Αρχείο



θέατρο



* Μια συ­ζή­τη­ση με τους νέ­ους η­θο­ποιούς Νι­κόλ Δη­μη­τρα­κο­πού­λου και Λευ­τέ­ρη Κα­τα­χα­νά





Η Ι­ΣΤΟ­ΡΙΑ, ΜΑ­ΚΡΙ­ΝΗ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΕΙΑ

Ένα καρφί μένει σταθερό στον τοίχο ενός διαμερίσματος για δεκαετίες. Μπροστά του περνά η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από τη δικτατορία μέχρι τις μέρες μας. Μια νεαρή γυναίκα και ο βασανιστής της, ένα νεαρό ζευγάρι που μετεωρίζεται από τη φιλία στην οικογένεια, δύο νέοι που κάνουν έρωτα για να ζεσταθούν αυτόφωτοι, σε μια Ελλάδα της κρίσης που κόβει τα καλώδια του ρεύματος. Δύο ηθοποιοί, η Νικόλ Δημητρακοπούλου και ο Λευτέρης Καταχανάς, ενσαρκώνουν έξι πρόσωπα σε τρεις διαφορετικές ιστορίες, στο 1970, στο 1992 και στο κοντινό 2014. Στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, ο Χρήστος Στέργιογλου, δίνει μορφή σε μια πλεξούδα στιγμών και συμβάντων που μας υπενθυμίζει το χθες και μας ρωτά για το αύριο.

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε
ο Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Για­τί ε­πι­λέ­ξα­τε τα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας ως α­φε­τη­ρία των τριών ι­στο­ριών σας;

Λευ­τέ­ρης Κα­τα­χα­νάς: Η πρώ­τη ι­στο­ρία -αυ­τή του 1970- ή­ταν και η ι­στο­ρία με την ο­ποία προέ­κυ­ψε η ι­δέα για το έρ­γο. Έτυ­χε να α­κού­σω έ­να α­φιέ­ρω­μα για την ε­πέ­τειο του πο­λυ­τε­χνείου στο ρα­διό­φω­νο και τό­τε συ­νει­δη­το­ποίη­σα πως γνώ­ρι­ζα λι­γό­τε­ρα α­πό ό­σα ε­πι­θυ­μού­σα για την πε­ρίο­δο αυ­τή. Η ε­πο­χή αυ­τή εί­ναι κα­τά κά­ποιον τρό­πο η ι­στο­ρία των γο­νιών μας, η ο­ποία φαί­νε­ται μα­κρι­νή και ταυ­τό­χρο­να οι­κεία. Μπο­ρεί να νο­μί­ζου­με πως την γνω­ρί­ζου­με, ε­νώ α­γνοού­με αρ­κε­τά πράγ­μα­τα. Εί­δα αρ­κε­τά ντο­κι­μα­ντέρ και ε­ντυ­πω­σιά­στη­κα, κυ­ρίως με αυ­τά που δεν λέ­γο­νταν αλ­λά υ­πο­νοού­νταν α­πό την πλευ­ρά της τό­τε ε­ξου­σία: Τις χει­ρο­νο­μίες, τις εκ­φρά­σεις των προ­σώ­πων, τον το­νι­σμό των λέ­ξεων. Στη συ­νέ­χεια διά­βα­σα τους «Ανθρω­πο­φύ­λα­κες» του Πε­ρι­κλή Κο­ρο­βέ­ση και το «Μπου­μπου­λί­νας 18» της Κίτ­τυς Αρσέ­νη. Η ι­στο­ρία προέ­κυ­ψε α­πό ό­λη αυ­τή την α­να­ζή­τη­ση.
Νι­κόλ Δη­μη­τρα­κο­πού­λου: Για μέ­να τα γε­γο­νό­τα γύ­ρω α­πό το Πο­λυ­τε­χνείο μοιά­ζουν πο­λύ οι­κεία, α­φού ε­πι­σκε­πτό­μουν τις ε­πε­τεια­κές εκ­δη­λώ­σεις στα­θε­ρά ή­δη α­πό τα μα­θη­τι­κά μου χρό­νια. Νοιώ­θω πως με κά­ποιον τρό­πο ό­λη μου η α­ντί­λη­ψη, ό­λη μου η πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση ξε­κι­νά και έ­χει ως α­να­φο­ρά ε­κεί­νη την ε­πο­χή. Με κά­ποιο τρό­πο -ί­σως ταυ­τι­ζό­με­νη με τους γο­νείς μου- ό­ταν παί­ζω στη σκη­νή νοιώ­θω πως υ­πήρ­χα και ε­γώ τό­τε. Βέ­βαια τε­λι­κά, κα­τα­λα­βαί­νεις πως αυ­τό το ο­ποίο νοιώ­θεις οι­κείο ή σχε­δόν βιω­μέ­νο, πα­ρα­μέ­νει στη σφαί­ρα της ι­στο­ρίας α­φού λεί­πουν οι λε­πτο­μέ­ρειες, οι στιγ­μές, η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα.

Αντί­θε­τα με τα χρό­νια αυ­τά, η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μια ε­πο­χή πο­λύ πιο ή­ρε­μη, σχε­δόν ου­δέ­τε­ρη, το 1992.
Λ.Κ.
Η δεύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η ε­πο­χή των παι­δι­κών μας χρό­νων, η δε­κα­ε­τία του 90. Οι ει­κό­νες και οι μνή­μες για πράγ­μα­τα που θεω­ρείς πως δεν έ­χουν αλ­λά­ξει, πως εί­ναι ό­μοια α­κό­μη και τώ­ρα ε­πει­δή τα κου­βα­λάς μέ­σα σου. Βλέ­πο­ντας δελ­τία ει­δή­σεων και φω­το­γρα­φίες α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή σκέ­φτη­κα πως κά­ποιος σή­με­ρα μπο­ρεί να βλέ­πει με την ί­δια α­πό­στα­ση ε­κεί­νη την ε­πο­χή ό­πως ε­γώ την ε­πο­χή που πε­ρι­γρά­ψα­με πριν.
Ν.Δ. Εγώ θεω­ρού­σα πως αυ­τήν την ε­πο­χή δεν χρεια­ζό­ταν κά­ποιος να την μά­θει. Την εί­χα τό­σα έ­ντο­να μέ­σα μου που πί­στευα πως εί­ναι γνω­στή στους πά­ντες. Στο ση­μείο αυ­τό έ­νοιω­σα τον τρό­πο με τον ο­ποίο ο χρό­νος σπρώ­χνει στην ι­στο­ρία κά­τι το ο­ποίο έ­χεις ζή­σει.

Η τε­λευ­ταία σκη­νή δια­δρα­μα­τί­ζε­ται το 2014. Το­πο­θε­τεί­ται, δη­λα­δή, σε έ­να μέλ­λον που σχε­δόν μας αγ­γί­ζει.
Λ.Κ.
Η σκη­νή αυ­τή, αν και ε­ξε­λίσ­σε­ται στο κο­ντι­νό αύ­ριο, α­πευ­θύ­νε­ται ου­σια­στι­κά στο σή­με­ρα. Πέ­ρυ­σι, την πε­ρίο­δο που γρα­φό­ταν το έρ­γο, εί­χα την αί­σθη­ση πως τα πράγ­μα­τα δεν έ­χουν φτά­σει α­κό­μη στο χει­ρό­τε­ρο ση­μείο. Σκε­φτό­μουν πως η κα­τά­στα­ση θα μπο­ρού­σε να πη­γαί­νει ό­λο και πιο ά­σχη­μα και προ­σπα­θού­σα να φα­ντα­στώ πώς θα ζή­σου­με με ό­λα αυ­τά. Και σκε­φτό­μουν πως τε­λι­κά μπο­ρού­με να α­ντι­με­τω­πί­σου­με α­κό­μα και τις χει­ρό­τε­ρες κα­τα­στά­σεις. Αν υ­πάρ­χει κά­ποιος που α­γα­πάς δεν θα πά­ψεις να τον α­γα­πάς ε­πει­δή η χώ­ρα σου χρε­ο­κό­πη­σε. Προ­σπα­θώ α­κό­μα και στα χει­ρό­τε­ρα να βλέ­πω τα πράγ­μα­τα θε­τι­κά. Βέ­βαια αυ­τό που ζού­με σή­με­ρα δεν μου φαί­νε­ται υ­γιές.
Ν.Δ. Όταν ο Λευ­τέ­ρης έ­γρα­φε το έρ­γο και το συ­ζη­τή­σα­με εί­χα μό­λις γυ­ρί­σει α­πό τις σπου­δές μου στην Αγγλία. Γνώ­ρι­ζα φυ­σι­κά με λε­πτο­μέ­ρειες το τι γι­νό­ταν στην Ελλά­δα αλ­λά δεν το βίω­να ως πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Όσο περ­νού­σαν οι μέ­ρες, και α­κό­μα πιο πο­λύ τώ­ρα, νοιώ­θω πως εί­μα­στε ό­λο και πιο κο­ντά στην κα­τά­στα­ση που πε­ρι­γρά­φει η σκη­νή. Ήδη οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν έ­χου­με θέρ­μαν­ση, αύ­ριο μπο­ρεί να μην έ­χου­με και η­λεκ­τρι­κό. Τη στιγ­μή ε­κεί­νη δεν μπο­ρού­σα να το συ­νει­δη­το­ποιή­σω. Πα­λαιό­τε­ρα σκε­φτό­μουν πως θα ή­θε­λα να φύ­γω για έ­να διά­στη­μα στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Πια δεν σκέ­φτο­μαι να φύ­γω. Το να πα­ρα­τή­σω την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μου, το νοιώ­θω σαν μια μορ­φή ήτ­τας.

Ο λό­γος του έρ­γου έ­χει μια πο­λύ έ­ντο­νη προ­φο­ρι­κό­τη­τα. Οι κα­θη­με­ρι­νές φρά­σεις που α­νταλ­λάσ­σε­τε στην πα­ρά­στα­ση μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο να μι­λούν για πράγ­μα­τα που υ­πάρ­χουν σε έ­να φό­ντο που το κοι­νό δεν γνω­ρί­ζει. Οι λέ­ξεις μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο να δη­λώ­νουν και ό­χι να α­φη­γού­νται. Πώς προέ­κυ­ψε αυ­τό το ύ­φος;
Ν.Δ.
Το ύ­φος προέ­κυ­ψε κυ­ρίως α­πό τις πρό­βες και α­πό τις ο­δη­γίες του σκη­νο­θέ­τη μας, του Χρή­στου Στέρ­γιο­γλου. Κό­πη­καν αρ­κε­τά κομ­μά­τια α­πό την ι­στο­ρία, κά­ποια πράγ­μα­τα α­πλά μπή­καν σε πα­ρέν­θε­ση. Στό­χος του σκη­νο­θέ­τη ή­ταν η α­να­πα­ρα­γω­γή ε­νός κα­θη­με­ρι­νού λό­γου, ό­που τα πε­ρισ­σό­τε­ρα δεν τα α­φη­γού­μα­στε α­π’ την αρ­χή, α­πλά τα α­φή­νου­με να υ­πο­νοού­νται. Αυ­τό κά­νει και το λό­γο του έρ­γου να εί­ναι πιο πραγ­μα­τι­κός και λι­γό­τε­ρο θε­α­τρι­κός. Νο­μί­ζω πως η ου­σία αυ­τού του λό­γου έ­χει να κά­νει με αυ­τό που πε­ριέ­γρα­φε ο Τ.Σ. Έλιοτ στην «Οι­κο­γε­νεια­κή γιορ­τή». Δεν μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για τα γε­γο­νό­τα, μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για αυ­τό που συμ­βαί­νει και αυ­τό που συμ­βαί­νει υ­πο­νο­εί­ται σε μια κα­τά­στα­ση, σε μια α­τμό­σφαι­ρα σε έ­να βλέμ­μα.
Λ.Κ. Το κεί­με­νο το ε­πε­ξερ­γα­στή­κα­με ξα­νά και οι τρεις μα­ζί. Ξα­να­γρά­ψα­με ό­λο το έρ­γο μα­ζί ή­δη πριν α­πό τις πρό­βες. Ο λό­γος λει­τουρ­γεί έ­τσι ώ­στε να δη­λω­θεί μια συν­θή­κη με ό­σο γί­νε­ται λι­γό­τε­ρα λό­για. Αυ­τό που έ­χει ση­μα­σία εί­ναι αυ­τό που βρί­σκε­ται α­πό πί­σω. Αν αυ­τό εί­ναι δυ­να­τό, ο θε­α­τής θα το ε­κλά­βει. Και το στοι­χείο αυ­τό γί­νε­ται α­κό­μα πιο ση­μα­ντι­κό ε­πει­δή οι σκη­νές εί­ναι κομ­μα­τια­στές και πλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους, ο­πό­τε και η ε­ξέ­λι­ξη α­πό ει­κό­να σε ει­κό­να υ­πο­νο­εί­ται μα­ζί με ό­σα αρ­χι­κά δεν ξέ­ρου­με για τους ή­ρωες.

Η πρώ­τη ι­στο­ρία, αυ­τή στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας, μοιά­ζει με μια υ­πεν­θύ­μι­ση για την κα­τα­γω­γή της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας. Αν κά­τι τέ­τοιο ι­σχύει, μπο­ρού­με να πού­με πως η τρί­τη ι­στο­ρία -αυ­τή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο κο­ντι­νό 2014- εί­ναι μια ευ­χή για τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων στο μέλ­λο­ν;
Ν.Δ.
Νο­μί­ζω πως στην ι­στο­ρία υ­πάρ­χει ό­ντως μια αι­σιο­δο­ξία ως προς τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων, για­τί ί­σως να μην έ­χου­με κά­ποια άλ­λη α­πτή αι­σιο­δο­ξία. Οι σχέ­σεις προ­φα­νώς ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό την πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα, αλ­λά τα συ­ναι­σθή­μα­τα για τους αν­θρώ­πους που α­γα­πάς δεν αλ­λά­ζουν. Οι σχέ­σεις εί­ναι πιο δυ­να­τές α­πό την οι­κο­νο­μία. Πια, ό­ταν οι άν­θρω­ποι σε ρω­τούν πως εί­σαι και ε­σύ α­πα­ντάς «κα­λά» και το εν­νο­είς, σχε­δόν ξαφ­νιά­ζο­νται.
Λ.Κ. Όταν έ­γρα­φα την τρί­τη ι­στο­ρία αι­σθα­νό­μουν κου­ρα­σμέ­νος α­πό τη μαυ­ρί­λα και την α­παι­σιο­δο­ξία -και κυ­ρίως α­πό τη δι­κή μου α­παι­σιο­δο­ξία. Τε­λι­κά ό­μως άρ­χι­σα να νοιώ­θω πως για αυ­τή τη διά­θε­ση έ­φται­γα μό­νο ε­γώ. Δεν θέ­λω να υ­πο­βι­βά­σω αυ­τά που περ­νά ο κα­θέ­νας, ό­λο αυ­τό το δρά­μα που συμ­βαί­νει γύ­ρω μας, ί­σα-ί­σα. Η τρί­τη ι­στο­ρία ή­ταν μια α­ντί­δρα­ση α­πέ­να­ντι σε ό­λο αυ­τό το γε­νι­κευ­μέ­νο συ­ναί­σθη­μα. Όντως εί­ναι μια ευ­χή ό­χι μό­νο για τους αν­θρώ­πους που βιώ­νουν την κρί­ση και τη συ­γκε­κρι­μέ­νη οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα.

Η πα­ρά­στα­ση «Ένα καρ­φί στον τοί­χο» παί­ζε­ται στο Θέ­α­τρο του Νέ­ου Κό­σμου, κά­θε Δευ­τέ­ρα και Τρί­τη, μέ­χρι τις 23 Απρι­λίου.
«Εδώ η αλήθεια είναι γένους θηλυκού»,
γυναικείοι μονόλογοι

Ιδιόμελο (Ε. Βενιζέλου 17, Μαρούσι,
κοντά στο σταθμό ΗΣΑΠ, τηλ. 210 6817042)


Παρόλο που η μέρα των Γυναικών πέρασε, στο Ιδιόμελο συνεχίζονται οι γυναικείοι μονόλογοι με τον τίτλο «Εδώ η αλήθεια είναι γένους θηλυκού». Τρεις διάσημες ηρωίδες του παγκόσμιου δραματολογίου συναντιούνται με μια αλβανή καθαρίστρια, με τη γυναίκα ενός μετανάστη κάπου στη Μακεδονία και μ’ έναν περιπλανώμενο, κατά παραγγελία ερωτευμένο, αφηγητή, και διεκδικούν με την εξομολόγησή τους λόγο αληθείας, αντιμέτωπες με τον έρωτα, την προδοσία και την Ιστορία.
Παίζουν οι: Μανώλης Γιούργος (που έχει και τη σκηνοθετική επιμέλεια), Λένα Παπαθεοδώρου, Γιάννης Παπαθύμνιος, Εριφίλη Σαββίδου, Μαίρη Σταγάκη, Τένια Τζιμέα. Μαζί τους ο μικρός Χρήστος Γκλέζος.
Παραστάσεις: 16, 17, 22, 23, 29 και 30 του Μάρτη.
Παρασκευές και Σάββατα στις 9μ.μ., Κυριακές στις 8.30μ.μ.

«Στο Λαβύρινθο» του Τάσου Ρούσσου

Θέατρο Άλμα (Ακομινάτου 15-17 και Αγ. Κωνσταντίνου,
τηλ. 6978490601 – 210 4625746)


Η ομάδα «Υστερόγραφο» ανεβάζει, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, το έργο του Τ. Ρούσσου «Στο Λαβύρινθο». «Σε ένα παράξενο μπεκετικό τοπίο δυο άνδρες παλεύουν να βρουν άκρη στα προβλήματα της ανθρώπινης σκέψης. Η γυναίκα παρουσιάζεται μπροστά τους αλλάζοντας συνεχώς μορφές άλλοτε προωθώντας τη συζήτησή τους και άλλοτε οδηγώντας τους σε αδιέξοδα». Σε σκηνοθεσία Γιώργου Γιανναράκου. Παίζουν οι: Σπύρος Ζουπάνος, Θοδωρής Τσουανάτος, Σεραφίνα Σιδέρη.
Παραστάσεις: Σάββατο και Κυριακή στις 9μ.μ. Έως τις 7 Απριλίου.
* Τομ Πόικερτ, «Ο Αρτώ θυμάται τον Χίτλερ και το Καφέ Ρομάν»
(θίασος Ululo, θεατρική σκηνή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων)




Είναι προφανές πως το πολιτικό θέατρο έχει επιστρέψει. Οι καλλιτέχνες όλο και πιο πολύ αφορμώνται από τις πολιτικές καταστάσεις γύρω μας και ζητούν μέσα από παλιότερα ή σύγχρονα κείμενα να μιλήσουν για την εποχή μας και να εξηγήσουν την εποχή μας. Το φαινόμενο του ναζισμού ήταν φυσικό να απασχολήσει το θέατρο. Η ανοδική τάση της Χρυσής Αυγής, η παγίδευση στο λόγο της ανθρώπων από διάφορα κοινωνικά στρώματα, ακόμα και από τα πιο μορφωμένα της ελληνικής κοινωνίας, ο λόγος του μίσους και οι βίαιες πράξεις που προκαλεί, όπως εκφέρεται τόσο από την Χ.Α. όσο και από κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, όταν μάλιστα μιλάμε για μια κοινωνία και μια χώρα που υπέστη τα πάνδεινα 70 χρόνια πριν από το θηριώδη ναζισμό, είναι φυσικό να προκαλεί τους καλλιτέχνες. Πώς γίνεται ένας καλλιτέχνης, ένα μεγάλος καλλιτέχνης, όπως ο Πάουντ, για παράδειγμα να έλκεται από τις φασιστικές ιδέες; Πολύ περισσότερο πώς γίνεται να τις υπηρετεί με το έργο του; Οι καλλιτέχνες που μέχρι τώρα έχουν δηλώσει άμεσα ή έμμεσα υποστήριξη στη Χ.Α. ανήκουν κυρίως στην «εύπεπτη τέχνη». Όμως, όσο η κρίση βαθαίνει, όσο η δημοκρατία αδυνατεί να υπερασπίσει τον εαυτό της, το πολιτικό σύστημα γίνεται κουρέλι και καταρρακώνονται κοινωνικές αξίες χτισμένες με αίμα, το πράγμα θα γίνεται δύσκολο, ενώ η εύκολη λύση θα παραμένει η καταφυγή σε ιδεολογήματα καθαρότητας, μεσιανισμού και βίας.


Η ζωή και το έργο του Αντονέν Αρτώ θα μπορούσε να είναι απλά η παράθεση αυτών των δυο φωτογραφιών. Στην πρώτη, στο ρόλο του καλόγερου Μασέ στην συγκλονιστική «Ιωάννα της Λορένης» του Ντρέγιερ, το 1928. Στη δεύτερη, το 1943, στην ψυχιατρική κλινική Ροντέ. Ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη όχι ο χρόνος αλλά το έρεβος. Σκαμμένο, παραμορφωμένο το πρόσωπο από τα οπιούχα και τη σχιζοφρένεια(;). Οι δαίμονες της ψυχής αποτυπώνονται οδυνηρά στη μορφή. Στο ταξίδι της τυραγνισμένης του ψυχής έχει ένα σύντροφο, πολύ διαφορετικό αλλά στο βάθος πολύ ίδιο, τον Μετρ Φρενχόφερ από το «Άγνωστο Αριστούργημα» του Μπαλζάκ. Και οι δυο, ο καθένας με άλλο τρόπο και για άλλους λόγους, κυνηγούν το απόλυτο -τη λέξη που θα εγκυστώσει το σύμπαν- και οι δυο αναζητούν το νόημα στο στερητικό «α-» των εννοιών. Όπως το διατύπωσε εύστοχα ο Τριστάν Τζαρά «Στο έργο του Αρτώ, απ’ την αρχή ως το τέλος του, υπάρχει ένα πεισματικό συνεχές, αυτό της σωματικής οδύνης που προβάλλεται στη διανοητική ζωή».
Ο Αντονέν Αρτώ υπήρξε μια από τις εμβληματικότερες μορφές όχι μόνο του θεάτρου του 20ου αιώνα αλλά της σύγχρονης τέχνης εν γένει. Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1896, ασχολήθηκε με το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη γραφή. Ενταγμένος στο σουρεαλιστικό κίνημα, οργισμένος με το «αφηγηματικό θέατρο της εποχής του», το οποίο αντιμετώπιζε ως αρρωστημένο μικροαστικό κατασκεύασμα, γοητεύτηκε από πολιτισμούς και κουλτούρες εξωευρωπαϊκές: από το Μεξικό και από τις θεατρικές τεχνικές την Άπω Ανατολής, το τελετουργικό θέατρο της μακρινής Ασίας, που απέχει της ψυχολογίας και των χαρακτήρων και λειτουργεί συμβολικά μέσα από μια ιδιότυπη σωματικότητα, και έλπισε πως από εκεί εκκινώντας θα βρει τον πυρήνα, τη ρίζα και την αποκάλυψη. Δημιούργησε το «Θέατρο της Σκληρότητας»: «Εδώ και 4 αιώνες, δηλαδή από την Αναγέννηση και έπειτα, έχουμε εθιστεί σε ένα θέατρο περιγραφικό και αφηγηματικό , που αφηγείται την ψυχολογία […] Η ψυχολογία, που αρκείται να αναγάγει το άγνωστο στο γνωστό, δηλαδή στο καθημερινό και συνηθισμένο, είναι η αιτία αυτής της πτώσης, αυτής της φοβερής απώλειας ενέργειας, που μου φαίνεται ότι φτάνει στο έσχατο όριό της. Και πιστεύω ότι το θέατρο, αλλά και εμείς, πρέπει να τελειώνουμε με την ψυχολογία». (Το θέατρο και το είδωλό του, μτφρ. δική μου).

«Σας γράφω απόψε, Χίτλερ…»

Τον Αρτώ έχει ως ήρωα ο δραματικός μονόλογος του γερμανού συγγραφέα και σκηνοθέτη Τομ Πόικερτ (Λειψία, 1962). Έγκλειστος στην κλινική Ροντέ, ο Αρτώ συντάσσει μια σύντομη επιστολή προς τον Χίτλερ, στην οποία θεωρεί ότι «το σουρρεαλιστικό ουρλιαχτό» του δικτάτορα είναι η απάντηση στο εμετικό μικροαστικό θέατρο των καιρών του. Από το ήσσονος σημασίας αυτό επεισόδιο αφορμάται ο Πόικερτ για να συντάξει ένα μονόλογο στον οποίο ο Αρτώ θυμάται, στο λευκό δωμάτιο της κλινικής, μια συνάντηση με τον Χίτλερ όπου του εξέθεσε μέσα από τον παραληρηματικό του λόγο την ανάγκη για μια νέα τέχνη αποκαθαρμένη από τα άθλια βαρίδια του παρελθόντος. Αυτό που κυρίως περιφρονεί είναι η ψεύτικη, όπως τη θεωρεί, αντισυμβατικότητα των ομοτέχνων του. Μιλά για «μουμιοποίηση του θεάτρου». Λέξεις όπως θάνατος, μακάβριος, μούμια, σάπιος, έρχονται ξανά και ξανά στο λόγο του. Βλέπει στο Χίτλερ τον απελευθερωτή της τέχνης. Το σώμα του και η κραυγή του δικτάτορα ορίζουν ένα νέο είδος τέχνης που θα πηγάζει από το σώμα και στο σώμα θα γυρνά ως έκρηξη και ανατροπή.
«Ρήξη / ριζοσπαστική ανατροπή/ όπερ σημαίνει γκρέμισμα εκ θεμελίων/ η Ευρώπη ολόκληρη αυλαία τέλος/ στο αστικό τους θέατρο/ όχι σώμα/ Κύριέ μου,/ αλλά εκρήξεις σωματικές/όχι ιδέα/ αλλά εκρήξεις ιδεολογικές/ /όχι φύση/ αλλά εκρήξεις φυσικές /απ’ άκρου εις άκρον στην Ευρώπη/ συμβιβασμούς δεν θα δεχτώ/ κοινοτοπίες και ειωθότα ομοίως δεν θα τ’ ανεχθώ/ και μισαλλοδοξίες δεν θ’ ανεχθώ».
Το θέμα του Πόικερτ σαφώς δεν είναι να καταδείξει το βύθισμα μιας μεγαλοφυΐας στο σκοτεινό κόσμο της τρέλας ούτε βέβαια να παρουσιάσει τις βασικές αρχές του Αρτώ για το θέατρο. Το ερώτημα που βάζει ο Πόικερτ αφορά στο γιατί κάποιοι καλλιτέχνες έλκονται από το ναζισμό. Όπως το λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης «Το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται είναι οι μηχανισμοί παγίδευσης των διανοουμένων στην τερατώδη γοητεία του φασισμού και των ολοκληρωτικών συστημάτων».

Και δεν το απαντά ή δεν το απαντά με τη γενικότητα που του πρέπει, αλλά μένει σε μια προσπάθεια να αποσαφηνίσει τη συγκεκριμένη περίπτωση και μάλιστα ελλιπώς. Άλλωστε στο κείμενο δεν διασαφηνίζεται αν είναι πράγματι ο Αρτώ ή κάποιος τρόφιμος ψυχιατρικής κλινικής που ταυτίζεται μαζί του και με αυτό το μέρος της ιστορίας του.

