Αρχείο



Του
Γκουίντο Βιάλε*


Εφόσον το ανθρώπινο γένος επιβιώσει από την κλιματική κρίση και ο πολιτισμός από την οικονομική καταστροφή, τα τελευταία τριάντα χρόνια θα φαίνονται στους ιστορικούς του μέλλοντος όπως πραγματικά ήταν: μια περίοδος συσκότισης, δικτατορίας της άγνοιας, ηγεμονίας της ενιαίας φιλελεύθερης σκέψης, που συνοψίζεται στη σύνθεση των «αποφθεγμάτων» των δύο κυριότερων εκφραστών της: «Η κοινωνία δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο άτομα», δηλαδή τα υποκείμενα των ανταλλαγών. Για την οικονομική και την κοινωνική διακυβέρνηση καθώς και κάποιες διορθωτικές αλλαγές, προνοεί πλέον η αγορά.
Για την ακρίβεια, «οι αγορές». Αυτή η τελευταία σημασιολογική στροφή, από τον ενικό στον πληθυντικό, δεν αναφέρεται στις διακρίσεις ανάμεσα σε διάφορους τομείς ή γεωγραφικές θέσεις. Πρόκειται μάλλον για μια ασυνείδητη αντίληψη του γεγονότος ότι, για τη ρύθμιση ή την απορύθμιση της ζωή μας, υπάρχουν μερικά (όχι πολλά) πολύ συγκεκριμένα υποκείμενα, ορισμένα με ονοματεπώνυμο, άλλα με εμπορικές ονομασίες, αλλά όλα απρόσιτα και ιδιότροπα, στα οποία παραχωρήθηκαν τα κλειδιά της οικονομικής ζωής, και όχι μόνο, του πλανήτη Γη. Αυτή η ανάθεση στις «αγορές» σημαίνει την εγκατάλειψη κάθε ιδέας για διακυβέρνηση και, κατά μείζονα λόγο, για αυτοδιακυβέρνηση. Με άλλα λόγια, θάνατος της πολιτικής. Σ’ αυτό οφείλεται η κρίση της Αριστεράς του εικοστού αιώνα, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας, αλλά και της Δεξιάς, η «πραγματική»’, όπως θα την αποκαλούσαν οι αριστεροί.

Εξέγερση εναντίον
των «αγορών»


Αλλά μετά από τη μακρά νύχτα που ακολούθησε την παρακμή των κινημάτων της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα, το χάος που δημιούργησε αυτή η αντιπροσώπευση άνοιξε τα μάτια πολλών ανθρώπων : οι αγανακτισμένοι, η εξέγερση της αραβικής νεολαίας, τα πολλαπλά κινήματα καταλήψεων. Δεν έχει σημασία που δεν έχουν ακόμη «ένα πραγματικό πρόγραμμα» (όπως τους μέμφονται πολλοί υπερόπτες πολιτικοί ): ξέρουν τι θέλουν. Ενώ οι υπερόπτες πολιτικοί δεν ξέρουν. Θέλουν μόνο αυτό που «οι αγορές» τους παροτρύνουν να θέλουν. Είναι ο κόσμος, είναι η ζωή μας που πρέπει να μελετηθεί ξανά από την αρχή. Με τα χρόνια, ο φιλελευθερισμός – η νικηφόρα απάντηση απέναντι στους αγώνες, τα κινήματα και τα επιτεύγματα τεσσάρων δεκαετιών - έχει δημιουργήσει μια τεράστια μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο: κατά μέσο όρο, εκτιμάται στο 10% του ΑΕΠ (το οποίο, για ένα κατώτατο βασικό μισθό μπορεί να σημαίνει μείωση κατά το ήμισυ, όπως στις ΗΠΑ, όπου η αγοραστική δύναμη μιας οικογένειας με δύο μισθούς σήμερα είναι ισοδύναμη με εκείνη που είχε το οικογενειακό εισόδημα της δεκαετίας του 60 με ένα μισθό).
Η μεταφορά αυτή διευκολύνθηκε από την τεχνολογία της πληροφορικής,από την επισφαλή εργασία και την μετεγκατάσταση επιχειρήσεων που οι τεχνολογίες έκαναν εφικτή, αλλά ήταν κυρίως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης και της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Όλο αυτό το χρήμα που πέρασε από την εργασία στο κεφάλαιο, δεν έχει επενδυθεί, παρά ένα μικρό μέρος, σε παραγωγικές δραστηριότητες. Πήγε για να ταΐσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπου πολλαπλασιάζεται και βρίσκει με την κατάργηση κάθε κανόνα τον τρόπο να αναπαράγεται με παρθενογένεση. Εκτιμάται ότι οι χρηματοπιστωτικές αξίες που κυκλοφορούν είναι δέκα με είκοσι φορές υψηλότερες από το παγκόσμιο ΑΕΠ (δηλαδή, από όλα τα αγαθά που παράγονται στον κόσμο σε ένα χρόνο, και εκτιμάται ότι αξίζουν περίπου 75 τρισ. δολάρια).

Η δικτατορία
του «εικονικού χρήματος»


Αλλά δεν είναι βέβαια κάποιες κεντρικές τράπεζες που δημιούργησαν και έθεσαν σε κυκλοφορία αυτό το βουνό χρήματος, και λιγότερο από όλες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Εάν η ΕΚΤ είναι πλέον ανίσχυρη απέναντι στην κερδοσκοπία επί των κρατικών ομολόγων (του λεγόμενου δημόσιου χρέους), αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το καθεστώς που απαγορεύει «τη δημιουργία χρήματος», εγκρίθηκε για να λειτουργήσει,σε όλη την ήπειρο, ως φραγμός σε μισθολογικές διεκδικήσεις και δαπάνες του κράτους πρόνοιας. Μια επιλογή τόσο συνειδητή όσο και κοντόφθαλμη, που πολλοί ίσως σήμερα, εν όψει της επικείμενης καταστροφής, μετανιώνουν που την έχουν κάνει. Αυτό το βουνό των χρημάτων δημιουργήθηκε από την αυτοαναπαραγωγή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου δηλαδή από τις «αγορές». Και συνέβη επειδή όλες οι κυβερνήσεις το επέτρεψαν. Φυσικά, πρόκειται κατά μεγάλο μέρος για «εικονικό χρήμα»: αν έπεφτε όλο μαζί από τον ουρανό στη γη, δεν θα έβρισκε τόσο μεγάλη ποσότητα αγαθών για να αγοράσει.
Αυτό δεν εμποδίζει μερικές φορές -ή και συχνά- ένα μέρος από αυτό το εικονικό χρήμα να εγκαταλείπει την ουράνια σφαίρα, για να πραγματωθεί στην αγορά μιας εταιρείας, μιας τράπεζας, ενός ξενοδοχείου, ενός νησιού, ή μιας βίλας, αγροκτημάτων, κοσμημάτων, αυτοκινήτων και διακοπών πολυτελείας. Τότε δεν πρόκειται πια για εικονικό χρήμα, αλλά για πραγματική εξουσία επί της ζωής, της εργασίας και της ασφάλειας χιλιάδων ανθρώπων για  ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Η φούσκα του χρέους

Είναι ένας πολύπλοκος μηχανισμός, αλλά είναι εύκολο να τον κατανοήσουμε: σε τελική ανάλυση, αυτό το «φανταστικό» χρήμα -που δεν είναι φανταστικό- δημιουργείται με το χρέος και πολλαπλασιάζεται με την πληρωμή του χρέους με ένα άλλο χρέος: σε αυτό το φαύλο κύκλο (με τα διαβόητα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου, αλλά και με πιστωτικές κάρτες, πωλήσεις με δόσεις, «φοιτητικά δάνεια») έχουν εμπλακεί οικογένειες, εταιρείες, τράπεζες, ασφαλιστικές ταμεία, κράτη. Και μόλις τεθούν σε κίνηση αυτά τα χρέη, πηδούν από το ένα στο άλλο: από τις υποθήκες στις τράπεζες, στα χρηματοπιστωτικά δίκτυα και ξανά πίσω στις τράπεζες, και στη συνέχεια στις κυβερνήσεις που σπεύδουν σε βοήθεια των τραπεζών, και στις τράπεζες που σπεύδουν σε βοήθεια των κρατών. Και αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο, ίσως, με γενική πτώχευση.
Από τεχνική άποψη, η ιδέα της πληρωμής του χρέους με περισσότερο χρέος ονομάζεται «σύστημα Πόντζι», από το όνομα του χρηματιστή που το έθεσε σε εφαρμογή τη δεκαετία του ‘30 του περασμένου αιώνα (σήμερα αυτή την ιδέα έχει αναβιώσει ο νεοϋορκέζος χρηματιστής Μπέρναρντ Μάντοφ, και πιθανώς πολλοί άλλοι), αλλά είναι μια πρακτική τόσο παλιά όσο και ο κόσμος, και στην Ιταλία έχει κι έναν προστάτη άγιο: ονομάζεται «αλυσίδα του Αγίου Αντωνίου». (διαδικασία πολλαπλασιασμού επιστολών για λόγους προπαγάνδας -όποιος παίρνει μια επιστολή, την αντιγράφει, π.χ. δέκα φορές, και τη μοιράζει και πάει λέγοντας...). Στην πραγματικότητα, όλη η χρηματοπιστωτική φούσκα δεν στηρίζεται παρά σε ένα τεράστιο σύστημα Πόντζι.
Και τα χρέη των κρατών επίσης. Το πραγματικό όμως πρόβλημα είναι πώς θα ξεφουσκώσει με δραστικό τρόπο αυτή τη φούσκα, προτού εκραγεί στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων των κυβερνήσεων που έχουν επιτρέψει τη δημιουργία της. Άμεσα, θα μπορούσαν να αμβλυνθούν οι εντάσεις με μεγαλύτερη δέσμευση του Ταμείου Διάσωσης ή του ΔΝΤ, ή με ευρωομόλογα, ή με τη συμμετοχή της ΕΚΤ στην αγορά μέρους του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους. Αλλά μακροπρόθεσμα, ολόκληρη η φούσκα με κάποιο τρόπο θα ξεφουσκώσει.

