Αρχείο



Το επεισόδιο του Σεπτεμβρίου

Της
Αγγέλικας Σαπουνά

Με 15500 αναπληρωτές επιχειρεί, σύμφωνα με τις υπουργικές εξαγγελίες, να θεραπεύσει η κυβέρνηση το αναμενόμενο χάος των 23.000 κενών θέσεων εκπαιδευτικών –σύμφωνα με τα στοιχεία των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών– που θα αντιμετωπίσουν μαθητές και εκπαιδευτικοί με το άνοιγμα των σχολείων. Χάος που δημιούργησε η ίδια η κυβερνητική πολιτική:
Που έτρεψε σε φυγή το 8% των εν ενεργεία εκπαιδευτικών α’ θμιας και β’ θμιας εκπαίδευσης, προκειμένου να σώσουν «οτιδήποτε αν σώζεται» από τις συντάξεις τους.
Που ελαχιστοποιεί σε απίθανο βαθμό τους νέους διορισμούς εκπαιδευτικών (ενδεικτικά: 1.600 περίπου νεοδιόριστοι στη μέση εκπαίδευση, έναντι 7.500 συνταξιοδοτούμενων και περίπου 12.000 κενών θέσεων, σύμφωνα με στοιχεία της ΟΛΜΕ), προκειμένου να μειώσει το κόστος της εργασίας στην επιχείρηση – Παιδεία!
Που, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, διαιωνίζει το καθεστώς της αναπλήρωσης –δηλαδή της ελαστικής εργασίας στο χώρο της εκπαίδευσης, χωρίς πλέον την ελάχιστη ανταμοιβή της μοριοδότησης για μελλοντικό διορισμό– άραγε, πλήρους ωραρίου ή του καινοτόμου 12ωρου, που προεξήγγειλε πριν λίγους μήνες το υπουργείο Παιδείας, προκειμένου να συγκαλυφθεί η ντροπή της ωρομισθίας…
Που διαλύει τα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού αποσύροντας όλους τους εκεί υπηρετούντες. 
Που καταργεί, πρακτικά, τις εκπαιδευτικές άδειες για μεταπτυχιακά και διδακτορικά, τη μοναδική δυνατότητα επιστημονικής επιμόρφωσης των εν ενεργεία εκπαιδευτικών, για να εξοικονομήσει θέσεις εργασίας με το αζημίωτο – για τα οικονομικά του Μνημονίου, όχι όμως και για την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, για την οποία τόσο κόπτεται η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας.
Που αντιμετωπίζει το, όντως υπαρκτό και χρόνιο, πελατειακό όργιο των αποσπάσεων εκπαιδευτικών σε γραφεία, υπουργεία και διευθύνσεις, με την συλλήβδην αποψίλωση όλων (;) των υπηρεσιών, χωρίς καμία (δημόσια διατυπωμένη, τουλάχιστον) σκέψη για την συνέχιση των εργασιών τους – ή μήπως δεν χρειαζόντουσαν καθόλου, οπότε κάποιος ας μας το πει…
Η έλευση της «δυσκολότερης χρονιάς της μεταπολίτευσης» για την δημόσια εκπαίδευση ήταν απλώς το επεισόδιο του Σεπτεμβρίου, στο χρονικό μιας προαναγγελθείσης εξαθλίωσης, που έχει αρχίσει εδώ και χρόνια, ειν’ η αλήθεια, αλλά μεγεθύνεται με γεωμετρική πρόοδο κατά συνέπειαν της θεραπείας-σοκ που υφίσταται η χώρα μας, με τις συνταγές Μνημονίου-ΔΝΤ-τρόικας.
Και βέβαια, η κα Διαμαντοπούλου, σπεύδει να το διαπιστώσει δημοσίως πρώτη, προκειμένου, ως φαίνεται, να αναδείξει την ηρωϊκότητα των προσπαθειών της ως προς τον περίφημο «εξορθολογισμό» του χάους.
Ωστόσο, κοινωνία και πολιτεία ακολουθούν με ιστορική συνέπεια τους ασύμβατους δρόμους τους προς … (εδώ μπαίνει θριαμβευτική μουσική υπόκρουση των υπέροχων Talking Heads: «We’re on the road to nowhere, come on inside!»).
Έτσι, οι βάσεις του θανάτου της γνώσης και της αυτενέργειας ακολουθούν ελεύθερη πτώση, όταν πρόκειται για τα υποβαθμισμένα –έως ανύπαρκτα, από άποψη υλικοτεχνικής υποδομής π.χ.– ΤΕΙ της περιφέρειας και για τους μελλοντικούς απασχολήσιμους αποφοίτους τους, που τώρα είναι απλώς ζαβλακωμένοι έφηβοι σ’ ένα σχολείο που μισούν, γόνοι μικρομεσαίων οικογενειών που τα κουτσοκαταφέρνουν ή μπορεί και όχι. Όμως, οι ίδιες αυτές βάσεις αγγίζουν δυσθεώρητα ύψη, όταν πρόκειται για τις σχολές εγνωσμένου κοινωνικού κύρους (με ανεργία, επίσης, αλλά άλλου … πρεστίζ!) όπως οι ιατρικές και η εσχάτως ανανήψασα (ως προς τη δυσκολία πρόσβασης) νομική, ενώ το βραβείο του κοινού κερδίζουν οι στρατιωτικές σχολές και οι σχολές της Αστυνομίας, εκτοπίζοντας για πρώτη φορά τους δασκάλους και νηπιαγωγούς.
Α, ρε, ΔΝΤ, πόσα ξέρεις, αφού περισσότερο κι απ’ το μαστίγιο, το καρότο του σταθερού μισθού με σίγουρη ασφάλιση και σύνταξη, μοιάζει να κινεί πιο αποτελεσματικά το σύμπαν της ανασφάλειας… Και τι να προσάψει κανείς στο αγχωμένο κοινό των λυκειόπαιδων και των οικογενειών τους, όταν στο νομοσχέδιο για την Δια Βίου Μάθηση που κατατέθηκε μόλις προχθές (ύστερα από 11 ολόκληρες μέρες διαβούλευσης, στη ντάλα του Ιουλίου, με τους διαδικτυακά ενεργοποιούμενους πολίτες), προβλέπεται η μετατροπή ορισμένων εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων με ειδικά προσόντα (μεταπτυχιακά, διδακτορικά, γλώσσες κ.λ.π.) σε υπαλλήλους … ιδιωτικού δικαίου, ως ανταμοιβή προφανώς για τις προσπάθειές τους.
Η δημόσια εκπαίδευση και κυρίως Παιδεία θα μας απασχολεί όλη τη φετινή χρονιά, που προβλέπεται θερμή και από την προοπτική των αγώνων των ανθρώπων της. Πέρα από τα επιφαινόμενα των αριθμών –που λένε, ωστόσο, τη δική τους, μη ελαστικοποιούμενη αλήθεια– τα περιεχόμενα της Παιδείας και οι συνθήκες εργασίας των λειτουργών της, δυο κορυφαία ζητήματα από την άποψη της ποιότητας και της συνθήκης αξιοπρέπειας, εντός της οποίας πρέπει να επιτελείται και την οποία οφείλει να διδάσκει το εκπαιδευτικό λειτούργημα, αναδεικνύονται σήμερα ως θέματα αιχμής, που αφορούν όλη την κοινωνία, τη ζωή που θέλουμε να ζούμε.
Σ’ αυτή τη λογική, ο Παύλος Χαραμής, εκπαιδευτικός και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΟΛΜΕ γράφει για τα στοιχειώδη, που δεν είναι πλέον αυτονόητα, στο χώρο της μέσης εκπαίδευσης, σε αντίθεση με τα επικοινωνιακά τεχνάσματα ενός «εξορθολογισμού» κοπής Μνημονίου. Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, πανεπιστημιακός δάσκαλος στο Πάντειο, εκθέτει μερικές σκέψεις για το νόημα των βάσεων εισαγωγής σε σχέση με τα ουσιώδη προαπαιτούμενα της μόρφωσης και της κριτικής σκέψης, αντί της βαθμοθηρίας. Η φιλοσοφία των καινοτομιών χωρίς πρόγραμμα που πληγώνουν και φέτος τη βασανισμένη πρωτοβάθμια εκπαίδευση των παιδιών μας, θα μας απασχολήσει σε επόμενο φύλλο, με την αυτοτέλεια και την επάρκεια που της αρμόζει.
Η Αγγέλικα Σαπουνά είναι φιλόλογος στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση και Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας και Πολιτικής της Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Οι Βάσεις της Παιδείας

Του
Σταύρου Κωσταντακόπουλου*

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή σε ΑΕΙ και ΤΕΙ ενέγραψε για μια ακόμη φορά στην ημερήσια διάταξη το πολυθρύλητο θέμα της βάσης του 10. Και υπερβολικός κοπετός σηκώθηκε για μια ακόμη φορά για το αν θα έπρεπε ή όχι, η βάση αυτή να υπάρχει. Αν αρεσκόταν κανείς σε κοινωνιολογισμούς  θα έπρεπε να υπογραμμίσει ότι σε τούτη τη χώρα αρεσκόμαστε να απλοποιούμε υπερβολικά τα προβλήματα. Επειδή όμως οι κοινωνιολογισμοί του είδους: «στην Ελλάδα συνηθίζουμε να κάνουμε το ένα ή το άλλο» σχεδόν ποτέ δεν εξηγούν με επάρκεια το τι πράγματι συμβαίνει, θα ήθελα στο σύντομο αυτό σημείωμα να αποπειραθώ να φωτίσω και κάποιες άλλες πλευρές του προβλήματος.
Κατ’ αρχάς όσον αφορά τα πανεπιστήμια, ισχυρίζομαι ότι η βάση του 10 παίζει πολύ μικρότερο ρόλο από αυτόν που οι οπαδοί της διατήρησης της, ισχυρίζονται ότι παίζει. Ας εξηγηθούμε: Οι οπαδοί του 10 υποστηρίζουν ότι η κατάργησή της επιφέρει την πτώση του επιπέδου της ακαδημαϊκής ζωής, υποστηρίζουν, δηλαδή, ότι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο κατά τεκμήριο «ανάξιων» νέων ανθρώπων καθιστά δυσχερή, όταν δεν ακυρώνει, την εκπαιδευτική διαδικασία. Εκτιμώ ότι η άποψη αυτή είναι εξαιρετικά «βολική», εφόσον εμμέσως υπονοεί ότι το πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστημίου μπορεί να λυθεί με μια απλή νομοθετική ρύθμιση. Αρκεί να θεσπίσουμε ως βάση το 10 και γιατί όχι το 12 ή το 14, για ανυψώσουμε δια μιας το επίπεδο του πανεπιστημίου μας. Στα μεγάλα όμως πανεπιστήμια  και ιδιαίτερα στις σχολές κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών με τους υπερμεγέθεις αριθμούς εισακτέων, η παρουσία φοιτητών που δεν κατόρθωσαν να «πιάσουν» το 10, επιφέρει πολύ μικρότερη καταστροφή από αυτήν που επιφέρει ο αριθμός των κατ’ έτος εγγεγραμμένων. Στο τμήμα μου στο Πάντειο, επί πολλά χρόνια η γενική συνέλευση των διδασκόντων στην ερώτηση του Υπουργείου Παιδείας για τον προτεινόμενο αριθμό  εισακτέων, πόσους, δηλαδή, θα μπορούσε το τμήμα αυτό να μορφώσει, απαντούσε ομόφωνα με τον αριθμό 100. Το Υπουργείο όριζε 190 και οι μετεγγραφές, οι κατατακτήριες κ.ά. τους ανέβαζε στους 250 τουλάχιστον. Είναι προφανές ότι το υπουργείο, είτε επί ΝΔ είτε επί ΠΑΣΟΚ, με δεδομένη την πίεση της κοινωνίας για ανώτατη εκπαίδευση δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τους ψηφοφόρους.
Αποτελεί διεθνή ακαδημαϊκή πρακτική, η εκπαιδευτική διαδικασία να μην περιορίζεται στην ex cathedra διδασκαλία αλλά να απαιτεί την αυτενέργεια των φοιτητών, είτε με τις παρεμβάσεις τους στη διάρκεια του μαθήματος, είτε με εργασίες που πρέπει να εκπονούν. Ποια παρέμβαση όμως μπορεί να κάνει ένας δεκαοκτάχρονος όταν είναι «βυθισμένος» μέσα σε ένα πλήθος εκατοντάδων συμφοιτητών του, ακόμα και όταν έχει 18; Ποιος διδάσκων μπορεί να επιβλέψει και να διορθώσει 250 εργασίες;
Κατά συνέπεια οι κάτω του 10, θέτουν πολύ μικρότερο πρόβλημα απ’ ότι γενικώς νομίζεται. Από αυτό όμως δεν πρέπει να συναγάγουμε ότι κάθε συζήτηση γύρω από το 10 είναι άγονη. Αρκεί να την τοποθετήσουμε στη σωστή της βάση. Αρκεί να καταλάβουμε ότι το 10, που δεν είναι πλέον βάση για του μαθητές της δευτεροβάθμιας αλλά «ορόσημο», εθίζει μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων στο κυνήγι του βαθμού και καθιστά στα μάτια της περιττή κάθε προσπάθεια για  απόκτηση γνώσης.
Το πρόβλημα για το πανεπιστήμιο είναι ο μαθητής του 14, που στις σημερινές ολοένα και περισσότερο ατομοκεντρικές κοινωνίες καλείται να απεκδυθεί της ατομικότητας του και να χαθεί στα μαζικά αμφιθέατρα χάνοντας και την τελευταία του ευκαιρία να έλθει σε επαφή με τη γνώση.
Το πρόβλημα είναι ότι καμία επαγγελματική προοπτική εφόσον το πτυχίο του δεν του την εξασφαλίζει, δεν θα τον κάνει να στραφεί από μόνος του στη γνώση.
Το πρόβλημα είναι ότι εξουθενωμένος από την πίεση που επιφέρει το κυνήγι του βαθμού στα λυκειακά του χρόνια, θα δει τα πανεπιστημιακά σαν μια ευκαιρία ανάπαυλας.
Το πρόβλημα είναι ότι στερούμενος ουσιαστικά από κίνητρα θα κάνει αυτό που γνωρίζει καλά, θα κυνηγήσει δηλαδή τον βαθμό. Το αν θα του τον φέρει η αποστήθιση ή η αντιγραφή είναι το λιγότερο που τον απασχολεί.

*Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Τα χρειώδη και τα ουσιώδη

 

Tου
Παύλου Χαραμή*

Δεν έχει ακόμα στεγνώσει το μελάνι των επίσημων διαβεβαιώσεων πως κανένα σοβαρό πρόβλημα δεν πρόκειται να σκιάσει την πρεμιέρα του νέου σχολικού έτους και η διάψευσή τους προήλθε –να η έκπληξη…- από την ίδια την αρμόδια υπουργό: μπροστά μας έχουμε την πιο δύσκολη σχολική χρονιά από την εποχή της μεταπολίτευσης. Και αυτή η επικοινωνιακή μεταστροφή αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς μόλις λίγες μέρες νωρίτερα έτερο μέλος της τρόικας του υπουργείου Παιδείας έσπευσε να ψέξει τις «Κασσάνδρες» της Αριστεράς, σε ένα τηλεοπτικό μονόλογο από την πρωινή ζώνη του MEGA, γιατί διέβλεπαν σοβαρά προβλήματα στην έναρξη του σχολικού έτους.
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση αρπάχτηκε από τις δυσκολίες που δημιούργησε η αφυπηρέτηση μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών εφέτος (τριπλάσιων σχεδόν, σε σχέση με πέρυσι) όπως ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του. Συστηματικά, όμως, προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι για την κατάσταση αβεβαιότητας και ανασφάλειας στο χώρο των εκπαιδευτικών -και γενικότερα των δημόσιων υπαλλήλων-, που οδήγησε στην ομαδική φυγή από την εκπαίδευση, δεν ευθύνεται κανένας άλλος παρά η πολιτική που η ίδια ακολουθεί. Μια πολιτική που ξεθεμελιώνει το δημόσιο πλούτο, συρρικνώνει την παροχή δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και εντείνει στο έπακρο τις κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες. Έτσι, η παραδοσιακή ανταλλαγή ευχών για μια «καλή σχολική χρονιά» μόνο σαν ξόρκι γίνεται κατανοητή. Ένα ξόρκι ανήμπορο και ατελέσφορο, όπως πάντα.

Μάχη για το αυτονόητο

Για ένα Σεπτέμβρη ακόμη γινόμαστε θεατές μιας μάχης του αυτονοήτου. Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, πασχίζουν οι αρμόδιες υπηρεσίες να αντιμετωπίσουν όπως - όπως τα πιο στοιχειώδη από τα προβλήματα της εκπαίδευσης, για να μπορέσουν να τεθούν σε κίνηση οι πιο βασικές σχολικές λειτουργίες. Η σχεδόν μονότονα επαναλαμβανόμενη  υπόσχεση της εκάστοτε κυβέρνησης, ότι τα σχολεία θα ξεκινήσουν χωρίς κενά και με τα σχολικά βιβλία στα χέρια των παιδιών, δείχνει πόσο περιορισμένες είναι οι φιλοδοξίες των αρμοδίων και σε ποια απόσταση από τις ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών. Δείχνει, ακόμη, πόσο μακριά ακόμη και από τα αυτονόητα και στοιχειώδη βρίσκεται ειδικά εφέτος η εκπαίδευσή μας.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο δυσοίωνο στοιχείο, που καθιστά το τοπίο ακόμη πιο ζοφερό: Ο χώρος της εκπαίδευσης θα δοκιμαστεί ακόμη περισσότερο από την ένταση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Μια γεύση αυτής της αρνητικής εξέλιξης ήδη ένιωσαν οι εργαζόμενοι μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των πανελλήνιων εξετάσεων, όταν πολλές οικογένειες βρέθηκαν μπροστά στα οξυμένα προβλήματα της φοιτητικής μετεγκατάστασης, με τον οικογενειακό προϋπολογισμό συρρικνωμένο και το φάσμα της ανεργίας να επικρέμαται. Και οι επιπτώσεις θα καταστούν πιο αισθητές όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός θα κληθεί να σηκώσει την «εφάπαξ» αφαίμαξη του Σεπτέμβρη για τα αναγκαία σχολικά είδη και τη μηνιαία δαπάνη για τα φροντιστήρια κάθε είδους, που, δυστυχώς, έχουν καταστεί μόνιμη πληγή για τα ελληνικά νοικοκυριά. Όπως, μάλιστα, μπορεί κανείς εύκολα να διαβλέψει, θα χρειαστεί ακόμη να καλύψει το ισχνό οικογενειακό βαλάντιο και την υποχρέωση συμμετοχής σε δαπάνες του σχολείου που μέχρι σήμερα καλύπτονταν από κρατικούς πόρους, όπως δαπάνες για τον ευπρεπισμό και τη συντήρηση των σχολικών κτιρίων, εγκαταστάσεων και εργαστηρίων, τη θέρμανση και την υγιεινή των χώρων, την αγορά αναλώσιμων υλικών κ.λπ.

Ένταση των ανισοτήτων

Η μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση αναμένεται να έχει, επίσης, δραματικές επιπτώσεις στην πληρότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών, με ιδιαίτερες συνέπειες για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, ειδικές ανάγκες ή και αναπηρίες η τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής. Αυτό φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτο, καθώς θεσμοί που λειτουργούσαν –στον όποιο βαθμό και με τον όποιο τρόπο- υποστηρικτικά για τα παιδιά αυτά, όπως η πρόσθετη διδακτική στήριξη και η ενισχυτική διδασκαλία, οι τάξεις υποδοχής και τα φροντιστηριακά τμήματα, τα κέντρα διάγνωσης και υποστήριξης, θα τεθούν υπό την δαμόκλειο σπάθη του προγράμματος περικοπών.
Αλλά και οι επιπτώσεις της ακολουθούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής σε ό,τι αφορά εκπαιδευτικό προσωπικό, πέρα από τις συνέπειές της για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς ως εργαζόμενους και πολίτες, θα είναι αρνητικές και για την εκπαίδευση. Η προσπάθεια που έχει αναλάβει η κυβέρνηση για τη μείωση του αριθμού των διδασκόντων, με την επίκληση της ανάγκης για «εξορθολογισμό» του συστήματος, έχει δηλωθεί ότι θα εκφραστεί και με τρόπους που υποβαθμίζουν το εκπαιδευτικό έργο, όπως η μείωση της αναλογίας διδασκόντων-διδασκομένων, η υποχρέωση παροχής διδακτικού έργου σε πολλά και διαφορετικά –συχνά απόμακρα μεταξύ τους- σχολεία, η διεύρυνση του φάσματος των μαθημάτων «δεύτερης ανάθεσης» με την αξιοποίηση και τυχόν δεύτερου πανεπιστημιακού πτυχίου των διδασκόντων κ.λπ.

Για τα επείγοντα και τα σημαντικά

Το σύντομο αυτό άρθρο τελειώνει και ακόμη δεν έγινε λόγος για πολλά επίκαιρα και ουσιώδη ζητήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας: τα προγράμματα σπουδών και τα διδακτικά βιβλία, τις παιδαγωγικές μεθόδους, τις πολιτικές αντιστάθμισης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, την αρχική εκπαίδευση και τη συνεχή επιμόρφωση του διδακτικού προσωπικού, τους σκοπούς και τους στόχους προς τους οποίους πρέπει να κατατείνει η εκπαιδευτική διαδικασία. Εγκλωβισμένοι στη διαχείριση των στοιχειωδών προβλημάτων «επιβίωσης» της εκπαίδευσης ωθούμαστε να αγνοούμε άλλα εξίσου ουσιώδη, που ωστόσο θα τα βρούμε μπροστά μας το επόμενο διάστημα.
Ο στόχος των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς για ριζική, δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που θα μεταβάλλει συνολικά τη φιλοσοφία και το πλαίσιο λειτουργίας των σχολείων μας, είναι και σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες η βασική μας επιδίωξη. Πρέπει να αντιταχθούμε σε κάθε απόπειρα ιδιωτικοποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης, με όποιο τρόπο και σε όποια βαθμίδα της εκπαίδευσης και αν προωθείται. Και πρέπει να διασφαλίσουμε όρους που θα οδηγούν προς μια λιγότερο άνιση και περισσότερο αποτελεσματική εκπαιδευτική παροχή. Και γι’ αυτό είναι αναγκαία περισσότερο παρά ποτέ η ενωτική, συλλογική μας δράση.

* O Παύλος Χαραμής είναι πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ.

 


Το φως που καίει

Επειδή, σε πείσμα των καιρών, η μόρφωση και η εκπαίδευση, για κάποιους ανθρώπους, όχι λίγους, αποτελεί ακόμη αξία ζωής, συστατικό ελευθερίας και δρόμο προς το φως που σκορπίζει τα σκοτάδια ενός συχνά οδυνηρά ανυπόφορου κόσμου, θέλουμε από την «Εποχή» να συγχαρούμε τη Μαρίνα, εκείνο το κορίτσι που μέσα απ’ το κελί της φυλακής Θηβών και με την εξαιρετική συμπαράσταση του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας (και πρώτης αξίας και προτεραιότητας…) των φυλακών Θηβών και Κορυδαλλού, διαγωνίστηκε φέτος και πέρασε τις πύλες της Νομικής Αθήνας, κερδίζοντας αυτή την ελευθερία που κανένα κελί και κανένα σύστημα δεν μπορεί να τιθασσεύσει. Γι’ αυτήν την Παιδεία, με τέτοιους δασκάλους, για όλα τα παιδιά, αξίζει και θέλουμε ν΄ αγωνιστούμε.
Α.Σ.



Μοιράσου το:
Facebook!TwitThisbuzz!MySpace!Google!Live!

Προσθήκη νέου σχολίου