύχεται να πλησιάζουν στην έξοδο από το πολιτικό προσκήνιο.
Εδώ η επιχειρηματολογία του κάνει ένα άλμα, γιατί του είναι φοβερά δύσκολο να βρει στα μέτρα που πήρε ο Μόντι κάποια διαφορά από αυτά που υποστηρίζει η γαλλογερμανική πλευρά. Αλλά ο Άζορ Ρόζα θεωρεί αναγκαία την επιλογή του Μόντι και επειδή δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Όποιος θέλει να προτείνει τέτοιες λύσεις, πρέπει να διαθέτει αντίστοιχη σοφία και συναίνεση, καθώς επίσης να απολαμβάνει της γεμάτης σεβασμό σιωπής των αποχαυνωμένων κομμάτων και μιας διαλυμένης κοινής γνώμης, μέσα στην οποία επιπλέουν ακόμα λίγα ταξικά κατάλοιπα.

Τίποτε απ’ όσα γίνονται
δεν μου αρέσει


Αλίμονο, δε νομίζω ότι διαθέτω τόση σοφία. Συναινέσεις όμως έχω γνωρίσει υπερβολικά πολλές ώστε να μπορώ να έχω γνώμη. Δεν μου αρέσει τίποτα από όσα συνέβησαν στην Ιταλία. Δεν μου άρεσε η μακρά μπερλουσκονική περίοδος, που είχε αρκετή συναίνεση, η οποία ήρθε μετά το χαμό του μεγαλύτερου και του ευφυέστερου κομμουνιστικού κόμματος της Ευρώπης. Δεν μου αρέσει η γραμμή μιας κυβέρνησης που η «τεχνική» της έγκειται στο να ακολουθεί πιστά τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Δεν μου αρέσει η ξαφνική αποφασιστικότητα του προέδρου της Δημοκρατίας, που ο Τύπος θα ήθελε ήδη να διαθέτει τις σχετικές εξουσίες και ένα προεδρικό σύνταγμα, που με τις πρωτόγνωρες σημερινές συγκλίσεις δεν θα ήταν ανεφάρμοστο. Δεν μου αρέσει η απόφαση του προέδρου της Δημοκρατίας να μη ζητήσει την απομάκρυνση του προηγουμένου πρωθυπουργού εξ αιτίας των επανειλημμένων επιθέσεων στους δημοκρατικούς θεσμούς, και να τον αφήνει μαζί με την πλειοψηφία του στη Βουλή και στη Γερουσία, από όπου θα μπορούσε να ξαναβγεί στην επιφάνεια σε ένα χρόνο και, ενώνοντας τον λαϊκισμό του με τον λαϊκισμό της Λέγκα, να προσελκύσει πιθανότατα και πάλι τις μάζες, που θα είναι αποπροσανατολισμένες και τυραννισμένες από τα μέτρα λιτότητας.
 
Η μεροληψία είναι ο κανόνας

Μέτρα που δεν είναι ούτε αντικειμενικά ούτε αναγκαστικά, κάθε άλλο. Δεν θα αναφερθώ στον Στίγκλιτς, στον Κρούγκμαν, στη Μέρι Κάλντορ, στον Φιτουσί κ.λπ., που το διακηρύσσουν από τις στήλες εφημερίδων με μεγαλύτερο κύρος από τη δική μας. Θα μιλήσω για τη δουλειά που κάναμε εμείς και το «Sbilanciamoci», ήδη από το περασμένο καλοκαίρι.
Αυτή δεν αφήνει αμφιβολίες για τη μεροληπτική φιλελεύθερη φύση του Μόντι και της κυβέρνησής του, που στηρίχτηκε , όπως αναμενόταν, από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία –δεν είμαστε πια στην ανήσυχη εποχή της Β΄ Συνόδου του Βατικανού. Η ιδιοκτησία απαιτεί την απελευθέρωση από κάθε είδους δεσμεύσεις, αρχίζοντας από τα μεγάλα και μικρά «εμπόδια» που είχε κατακτήσει η μισθωτή εργασία. Κι αυτό δεν έχει τίποτε το αντικειμενικό. Μπορούμε να χειροκροτήσουμε το γεγονός ότι το συνδικάτο αντιτάσσει την υπεράσπιση του άρθρου 18 του Καταστατικού των Εργαζομένων (σσ, που προστατεύει τους εργαζομένους από την άδικη απόλυση), χωρίς όμως να ξεχνάμε ότι σε σχέση με το 1970, το άρθρο αυτό δεν είναι πια σε θέση να προστατέψει τη συντριπτική μάζα των εργαζομένων των μικρών επιχειρήσεων, των επισφαλώς εργαζομένων, των ανέργων, που είναι πλέον σχεδόν ίσοι σε αριθμό με τη μάζα των πρώην εξασφαλισμένων. Ούτε βλέπω ποια ανάγκη υπάρχει να πούμε όχι στον μετριοπαθή φόρο Τόμπιν. Μήπως είναι αμερόληπτη η σκανδαλώδης διαφορά μεταξύ της επιβολής όρων στην εργασία και της επιβολής όρων στην επιχείρηση; Ή η ισχύουσα φοροαπαλλαγή απαλλαγή των χρηματοοικονομικών συναλλαγών ύψους δισεκατομμυρίων; Τι το αντικειμενικό υπάρχει στην ακύρωση του δημοψηφίσματος για τη δημόσια διαχείριση του νερού; Ή στην ανάθεση των δημόσιων υπηρεσιών στους ιδιώτες;
 Η κυβέρνηση Μόντι δεν είναι ούτε κυβέρνηση τεχνοκρατών ούτε αντικειμενική, είναι έντιμη και μεροληπτική. Είναι καλύτερο να είναι μεροληπτική παρά διεφθαρμένη; Ναι, αν δεν υπήρχε το γεγονός ότι το σύστημα του Μπερλουσκόνι έκανε μεγάλο μέρος της πρώην προοδευτικής κοινής γνώμης να μην ξεχωρίζει πια τη δεξιά από την αριστερά, τους υφιστάμενους την εκμετάλλευση από τους εκμεταλλευτές, τους έχοντες από τους μη έχοντες, αυτούς που πλούτισαν από αυτούς που φτώχυναν τα τελευταία είκοσι χρόνια, ανατρέποντας έτσι την άλλοτε συνηθισμένη αναλογία μεταξύ κεφαλαίου και εισοδημάτων από εργασία.

Νεοφιλελεύθεροι από πεποίθηση

Καλύτερα να θυμηθούμε ότι είμαστε όλοι μεροληπτικοί, ακόμη και απέναντι στο δημόσιο χρέος και στον τρόπο με τον οποίο σχηματίστηκε, πολύ πριν από την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, που δεν μπορεί να αποδοθεί στην πολυεθνική των ταξιτζήδων και των συμβολαιογράφων. Εκτός των άλλων, η έλλειψη «αντικειμενικότητας» του Μόντι δεν οφείλεται στην υποτιθέμενη κακία του, είμαι βέβαιη ότι εκτός από άψογος είναι και φιλάνθρωπος. Οφείλεται στην πεποίθηση, που δεν είναι μόνο δική του, ότι αν φορολογήσει τις μεγάλες περιουσίες ή τα μεγάλα κέρδη ή τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, τα κεφάλαια θα αποδράσουν αμέσως στο εξωτερικό αντί να αξιοποιήσουν τα υλικά και άυλα πλεονεκτήματα της Ιταλίας μας. Μια πεποίθηση ψευδή, αφού το ίδιο έκαναν και με τον Καβαλιέρε. Γιατί εδώ και τριάντα χρόνια σημειωνόταν αποβιομηχανοποίηση στην Ιταλία και κυριαρχούσε η επένδυση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, που έχει υπερβεί πλέον κατά πολύ το παγκόσμιο ΑΕΠ.
Φθάνει να ρίξουμε μια ματιά στο υλικό και στις στατιστικές για τις συγχωνεύσεις, για τις μετεγκαταστάσεις, για τον τρόπο με τον οποίο αναδύονται οι αναδυόμενες χώρες, για την αλλαγμένη σχέση μεταξύ των διάφορων περιοχών του κόσμου. Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι εννέα χώρες της Ευρώπης έχουν χαντακωθεί και έχουν όλες υποβαθμιστεί από τους οίκους αξιολόγησης, εκτός από τη Γερμανία και, νομίζω, τη Φιλανδία; Είναι άραγε τυχαίο που δεν υπάρχει ανάπτυξη σε κανένα μέρος της ηπείρου; Είναι άραγε τυχαίο που οι προαναφερθέντες οίκοι δεν αντιλήφθηκαν ότι τα subprimes ήταν μια απάτη και ότι η Ελλάδα άφηνε ν’ ανεβαίνει εδώ και χρόνια το χρέος της; Είναι άραγε τυχαίο που οι μεγάλες οικογένειες των βιομηχάνων, βλέπε Ανιέλι, έγιναν ραντιέρηδες; Είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη σύγκρουση μεταξύ Μαρκιόνε (διευθύνοντος Συμβούλου της Fiat) και εργαζομένων ούτε η Ευρώπη ούτε ο Μόντι είχαν κάτι να πουν; Που η ανεργία μεγαλώνει, καθώς και η φτώχεια; Μέχρι και στη Γερμανία υπάρχουν άνθρωποι που πληρώνονται ένα ευρώ την ώρα. Είναι τυχαίο που όλες οι χώρες είναι χρεωμένες, επειδή η αύξηση των ανέργων συνεπάγεται την πτώση των δημόσιων εσόδων; Οι πολιτικές λιτότητας δεν είναι μόνο σκληρές, είναι και αναποτελεσματικές.

Δεν μπορώ να σωπάσω

 Έτσι έχουν τα πράγματα, και πάνω σ’ αυτό το έδαφος ευδοκιμεί ξανά η άκρα δεξιά. Θα ήθελα ο Άζορ Ρόζα να με διαψεύσει, αν μπορεί, γι αυτά τα γεγονότα. Το μόνο που μπορεί να μου αντιτείνει, είναι: «Κι εσύ ποια είσαι; Ποιον εκπροσωπείς; Αν μιλάς για λογαριασμό του κόσμου της εργασίας, πώς γίνεται αυτός να μη σ ακούει; Εσύ, εσείς, μπροστά στην υπέροχη παράταξη των εντίμων δεν είστε τίποτα. Σώπαινε, λοιπόν, και μην είσαι αναιδής».
Αναιδής μπορεί να είμαι, να σωπάσω αποκλείεται.


Μετάφραση από το «Il Manifesto» (20/1/2012): Τόνια Τσίτσοβιτς



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου