Αρχείο



Πολιτισμός


«Τη ζωή μου ζω σε κύκλους που όλο αυξαίνουν,
που πάνω απ’ τα πράγματα όλο αυξαίνουν,
τον τελευταίο μπορεί να μην τον κλείσω,
μα θα το προσπαθήσω»

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ειπωμένο στην ταινία
«Το βλέμμα του Οδυσσέα»

Ο θάνατος του Θόδωρου Αγγελόπουλου ακολουθήθηκε από καταμέτρηση βραβείων, μια ποσοτική περιγραφή του μεγέθους, από δηλώσεις ξένων πρακτορείων, επικήδειες δηλώσεις επισήμων, πλαστικά στεφάνια επιμνημόσυνα. Η επιφάνεια πάντα αποχαιρετά βιαστικά, αρνούμενη να ζυγίσει το βάρος της απώλειας, να ψηλαφήσει το μονοπάτι που διαμόρφωσε την πραγματικότητα του δημιουργού.  Ο τελευταίος κύκλος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, σταματημένος απότομα και παράλογα, παραμένει ανοιχτός σαν πληγή, υπενθυμίζοντας όλους τους κύκλους που προηγήθηκαν, επιβάλλοντάς μας να αναμετρηθούμε επιτακτικά με το έργο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα.

Μια νέα κινηματογραφική γλώσσα

Πέρα από σκηνοθέτης μεγάλων ταινιών ο Αγγελόπουλος θα μείνει στην ιστορία ως ο διαμορφωτής ενός ιδιαίτερου κινηματογραφικού στυλ, προσπαθώντας και επιτυγχάνοντας μια νέα γλώσσα και μια νέα αφήγηση μέσα από το φακό. Ο σκηνοθέτης του «Θιάσου», δεν έκανε απλά ταινίες με αριστερή θεματολογία, αλλά διαμόρφωσε και εφάρμοσε μια συγκροτημένη πρόταση για έναν αριστερό κινηματογράφο. Οι  ταινίες της πρώτης περιόδου του, (με εμβληματικότερο παράδειγμα το «Θίασο»), αποτελούν μια κινηματογραφική ερμηνεία της μπρεχτικής αποστασιοποίησης. Ο θεατής δεν ταυτίζεται με πρόσωπα. Τα τραγούδια της εποχής, τα συνθήματα, τα πλακάτ, οι εικόνες του πλήθους, το βάρος του τοπίου και οι μονόλογοι που σπάνε τον τέταρτο τοίχο της αφήγησης, εξιστορούν το γεγονός. Ο θεατής δεν αναζητά τα πρόσωπα, αλλά βιώνει ως πρόσωπο την κινηματογραφική ματιά, ελεύθερος στην κριτική του μύθου . Τα γεγονότα απλώνονται συμπυκνωμένα σε εικόνες και ήχους. Στην «Αναπαράσταση», η δημοσιογραφική έρευνα, εμποδίζει την ταύτιση με τη δραματική ιστορία, στον «Θίασο» το ιστορικό γίγνεσθαι φιλτράρεται μέσα από τον μύθο των Ατρειδών,  ενώ στους «Κυνηγούς», το σύμβολο του νεκρού αντάρτη λειτουργεί ως «παραξένισμα», μετατρέποντας την όποια συγκίνηση σε κριτική.

Η μονάδα και το πλήθος

Από το «Ταξίδι στα Κύθηρα» μέχρι και της τελευταίες ταινίες του, τα πρόσωπα -πρωταγωνιστές εμφανίζονται στο προσκήνιο και λειτουργούν ως ενσαρκώσεις της συλλογικής μνήμης. Ακόμα και στις πιο προσωπικές και υπαρξιακές τους στιγμές, οι περιπτώσεις των ηρώων μάς μιλούν για ένα βίωμα συλλογικό, ισορροπώντας μετέωρα ανάμεσα στη μονάδα και το πλήθος, εξιστορώντας την περιπέτεια του τόπου και την περιπέτεια των ανθρώπων που κουβαλούν τον τόπο μέσα  στο χρόνο, ατόφιο μέσα στις αλλαγές του. Η επιστροφή του Κατράκη από το ηρωικό ξερίζωμα της ήττας στην ερημιά του σήμερα, το ταξίδι προς το τίποτα του «Μελισσοκόμου» και ο βαλκανικός περίπατος θανάτου του Χάρβεϊ Καϊτέλ,  αποτελούν την πορεία της Ελλάδας προς το σήμερα («Η Ελλάδα πεθαίνει, τουλάχιστον ας πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο» λέει ο Θανάσης Βέγγος στο «Βλέμμα του Οδυσσέα»).
Η ήττα της αριστεράς, η μελαγχολία και η ένταση της δεκαετίας του 80, η πτώση του τείχους, το χάραγμα των νέων συνόρων και η μετανάστευση, εξιστορούνται στις μεταμορφώσεις τους από την ιστορία στην ποιητικότητα. Το χρώμα, απότομο και συχνά αβάσταχτο, γίνεται στίγμα ονείρου μέσα στην ομίχλη των γεγονότων. Γιατί η πολιτική, η ιστορία και η ιστορικότητα δεν ήταν ποτέ για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο μια καταμέτρηση αριθμών και συμβάντων, αλλά ένα ποιητικό άλμα προς την αλήθεια του δημιουργού.
Ο κινηματογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου περιέγραψε τον ελληνικό 20ό αιώνα, τις ήττες και τις απογοητεύσεις, τους δεσμούς και τα χάσματα , τις σιωπές και τις παύσεις, τα νέα σπασμένα μας αγάλματα. Ο δημιουργός διεκδίκησε και κληροδότησε στους επόμενους ένα ορισμένο Θυμάμαι, μια πρόταση μνήμης ποιητικής και αμείλικτης, μακριά από κυρίαρχες εξιστορήσεις, μακριά από τους κινδύνους της υπεραπλούστευσης. Το πέρασμα του δημιουργού στην άλλη όχθη, ματώνει το παρόν στη μνήμη και γίνεται για όλους μας ένα αντίο απότομο και ένα ταξίδι πικρό...  

Ο τίτλος αποτελεί στίχο του Paul Celan, όπως ακούγεται στο φινάλε του έργου «Μια αιωνιότητα και μία ημέρα», από τον Bruno Ganz.

Θωμάς Τσαλαπάτης