Φοροδιαφυγή,
η μήτρα του χρέους


Πάρτε την Ιταλία: φέτος, έχουμε καταβάλει 70 δισ. ευρώ, σε τόκους επί του δημοσίου χρέους (το οποίο είναι περίπου 1.900 δισ. ευρώ). Το επόμενο έτος θα είναι περισσότερο, γιατί τα επιτόκια αυξάνουν ανάλογα με το ύψος των σπρεντ.
Αλλά η πραγματική πηγή του ιταλικού χρέους είναι ακόμη πιο απλή: η φοροδιαφυγή. Κάθε χρόνο ανέρχεται σε 120 δισ. ευρώ ή σε παρόμοια ποσά: έτσι, χωρίς καν να λογαριάσουμε το κόστος της «πολιτικής»,της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος, χρειάζονται δεκαπέντε χρόνια φοροδιαφυγής - και υπάρχουν - για να εξηγήσουμε το 1900 δις ευρώ του ιταλικού χρέους. Προσθέστε ότι εκείνοι που δεν κατέβαλαν τους φόρους είναι σε μεγάλο βαθμό - όχι όλοι – οι ίδιοι που έχουν ωφεληθεί από τους τόκους του χρέους και ο κύκλος κλείνει. Οι δημόσιες δαπάνες για την αντιμετώπιση του ελλείμματος είναι χρήσιμες όταν θέτουν σε κίνηση «τους αδρανείς πόρους»: τους άνεργους και τις κλειστές επιχειρήσεις. Αλλά αν τροφοδοτούν μόνο τη φοροδιαφυγή και «αποταμιεύουν», διογκώνουν την χρηματοπιστωτική φούσκα και αυτό είναι καταστροφή.
Χρειάζονται διαφορετικά μέτρα από την περικοπή των συντάξεων (αν και πρέπει να διορθωθούν πολλές αδικίες στον τομέα αυτό), των προϋπολογισμών για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, την υγεία και την κοινωνική ασφάλιση που κρίνονται πολύ «γενναιόδωροι»! Μολονότι οι τόκοι και η φοροδιαφυγή ανέρχονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο, το χρέος που πρέπει να αποπληρωθεί υπολογίζεται σε χιλιάδες δισεκατομμύρια. Γι αυτό η λιτότητα που υποσχέθηκε η κυβέρνηση, μπορεί να κάνει κακό σε πολλούς που δεν το αξίζουν, αλλά δεν φαίνεται ότι θα έχει μεγάλες προοπτικές επιτυχίας: η αντιμετώπιση του ελλείμματος του προϋπολογισμού με αυτά τα όπλα, ή ακόμα και του χρέους, είναι μια επιχείρηση καταδικασμένη σε αποτυχία. Ή μια απάτη. Για το λόγο αυτό είναι επιτακτική ανάγκη η δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (απογραφή) επί του ιταλικού χρέους, έτσι ώστε ο καθένας να μπορεί καταλάβει πώς σχηματίστηκε, ποιοι ωφελήθηκαν και ποιος το κατέχει (ακόμη και με το ενδεχόμενο να προτείνει διαφορετικές λύσεις για τις διάφορες κατηγορίες πιστωτών).

Είναι λύση η «ανάπτυξη»;

Η άλλη αυταπάτη που δεσπόζει στο δημόσιο παραλήρημα και προωθείται από τους οικονομολόγους του κυρίαρχου ρεύματος - με πρώτους αυτούς στο Πανεπιστήμιο Μποκόνι - είναι η «ανάπτυξη». Για να βοηθήσει στην εξισορρόπηση του προϋπολογισμού που επιβάλλει η ΕΚΤ και σύντομα στη «συνταγματοποίηση», που σημαίνει την πληρωμή των τόκων του χρέους μόνο με την καταβολή φόρου, και ακόμη μια σταδιακή μείωση, δηλαδή αναδιάρθρωση του χρέους,θα έπρεπε να έχει τεθεί σε κίνηση η «ανάπτυξη» του ΑΕΠ με τα φιλελεύθερα μέτρα που οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν ή δεν ήθελαν να υιοθετήσουν: απελευθέρωση, ιδιωτικοποιήσεις, μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας ( σχέδιο του Μαρκιόνε), περιορισμός περιττών διοικητικών υπηρεσιών (είναι ευπρόσδεκτος, αλλά θα μιλήσουμε άλλη φορά γι’ αυτό) και τα «μεγάλα έργα» (κατά κύριο λόγο τατρένα υψηλής ταχύτητας). Αλλά για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι για την αύξηση του ΑΕΠ, θα χρειαζόταν «κινέζικοι» ρυθμοί ανάπτυξης, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ιταλία είναι επισήμως σε ύφεση, το σύνολο της Ευρώπης βρίσκεται στην ίδια διαδικασία, το ευρώ ταλαντεύεται, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε στασιμότητα και η οικονομία των αναδυόμενων χωρών καταρρέει.
Ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στο έλεος της χρηματοπιστωτικής κρίσης, που προστίθεται στην περιβαλλοντική -και για την οποία κανείς δεν θέλει πια να μιλάει- και της αναταραχής στις αγορές των πρώτων υλών (πηγές τροφίμων κατά κύριο λόγο), πάνω στις οποίες πέφτουν τα κερδοσκοπικά κεφάλαια που αποσύρονται από τα κρατικά ομόλογα. Και είναι λίγοι οι οικονομολόγοι που πιστεύουν ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει κάποια ανάπτυξη. Πολλοί περιμένουν το αντίθετο, αλλά κανείς δεν τολμάει να το πει.
Αυτή η φάρσα πρέπει να σταματήσει. Ήρθε η ώρα να σκεφτούμε -και να σχεδιάσουμε σοβαρά- ένα κόσμο ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες όλων και να επιτρέψει σε όλους μια αξιοπρεπή ζωή, ακόμη και χωρίς «ανάπτυξη». Αρκεί να αξιοποιήσουμε το ανθρώπινο δυναμικό, την κληρονομιά της γνώσης, τις πηγές ενέργειας και τους ανανεώσιμους υλικούς πόρους, τις επιχειρήσεις και τους υπάρχοντες εξοπλισμούς, ανανεώνοντας και τροποποιώντας τους, μόνο για να πετύχουμε περισσότερα με λιγότερα. Δεν υπάρχει τίποτα το ουτοπικό σε όλα αυτά, φτάνει -αλλά δεν είναι λίγο- η καλή θέληση όλων των ανδρών και των γυναικών.


* Ο Γκουίντο Βιάλε είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε στο Τόκιο το 1943 και ζει στο Μιλάνο. Ήταν από τους ηγέτες των φοιτητικών διαδηλώσεων στο ‘68 και αργότερα ηγετικό στέλεχος της Lotta Continua. Εργάζεται ως υπάλληλος σε εταιρεία Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών και ασχολείται με τις σύγχρονες πολιτικές απασχόλησης στον τομέα του περιβάλλοντος. Είναι μέλος της Επιστημονικής και Τεχνικής Επιτροπής της Εθνικής Υπηρεσίας για την Προστασία του Περιβάλλοντος (πρώην ANPA, πλέον ISPRA). Εδώ και χρόνια παρεμβαίνει, ως εμπειρογνώμονας, γράφοντας για το περιβάλλον, την οικονομία και το μοντέλο ανάπτυξης στις εφημερίδες La Repubblica και Il Manifestο.


Μετάφραση από τα ιταλικά: Άννα Κόκκαλη

Από τον ιστότοπο: www.contra-xreos.gr



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου