Αρχείο



Βιβλίο

«Ο Παπαδιαμάντης του
Ζήσιμου Λορεντζάτου»
Επιμέλεια
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Εκδόσεις Ίκαρος
Νοέμβριος 2011


“Ο Παπαδιαμάντης του Λορεντζάτου” ανέρχεται σε 97 σελίδες. Αντιστρόφως, ο Λορεντζάτος του Παπαδιαμάντη, που σημαίνει ο Λορεντζάτος στο χώρο των μελετητών του Παπαδιαμάντη, ως πρόσωπο αναφοράς, εκτείνεται σε πολλαπλάσιο αριθμό σελίδων. Είναι μεγαλύτερος από τον Λορεντζάτο του Σολωμού ή τον Λορεντζάτο των Πόε, Πάουντ, Ζιντ και Μπλέηκ αθροισμένους. “Ο Παπαδιαμάντης του Λορεντζάτου” γέννησε μέρος μόνο του Λορεντζάτου του Παπαδιαμάντη. Υπάρχει ένα άλλο κομμάτι, μη μετρήσιμο, που προέκυψε από τον λόγο του Λορεντζάτου. Αυτό, από τη φύση του, δεν επιδέχεται καταγραφής. Εικάζεται, πάντως, σημαντικό, δεδομένου ότι στάθηκε η κινητήρια δύναμη για αρκετούς νεότερους. Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός ότι ο Λορεντζάτος του Παπαδιαμάντη είναι ένας μύθος. Μόνο που, όπως όλοι οι μύθοι, είναι κι αυτός ευπρόσβλητος, ιδιαίτερα καθώς βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης από “τον Παπαδιαμάντη του Λορεντζάτου”. Όταν αυτός ο δεύτερος γίνει κτήμα ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, που έχει συνηθίσει να κρίνει τα βιβλία από το ζυγισμένο βάρος τους, ο μύθος του Λορεντζάτου κινδυνεύει να περιπέσει από την εύσημη σημασία της λέξης, που δηλώνει την αίγλη του προσώπου, στην κακόσημη του μυθεύματος.
  Με την πρόσφατη έκδοση, αυτός ο περιβόητος Λορεντζάτος του Παπαδιαμάντη, το αντίπαλον δέος όσων φωτισμένων με την εξ Εσπερίας σοφία επιδίδονται στην παπαδιαμάντεια ανατομία, βρίσκεται σε μια, μερικώς τουλάχιστον, προσβάσιμη μορφή. Οπότε όλοι αυτοί και μαζί τους ένα πλήθος από αμφισβητίες θα σπεύσουν να βάλουν τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων. Πόσω μάλλον, όταν η καταληκτική φράση του κειμένου στο οπισθόφυλλο συνοψίζει: «Στο βιβλίο αυτό έχουν συναχθεί όλα όσα ο Ζ. Λ. είπε για τον δεύτερο μεγάλο “εγκρατευτή” της γλώσσας μας.» (Δάνειο από την καταγραφή του Λορεντζάτου: «Ο Σολωμός ή ο Παπαδιαμάντης – δυο μεγάλοι εγκρατευτές στη γλώσσα μας».) Μεγάλη κουβέντα αυτό το “όλα όσα ο Ζ. Λ. είπε” για τον Παπαδιαμάντη. Όπως και να έχει, ακόμη και παρακάμπτοντάς την, η πρόσφατη περισυναγωγή “του λορεντζατικού Παπαδιαμάντη” μπορεί να αποβεί ζημιογόνος. Αυτοί που είχαν την αγαθή προαίρεση της εκπόνησής της, φαίνεται να μη διείδαν τον κίνδυνο. Ειδάλλως δεν θα υποβίβαζαν το έργο στην τρέχουσα τακτική που ακολουθείται για την κατάρτιση βιβλίων με σκόρπια δημοσιεύματα, παραβλέποντας τον απαιτούμενο άθλο. Έχουμε την εντύπωση ότι ενέδωσαν στον εορταστικό συρμό και όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, δούλεψαν υπό πίεση χρόνου για να προλάβουν προθεσμίες.  
Στο προλογικό σημείωμα, δίνεται το σκεπτικό της έκδοσης. Κατ’ αρχάς, αναγνωρίζεται ότι άπαντα τα ευρισκόμενα είναι λιγοστά και τονίζεται η ανάγκη πολυσέλιδης εισαγωγής, χωρίς όμως να αιτιολογείται η απουσία της. Ως καθοριστικό στοιχείο για την απόφαση της έκδοσης προβάλλεται το τελευταίο βιβλίο του Λορεντζάτου, «Collectanea», για την ετοιμασία του οποίου είχε ο ίδιος μεριμνήσει. Ο τόμος αυτός, χωρίς το σημείωμα του επιμελητή, το υπόμνημα πηγών και τον πίνακα των ονομάτων, φτάνει τις 778 σελίδες. Μέσα σε αυτές, η παπαδιαμάντεια νησίδα, που έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ της έκδοσης, είναι έκτασης μόλις 25 σελίδων. Λόγω της περιορισμένης έκτασης, θα αναμενόταν κάποιος σχολιασμός της βαρύτητάς της. Αντ’ αυτού, υπάρχει η απόφανση ότι αυτές οι σελίδες, που προστέθηκαν στις υπάρχουσες 72, κατέστησαν “τον Παπαδιαμάντη του Λορεντζάτου” desideratum της παπαδιαμαντικής βιβλιογραφίας. Η διατύπωση, με το λατινιστί λοφίο της, αναμφιβόλως, υποβάλλει. Μόνο που οι φιλόλογοι είθισται να κάνουν λόγο για desiderata, άπαξ και υπάρχει ένα στέρεο σώμα. Η σκόρπια σε τεμαχίδια, εν πολλοίς ανυπόληπτα από τους ίδιους, βιβλιογραφία Παπαδιαμάντη είναι λίγο αστείο να έχει και desiderata.
  Ας δούμε, όμως, σε τι συνίσταται αυτός “ο Παπαδιαμάντης του Λορεντζάτου”. Εκτός από το κυρίως σώμα, προβλέπονται προλογικό σημείωμα του επιμελητή Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου και επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Προς περαιτέρω ανάδειξη του Λορεντζάτου του Παπαδιαμάντη, θα αναμενόταν, στο επίμετρο, και η δημοσίευση του ημερολογίου του Τριανταφυλλόπουλου από την δεκαετή ενασχόλησή του με την έκδοση των Απάντων Παπαδιαμάντη. Έτσι, θα αποκαλυπτόταν ο αφανής αλλά καθοριστικός ρόλος του Λορεντζάτου στην εκπόνησή τους. Όπως γράφει ο Τριανταφυλλόπουλος, προλογικά, στη δημοσίευση ενός δεύτερου μέρους του ημερολογίου στο περιοδικό «Νέα Εστία», δεν το συμπεριέλαβε λόγω “της αναπόφευκτα ναρκισσιστικής χροιάς του”. Κι όμως, η ανάγνωση του ημερολογίου πιστοποιεί ακριβώς το αντίθετο.
Το προλογικό σημείωμα είναι γραμμένο με το γνωστό κομψό και ηθελημένα ελλειπτικό ύφος του επιμελητή. Ωστόσο, για τις ανάγκες μιας εισαγωγής πιστεύουμε ότι θα χρειαζόταν, εκτός από μεγαλύτερο άπλωμα, περισσότερη σαφήνεια. Ένα πρώτο παράδειγμα προσφέρει το άνοιγμα του κειμένου με την επισήμανση μιας αντίφασης, εντυπωσιακής μεν, αλλά η οποία, με την γενικόλογη διατύπωσή της, δημιουργεί λάθος εντυπώσεις. Ο Λορεντζάτος, στο δεύτερο κείμενό του για τον Σολωμό, εκείνο του 1965, διακηρύσσει, καταλήγοντας, ότι μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του μόνο με τον Σολωμό από τους Έλληνες ποιητές και από τους πεζογράφους μόνο με τον Παπαδιαμάντη. Στα γραπτά του, όμως, τον Παπαδιαμάντη, μέχρι το 1961 που δημοσιεύει το πρώτο κείμενο για εκείνον, τον μνημονεύει μόνο δυο φορές. Ο επιμελητής, επισημαίνοντας την αντίφαση, συμπεραίνει ότι τουλάχιστον κατά το πρώτο μισό της ζωής του (το 1961 είναι 46 ετών και αποδημεί στα 89) και την πρώτη συγγραφική του εικοσιπενταετία (εμφανίζεται το 1936) είναι δοσμένος μισός στον Σολωμό και ο άλλος μισός σε ξένους. Εδώ, ωστόσο, είναι απαραίτητη η διευκρίνιση, ότι ο Λορεντζάτος άργησε να δημοσιεύσει και επιπλέον, στάθηκε ολιγογράφος. Αυτός, λοιπόν, ο μισός Σολωμός συνίσταται σε ένα δοκίμιο, το πρώτο του 1947, στο οποίο και οι δυο μνείες στον Παπαδιαμάντη. Το υπόλοιπο δοκιμιακό έργο της πρώτης περιόδου αφορά αποκλειστικά ξένους.
Ένα δεύτερο παράδειγμα συνιστά η εξήγηση αυτής της αντίφασης, που δίνεται στη συνέχεια. Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλόπουλο, η αντίφαση οφείλεται στην αλλαγή του Λορεντζάτου, που φαίνεται, συγκρίνοντας τα γραπτά του πριν το 1961, όπου κρατάει απόσταση από την Εκκλησία, με τα δύο κείμενα εκείνου του έτους (το άρθρο που δημοσιεύει στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» για τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη και το δοκίμιο «Το χαμένο κέντρο», με το οποίο συμμετέχει στον τόμο «Για τον Σεφέρη. Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής»), στα οποία αποδέχεται το κέντρο του κόσμου του Παπαδιαμάντη, που δεν είναι άλλο από “το χαμένο κέντρο”. Ο προλογιστής παρατηρεί ότι η μεταστροφή του Λορεντζάτου έγινε ξαφνικά και προσθέτει, “ίσως όχι τόσο ξαφνικά για τον ίδιο όσο για μας”. Κι όμως, η αργή πορεία της έχει αφήσει ίχνη, τα οποία, όντας δημοσιευμένα, συνιστούν κομμάτι από “τον Παπαδιαμάντη του Λορεντζάτου”. Βρίσκονται στα «Γράμματα Σεφέρη-Λορεντζάτου», τα οποία επιμελήθηκε ο Τριανταφυλλόπουλος και μάλιστα, αμέσως μετά τα Άπαντα Παπαδιαμάντη. Πρώτο ίχνος της, στην επιστολή της 18ης Απριλίου 1956, στην οποία ο Λορεντζάτος σχολιάζει τη συλλογή του Σεφέρη «...Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν...», που μόλις είχε λάβει. Ο Σεφέρης, στην απάντησή του, επισημαίνει την αλλαγή και τον αποκαλεί “ο νέος Ζήσιμος”. Σε δυο μεταγενέστερες επιστολές τους, γίνεται αναφορά στον Παπαδιαμάντη, με αφορμή το πρώτο κείμενο του Λορεντζάτου για εκείνον. Γράφει ο Σεφέρης: «Αυτές τις μέρες διάβασα στον Ταχυδρόμο τη συνεισφορά σου στον Παπαδιαμάντη... χαρά που είδα ένα γραφτό δικό σου. Θά ’λεγα ίσως και λύπη που δεν συνεχίστηκε ο Σολωμός· λέω ίσως γιατί θυμάμαι έναν μαθητή του μακαρίτη  Allain μνημονεύοντας το δάσκαλο όταν μπήκε στην τάξη και χωρίς να πει λέξη έγραψε στο μαυροπίνακα: Πρέπει να παίρνουμε το μακρύτερο δρόμο – Πλάτων (δεν ξέρω πού) – πήρες το μακρύτερο δρόμο – ο Θεός μαζί σου...» Ο Λορεντζάτος, απαντώντας, ευχαριστεί, αλλά αποφεύγει να κάνει κάποια σχετική νύξη.
Ένα τρίτο παράδειγμα του γριφώδους χαρακτήρα του προλογικού σημειώματος συνιστά η αναφορά στην παλαιότερη κριτική υποδοχή του Παπαδιαμάντη. Ο Τριανταφυλλόπουλος παραθέτει τις απόψεις δυο συγγραφέων, χωρίς αναφορά ονομάτων, αποδίδοντάς τες, γενικώς και αορίστως, “στήν επίσημη γραμματολογική κρίση”. Μένει ζητούμενο ποιός και πότε όρισε μια παρόμοια κρίση. Την ίδια απορία γεννά και η αναφορά στο επίμετρο  “στους σοβαρούς κριτικούς”. Αυτές οι μνείες, με την αοριστία τους, προσβάλλουν σύνολα πνευματικών ανθρώπων, χωρίς να προστατεύουν από τους Ιεροσολυμίτες συγκεκριμένα πρόσωπα.
Στο τέλος του προλογικού σημειώματος, παρουσιάζονται τα περιεχόμενα του βιβλίου. Η σειρά της παράταξης δεν είναι η συνήθης χρονολογική. Προτάσσονται τα δυο δοκίμια, του 1961 και του 1985, έπεται το Νο 930 από τα «Collectanea», το μοναδικό εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Παπαδιαμάντη, και ακολουθεί ένα μέρος της μελέτης «Οι Ρωμιές», του 1976 (τα δυο τελευταία διέλαθαν από τον πίνακα περιεχομένων). Σε δυο κεφάλαια, παρατίθενται οι αποσπασματικές μνημονεύσεις Παπαδιαμάντη. Στο πρώτο, οι 19 (και όχι 20, όπως αναφέρεται στον πρόλογο) μνείες από τις τρίτομες «Μελέτες», στο δεύτερο οι 23 (όχι 22) υπολειπόμενες μνείες από τα «Collectanea». Ενώ, σε ένα τελευταίο κεφάλαιο, συγκεντρώνονται τα εναπομείναντα.
 Η κατάρτιση του βιβλίου δείχνει τη διάθεση να γίνει οικονομία σελίδων. Από τα κείμενα ανθολογούνται αποσπάσματα, τα οποία δεν σηματοδοτούνται σε όλες τις περιπτώσεις με τις καθιερωμένες τελίτσες στα σημεία που αποκόπηκαν. Όσο αφορά τις «Μελέτες», κατά κανόνα επιλέγονται ακέραιες παράγραφοι. Υπάρχουν, ωστόσο, δυο περιπτώσεις, όπου οι φράσεις κόβονται στη μέση. Ούτε καν χώρος για ολόκληρη τη φράση. Σαν να μην ενδιαφέρουν οι σκέψεις που ξεδιπλώνει ο Λορεντζάτος και για την διατύπωση των οποίων καταφεύγει σε μια φράση του Παπαδιαμάντη ή σε μνημόνευση του ονόματός του. Κι όμως, πρόκειται για σημαντικές περικοπές, που θα άξιζε να διαβάσει ο σημερινός αναγνώστης. Η μια αναφέρεται στη σχέση μας με την Ευρώπη και η άλλη, στην παραλληλία Παπαδιαμάντη και Μακρυγιάννη, όσο αφορά την αξία του έργου τους για τους κατοπινούς. Για τα «Collectanea», όπου το καθένα αποτελεί αυτόνομο κείμενο, σύντομο μεν αλλά περιεκτικό, ο τεμαχισμός είναι ακόμη πιο απρόσφορος. Τα 19 αναδημοσιεύονται ακέραια. Από τα υπόλοιπα τέσσερα επιλέγονται αποσπάσματα. Εξ αυτών, στο πρώτο αφαιρείται το τελευταίο κομμάτι, περί τα 2/3 του κειμένου, όπου εξαίρεται η μοναδικότητα της μητρικής γλώσσας, στο δεύτερο, μικρό τμήμα της αρχής, στο τρίτο, το αρχικό κομμάτι, σχεδόν το μισό του κειμένου, περί του πολιτικά στρατευμένου ανθρώπου, στο τέταρτο, το μεσαίο κομμάτι, γύρω από τη σχέση των ποιητών με το γάμο.    
Απομένουν τα τέσσερα προτασσόμενα κείμενα, από τα οποία κυρίως θα σχηματίσει  ο αναγνώστης εικόνα για τον Λορεντζάτο. Ωστόσο, και αυτά, συγκεκριμένα το πρώτο και το τέταρτο, αναδημοσιεύονται μετά φειδούς σελίδων. Το πρώτο κείμενο, του 1961, αναδημοσιεύεται στην τελική του μορφή, διαφορετική από εκείνη του άρθρου. Πιο συγκεκριμένα, έχουν προστεθεί δώδεκα σχετικά μεγάλα κομμάτια. Μπορεί απαραίτητα για τη μεταμόρφωση του άρθρου σε μελέτημα, ωστόσο, με την παράθεσή τους, αμβλύνεται ο μαχητικός τόνος του άρθρου. Πιστεύουμε πως θα έπρεπε να δοθεί και η πρώτη μορφή και μάλιστα, με το σημείωμα της σύνταξης του περιοδικού, που επείχε θέση προλόγου. Ιδιαίτερα σημαντικό το σημείωμα αυτό,  αποτυπώνει την ανησυχία των υπευθύνων του περιοδικού για τον “αιρετικό”, όπως τον αποκαλούν, χαρακτήρα του κειμένου του Λορεντζάτου, τον οποίον είχαν οι ίδιοι προσκαλέσει “να τελέσει μνημόσυνο  όχι φιλολογικό αλλά πνευματικό και εθνικό” για τον Παπαδιαμάντη. Θυμίζουμε ότι πρόκειται για τον Γιώργο και την Λένα Σαββίδη. Καθόλου τυχαία πρόσωπα στον τότε «Ταχυδρόμο».  Στο σημείωμά τους, αποκαλούν τον Λορεντζάτο, “έναν από τους πιο στοχαστικούς και δυστυχώς πιο ολιγογράφους εκπροσώπους της μεταπολεμικής γενεάς”.