http://tsalapatis.blogspot.com/

 

Του
Στράτου Κερσανίδη


Ο ρυθμός σε μια ταινία είναι η ανάσα της, είναι αυτό που την οριοθετεί. Κι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είχε τη δική του άποψη για το ρυθμό στις ταινίες του, που όσο κι αν σατιρίστηκε, ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του μοναδικού του έργου.
Τα μακρόσυρτα, αργά πλάνα του δεν ήταν ούτε μια τυχαία επιλογή ούτε ένα καπρίτσιο του σκηνοθέτη. Ήταν μια μελετημένη αντίληψη περί του ρυθμού, με τον οποίο ο σκηνοθέτης δεν επεδίωκε να εντυπωσιάσει αλλά να κάνει το θεατή κοινωνό σε ένα έργο τέχνης το οποίο δε βιάζεται και θέλει το χρόνο του για να αφομοιωθεί. Για τον Αγγελόπουλο το αργό πλάνο ήταν μια προσπάθεια να κάνει το θεατή κοινωνό του στοχασμού και της εμβάθυνσης στο έργο του. Ένα έργο που δεν είναι καθόλου εύπεπτο ούτε προσφέρεται για ευκολίες και φτηνούς εντυπωσιασμούς. Όταν έχεις κάτι να πεις δε φοβάσαι τη διάρκεια του πλάνου σου, αφού αυτό «μιλάει» και διαθέτει τη δική του εσωτερική δύναμη.
Οι εικόνες του Θόδωρου Αγγελόπουλου στην εντέλεια δουλεμένες, άψογα τοποθετημένες η μία πλάι στην άλλη είναι ο ορισμός της αισθητικής τελειότητας. Άλλοτε ποιητικές και άλλοτε επικές, συχνά και τα δύο μαζί, δεν ήσαν απλές εικόνες, αλλά μελέτες επάνω στην Ιστορία και την κοινωνία, σκηνοθετημένες με έναν καθαρά προσωπικό τρόπο, με αυτό που λέμε αγγελοπουλικό ύφος.
Αγαπούσε το μουντό και υγρό τοπίο, την ομίχλη, τη βροχή και το χιόνι. Έχουν πει γιαυτό πως αν και το έργο του ξεχειλίζει από το στοιχείο της ελληνικότητας εν τούτοις οι ταινίες του μοιάζουν περισσότερο με σκανδιναβικές παρά με μεσογειακές. Αυτή η «υγρασία» έδινε μεγαλύτερη ένταση στη μελαγχολία που διαχεόταν σε όλες του τις ταινίες. Μια μελαγχολία και μια οδύνη για τον κόσμο που καταρρέει, για την αδικία που κυριαρχεί, για τα χαμένα όνειρα, για τον πόνο του χρόνου που περνά, για τη μνήμη όσων συνέβησαν και για το γκρέμισμα των οραμάτων. Η μνήμη και ο χρόνος βρισκόταν στο επίκεντρο του έργου του, μαζί με την Ιστορία του τόπου και την τραγωδία της Αριστεράς. Από αυτή τη σκοπιά, της Αριστεράς, ήταν τοποθετημένη η οπτική του σε ολόκληρο το έργο του.

Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος

Με το θάνατό του, την περασμένη Τρίτη, έκλεισε μια πορεία η οποία ξεκίνησε το 1961, όταν ο 26χρονος τότε Θόδωρος Αγγελόπουλος, αφού παράτησε τη Νομική της Αθήνας, πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει γαλλική φιλολογία, φιλοσοφία και φιλμολογία. Λίγο αργότερα παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου και το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή.
Αφού «παιδεύτηκε» για μια τριετία με την περί κινηματογράφου γραφή, αποφάσισε να γυρίσει τη δική του ταινία και έτσι προέκυψε η μικρού μήκους «Εκπομπή» (1968). Βέβαια το 1965 είχε ξεκινήσει να γυρίζει τη μεγάλου μήκους ταινία «Forminx story», η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Με την «Εκπομπή» ο Αγγελόπουλος κέρδισε το πρώτο του βραβείο, που ήταν το βραβείο των κριτικών στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Το 1970, θεωρείται ως η χρονιά που γεννήθηκε ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος. Τότε, δηλαδή, που μια γενιά νέων σκηνοθετών αμφισβήτησε το κυρίαρχο μοντέλο του εμπορικού κινηματογράφου και δημιούργησε και τον όρο του σκηνοθέτη δημιουργού. Η ταινία η οποία θεωρείται ως η εκκίνηση αυτού του νέου ρεύματος ήταν η «Αναπαράσταση». Με αφορμή το γεγονός ενός φόνου σε κάποιο χωριό ο Αγγελόπουλος κάνει μια ταινία τομή της ζωής στην ελληνική επαρχία. Μια κοινωνιολογική μελέτη για το πλαίσιο μέσα στο οποίο κυοφορήθηκε ο φόνος.
Το 1972 γυρίζει τις «Μέρες του ΄36». Είναι η πιο άμεση πολιτική ταινία η οποία έχει γυριστεί στην Ελλάδα ως τότε. Με αφορμή ένα αληθινό γεγονός, ο Αγγελόπουλος αναλύει όλο το κοινωνικό και κυρίως το πολιτικό πλαίσιο, το οποίο οδήγησε στην υπό τον Ιωάννη Μεταξά, δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Το 1975 προβάλλεται «Ο θίασος», ένα επικών διαστάσεων κινηματογραφικό ποίημα, μία από τις πιο σημαντικές ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Εδώ ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, έχοντας ως όχημα ένα θίασο θεατρίνων που περιοδεύει σε όλη τη χώρα παίζοντας την «Γκόλφω», στοχάζεται επάνω στην ιστορία της χώρας από το 1939 ως το 1952. Από τις τελευταίες μέρες της δικτατορίας του Μεταξά, τον πόλεμο, την κατοχή, την απελευθέρωση, τον εμφύλιο, μέχρι τις εκλογές του 1952, περνά μπροστά από τα μάτια του θεατή η πλέον ταραγμένη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, μαζί με τις ενταγμένες σε αυτή, ιδιωτικές ζωές των ηθοποιών του θιάσου. Με κεντρικό πυρήνα το μύθο των Ατρειδών (οι χαρακτήρες διατηρούν και τα ίδια ονόματα). Ο Αγγελόπουλους οικοδομεί το τεσσάρων ωρών πολυεπίπεδο αριστούργημά του.
Ο στοχασμός του Αγγελόπουλου επάνω στην Ιστορία συνεχίζεται και στην επόμενη ταινία του, «Οι κυνηγοί» (1977). Η Ιστορία εμφανίζεται ως το πτώμα ενός αντάρτη του Εμφυλίου που ανακαλύπτει μια ομάδα αστών κυνηγών. Η συλλογική τους ευθύνη για τα όσα συνέβησαν, ο τρόμος που νιώθουν μπροστά στην κρίση της Ιστορίας, η εκδίκηση της επανάστασης τους δημιουργεί τρόμο. Μια αλληγορία για την τραγωδία του Εμφυλίου.
Το 1980 με τον «Μεγαλέξαντρο» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σε μια ταινία γεμάτη συμβολισμούς, μιλά για την Αριστερά και την εξουσία. Ο Μεγαλέξαντρος είναι ένας λήσταρχος με λαϊκό έρεισμα που η δύναμή του τον κάνει σκληρό ακόμη απέναντι σε όσους τον υποστηρίζουν.
Το 1981 και το 1983 σκηνοθετεί δύο ντοκιμαντέρ, το «Χωριό ένα, κάτοικος ένας…» και «Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη» διάρκειας 20 και 43 λεπτών αντίστοιχα.
Το 1985 έχει σειρά ακόμη μια στοχαστική αλληγορία, το «Ταξίδι στα Κύθηρα». Ένας αντάρτης που έζησε 32 χρόνια στην Τασκένδη επιστρέφει στο χωριό του. Όμως δε βολεύεται καθώς νιώθει μόνος κι απομονωμένος αφού δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν. Ένας σκηνοθέτης που αναζητά κάτι το ουσιαστικό τον συναντά τυχαία. Και οι δύο αυτοί άνθρωποι κάτι αναζητούν. Χαμένα όνειρα κι ιδανικά, εξου και το αλληγορικό ταξίδι προς τα Κύθηρα, προς την ευτυχία.
Η μνήμη και το βάρος του παρελθόντος είναι το θέμα του «Μελισσοκόμου» (1986). Ο Σπύρος, πρώην δάσκαλος και νυν μελισσοκόμος, διασχίζει τη χώρα με τις κυψέλες του. Παλιός αριστερός, θα συναντήσει μια νέα κοπέλα η οποία θα του αναζωπυρώσει συναισθήματα. Όμως ενώ αυτός ζει με το παρελθόν που είναι όλη του η ζωή, για εκείνη δε σημαίνει τίποτα.
Με το «Τοπίο στην ομίχλη» (1988), αφηγείται την ιστορία δύο παιδιών που το σκάνε από τη μητέρα τους και πηγαίνουν να βρουν τον πατέρα τους στη Γερμανία. Ένα ρόουντ μούβι αναζήτησης, ενηλικίωσης και αυτογνωσίας. Μια ταινία για την ελπίδα η οποία βρίσκεται κάπου αλλού και ποτέ εδώ.