Τα λευκό

Ο Δημήτρης Καντιώτης έστησε μια παράσταση σε λευκό –το λευκό του ψυχιατρείου, το λευκό της ανυπαρξίας (σκηνικό Ηλίας Λόης που συνέθεσε και τη βιντεοπροβολή, ως μέρος του σκηνικού). Η παράσταση «διάβαζε» το κείμενο χωρίς να επιβάλει ερμηνείες στο θεατή. Δεν έδωσε απαντήσεις εκεί όπου υπήρχαν μόνο ερωτήματα. Παρ’ όλ’ αυτά χρειαζόταν να κάνει μερικά τολμηρά βήματα παραπέρα. Να αντιπαραθέσει στην αποτελεσματική επιλογή του λευκού τη μαύρη σκάλα που οδηγεί στο ασυνείδητο και επηρεάζει την πολιτική επιλογή, όχι ως πολιτική αλλά ως επιλογή.
Τη σκηνοθετική θέση ακολούθησε πιστά η ερμηνεία του Νίκου Παντελίδη, που δεν έπεσε στην παγίδα να πέσει στις ευκολίες των εξάρσεων και των ανεξέλεγκτων κινήσεων και μορφασμών. Παρόλ’ αυτά έχει ακόμα περιθώριο να ψάξει το ρόλο και να βαθύνει ουσιαστικά την ερμηνεία του, που έμενε κάπως στην επιφάνεια. Ο Αρτώ υποφέρει κι αυτό πρέπει να φανεί στη σκηνή. Το επιτυχές εύρημα ήταν η ζωντανή παρουσία της μουσικής –Μότσαρτ και Κλάους Νόμι. Στο τσέλο ο Γιώργος Ταμιωλάκης και στο τραγούδι ο Andre Μaia με λευκά κοστούμια εποχής και αντίστοιχες (μολονότι «πειραγμένες» κομμώσεις). Tαλαντούχος ο νεαρός τσελίστας και μαγικός ο Μaia –που η υπογράφουσα τη στήλη τον παρακολουθεί εδώ και τρία χρόνια με πολύ θαυμασμό, μια εξαιρετική φωνή τενόρου με πλούσια ερμηνευτικά προσόντα και πολύ καλός στα περίφημα fados της πατρίδας του της Πορτογαλίας.Οι δυο τους αναλαμβάνουν να «ντύσουν» μουσικά την παράσταση με άριες που ακούγονται σχηματικά, σχεδόν αστεία, έχοντας στεγνώσει την όπερα από κάθε συναίσθημα, ομορφιά και μουσική σημασία. Μια μεγάλη τέχνη που μπορεί να χάσει την αξία της μένοντας στα στενά πλαίσια μια ταξικής κουλτούρας.


Μαρώ Τριανταφύλλου
Όσκαρ Ουάιλντ,
«Ρήσεις και αντιρρήσεις»

Μια μουσική παράσταση
στο ίδρυμα Κακογιάννη


Σπονδυλωτή παράσταση με λόγο, λυρικό τραγούδι, πιάνο και προβολή, βασισμένη στο πρόσωπο του Όσκαρ Ουάιλντ και τις περίφημες ρήσεις και αντιρρήσεις του. Ο σπουδαίος ιρλανδός συγγραφέας, δημιουργός του «Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι» και του «De Profundis», ποιητής και δοκιμιογράφος, από τα πιο ανοιχτά μυαλά της εποχής του, υπερασπιστής του δικαιώματος των ανθρώπων να επιλέγουν, ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος με πολύ τσουχτερή γλώσσα και εξαιρετικά ετοιμόλογος. Αυτόν τον Όσκαρ Ουάιλντ αποκαλύπτουν στο κοινό, μέσα από τα λόγια και τις σκέψεις του, τους ρόλους που έγραψε για το θέατρο και ένα ευρύ φάσμα μουσικών επιλογών, η ηθοποιός Μάγδα Μαυρογιάννη, που έχει και τη σκηνοθετική επιμέλεια, οι τραγουδίστριες της παράστασης Ειρήνη Καράγιαννη, Μάιρα Μηλολιδάκη, Μίνα Πολυχρόνου, και ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης σε ένα παιχνίδι αλλαγής ρόλων και μεταμορφώσεων.
Παράσταση: Κυριακή 17 Μαρτίου, στις 8.30μ.μ.

Τζορτζ Όργουελ,
«Η φάρμα των ζώων»

Θέατρο Κνωσός (Πατησίων 195 & Κνωσού 11,
τηλ. 210 8677070)


«Κείμενο γραμμένο το 1945 από τον σπουδαίο στοχαστή και συγγραφέα Τζορτζ Όργουελ (1903 – 1945), εξακολουθεί -σήμερα περισσότερο από ποτέ- να διατηρεί την προφητική και διαστροφικά επίκαιρη σημασία του, καθώς καταγγέλλει τη διαφθορά, την εκμετάλλευση, την απληστία, την ανηθικότητα και τα αδιέξοδα της εξουσίας, που παρά το ανθρωπόμορφο πρόσωπό της απαιτεί σιδερένια πειθαρχία, υποταγή, και βέβαια, καλή πίστη και συναίνεση», γράφουν για το έργο οι συντελεστές του.
Σε μετάφραση-απόδοση Ερρίκου Μπελιέ, σκηνοθεσία Νίκου Αρμάου, σκηνικά Απ. Φωκίωνα Βέττα, μουσική Πλ. Ανδριτσάκη και χορογραφίες Αρετής Μώκαλη. Παίζουν οι ηθοποιοί: Αφροδίτη Αντωνάκη, Στέργιος Αποστολίνας, Τάσος Δέδες, Φρόσω Ζαγοραίου, Δανάη Καλαχώρα, Θεμιστοκλής Καρποδίνης, Σταύρος Κώττας, Νίκος Λύτρας, Πασχάλης Μερμηγκάκης, Λάμπρος Τσάγκας.


* Α. Γύρα: «Κάθε στάση μας είναι πολιτική είτε από συνείδηση είτε από έλλειψη αυτής



Από την παράσταση «Το τσίρκο που κοιμήθηκε» σε δημοτικά σχολεία της Αττικής.

Το σωματικό θέατρο και το σύγχρονο χοροθέατρο έχει μια πολύ σύντομη ιστορία στην Ελλάδα, με πρώτο πραγματικά σπουδαίο, παρά την κριτική που έχει δεχτεί για τις ατέλειές του, εγχείρημα τις δελφικές εορτές του 1927 από το ζεύγος Άγγελου Σικελιανού και Εύας Πάλμερ, ενώ έγινε αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής μελέτης και έρευνας μόνο πολύ πρόσφατα από ομάδα φοιτητών και αποφοίτων του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό την καθοδήγηση της νυν ομότιμης καθηγήτριας κυρίας Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ. Ανάμεσα στα πολλά βιογραφικά σημειώματα που περιλαμβάνονται στη σχετική έκδοση-κατάλογο της έκθεσης που προέκυψε από την έρευνα και τη μελέτη του υλικού το έτος 2004, βρίσκουμε και το βιογραφικό της 43χρονης σήμερα Αντιγόνης Γύρα, με τις εξαιρετικές σπουδές της και το σπουδαίο έργο που αποδεικνύει έμπρακτα την αντικομφορμιστική αισθητικά αλλά και ολοκληρωμένη πρότασή της για το χοροθέατρο. Είκοσι σχεδόν χρόνια έπειτα από το ιδρυτικό για τη χορευτική της ομάδα «Κινητήρας» έτος 1994, η ομάδα κρατά τον πειραματικό χαρακτήρα της χωρίς να ξεχνά τους αρχικούς και θεμελιώδεις στόχους της και παρουσιάζει πλήθος δραστηριοτήτων, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουμε δύο ενδιαφέρουσες παραστάσεις.

«Πα­ρα­μο­νή Πρω­το­χρο­νιάς» του Κώ­στα Κα­ρα­φύλ­λη

Το βρα­βευ­μέ­νο αυ­τό έρ­γο του Κώ­στα Κα­ρα­φύλ­λη α­νέ­βη­κε για πρώ­τη φο­ρά σε σκη­νο­θε­σία Αντι­γό­νης Γύ­ρα, στο κα­λαί­σθη­το και φι­λό­ξε­νο Studio του Κι­νη­τή­ρα, στις 25 Ια­νουα­ρίου 2013 και πρό­κει­ται να συ­νε­χι­στεί, έ­πει­τα α­πό πα­ρά­τα­ση, μέ­χρι και τις 10 Μαρ­τίου, με πρω­τα­γω­νι­στές την Έλε­να Τυ­ρέα και το Δη­μή­τρη Αγο­ρά. Η ζω­ντα­νή μου­σι­κή και ο χο­ρός που σχο­λιά­ζουν σαν τα αρ­χαία χο­ρι­κά την ι­διό­τυ­πη και πα­ρά­λο­γη δρά­ση των δύο προ­σώ­πων του έρ­γου, δί­νουν έ­ναν ποιη­τι­κό τό­νο στο ό­λο εγ­χεί­ρη­μα. Πα­ράλ­λη­λα, βλέ­που­με να ξε­δι­πλώ­νε­ται με τρό­πο αι­σθη­τι­κά άρ­τιο κι ε­πι­δέ­ξιο ό­λο το ε­σω­τε­ρι­κό δρά­μα του σύγ­χρο­νου αν­θρώ­που του α­στι­κού χώ­ρου και κό­σμου, η μο­να­ξιά, η φθο­ρά, η α­πέλ­πι­δα προ­σπά­θεια για ε­πι­κοι­νω­νία και για νο­η­μα­το­δό­τη­ση της χω­ρίς νό­η­μα ζωής του. Την ί­δια στιγ­μή που οι πό­λεις εί­ναι πο­λυ­πλη­θείς, ί­σως και υ­περ­πλη­θείς, ο συγ­γρα­φέ­ας, και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση η σκη­νο­θέ­τις και χο­ρο­γρά­φος, ε­πέ­λε­ξε να πα­ρου­σιά­σει στη μι­κρή σκη­νή του Κι­νη­τή­ρα έ­να έρ­γο που α­σχο­λεί­ται με ε­κεί­νους που νιώ­θουν μο­να­ξιά σε αυ­τό το πλή­θος και προ­σπα­θούν να α­να­πτύ­ξουν την πρώ­τη βα­σι­κή ε­πα­φή με το «ε­σύ», μία ε­πα­φή που αν εί­χαν μπο­ρέ­σει να την α­να­πτύ­ξουν υ­γιώς οι άν­θρω­ποι, τό­τε δεν θα ή­μα­στε πλή­θος αλ­λά κοι­νω­νία.
Σκη­νο­θε­σία – κί­νη­ση: Αντι­γό­νη Γύ­ρα, σκη­νι­κό – κο­στού­μια: Τό­νια Αβδε­λο­πού­λου, βο­η­θός σκη­νο­θέ­τη: Γιώρ­γος Νι­κο­λαΐδης, ζω­ντα­νή μου­σι­κή: Χρή­στος Γκί­νος / Αλέ­ξαν­δρος Μι­χα­η­λί­δης. Χο­ρεύει η Αφρο­δί­τη Βερ­βε­νιώ­τη.
Πα­ρα­στά­σεις: Κά­θε Πα­ρα­σκευή, Σάβ­βα­το και Κυ­ρια­κή, στις 9.15μ.μ., στο Στού­ντιο Κι­νη­τή­ρας (Ερεχ­θείου 22, Ακρό­πο­λη, τη­λ: 210.9248 328)

