Αρχείο



Πολιτισμός



Να δίνει ο ένας στον άλλο ενέργεια να συνεχίζουμε

Ένα φωτεινό πλάσμα, στην παρέα και στο πάλκο, δωρική και γενναιόδωρη, με περιοχές σπάνιες στην ψυχή και τη φωνή, η Φωτεινή Βελεσιώτου. Δεν φτάνουν τρία Σάββατα, ούτε βέβαια μια σελίδα για μια διαδρομή «Από βαρύ ζεϊμπέκικο μέχρι σκληρό ροκάκι». Αυτή που μας ταξιδεύουν μαζί με τον Γιάννη Μήτση και πέντε πολύ καλούς μουσικούς, τον Σπύρο Γκούμα στο τρίχορδο μπουζούκι, το μαντολίνο και το τραγούδι, τον Βασίλη Μασσαλά στην κιθάρα και το τραγούδι, τον Δημήτρη Οικονομάκη στο κοντραμπάσο, τον Άγγελο Σφακιανάκη στην επιμέλεια του προγράμματος και τα κρουστά και τον Δημήτρη Τσιολχά στο ακορντεόν και το τραγούδι, που εναλλάσσεται με τον Ηρακλή Βαβάτσικα, για δύο ακόμα Σάββατα, απόψε και στις 12 Μάη, στο Σταυρό του Νότου plus. 

Η συνάντηση επί σκηνής με τον Γιάννη Μήτση ήταν ιδέα του Άγγελου Σφακιανάκη, αν και οι δύο τους είναι χρόνια φίλοι και εκτιμά πολύ τη δουλειά του. Το πρόγραμμα που φτιάξανε, είναι σαν να ξεφυλλίζεις φωτογραφίες από τα παλιά. Ξεχασμένα βλέμματα, αξέχαστα ξενύχτια. Τραγούδια ροκ με την ευαισθησία της πενιάς του μπουζουκιού και ρεμπέτικα με τη ροκ ερμηνεία του Γιάννη και της Φωτεινής.

Χάσαμε το παιδί μέσα μας

Οι Θεσσαλονικείς την αγαπούν χρόνια τώρα και γεμίζουν τα μαγαζιά που τραγουδάει, τις Τετάρτες την «Πριγκηπέσσα» (Φιλικής Εταιρείας 5) και τις Παρασκευές το «Καφωδείο Ελληνικό» (Ιουστινιανού 3). Πολλοί νέοι, που αγάπησαν το ρεμπέτικο με την ερμηνεία της. Κάποιοι από αυτούς παλιοί μαθητές της, όταν ήταν η «δασκάλα με την κιθάρα στο χέρι». «Ξεκινούσα τη μέρα μου λέγοντας στους μαθητές με την κιθάρα την ορθογραφία. Την έκανα τραγουδάκι εκείνη την ώρα».
Ποια είναι, λοιπόν, η γνώμη της για το εκπαιδευτικό σύστημα;
«Πιο χάλια πράγμα δεν υπάρχει. Δεν μπορεί, για παράδειγμα στη Μελέτη του Περιβάλλοντος, να θέλεις να μάθεις σε ένα παιδί την Ελλάδα ξεκινώντας από το άγνωστο από το μακρινό. Στην τάξη μας άλλαζα την ύλη. Ξεκινούσαμε από το χωριό μας, το Πλαγιάρι, και με ομόκεντρους κύκλους ανοιγόμασταν μέχρι να φτάσουμε σε όλο το νομό Θεσσαλονίκης και παραπέρα. Και με εκδρομές, μέσα στο λεωφορείο με την κιθάρα και τραγουδάγαμε».
Τι φταίει και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν έχουν μεράκι;
«Το σύστημα εισαγωγής είναι πολύ κακό. Σου ζητάνε να είσαι μαθητής του 20, αλλά δεν σου ζητάνε να αγαπάς τα παιδιά. Παίρνουμε πτυχίο από το πανεπιστήμιο, αλλά όταν μας αφήσουν σε μια τάξη μόνους με 30 παιδιά, δεν ξέρουμε πώς να παίξουμε μαζί τους. Πώς να ξέρουμε πώς να τα διδάξουμε; Έχουμε χάσει την επαφή με το παιδί μέσα μας».
Εκείνη δεν έχει χάσει την επαφή της με τους μαθητές της. «Το μεγάλο μου κέρδος είναι που έκλεψα παιδικότητα από τα παιδιά». Το μεγάλο μας κέρδος είναι που μοιραζόμαστε την ειλικρίνεια με την οποία ζει, μιλάει και τραγουδάει.
Το τραγούδι για χρόνια συντρόφευε τη διδασκαλία και το αντίστροφο. Ξεκίνησε να τραγουδά όταν τέλειωσε τη Παιδαγωγική Ακαδημία.
«Άρχισα να ασχολούμαι με την κιθάρα, χωρίς όμως να ξέρω νότες. Μού ‘δειξε ένας φίλος κάποια ακόρντα και προσπαθούσα να βγάλω τραγούδια που μου άρεσαν. Ήταν γύρω στο 1980-81. Ένα βράδυ σε ένα πάρτι, τά ‘χαμε πιει και μου λένε πήγαινε φέρε την κιθάρα να παίξεις. Με τα πολλά πήγα, έπαιξα τα τραγούδια που ήξερα κι όταν τέλειωσα, μου λένε ξαναπαίξτα! Στο τέλος έρχεται ένας φίλος και μου λέει πως κάποιοι φίλοι του έχουν ένα μουσικό σχήμα και ψάχνουν τραγουδίστρια. Δίστασα γιατί, ενώ τραγουδούσα σε χορωδία στην Καρδίτσα, από όπου κατάγομαι, το να τραγουδήσω σόλο μού φαινόταν άλλο πράγμα. Τελικά πήγα γνώρισα τα παιδιά, ενέδωσα και αρχίσαμε να παίζουμε μαζί. Το τραγούδι μπήκε γερά στη ζωή μου».
Όταν τραγουδάει, η ενέργεια της ερμηνείας της δεν γίνεται να σε αφήσει ασυγκίνητο. Σε διαπερνά, όπως κι εκείνη, από τα ακροδάχτυλα ως τα βλέφαρα. «Αν σταματήσω να ανατριχιάζω όταν τραγουδάω, θα σταματήσω να τραγουδάω», λέει. Μια ενέργεια παρούσα και έντονη πριν ακόμα ανέβει στο πάλκο, όταν γυρίζει στην πλατεία «για να δίνει ο ένας στον άλλο ενέργεια να συνεχίζουμε». Γιατί η Φωτεινή θέλει να ζει ολόκληρη την εμπειρία, γι’ αυτό δεν μπαίνει στιγμή στα καμαρίνια. «Δεν πήγα ποτέ να κρυφτώ. Θέλω να είμαι μέσα στον κόσμο. Να μιλάω με τους ανθρώπους, να τους αγγίζω, ακόμα και τους άγνωστους». Γι’ αυτό και προτιμά τις μικρές μουσικές σκηνές, «γιατί θέλω να τους βλέπω όλους. Στις μεγάλες σκηνές τα φώτα σε εμποδίζουν να βλέπεις τους ανθρώπους».
«Μπορούν να τραγουδήσουν όλοι και τα παιδιά ακόμα πιο καλά», μου λέει. Περπατώ στην άδεια πρωτομαγιάτικη Αθήνα και σιγοτραγουδώ «Περαστικός κι αμίλητος». Θα το ακούσω το Σάββατο από τη Φωτεινή.

* Η Φωτεινή Βελεσιώτου τραγουδά και κάθε δεύτερη Τρίτη στην Αθήνα, στην ταβέρνα Κληματαριά, στην πλατεία Θεάτρου.

Ζωή Γεωργούλα
Στην παράδοση, η τάξη και η ανατροπή εναλλάσσονται


Η απώλεια της Δόμνας Σαμίου έφερε στην επικαιρότητα ξανά το έργο της. Εξερευνώντας λοιπόν το σημαντικό αυτό έργο, συνάντησα τη δουλειά μιας συλλογικότητας, του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου (www.domnasamiou.gr) και της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας Μιράντας Τερζοπούλου, συνεργάτιδας και φίλης της Δόμνας και μέλους του Συλλόγου. Η Μιράντα είναι λαογράφος εθνολόγος, υπήρξε ερευνήτρια του Κέντρου Έρευνας Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών και έχει δουλέψει με «μειονοτικές ομάδες, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, με λαϊκούς ανθρώπους, με «απαγορευμένες» κοινωνικές ομάδες». Μελέτησε τραγούδια, που της αρέσουν πολύ ως τρόπος έκφρασης, και τη γοήτευσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο τραγουδιούνται. Στις πολύ προσεγμένες εκδόσεις τραγουδιών της Δόμνας Σαμίου έγραψε τα κείμενα των βιβλίων που συνοδεύουν τα cd. Διαβάζοντάς τα είναι σαν να ανοίγει η πόρτα ενός παλιού εγκαταλελειμμένου σπιτιού που από το παράθυρό του ακούγεται η φωνή της Δόμνας να τραγουδά.

Τη συνέντευξη πήρε
η Ζωή Γεωργούλα

Μέρες που είναι ας διαλέξουμε να μιλήσουμε για το έργο που πραγματοποιήσατε μαζί με τη Δόμνα και το Σύλλογο μέσα από την ιδιαίτερη έκδοση «Τα Πασχαλιάτικα».

Τα Πασχαλιάτικα ανήκουν σε ένα κύκλο που τον ονομάσαμε Κύκλο του χρόνου. Διαλέξαμε τους κύκλους τους εορταστικούς ξεκινώντας από τα Αποκριάτικα, μετά τα οποία ακολούθησαν τα Πασχαλιάτικα. Υπάρχει μια εσωτερική σύνδεση. Το βιβλίο μάλιστα που συνοδεύει το cd των Αποκριάτικων τελειώνει με δυο φωτογραφίες. Η μία από την εορταστική παράδοση της ανατρεπτικής Αποκριάς, με τον πανζουρλισμό, την κοινωνική αταξία και ασυδοσία, με τις μορφές που δεν αναγνωρίζονται, και δίπλα, η άλλη, απεικονίζει τον τελετουργικό χορό του Πάσχα, τον πρώτο χορό μετά την Αποκριά και τη Σαρακοστή, όπου επιστρέφει η απόλυτη τάξη και ιεραρχία και οι άνθρωποι παρατάσσονται κατα σειρά κοινωνικής θέσης, ηλικίας και, εννοείται, φύλου.
Και οι δύο είναι νεκρολατρικές γιορτές, πίσω από όλες τις τελετές υπάρχει ένας θρήνος. Οι ίδιες οι Απόκριες έχουν ως κεντρικό σημείο αναφοράς το θάνατο, μπροστά στον οποίο είμαστε όλοι ίσοι και αυτή η εξίσωση επιτρέπει την κατάλυση της ιεραρχίας, καθιστά ασήμαντη την κάθε εξουσία, την κάθε καταπίεση. Το Πάσχα, όλος ο εορταστικός κύκλος γίνεται με σημείο αναφοράς το θάνατο και την ανάσταση. Τα παραδοσιακά τραγούδια που τραγουδιούνται μετά τη Λαμπρή, συνήθως αναφέρονται σε κάποιο νεκρό, που τον καλούν να αναστηθεί να γιορτάσει. Η κοινότητα που ανασυντίθεται με αφορμή το Πάσχα συμπεριλαμβάνει και τους νεκρούς, μέσω τη μνήμης και της τιμής που τους αποδίδεται. Εν γένει αυτές οι γιορτές της άνοιξης έχουν χαρακτήρα νεκραναστάσιμο, όπως η φύση αναγεννιέται. Έτσι τα τραγούδια του Πάσχα έχουν θρηνητικό χαρακτήρα ή είναι τραγούδια ιστορικά που μας φέρνουν σε επαφή με το παρελθόν που βρίθει φυσικά από θανάτους.

Τι τραγούδια περιλαμβάνει αυτό το έργο; Υπάρχει ένα τραγούδι «Το μοιρολόι της Παναγιάς» που το συμπεριλάβατε σε διαφορετικές εκδοχές, από διαφορετικούς τόπους.
Τα δημοτικά τραγούδια είναι πανελλήνια, τα συναντάς σε διαφορετικές περιοχές με διαφορετικές εκδοχές. Όπου ταξιδεύουν προσαρμόζονται στη μουσική παράδοση της κάθε περιοχής, οπότε υπάρχει το ίδιο τραγούδι με διαφορετικές μουσικές.
Τα Πασχαλιάτικα ξεκινούν με δύο τραγούδια της Σαρακοστής που τα ακολουθεί ένα τραγούδι από τη Μύκονο, πένθιμο, η «Βγενούλα», που τραγουδιέται από γυναίκες την περίοδο της Σαρακοστής, οπότε δεν μπορούσαν να χορέψουν και να ψυχαγωγηθούν.
Το μοιρολόι της Παναγιάς το τραγουδούν οι γυναίκες μέσα στην εκκλησία αφού τελειώσουν οι ιερουργίες, τη Μ. Πέμπτη στολίζοντας τον επιτάφιο. Έχει πολύ όμορφους στίχους, όπου η μάνα-Παναγιά γυρεύει να σφαγεί. Στο τέλος του σπαραγμού ο γιος λέει στη μάνα να κάνει υπομονή γιατί: «Mάνα μ’ αν σφαγείς εσύ, σφάζετ’ όλος ο κόσμος (...) Πάρτο μάνα μου υπομονή, να πάρ’ όλος ο κόσμος». Οι γυναίκες, στο τραγούδι αυτό, εξέφραζαν τους δικούς τους καημούς και πόνους. Το θείο δράμα με το ανθρώπινο δράμα ταυτίζεται αυτές τις μέρες. Χαρακτηριστικά, στην Κάρπαθο στολίζοντας τον επιτάφιο κρεμούν φωτογραφίες δικών τους παιδιών που χάθηκαν. Μέσα, λοιπόν, από το τυπικό της εκκλησίας οι γυναίκες, που συνήθως είναι αυτές που συμμετέχουν σε αυτά τα έθιμα, βρίσκουν διέξοδο να εκφράσουν την ανθρώπινη διάσταση. Τα Πασχαλιάτικα είναι ένας δίσκος που αναδεικνύει τον ανθρώπινο πόνο.

Γιατί είναι οι γυναίκες κυρίως που τραγουδούν αυτά τα τραγούδια;
Οι γυναίκες χειρίζονται τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Μπορεί κάποτε να επιβλήθηκε το πατριαρχικό σύστημα και οι άντρες να κατέχουν την πλήρη έκταση του κοινωνικού χώρου, όμως στο εσωτερικό του οίκου και της κοινωνίας, οι γυναίκες χειρίζονταν τα πιο ουσιαστικά θέματα, όπως η γέννηση και ο θάνατος.
Στις Απόκριες, όπου αυτό που υμνείται περισσότερο είναι η γενετήσια δύναμη που θα κάνει τη γη να καρπίσει, άρα ο φαλλός, πρωταγωνιστούσαν πάντα άντρες. Και στους γυναικείους ρόλους μεταμφιέζονταν άντρες. Σήμερα, βέβαια, είτε επειδή οι γυναίκες το διεκδίκησαν είτε επειδή οι άντρες περιφρονούν το έθιμο, οι γυναίκες μεταμφιέζονται σε όλους τους ρόλους που προβλέπει το έθιμο.

Γιατί επιλέξατε να συνοδεύσετε αυτές τις εκδόσεις με ένα επεξηγηματικό –εξαιρετικο- βιβλιαράκι;
Ο λαϊκός πολιτισμός προσεγγίστηκε από τη λαογραφία με ένα φονικό τρόπο. Τον νέκρωσε, επέλεξε μόνο αυτά τα στοιχεία που αναδείκνυαν την παλαιότητα του έθνους και του αφαίρεσε όλες τις κοινωνικές διαστάσεις. Το να αναδεικνύεις τις κοινωνικές δυναμικές σε όλες τις εκφράσεις του λαϊκού πολιτισμού σημαίνει να αναδείξεις την τοπικότητα, γιατί ο λαϊκός πολιτισμός δεν είναι ενιαίος, χωριό με χωριό έχουν διαφορές. Η Ελλάδα, όμως, που γινόταν ένα έθνος έπρεπε να επιδείξει ένα ομογενοποιημένο πρόσωπο. Έπρεπε, άρα, η διαφορετικότητα να λειανθεί. Παράλληλα, στο λαϊκό πολιτισμό ενυπάρχει διαρκώς η σύγκρουση των φυσικών τάσεων με τις κοινωνικές επιταγές. Στις Απόκριες οι άνθρωποι εκδηλώνουν την ανάγκη να καταλύσουν την εξουσία, να υπερισχύσουν οι φυσικοί κανόνες έναντι των κοινωνικών. Κάποτε οι κοινωνίες, παρότι τα άτομα ήταν αυστηρά ελεγχόμενα, επέτρεπαν κάποιες εξισορροπητικές δικλείδες, που ενέτασσαν και αφομοίωναν τον «παραβάτη». Σήμερα, που μεγάλα κομμάτια της παράδοσης επιβιώνουν σχεδόν μόνο ως αταβιστικές μνήμες και ως φολκλόρ, υπάρχει η ανάγκη τεκμηρίωσης όταν αναφερόμαστε στο παρελθόν.

Η παραδοσιακή μουσική μπορεί να επιβιώσει;
Τα παραδοσιακά τραγούδια τα ακούμε έτσι κι αλλιώς. Όμως με έναν τρόπο και σε ένα περιβάλλον διαφοροποιημένο. Έχει σημασία όταν θέλει κάποιος να μελετήσει αυτά τα τραγούδια να καταλάβει την ιστορία που τα συνοδεύει. Τα τραγούδια έχουν, ας πούμε, ένα κουσούρι, είναι καλλιτεχνικά κομμάτια. Πολλοί μένουν σε αυτό, όμως τα τραγούδια λέγονταν συγκεκριμένες στιγμές για συγκεκριμένους λόγους και είχαν ένα κανονιστικό ρόλο, τον οποίο οι ακροατές και οι ερμηνευτές τον καταλάβαιναν. Και οι μεν και οι δε είχαν αλληλλοτροφοδοτούμενους ρόλους, τη μια τραγουδούσε ο μεν και άκουγε ο δε, την άλλη αντιστρέφονταν οι ρόλοι. Το ίδιο και στο χορό, όλοι συμμετείχαν. Η καλή τραγουδίστρια παλιά στα χωριά ήταν αυτή που θυμόταν πολλά τραγούδια και ήξερε σε ποια στιγμή να πει ποιο τραγούδι. Σήμερα είναι η εποχή της ατομικότητας. Τα τραγούδια παίζονται από μουσικούς προς ακροατήρια. Το να ξαναφτιάχνεις μικρές κοινότητες, μικρές πρόσκαιρες συνθήκες συλλογικότητας είναι κάτι που μας συνδέει με αυτό το αίσθημα που εκλείπει.

Τι ήταν αυτό που έφερε η Δόμνα Σαμίου στο δημοτικό τραγούδι;

Η Δόμνα έφερε πολλές καινοτομίες στο δημοτικό τραγούδι. Λειτούργησε ως γέφυρα για το παλιό, κρατούσε ζωντανή την παράδοση βάζοντας και το δικό της λιθαράκι. Τραγούδησε τα παραδοσιακά τραγούδια με έναν τρόπο που να αφορά τους νέους, τους ανθρώπους στα αστικά κέντρα, έχοντας έγνοια για το γνήσιο και το καλαίσθητο, γιατί και η ίδια ήταν καλλιτέχνης. Προσέδωσε μια γνήσια εκδοχή στο παραδοσιακό, γιατί η ίδια ήταν αυθεντική.

 
Παραδοσιακή μουσική: Η κρίση έχει αρχίσει από παλιά

Η Μιράντα Τερζοπούλου συμμετείχε στο τριήμερο πολιτιστικό συνέδριο που διοργάνωσε ο δήμος Καλαμαριάς, το Σεπτέμβρη του 2011, με στόχο να πλαισιώσει και θεωρητικά τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του «Παρά θιν’ αλός», του μεγαλύτερου μουσικού και εικαστικού φεστιβάλ της Βόρειας Ελλάδας, με το παρακάτω κείμενο, στο οποίο μιλά για το «πολυθρύλητο μεν, ουσιαστικά όμως άγνωστο παρεξηγημένο, παραχαραγμένο έως και κακοποιημένο είδος μουσικής που ονομάζουμε «παραδοσιακή», τη μουσική εκείνη δηλαδή που μας έρχεται από το παρελθόν και υποτίθεται ότι απηχεί έναν τρόπο ζωής και μουσικές αντιλήψεις του παρελθόντος, ασχέτως του πώς παίζεται και πώς την ακούμε σήμερα». Το κείμενο κινείται ανάμεσα στον όρο και το ερώτημα «παραδοσιακή μουσική» και στους όρους ελληνικότητα και κρίση, που δανείστηκε από τους τίτλους του συνεδρίου.

Τις περισσότερες φορές η μουσική εκτιμάται μόνο για την αισθητική της πλευρά, ως τέχνη των ήχων που στοχεύει αποκλειστικά στη συγκίνηση και την ψυχαγωγία, αποκομμένη από τα κοινωνικά και τα πολιτικά συμφραζόμενα, στερημένη ως εκ τούτου από τα κρίσιμα εκείνα νοήματα που θα βοηθούσαν στην ουσιαστική κατανόησή της.
Έτσι και για πολλούς καλλιτέχνες της έντεχνης μουσικής, οι ήχοι της παράδοσης ήταν ένα συγκλονιστικό άκουσμα και μια -ομολογημένη ή ανομολόγητη- ερεθιστική πηγή έμπνευσης Σπάνια, όμως, οι θαυμαστές της αινιγματικής αυτής μουσικής γνώριζαν τις περιπέτειες του κάθε τραγουδιού ή μουσικού κομματιού, την ιστορία του, τις χρήσεις και καταχρήσεις του στο στενό χώρο στον οποίο δημιουργήθηκε, αναδημιουργήθηκε, πολέμησε, καταγράφτηκε, εκδόθηκε, μέχρι να φτάσει στ’ αυτιά τους. Εξίσου δεν υποψιάστηκαν πόσες μουσικές που υπήρχαν παραδίπλα δεν έφτασαν ποτέ στ’ αυτιά τους –και γιατί;
Ελεγε πρόσφατα σε μια συνέντευξη του ο Σωκράτης Μάλαμας: «Ακούω μουσική από τη Δυτική Ινδία. Πιο ισχυρή μουσική δεν γίνεται. Σε βάζει σε ένα εσωτερικό ενθουσιασμό.» Αυτό ακριβώς «ενθουσιασμένος, ένθεος» δηλαδή. Η ακρόαση και μόνο της μουσικής -κι αυτό το γνωρίζουμε καλά- σε οδηγεί συχνά σ’ ένα αισθησιακό μετεωρισμό, όπως εκείνους τους ασκητές, τους «δια θεόν σαλούς». Κι όπως εκείνους τους υπνώτιζε και τους ρουφούσε η απεραντοσύνη της ερήμου -«την ακούγανε» δηλαδή και τους «έστελνε»-, έτσι και τους ακροατές τέτοιων πανίσχυρων παλαιών μουσικών τούς κατακλύζει η γοητεία του ανοίκειου ακούσματος, ώστε να αδιαφορούν για την κοινωνική υπόσταση και τις ρίζες του λαϊκού καλλιτεχνικού έργου -αυτές τις «αποθήκες καυσίμων του κόσμου» για εμας τους σημερινούς φτωχούς.
Για τη Δυτική Ινδία, δικαιούμαστε ίσως να αγνοούμε πολλά, αλλά για το δίπλα μας; Τι ξέρουμε γι’ αυτόν τον «πόλεμο χωρίς σφαίρες», όπως πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου χαρακτηρίστηκαν οι γλώσσες και οι μουσικές. Ας πάμε ένα μικρό ταξίδι, μια μικρή ιστορική αναδρομή. Θα στηριχτώ εδώ πολύ στην τολμηρή και πρωτοπόρα μελέτη των φίλων και συνοδοιπόρων μου Γιώργου Μαυρομμάτη και Λεωνίδα Εμπειρίκου με τίτλο «Εθνοτική ταυτότητα και παραδοσιακή μουσική στους μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης» που δημοσιεύτηκε το 2000.

Μια ιστορική αναδρομή

Το μωσαϊκό των εθνοτικών ομάδων που μετά τον αγώνα του ’21 και τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συναποτελέσαν το ελληνικό έθνος-κράτος κατά τη σταδιακή συγκρότηση του με τη συνεχή ενσωμάτωση νέων περιοχών επί 100 χρόνια σχεδόν μετά την ίδρυσή του, ομογενοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό σιγά σιγά, δημιουργώντας αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται ως το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος. Όσες από τις εθνοτικά διαφορετικές αυτές ομάδες έφεραν τον τίτλο Xριστιανοί, με την πάροδο του χρόνου βρήκαν σιγά σιγά χώρο και εαυτό μέσα σε μιά ευρύχωρη νεοελληνική ταυτότητα. Aνάλογη τύχη είχαν τα τραγούδια και οι μουσικές τους: θεωρήθηκαν κομμάτια του σώματος της μεγάλης εθνικής μουσικής -τα ελληνόφωνα εξ αρχής και με άνεση, τα τουρκόφωνα των χριστιανών μικρασιατών προσφύγων πολύ αργότερα και με αρκετή δυσκολία. Ενώ τα αρβανίτικα, τα βλάχικα και πάνω απ’ όλα τα σλαβόφωνα, υπέστησαν τις αυστηρότερες απαγορεύσεις ως προς τη δημόσια εκτέλεση τους, όχι μόνο μέσω του σχολείου και της ιδεολογικής προπαγάνδας αλλά και με πιο βίαιους τρόπους, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, οι άνθρωποι να αναδιπλωθούν και να κρύψουν μέχρι που ξέχασαν σχεδόν την πολύτιμη άυλη κληρονομιά τους, δηλαδή τη γλώσσα και τα τραγούδια τους, φτωχαίνοντας την εθνική μουσική -και τη γνώση μας, πλην ελαχίστων που έψαξαν το πράγμα. Μόνο κατά την τελευταία δεκαετία άρχισαν δειλά να εμφανίζονται στη δισκογραφία και ν’ ακούγονται σε κάποιες εθνοτοπικές επετειακές δικές τους γιορτές τραγούδια στις γλώσσες αυτές, και πάντα με ιδιωτική πρωτοβουλία ατόμων ή συλλόγων.
Ανάλογο τοπίο με τους αλλόθρησκους. Oι Eβραίοι ως γνωστό εξαφανίστηκαν και οι ερευνητές ψάχνουν μουσικές από τους επιζήσαντες στα γηροκομία της Κωσταντινούπολης και του Ισραήλ, οι μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής της Ηπειροθεσσαλίας εκδιώχθηκαν ή εξαφανίστηκαν, ενώ οι μουσουλμάνοι μειονοτικοί της Θράκης, εξαιρέθηκαν από την ομογενοποιητική διαδικασία, μη θεωρούμενοι μέχρι τη δεκαετία του ’90 κομμάτι του ελληνικού έθνους. Ως εκ τούτου, οι μουσικές τους, μη θεωρούμενες επίσης κομμάτι του ευρύτερου εθνικού μουσικού σώματος, δεν διώχθηκαν μεν, όπως συνέβη με τις μουσικές των άλλων, «εθνικά ύποπτων» ελλήνων πολιτών, που αναφέραμε, αλλά αγνοήθηκαν παντελώς, παραμένοντας άγνωστες, για να ακούγονται μόνο απ’ τα δικά τους αυτιά. Αναφέρω ότι στη συγκεκριμένη περιοχή, τη Θράκη, κατά τα τελευταία χρόνια επιδεικνύεται από ημιεπίσημους -αλλά αναρμόδιους- φορείς έντονο ενδιαφέρον για ανάδειξη της μουσικής των Πομάκων, έργο αξιέπαινο αλλά ενίοτε υπόπτων προθέσεων.
Οι Ρομ τώρα, αόρατοι παντελώς ως πολίτες, διασώθηκαν σε ένα περίεργο καθεστώς λόγω της εξωτικής «τουρκογυφτολαγνείας» των πνευματικά ανώτερων Ελλήνων. Βασικοί συντελεστές σε εθιμικά δρώμενα και πανηγύρια, παίζουν και διαδίδουν μουσικές όλων των ομάδων, αλλά κανείς δεν ξέρει τίποτε για τις δικές τους, ούτε καν αν υπάρχουν.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν με τους «διαφορετικούς», οι μουσικές των καθαρόαιμων Ελλήνων-χριστιανών δεινοπαθούσαν με έναν άλλο τρόπο. Έχοντας, (υπό την καθοδήγηση των εκπροσώπων της εθνικής λαογραφίας) αναλάβει το ρόλο στήριξης της ελληνικότητας -δηλαδή της απευθείας σύνδεσης με την αρχαιότητα και διαγραφής των ενδιάμεσων αιώνων- και απόδειξης μιας αδιατάρακτης συνέχειας που περιλάμβανε και το παρόν, έπρεπε να αποβάλουν ό,τι θύμιζε το επικίνδυνο παρελθόν άλλα και ό,τι αποκάλυπτε οχληρές κοινωνικές πραγματικότητες. Οι μουσικές λειάνθηκαν, οι ήχοι εξευγενίστηκαν, οι τοπικότητες εξωτικοποιήθηκαν ή ισοπεδώθηκαν, οι φωνές έχασαν τον ιδιωματισμό τους κρατώντας μόνο το κατιτίς, τα τραγούδια ταξινομήθηκαν σε βαρύγδουπες ακαδημαϊκές κατηγορίες και από μέσο αφήγησης της ιστορίας και διαχείρισης της μνήμης και της ταυτότητας για τα μέλη της κάθε κοινότητας που τα δημιουργούσε, έγιναν ευχάριστα και εύπεπτα ακούσματα για τα αυτιά των νεο-αστών που ήθελαν να ξεχάσουν όσα θύμιζαν το χωριό τους ή μάλλον να τα ξανα-ανακαλύψουν σαν τους ξενιτεμένους, εξωραϊσμένα, νοσταλγικά, αποκομμένα απ’ την ιστορία και τη δύσπεπτη κοινωνική πραγματικότητα.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, καλοπροαίρετοι καλλιτέχνες και λοιποί διανοούμενοι συζητούσαν επί δεκαετίες για την περίφημη «ελληνικότητα» στην τέχνη. Ωραίοι καιροί. Σήμερα θερμοκέφαλοι χρυσαυγίτες σπάνε κεφάλια με το ίδιο επιχείρημα.