Το νέο παγκόσμιο τοπίο

1991 και ο κόσμος έχει αλλάξει. Οι χώρες του υπαρκτού «σοσιαλισμού» δεν υπάρχουν πια και χιλιάδες άνθρωποι έχουν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αφουγκράζεται αυτόν τον νέο κόσμο και σκηνοθετεί «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Με αφορμή την εξαφάνιση ενός πολιτικού και την εντύπωση ενός δημοσιογράφου πως τον είδε κάπου στα σύνορα ανάμεσα σε πρόσφυγες, σκηνοθετεί μια ταινία για το μεταίχμιο ανάμεσα στον παλιό και το νέο κόσμο, για τους ανθρώπους που έχουν μείνει μετέωροι μέσα στην αβεβαιότητα.
Το 1995 με το «Βλέμμα του Οδυσσέα» κάνει μια βουτιά στη μνήμη, στο παρόν και το αβέβαιο μέλλον των Βαλκανίων. Αλλά και των ονείρων για έναν καλύτερο κόσμο που κατέρρευσαν και της Ιστορίας που ποτέ δεν ξέρεις τι σου κρύβει. Η αναζήτηση της μνήμης, όμως, δεν μπορεί να αλλάξει το παρόν, παρά μόνον μια μικρή παρηγοριά ίσως να μας προσφέρει.
Με την ταινία «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998), μεταφέρει την έννοια της Ιστορίας στη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Αλέξανδρος κουρασμένος κι απογοητευμένος σκοπεύει να πεθάνει. Οι αναμνήσεις του ένια γεμάτες από λάθη και χαμένες ευκαιρίες. Όμως αναβάλει την αναχώρησή του όταν γνωρίζει ένα παιδί των φαναριών. Μένει μαζί του με σκοπό να του δώσει κάτι από τη γνώση του. Επί της ουσίας αναζητά τη δική του λύτρωση. Και μας λέει ακόμη πως κι αν όλα κατέρρευσαν η ελπίδα για το αύριο δεν εξαφανίστηκε. «Η Ιστορία πέθανε. Ζήτω η Ιστορία».
Το 2004 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ξεκίνησε την τριλογία με την ταινία «Το λιβάδι που δακρύζει». Μέσα από την ιστορία της Ελένης και του Αλέξανδρου, ο σκηνοθέτης βλέπει τους ανθρώπους μέσα στα ιστορικά γεγονότα. Δεν επιχειρεί να στοχαστεί πάνω στην Ιστορία αλλά το αντίθετο. Να δει τους ανθρώπους και πως αυτοί γίνονται «θύματά» της. Προσωπικά θεωρώ την εν λόγω ταινία την πιο αδύναμη του σκηνοθέτη. Άνευρη και αυτάρεσκη όσον αφορά την κατασκευή της, υπολείπεται του υπόλοιπου έργου του.
Το αντίθετο συμβαίνει με τη «Σκόνη του χρόνου» (2008), δεύτερη ταινία της τριλογίας. Στη βάση είναι μια ερωτική ιστορία η οποία κουβαλά μέσα της το σπαραγμό των τελευταίων 50 χρόνων του 20ου αιώνα. Ο Αγγελόπουλος επιχειρεί ένα απολογισμό των όσων συνέβησαν και μέσα από αυτά κοιτάζει μέσα στους ήρωες και τα συναισθήματά τους.
Δυστυχώς η τελευτάω ταινία της τριλογίας «Η άλλη θάλασσα» δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί αφού η κακιά στιγμή τον πήρε από τη ζωή στα 77 του χρόνια. Μπορούμε να πούμε, πάντως, πως ο σκηνοθέτης «έπεσε» στο πεδίο της μάχης, αφού το δυστύχημα συνέβη εκεί που έκανε γυρίσματα για την «Άλλη θάλασσα».
Ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες δημιουργούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, έφυγε αναπάντεχα και σε μια εποχή ο πνευματικός κόσμος έχει χρείαν τέτοιων προσωπικοτήτων.

 

Ένας ποιητής βυθισμένος στις σκέψεις του

Μιλήσαμε με τον Γιάννη Τότσικα, τον ηθοποιό που ερμήνευσε το ρόλο του αγροφύλακα (εραστή της συζυγοκτόνου) στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αγγελόπουλου «Αναπαράσταση», που έχει καταγραφεί ως σταθμός στην ιστορία του νεοελληνικού κινηματογράφου:
«Έλεγε αλήθειες. Είναι χαρακτηριστικό, όταν διάβασα το σενάριο της «Αναπαράστασης», ένιωσα σαν να μίλαγε για τη ζωή μου... Όταν είδα το τοπίο που είχε διαλέξει για την ταινία, είπα: αυτό είναι πολιτικό τοπίο, η έρημος του κόσμου, δεν υπήρχε νέος άνθρωπος να συναντήσεις...
Ήταν ένα σενάριο που αισθάνθηκα σαν να γράφτηκε για μένα. Με φώναξε ο Γιώργος ο Σαμιώτης που ήταν υπεύθυνος για τα εφέ, λέγοντάς μου να πάω γιατί γυρεύει ηθοποιούς. Ένιωσα δέος. Με βοήθησε πολύ ο Αγγελόπουλος σε αυτήν την ταινία... Ήταν αμερόληπτος. Ήταν κλεισμένος στον εαυτό του και στις σκέψεις του όταν δημιουργούσε μια ταινία. Αυτόν τον Θόδωρο σκέφτηκα όταν έμαθα πώς χάθηκε. Βυθισμένος στις σκέψεις του θα ήταν...»

Τέχνη και πολιτική

Το γεγονός της προβολής του «Θίασου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου στις κινηματογραφικές αίθουσες δεν καταγράφηκε μόνο σαν σημαντικότατο καλλιτεχνικό γεγονός. Από την πρώτη στιγμή συνειδητοποιήθηκε από την ανανεωτική αριστερά ως γεγονός πολιτικής σημασίας. Χωρίς αυτή η ειδική πολιτική βαρύτητά του να αφαιρεί τίποτε από την καλλιτεχνική, την αισθητική αξία του.
Έτσι εξηγείται γιατί το περιοδικό της νεολαίας του ΚΚΕ Εσωτερικού «Θούριος» αφιέρωσε ειδική έκδοσή του για να υποδεχτεί τον «Θίασο», χαρακτηρίζοντάς τον «δείγμα σύγχρονη επαναστατικής τέχνης και τομή στον ελληνικό κινηματογράφο».
Στο εισαγωγικό κείμενο της ειδικής έκδοσης επισημαίνεται ότι με τον «Θίασο» πραγματοποιείται η «αναζήτηση μιας γλώσσας κινηματογραφικής εξίσου προοδευτική με το περιεχόμενό της, ως τομή σ’ αυτό τον τομέα: ιστορικά κείμενα, τραγούδια, μύθος, θεατρικό έργο (…) συνθέτονται και παράγουν ιστορική γνώση. Διαφωνώντας ριζικά με την τέχνη “ποιότητας” για κατανάλωση των “ολίγων” και την τέχνη “εμπορικό υποπροϊόν” για τις πλατειές μάζες, πιστεύουμε ότι ο «Θίασος» πρέπει να γίνει κτήμα όλης της ελληνικής νεολαίας»…
Γι’ αυτό και τα μέλη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, με την ειδική έκδοση του «Θούριου» υπό μάλης, στήθηκε τις μέρες εκείνες έξω από τις αίθουσες προβολής μοιράζοντας χιλιάδες αντίτυπα σε νέους – και λιγότερο νέους, σε μια πράξη πολιτική και πολιτιστική ταυτόχρονα.

Εικόνα και ήχος

Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα από το κείμενο που παραχώρησε τότε στον «Θούριο» ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, που συνέθεσε τη μουσική της ταινίας, γιατί περιγράφει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο σκηνοθέτης και συνθέτης αντιμετώπισαν τη μουσική «επένδυση» του «Θιάσου».
«Η αντιμετώπιση της μουσικής στο «Θίασο» είναι τέτοια, ώστε να εξυπηρετεί λειτουργικά τη δράση, έτσι που να μη μπορεί αυτή να προχωρήσει χωρίς τη μουσική. Γι’ αυτό αποκλείστηκε η διακοσμητική χρήση της μουσικής και η χρησιμοποίησή της σαν επένδυση, με την έννοια της συναισθηματικής υπογράμμισης.
Σε κάθε τόπο και σε κάθε ιστορική στιγμή η μουσική ενός λαού εκφράζει απόλυτα την κοινωνικοπολιτική του κατάσταση. Έτσι και εδώ, η πορεία του Θιάσου μέσα στα χρόνια 39-52 έπρεπε να σηματοδοτηθεί μουσικά από τα πιο αντιπροσωπευτικά είδη, ενώ παράλληλα να αποκαλυφθεί τι σήμαινε κάθε ένα από αυτά. Μ’ αυτόν τον τρόπο μέσα από την πορεία της μουσικής διαγράφεται η πορεία της ίδιας της Ελλάδας στα χρόνια αυτά, Δικτατορία Μεταξά- Πόλεμος – γερμανική κατοχή –Αντάρτικο – Δεκέμβρης 44 – Εγγλέζοι- - Β΄Αντάρτικο – Αμερικάνοι – Εκλογές 1952.
Στη διάρκεια της ταινίας ακούγονται γύρω στα 35 μουσικά κομμάτια (ελαφρά τραγούδια-εμβατήρια – αντιστασιακά τραγούδια της πόλης-αντάρτικα – ρεμπέτικα – δημοτικά –εγγλέζικα – αμερικάνικα). Κάθε ένα διαλέχτηκε με κριτήριο το κατά πόσο το τραγούδι αυτό μπορεί να λειτουργήσει σαν σύμβολο του είδους που ανήκει και της κατάστασης που εκφράζει.
Μέσα στην ταινία η μουσική έχει πάντα συγκεκριμένη προέλευση. Τραγουδιέται απ’ τους ηθοποιούς – έρχεται απ’ το δρόμο – παίζεται από κάποια ορχήστρα.
Κάτι άλλο που θα ήθελα να πω πάνω στη μουσική είναι ότι αυτή παίχτηκε πάντα στους τόπους που γυρίστηκαν οι σκηνές – σύγχρονα. Μ’ αυτόν τον τρόπο υπάρχει μια πολύ σωστή αίσθηση του χώρου στον ήχο. Ακόμα, ότι χρησιμοποιήθηκαν μουσικοί από όλη την Ελλάδα, μια που οι ανάγκες απαιτούσαν, ας πούμε, μια ορχήστρα πνευστών στα Γιάννενα. Έγινε επίσης προσπάθεια οι μουσικοί να είναι παλιοί, έτσι που να ’χουν παίξει τα κομμάτια αυτά στην εποχή τους».
Το εξώφυλλο του «Θούριου» πήραμε από το αρχείο των ΑΣΚΙ.

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το θάνατο του Γιάννη Ταμτάκου, του κουλουρτζή, του λούστρου, του μεγάλου αγωνιστή.
Πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία ξεκίνησε τη μεγάλη του πορεία μια εργατική Πρωτομαγιά στην Ευαγγελίστρια της Θεσσαλονίκης σε ηλικία μόλις 11 ετών. Ήταν η πρώτη του συμμετοχή σε εργατική συγκέντρωση. Από τότε, πήρε μέρος σε όλους τους εργατικούς αγώνες της πόλης ως τσαγκάρης με την ιδιότητα του εκλεγμένου συμβούλου (1926-1927), ως γραμματέας του σωματείου υποδηματεργατών Θεσσαλονίκης (1928-1929) και αργότερα μέσω του σωματείου ανέργων.
Το 1931 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή διαδήλωσης ανέργων στην Πλατεία Συντριβανίου όπου δέχτηκε τη βίαιη επίθεση ομάδας χωροφυλάκων με επικεφαλής τον ανiψιό του Αστυνομικού Διευθυντή, ο οποίος τον πυροβόλησε και του έκοψε τη γλώσσα.
Το Μάιο του 1936 καταδικάστηκε ερήμην από το Κακουργοδικείο Έδεσσας ως ένας από τους υποκινητές της απεργίας των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης. Μαζί του καταδικάστηκαν 52 εργάτες. Έμεινε στην εξορία από το 1937 έως το 1942, όταν η απερχόμενη κυβέρνηση Τσουδερού τους άφησε στη Γαύδο και τους παρέδωσε στους γερμανούς. Τότε, πολλοί συνεξόριστοί του στο νησί, μεταφέρθηκαν και εκτελέστηκαν στην Καισαριανή και το Νεζερό Λαμίας, ανάμεσά τους και ο πρώην γραμματέας του ΚΚΕ και αργότερα επικεφαλής της τροτσκιστικής τάσης Παντελής Πουλιόπουλος. Ο Ταμτάκος κατάφερε να αποδράσει από το τμήμα Μεταγωγών Πειραιά γλυτώνοντας την εκτέλεση και αμέσως πέρασε στην παρανομία.
Ο μπάρμπα - Γιάννης δεν πήρε μέρος στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο αρνούμενος να αναγνωρίσει στο ΕΑΜ οποιαδήποτε λαϊκά επαναστατικά χαρακτηριστικά καθώς το θεωρούσε όργανο για την απελευθέρωση της ελληνικής αστικής τάξης.
Το 1942 συνάντησε τον Κορνήλιο Καστοριάδη και απομακρύνθηκε οριστικά από τον τροτσκισμό. Μαζί με τους Καστοριάδη, Βουρσούκο, Κρόκο, Στίνα, Μακρή και άλλους, πέρασαν στον ντεφετισμό και τον επαναστικό διεθνισμό προτάσσοντας μια αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία και διακηρύττοντας τη συναδέλφωση των εμπόλεμων στρατιωτών. Καταδιώχθηκαν από τους Γερμανούς, τους χίτες και τους σταλινικούς ενώ πολλές ήταν οι φορές που ο μπάρμπα - Γιάννης ξέφυγε από τη δολοφονική δράση της Ο.Π.Λ.Α.
Το 1951 μετανάστευσε στην Αυστραλία για να εργαστεί στο εργοστάσιο της General Motors. Το 1966 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Από τη δεκαετία του 80 συνδέθηκε ιδεολογικά και πολιτικά με τον αντιεξουσιαστικό χώρο της πόλης και συμμετείχε σε όλες τις εκδηλώσεις του εργατικού κινήματος παρά το προχωρημένο της ηλικίας του.

Και κάποια λόγια του

«...Δεν υπήρξα θεωρητικός. Ήμουν ένας εργάτης του δρόμου κι έπαιρνα μέρος στις εκδηλώσεις του εργατικού κινήματος. Από το 1924 αγωνίζομαι για τα ζητήματα της εργατικής τάξης και προσηλυτίστηκα στις αναρχικές ιδέες παρόλο που ήμουν αρχειομαρξιστής και τροτσκιστής από το βιβλιαράκι «Προς τους Νέους» του Κροπότκιν. Δεν είμαι ο θεωρητικός, όπως είπα, γιατί ο καπιταλισμός δεν με άφησε να βγάλω το σχολείο. Είμαι προσφυγόπουλο από το 1914, γεννηθείς το 1908 και πήρα μέρος σε όλους τους απεργιακούς αγώνες στη Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη ήταν μια διεθνής πόλη…
…Πρακτικά τα ξέρω αυτά τα πράγματα και ευχαριστώ που με ακούσατε και εύχομαι να ασπαστείτε κι εσείς την άποψη: Εσύ τι ψηφίζεις; Εγώ δεν ψηφίζω, μουντζώνω. Τι να ψηφίσεις δηλαδή; Τους σοσιαλανθρώπους του ΠΑΣΟΚ; Να τον μοιάσουν τον αρχηγό τους, να γίνουν κι αυτοί ριψάσπιδοι όπως ήταν ο αρχηγός τους. Αυτά αγαπητοί φίλοι, με συγχωρείτε αν τα είπα λίγο απλά και καυτερά. Σας είπα εγώ δεν ήμουν θεωρητικός ήμουν απλός εργάτης, δεν μ’ άφησε ο καπιταλισμός να σπουδάσω…
…Αυτά έχει, σύντροφοι, η κοινωνία και γι’ αυτό ακριβώς λέμε είμαστε αντεξουσιαστές, θέλουμε την εξουσία να την ασκεί η ίδια η εργατική τάξη και όχι τα διάφορα κόμματα αυτοί οι φιλόσοφοι οι χαρτογιακάδες που μας διευθύνουν. Σας ευχαριστώ που με ακούσατε και μην με παρεξηγείτε που τα είπα λίγο χοντρά…»

«Στου μπάρμπα - Γιάννη τη βεράντα μυρίζει γιασεμί/ Φέρμα κουβέντα στριφτάρι κι αβέρτα οι στοχασμοί./ Των ματιών το βούρκωμα θυμάμαι και τα γέλια,/ τις μνήμες για σπουδαίους και για κενά βαρέλια./ Την βύθισή του στα μαύρα περασμένα/ (τα για όλους ξεχασμένα) την έκανε για μένα./ Στα χαρτογραφημένα απ’ τους αποθηριωμένους/ Με πήγε από μέρη λεύτερα, τόπους ξεσφραγισμένους»

Πληροφορίες: Βικιπαιδεία, thenetwar.gr, τραγούδι: active member

Ιωάννα Σκαντζέλη
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.



Eνα ημερολόγιο, με τοπικό χρώμα, που μας παρουσιάζει φωτογραφίες μιας άλλης εποχής για την Αμαλιάδα, εξέδωσαν οι εκδόσεις «Βιβλιοπανόραμα» του Γιώργου Δημητρόπουλου. Την έκδοση προλογίζει ο ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας κ. Λεωνίδας Καρνάρος. Μια επιλογή από 14 φωτογραφίες του Σπύρου Μεράτη συγκροτούν το ημερολόγιο που είναι αφιερωμένο στον έναν αιώνα (1912-2012) από τη διοργάνωση της Α΄ Κτηνοτροφικής Έκθεσης Αχαϊοήλιδος, με το ένσημό της να κοσμεί το εξώφυλλο, αλλά και στα 60 χρόνια του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αμαλιάδος, του σταθμού που έκανε την Αμαλιάδα γνωστή στο πανελλήνιο, αλλά και έξω από τα σύνορα της χώρας μας. Ιδιαίτερα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έκδοση του ημερολογίου οφείλεται στην ευγενική χορηγία του επιτυχημένου συμπατριώτη μας, επιχειρηματία στο Τορόντο του Καναδά, Ανδρέα Παπαδάκου. Οι εκδόσεις «Βιβλιοπανόραμα» (τηλ./φαξ: 26220 -21221 29638, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε., bibliopano­Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.­thnet.gr) του δραστήριου βιβλιοπώλη Γιώργου Δημητρόπουλου, που σκύβουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι το τοπικό – ηλειακό, μας εγγυώνται ένα άρτιο εκδοτικό αποτέλεσμα.