«Το τσίρ­κο που κοι­μή­θη­κε» της Χα­ράς Γιαν­να­κο­πού­λου

Σε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό μή­κος κύ­μα­τος κι­νεί­ται η δια­δρα­στι­κή «ε­κ-πλη­ξη» του Κι­νη­τή­ρα που α­πό το τρέ­χον σχο­λι­κό έ­τος πα­ρου­σιά­ζε­ται, ή μάλ­λον ε­πι­συμ­βαί­νει, σε δη­μο­τι­κά σχο­λεία της Αττι­κής. Εί­ναι μια πρω­το­πο­ρια­κή δρά­ση που στό­χο έ­χει να φέ­ρει τα παι­διά σε ε­πα­φή με την νέα αλ­λά ταυ­τό­χρο­να τό­σο πα­λιά, αρ­χε­τυ­πι­κή, τέ­χνη του σύγ­χρο­νου χο­ρο­θεά­τρου και του σω­μα­τι­κού θεά­τρου, που ό­μως σή­με­ρα δεν συ­νη­θί­ζουν να την πα­ρα­κο­λου­θούν τα παι­διά, ε­νώ εί­ναι τό­σο κο­ντά στα βιώ­μα­τα και στην ε­πι­θυ­μία τους για κί­νη­ση, για παι­χνί­δι, για συμ­με­το­χι­κή δρά­ση. Εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά σπά­νιο μια τό­σο κα­λο­δου­λε­μέ­νη αι­σθη­τι­κά και τε­χνι­κά πα­ρά­στα­ση για παι­διά να ε­νέ­χει κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κά μη­νύ­μα­τα, ε­πί­και­ρα μά­λι­στα, χω­ρίς να κου­ρά­ζει με τον δι­δα­κτι­κό ή προ­πα­γαν­δι­στι­κό της τό­νο, ε­νώ τα παι­διά ψυ­χα­γω­γού­νται και δια­σκε­δά­ζουν ό­πως θα το έ­κα­ναν πραγ­μα­τι­κά σε έ­να τσίρ­κο! Θα ή­ταν πο­λύ εν­δια­φέ­ρον και ω­φέ­λι­μο αν μέ­σα στη σχο­λι­κή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της ρου­τί­νας και του α­ντα­γω­νι­σμού υ­πήρ­χαν πιο πολ­λές ευ­και­ρίες για πνευ­μα­τι­κή α­φύ­πνι­ση, κοι­νω­νι­κό ή α­κό­μη και πο­λι­τι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό, με την ευ­ρεία έν­νοια, α­να­πά­ντε­χες εκ­πλή­ξεις με τρό­πο ευ­χά­ρι­στο, δη­μιουρ­γι­κό και βέ­βαια συλ­λο­γι­κό και ο­μα­δι­κό.
Σύλ­λη­ψη δρά­σης – σκη­νο­θε­σία – χο­ρο­γρα­φία: Αντι­γό­νη Γύ­ρα, σύλ­λη­ψη ι­στο­ρίας – κεί­με­να: Χα­ρά Γιαν­να­κο­πού­λου, ει­κα­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον – κο­στού­μια: Ευ­δο­κία Βε­ρο­πού­λου, πρω­τό­τυ­πη μου­σι­κή: Ορέ­στης Τά­νης, βο­η­θός χο­ρο­γρά­φου: Αφρο­δί­τη Βερ­βε­νιώ­τη, υ­πεύ­θυ­νη πα­ρα­γω­γής: Τό­νια Αβδε­λο­πού­λου. Παίρ­νουν μέ­ρος: Ευ­γε­νία Δε­λια­λή, Βα­σί­λης Ζώης, Φλώ­ρα Κα­λο­μοί­ρη,
Άρτε­μις Λα­μπί­ρη, Ανθή Θε­ο­φι­λί­δου/Ευ­γε­νία Σι­γα­λού, Φά­νης Παυ­λό­που­λος.

***

Ρω­τή­σα­με την Αντι­γό­νη Γύ­ρα για την ε­πι­λο­γή των έρ­γων. Όταν πολ­λοί σκη­νο­θέ­τες τεί­νουν να ε­πι­λέ­γουν έρ­γα με σα­φείς πο­λι­τι­κές α­να­φο­ρές στην ε­πο­χή μας ε­κεί­νη ε­πέ­λε­ξε έ­να έρ­γο που πά­ει κό­ντρα σε αυ­τή την τά­ση, πα­ρό­λο που πα­ράλ­λη­λα και η ί­δια πα­ρου­σιά­ζει σε δη­μο­τι­κά σχο­λεία μια δρά­ση που α­να­φέ­ρε­ται με σα­φή­νεια στην ο­μά­δα, στο «μα­ζί», ό­πως λέει. «Πι­στεύω ό­τι κά­θε θέ­ση μας, α­πό­φα­ση μας ή στά­ση μας εί­ναι πο­λι­τι­κή εί­τε α­πό συ­νεί­δη­ση εί­τε α­πό την έλ­λει­ψη αυ­τής. Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι δεν εί­χα σκε­φτεί πο­τέ ό­τι τα δύο έρ­γα τα ο­ποία δού­λε­ψα φέ­τος έ­χουν τό­σα κοι­νά. Η «Πα­ρα­μο­νή Πρω­το­χρο­νιάς « α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σω­πι­κή μο­να­ξιά και στην α­νά­γκη του αν­θρώ­που να μοι­ρα­στεί αυ­τή τη μο­να­ξιά και να χτί­σει έ­ναν κό­σμο α­πό την αρ­χή. «Το τσίρ­κο που κοι­μή­θη­κε» α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σπά­θεια του... α­ντί­πα­λου δέ­ους να κοι­μί­σει την τσιρ­κο­πο­λι­τεία και στην α­να­συ­γκρό­τη­ση της ο­μά­δας μέ­σα α­πό το σώ­μα προ­κει­μέ­νου να α­ντι­στα­θεί στον ύ­πνο. Άρα, ναι, συν­δέ­ο­νται ι­δε­ο­λο­γι­κά ό­πως ε­ντέ­λει και ό­λες μου οι δου­λειές οι ο­ποίες προ­κύ­πτουν α­πό μια α­κα­τά­παυ­στη α­νά­γκη για κοι­νω­νι­κή ε­γρή­γορ­ση. Αυ­τό δε ση­μαί­νει ό­τι μι­λάω α­πα­ραί­τη­τα για στρα­τευ­μέ­νη τέ­χνη αλ­λά σί­γου­ρα για μια τέ­χνη που έ­χει ε­πί­γνω­ση της ε­πο­χής της.

Σπύ­ρος Πε­τρί­της