Τι είδους ελληνισμό θέλουμε;


Γιατί λοιπόν να με ανησυχήσει εμένα η κρίση; Μια κρίση, πρώτα απ’ όλα κλονίζει βεβαιότητες, άρα κλονίζει φανατισμούς και αμαθείς προσηλώσεις σε φαντασιακές ηγεμονικές υποστάσεις και άλλα τέτοια κατασκευάσματα. Ευτυχώς μαζί με το οικονομικό μπήκε στη ζωή μας και το κοινωνικό και το πολιτικό. Για να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε μια τόσο βαθιά μεταβατική ιστορική φάση, είμαστε υποχρεωμένοι να ανατρέξουμε, να εμβαθύνουμε, να αναθεωρήσουμε όλα όσα εμποδίσαμε εν ονόματι μιας στρεβλής εξέλιξης, που οδήγησε εδώ που οδήγησε και που ίσως έκρυβαν πολύτιμα μυστικά ζωής και πολιτιστικής δημιουργίας.
Όταν έχω δει τη διαστρέβλωση και τη φίμωση της μουσικής και τις λεηλασίες που έχουν διαπραχθεί στο όνομα μιας κάλπικης ελληνικότητας, την οποία κι αυτήν ακόμη παράλληλα κακοποιούσαμε, η κρίση μόνο ελπίδες μπορεί να μου δώσει. Μόνο σαν πέσουνε τα στεγανά, μπορεί να πάρει η αναζήτηση και η γνώση νέες κατευθύνσεις, αναδεικνύοντας ένα πανόραμα πολλαπλών αποχρώσεων που μόνο πλουσιότερους θα μας κάνει και ικανούς να κατανοήσουμε ένα κακοπαθημένο παρελθόν σε συνάρτηση με το δικό μας πολιτικό και αισθητικό παρόν και τα αμείλικτα αιτήματά του.
Το φλέγον θέμα είναι να υπερβούμε ως λαός την αμφιθυμία μας απέναντι στην ιστορία και την ταυτότητά μας και ν’ αποφασίσουμε τι είδους ελληνισμό θα θέλαμε σήμερα. «Τίποτε δεν είναι πιο νεωτερικό απ’ τον ελληνικό πολιτισμό, γιατί τίποτε δεν είναι πιο αρχαίο», έγραψε κάποτε ένας νεοελληνιστής καθηγητής αμερικάνικου πανεπιστημίου. Φτάνει να γίνεται σωστά η αναμέτρηση του νεότερου και νεωτερικού με το πρότυπο που το εμπνέει και ταυτόχρονα το ακυρώνει.
Ίσως έτσι, υπερβαίνοντας την προβληματική και φαντασιωτική σχέση μας με την Ελληνικότητα, αξιοποιήσουμε το πλεονέκτημα που έχουμε ως πολλαπλά παθόντες, και μπορέσουμε να συμμετάσχουμε στην πλατιά παγκόσμια συζήτηση για τον πόλεμο των πολιτισμών και την κρίση, με καινούργιες και βιωματικές ιδέες και προτάσεις. Μια τέτοια πρόταση θα ήταν η σύνθετη και αναθεωρητική για τα μέχρι τώρα περί Ελλάδος ισχύοντα αντίληψη, που θα πρόβαλε τον ελληνισμό ως ρευστή, εύπλαστη, ανοιχτή πολιτιστική κοινότητα -έτσι όπως άλλωστε υπήρξε στην ακμή του, αλλά εμάς στην παρακμή του δεν μας συνέφερε να το δούμε. Ένα πολυφωνικό πεδίο σκέψης και δράσης, που δεν καθορίζεται μόνο από προαιώνια χαρακτηριστικά αλλά ανταποκρίνεται σε σημερινά προβλήματα. Νομίζω ότι μια τέτοια έννοια ελληνικότητας πρέπει να οικοδομηθεί, η αντίληψη ενός ελληνισμού πολλαπλού και υπερεθνικού που θα λειτουργήσει σαν πρόκληση στη διεθνή κοινότητα, βοηθώντας όχι μόνο στο ξεπέρασμα της κρίσης αλλά συμβάλλοντας δυναμικά και στην ανάπλαση του μέλλοντος.

«Το λάιφστάιλ είναι μαγικό, από μηδενικό σε κάνει νούμερο»
Σύνθημα στα Εξάρχεια

Του
Θωμά Τσαλαπάτη


Το λάιφτσταϊλ πέθανε. Άρθρα σε εφημερίδες, αναλύσεις, αφιερώματα σε τηλεοπτικές εκπομπές, περιγράφουν το θάνατο του φαινομένου, συνδέοντάς το με το γενικευμένο τέλος εποχής που έφερε η κρίση. Προφυλακισμένοι μόδιστροι και άνεργα μοντέλα, άδεια γκουρμέ εστιατόρια και μισοτελειωμένα σφηνάκια, κλειστά περιοδικά και απολογίες πρώην Κωστόπουλων βουτηγμένες στην τεστοστερόνη, μαρτυρούν το γεγονός απερίφραστα, το κατεστραμμένο σαλόνι μετά το τέλος του ξέφρενου πάρτι. Μήπως όμως βιαζόμαστε να θάψουμε ένα ζωντανό πτώμα, ακριβώς λόγω της κακοσμίας του;

Η ζωή είναι μικρή για νά ’ναι θλιβερή μωρό μου

Η φράση - μανιφέστο από το εξώφυλλο του Κλικ συμπυκνώνει και περιγράφει τον πυρήνα του λάιφτσταϊλ. Η ίδια η λέξη δεν μας αφηγείται απλά τον «τρόπο ζωής», όπως προκύπτει από την κατά λέξη μετάφρασή της. Αντίθετα περιγράφει την ταύτιση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής με την ίδια τη ζωή, την ταύτιση του life με το style. Ρυθμίζοντας, λοιπόν, το δεύτερο συνθετικό, ο εκάστοτε ρυθμιστής αποκτά ισχύ απέναντι και στο πρώτο.
Το λάιφσταϊλ υπήρξε γέννημα της δεκαετίας του ’80. Στηριγμένο στον αέρα της θολής αλλά ταυτόχρονα πυκνής Αλλαγής καθώς επίσης και στις υποσχέσεις για μια γενικευμένη ευδαιμονία, έφτασε στο απόγειο του τα χρόνια της ισχυρής Ελλάδας και της Ολυμπιακής φούσκας. Το φαινόμενο κατάφερε να εξαπλωθεί και να κυριαρχήσει απαντώντας σε μια πραγματική ανάγκη της εποχής, την ανάγκη της λήθης. Η εφταετία υπήρξε απλά η τελευταία σκηνή σε μια σειρά εθνικών πληγών από τις αρχές του αιώνα. Η υπερπολιτικοποίηση των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης (άρα και η ανάγκη για ιστορική υπενθύμιση), θα παραχωρήσει τη θέση της στην απολιτίκ λήθη. Το να ξεχνάς σημαίνει να ζεις και το να ζεις σημαίνει να ζεις σε έναν αυστηρό ενεστώτα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως το λάιφτσταϊλ υπήρξε αισθητική έκφραση του απενοχοποιημένου κυνισμού της δεκαετίας του ’80.

Λιπαντικό στη μηχανή του καταναλωτισμού

Αν και τα διάφορα έντυπα (με την τάση να γιγαντώνεται από το χωρίς όρους ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης) προέβαλλαν την απολιτίκ στάση ζωής, σχεδόν ως υποχρέωση του νέου μοντέλου ανθρώπου, ο ρόλος τους υπήρξε κατεξοχήν πολιτικός. Η κατασκευή προτύπων και καθημερινών χειρονομιών, αποτέλεσε απαραίτητο λιπαντικό και καταλύτη στη μηχανή του καταναλωτισμού και στον κόσμο του πλαστικού χρήματος. Ανδρικά και γυναικεία πρότυπα χρησιμοποιήθηκαν ως κανόνες ζωής. Ο άντρας μετεωριζόμενος ανάμεσα στη βαλκανικότητα του φύλου του και το Μανχάταν της επιτυχίας του, η γυναίκα ως απελευθερωμένη Μαντόνα της ποπ και ταυτόχρονα πουριτανή και υποταγμένη Μαντόνα της εκκλησίας.
Τα πρότυπα του ατομισμού, της ανόδου και του απόλυτου υλισμού, η εμμονή με το σεξ (σε μια όλο και αυξανόμενη σεξιστική ανάγνωση, αποθεωμένη κατά τη δεκαετία του ‘90 με την «κουλτούρα του στριπτίζ») απευθύνονταν πάντα σε έναν (ανύπαρκτο) μέσο αναγνώστη. Τα αισθητικά πρότυπα, σώματα φτιαγμένα από γλύπτες γυμναστηρίου και δίαιτας, πρόσωπα ζωγραφισμένα από μια φότοσοπ παραμόρφωση, υπήρξαν αντίστοιχα με τις υποσχέσεις κοινωνικής ανόδου, δηλαδή αδύνατον να τα κατακτήσεις. Ακριβώς γιατί ποτέ δεν υπήρξαν. Σε αυτή την αγχώδη πρόσθεση χωρίς πραγματικό σημείο τερματισμού, το αποτέλεσμα έβγαινε πάντα αρνητικό. Και είναι αυτή η πρόσθεση που περιέγραψε τη σημειολογία των πρόσφατα περασμένων χρόνων, των στιγμών που τώρα πολλοί κοιτούν μελαγχολικά: μπουζούκια και μίζες, διακοποδάνεια και εορτοδάνεια, γυμναστήρια και κομμωτήρια διαμόρφωναν τον περίγυρο ενός ανθρώπου απόλυτα υποχρεωμένου στη νίκη.

Η βαριά ελαφρότητα

Τελικά η ίδια η πολιτική ηττήθηκε από το λάιφσταϊλ, ακριβώς μέσω της ενσωμάτωσης της σε αυτό. Πολιτικοί παραχωρούσαν συνεντεύξεις στα ιλουστρασιόν έντυπα, απαντώντας σε καθημερινές «καυτές» ερωτήσεις γύρω από τα ναρκωτικά, την ομοφυλοφιλία, τους νέους, τη διασκέδαση κ.τ.λ. Ο Γιώργος Παπανδρέου παραχωρούσε νεανικές συνεντεύξεις στο Κλικ, ο Σημίτης επέλεξε να δώσει την τελευταία προεκλογική του συνέντευξη λίγο πριν το 2000 στο Nitro. Η παρουσία του Πέτρου Κωστόπουλου σε προεκλογικά και μετεκλογικά πάνελ δεν περιέγραφε μόνο το πόσο σημαντικός ρυθμιστής της ζωής είχε καταλήξει να είναι το λάιφσταϊλ, αλλά ταυτόχρονα το πόσο βαριά κατέληξε να είναι η ελαφρότητά μας.
Για πολλούς ανθρώπους, η κρίση ήρθε ως μια απότομη βουτιά στο πραγματικό. Το λάιφσταϊλ, ακριβώς σαν όλες τις τάσεις που κατασκεύασε και διέγραψε σε μία νύχτα, περνά εκτός μόδας, τσαλακωμένο και πεταμένο χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρόλα αυτά δεν θα πεθάνει. Ακριβώς γιατί ξεχνούμε μια βασική παράμετρο στην εξίσωση που το δημιούργησε: τους αναγνώστες, τους υποστηρικτές και τους μιμητές που τείνουμε να παρουσιάζουμε ως θύματα σε μια μηχανή προπαγάνδας. Το λάιφσταϊλ θα εξαφανιστεί μαζί με τόσες αρρώστιες του παλαιού κόσμου, όταν ξεριζωθούν οι ανάγκες που το δημιούργησαν. Προς το παρόν θα επιβιώνει λιγότερο εξωστρεφές, λιγότερο προκλητικά φανταχτερό, μεταμορφωμένο σε έναν ανέξοδο Freepress εναλλακτισμό, αναζητώντας νέα σημεία και νέες εκφράσεις. Και όσο υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν πως η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, πάντα θα υπάρχουν και κάποιοι άλλοι να τους απαντούν πως «η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι».

http://tsalapatis.blogspot.com/

Ριζοσπαστική κριτική της τυραννίας του αυτονόητου

 

Τα «Ενθέματα» της Αυγής και το RedNotebook οργανώνουν εκδήλωση με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του καινούργιου βιβλίου του Νικόλα Σεβαστάκη «Η τυραννία του αυτονόητου. Σχόλια για τον ψυχισμό της εποχής», με το οποίο και εγκαινιάζονται οι εκδόσεις των «Ενθεμάτων».
Στο πρώτο μέρος θα μιλήσει ο Νικόλας Σεβαστάκης, με θέμα «Η αντίθεση και η απόχρωση. Για την κοινωνική κριτική σε χαλεπούς καιρούς».
Στο δεύτερο μέρος θα μιλήσουν για το βιβλίο ο Αριστείδης Μπαλτάς (ΕΜΠ), o Nίκος Ξυδάκης (δημοσιογράφος, «Η Καθημερινή»), ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος (αρχισυντάκτης RedNotebook) και ο Σπύρος Παπαδόπουλος (μπλογκ «το βυτίο»). Θα χαιρετίσει ο διευθυντής της «Αυγής», Νίκος Φίλης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται στην ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20), τη Μεγάλη Δευτέρα 9 Απριλίου στις 7.30 μ.μ. Μια πρώτη γεύση για το τι θα συναντήσει ο αναγνώστης της έκδοσης αυτής ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, αποτελεί το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα που δημοσιεύουμε.

 

Του
Νικόλα Σεβαστάκη


Εδώ και καιρό, η λεγόμενη μνημονιακή λογική τείνει να μετατραπεί σε ηθική προσταγή και θεραπευτικό πρωτόκολλο για μια άρρωστη χώρα, για μια χώρα «υπό ανακατασκευή». Στο όνομα του Ορθού Λόγου, της εθνικής Σωτηρίας ή της μάχης με τον «κακό εαυτό» των Ελλήνων. Η πολυδαίδαλη κρίση, από την πρώτη στιγμή, έγινε πεδίο όπου αντιπαρατίθενται διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων κοινόχρηστων λέξεων. Και στη δημόσια σκηνή πληθαίνουν οι πρόχειρες ψυχολογίες του πλήθους, οι ηθικοί ξορκισμοί και οι νεκρολογίες της (αιώνιας) μεταπολίτευσης. Η πρωτοφανής πυκνότητα των πολιτικών γεγονότων και η δραματοποίηση της ελληνικής δημόσιας σκηνής δεν μπορούν, ωστόσο, να κρύψουν τα δυο κεντρικά αποτελέσματα που είχε η υπάρχουσα διακυβέρνηση της κρίσης: υπονόμευση ακόμα και των τυπικών λειτουργιών μιας συνταγματικής δημοκρατίας και εκτόξευση της κοινωνικής οδύνης πολύ πέρα από τις λεγόμενες «ευπαθείς κατηγορίες» του πληθυσμού.
Τα κείμενα που παρουσιάζονται στον τόμο Η τυραννία του αυτονόητου. Σχόλια για τον ψυχισμό της εποχής, συναντούν πλευρές αυτής της συνθήκης και των τραυματικών της επεισοδίων. Δεν έχουν φυσικά την αξίωση μιας περιεκτικής εξήγησης της κρίσης, αφού επικεντρώνονται στο παιχνίδι των ιδεών και στις μεταμορφώσεις του κυρίαρχου λόγου. Ελέγχουν τις απόπειρες να μετατραπεί η κρίση σε ευκαιρία για λιγότερη δημοκρατία και μεγαλύτερη ένταση της οικονομικής βίας, που καθιστά περισσότερο ευάλωτες τις ζωές των πολλών. Συγχρόνως, είναι κείμενα που αναζητούν περάσματα για μια ριζοσπαστική πολιτική του πνεύματος, για την παρέμβαση στο πεδίο των αξιών και των σχεδίων ζωής για το αύριο.

Νεύματα κατάφασης και ελπίδας

 Αφετηρία τους είναι μια προσωπική εμπλοκή στις δημόσιες αγωνίες και σε μια κοινότητα ευαισθησιών. Πιστεύω ότι αυτή η κοινότητα ευαισθησιών διαμορφώνεται, με δυσκολίες, μέσα από διαφορετικά οδοιπορικά, από διαφορετικές γενιές και με ποικίλες διανοητικές εμπειρίες. Συγκροτείται, ωστόσο, ως διαφωνία με τις ιδέες και τις πρακτικές των κυρίαρχων δυνάμεων, με τις υποθήκες μιας εθνικοφιλελεύθερης Δεξιάς ή μιας νεοφιλελεύθερης Κεντροαριστεράς. Αρθρώνεται ως διαφωνία, εντέλει, με τα ηθικολογικά και τα τεχνοκρατικά «σχέδια αναμόρφωσης» των υποκειμένων, σχέδια που επιδιώκουν την εξάλειψη κάθε εναλλακτικού δρόμου.
Πέρα, ωστόσο, από μια πολιτική ηθική της διαφωνίας, οι σκέψεις που κατατίθενται εδώ αναζητούν νεύματα κατάφασης και ελπίδας. Αναρωτιούνται επίσης για τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να έχει μια σύγχρονη αριστερή υπόσχεση.
Ξεκινούν από την ιδέα ότι κάθε ριζοσπαστική κριτική στο καθεστώς του «αυτονόητου» χρειάζεται να δοκιμάζει τις υποθέσεις της, να αναγνωρίζει ευθαρσώς τα κενά και τις αποτυχίες της, να λογαριάζεται με τη μελαγχολία δίχως την αυταπάτη της αυτάρκειας, της θεωρητικής και πολιτικής αλαζονείας. Η «αγία καθαρολογία», ο πειρασμός δηλαδή της υποτίμησης των πρακτικών εμπειριών, των υπαρξιακών και πολιτιστικών βιωμάτων του άλλου, είναι ο μεγάλος εσωτερικός αντίπαλος κάθε κριτικής ριζοσπαστικής σκέψης. Και συχνά, στις περιστάσεις της πολεμικής στο πεδίο των ιδεών, οι αποχρώσεις θυσιάζονται για να αναδειχτούν οι αντιθέσεις, τα μέτωπα, οι σαφείς γραμμές μιας αντιπαράθεσης.

Γονιμοποιός συνάντηση

Με όλους αυτούς τους κινδύνους πορεύεται η δημόσια παρουσία της γραφής, της διατύπωσης γνώμης, στους καιρούς της κρίσης. Επειδή ακριβώς σε τέτοιες περιστάσεις η γραφή δυσκολεύεται να πάρει τις αποστάσεις της, να σεβαστεί τα πρωτόκολλα των καλών τρόπων και των φιλοφρονήσεων. Από τα προεόρτια της κρίσης (2007) ως τη σημερινή προσδοκία για τη συγκρότηση ενός αντίπαλου δέους, ο «ψυχισμός της εποχής» συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση και αίνιγμα, διανοητική και πολιτική δοκιμασία για όλους μας.
Η φιλοδοξία του συγγραφέα είναι κι εδώ η ίδια: μια γονιμοποιός συνάντηση με τα ερωτήματα, τις ανησυχίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του άλλου. Αν η συνάντηση πετύχει, τόσο το καλύτερο. Σε αυτή την περίπτωση, ο συγγραφέας έχει το δικαίωμα να αισθανθεί ότι άξιζε τον κόπο…

***
Αυτό το βιβλίο οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην επιμονή και παρότρυνση του Στρατή Μπουρνάζου, που ως ψυχή των «Ενθεμάτων» της κυριακάτικης Αυγής είναι κάτι παραπάνω από ένας συχνός συνομιλητής: ένας αληθινός φίλος. Στα «Ενθέματα» του αξέχαστου Άγγελου δοκιμάστηκαν άλλωστε, πριν από χρόνια, οι απαρχές μιας συνεργασίας, άλλοτε αραιής και άλλοτε πιο τακτικής, που στηριζόταν και στηρίζεται πάντα στην κοινότητα ευαισθησιών και στην αγάπη για την περιπέτεια των ιδεών. Αυτονόητες είναι, λοιπόν, οι θερμές μου ευχαριστίες στη συντακτική ομάδα των «Ενθεμάτων», καθώς και σε όλη την Αυγή και τους ανθρώπους της.
Στον ίδιο χώρο της στενής συνομιλίας και της βαθύτερης αμοιβαιότητας ανήκει και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, η «επαφή μου» με το RedΝotebook και με μια νεότερη γενιά του ριζοσπαστικού δημόσιου λόγου και της αριστερής κριτικής. Τον ευχαριστώ για όλα, και περιμένω πάντοτε το επόμενο βήμα.
Πολλά από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στην Ελευθεροτυπία του Σαββάτου, όπου συνεργάστηκα για δυο χρόνια. Ευχαριστώ τους ανθρώπους της εφημερίδας για αυτήν τη συνεργασία, που τερματίστηκε με τις γνωστές περιπέτειες, οι οποίες οδήγησαν στη διακοπή κυκλοφορίας. Ελπίζω η αγωνιστική επιμονή των εργαζομένων της εφημερίδας να έχει ευτυχή κατάληξη, παρά τα εμπόδια.
Ευχαριστώ ιδιαίτερα την Εποχή και τους ανθρώπους της, φιλόξενη στέγη ενός κοινού προβληματισμού για τις ιδέες και τον πολιτισμό της χειραφέτησης.
Σε κάθε νέο βιβλίο, η σκέψη μου επιστρέφει πάντα στους οικείους των οικείων: στους υπέροχους γονείς που η βιβλιοθήκη και οι αφηγήσεις τους υπήρξαν η πρώτη μου εμπειρία αληθινής ελευθερίας, στους αγαπημένους μου αδελφούς Βαγγέλη και Δημήτρη. Και, βέβαια, στη γυναίκα μου Βίκυ και στην κόρη μου Αλεξία που αποτελούν το ουσιαστικό κέντρο της ζωής μου.



Το νέο βιβλίο της ιταλίδας επαναστάτριας και φεμινίστριας

 

Πέρασα πάνω από μισό αιώνα τρέχοντας, σκοντάφτοντας, ξαναρχίζοντας το τρέξιμο με μερικές μελανιές παραπάνω...
Η «Εποχή» έχει δημοσιεύσει τόσο πολλά άρθρα της Ροσάνα Ροσάντα, που δεν χρειάζεται καμιά σύσταση στον αναγνώστη της. Αυτή η σοφή, μαχητική και σεβαστή συντρόφισσα μας στήριξε με το στοχασμό και τα επιχειρήματά της στους δύσκολους καιρούς.
Τι είναι ακριβώς αυτό το βιβλίο; Η ίδια στο προλογικό της σημείωμα θα μας προειδοποιήσει ότι «όσα είναι εδώ γραμμένα, δεν αποτελούν βιβλίο ιστορίας. Είναι όσα εποικίζουν τη μνήμη μου, όταν αντιλαμβάνομαι το βλέμμα αυτών που με περιβάλλουν γεμάτο αμφιβολίες και ερωτηματικά». Η  ίδια, πάλι, θα διατυπώσει -θυμίζοντάς μας το παπαδιαμαντικό «τι προσήλθες, αδελφέ;»- αυτά τα δύσκολα έως και επώδυνα ερωτηματικά που διαβλέπει σε αυτά  βλέμματα. «Γιατί υπήρξες κομμουνίστρια; Γιατί λες ότι είσαι ακόμη; Τι εννοείς; Χωρίς κόμμα, χωρίς καθήκοντα, πλάι σε μια εφημερίδα που δεν είναι πια δική σου; Μήπως αρπάζεσαι από μια αυταπάτη, από πείσμα; Μήπως επειδή είσαι απολίθωμα;».
Η Ροσάνα Ροσάντα είναι πλήρως ενήμερη για όλα αυτά όσο κανένας και καμιά. Κυρίως γιατί είναι επώδυνα. Διότι, όπως η ίδια πάλι σημειώνει. «η ιστορία του κομμουνισμού και των κομμουνιστών του 20ού αιώνα είχε τόσο άσχημη κατάληξη, που είναι αδύνατο να μη θέσει κανείς στον εαυτό του αυτό το ερώτημα. Πώς ήταν να είναι κανείς κομμουνιστής στην Ιταλία από το 1943; Κομμουνιστής ως μέλος ενός κόμματος, όχι μόνο σε μια στιγμή εσωτερικής συνείδησης, με την οποία μπορεί κανείς πάντοτε να τα βγάλει πέρα».
Πώς ήταν, λοιπόν, η διαδρομή αυτού του ατίθασου και ταυτόχρονα πειθαρχημένου κοριτσιού; Ο αναγνώστης, ασφαλώς, θα την αναπαραστήσει ο ίδιος διαβάζοντας το βιβλίο. Όμως και η δική της αποτίμηση έχει τη σημασία της. «Πέρασα πάνω από μισό αιώνα τρέχοντας, σκοντάφτοντας, ξαναρχίζοντας το τρέξιμο με μερικές μελανιές παραπάνω», θα μας πει.
Η μετάφραση είναι της «δικιάς μας» Τόνιας Τσίτσοβιτς.