Όσο για το τέταρτο κείμενο, την τετραμερή μελέτη «Οι Ρωμιές», αναδημοσιεύονται το πρώτο μέρος και η αρχή του τέταρτου. Πιστεύουμε ότι στο τέλος του πρώτου μέρους, που αφορά τις Ρωμιές του Παπαδιαμάντη,  θα έπρεπε να υπάρχει σημείωση με τα ονόματα των άλλων τριών λογοτεχνών, των οποίων, τις Ρωμιές, ο μελετητής συμπαρατάσσει με εκείνες του Παπαδιαμάντη. Τουτέστιν, Καβάφης, Σικελιανός, Χατζής. Όσο για την παράθεση των έξι πρώτων αράδων από το τέταρτο μέρος, επειδή σε αυτές αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης, καλύπτουν μεν το φιλολογικό στόχο να ανθολογηθούν όλες οι αναφορές στον Σκιαθίτη, αλλά δίνουν μια πρώτη γεύση της Ρωμιάς του Χατζή, που έχουμε την εντύπωση ότι δεν συμφωνεί με το πνεύμα του σχετικά εκτενούς τέταρτου μέρους.
Και ερχόμαστε στο επίμετρο, όπου παρουσιάζεται ο Λορεντζάτος του Παπαδιαμάντη. Όχι όπως θα τον παρουσίαζε το ημερολόγιο του Τριανταφυλλόπουλου ως καθοριστικό συντελεστή ενός σημαντικού έργου, αλλά, πιο φιλόδοξα, σαν εμπνευστή προσώπων. Ο Ζουμπουλάκης δεν αρκείται να δείξει πότε εμφανίστηκαν και ποιοι ήταν οι πρώτοι πιστοί του, αλλά δίνει εικόνα μιας λαμπαδηδρομίας πενήντα χρόνων για τη διάδοση του λόγου του. Για τη διήγηση αυτής της μακριάς ιστορίας εκκινεί από τις πρόσφατες διαπιστώσεις δυο μελετητριών σχετικά με την απήχηση του πρώτου άρθρου του Λορεντζάτου, εκείνου του 1961. Δεδομένου ότι μαγιά του επίμετρου στάθηκε η παρουσίαση του τόμου «Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη», που επιμελήθηκε η Γ. Φαρίνου –Μαλαματάρη, προτάσσει τη δική της άποψη, ενώ επικουρικά παραθέτει και εκείνη της Σοφίας Μπόρα, διατυπωμένη στη διδακτορική της διατριβή, ανέκδοτη μεν αλλά διαδικτυακώς προσβάσιμη. Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά όταν συνοψίζουμε ξένα κείμενα, η σύντμηση και η λεκτική παραλλαγή μιας φράσης μπορούν να οξύνουν ή και να αμβλύνούν το νόημα ανάλογα με τη διάθεση του γράφοντα. Έτσι, από τη γενικότερα αποδεκτή θέση ότι ο Λορεντζάτος, με το άρθρο του, εγκαινιάζει “μια διαφορετική γραμμή αναγνώσεων στο πλαίσιο της ορθόδοξης παράδοσης, τουλάχιστον όπως αρχίζει (αυτή) να προσλαμβάνεται από εκπρόσώπους της ελληνικής διανόησης στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα”, προκύπτει ότι “η Ορθόδοξη ανάγνωση του Παπαδιαμάντη εγκαινιάζεται το 1961”. Απόφανση που διαγράφει τους θρησκευόμενους και λοιπούς παραπλήσιας αντίληψης του προηγούμενου μισού αιώνα. Αμέσως μετά δίνεται μια εναλλακτική, μάλλον κατηγορηματική, διατύπωση: «Κανείς από τους σοβαρούς κριτικούς δεν σκέφτηκε ή δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να προβάλλει τον Παπαδιαμάντη ως πνευματικό οδηγό για μια Ορθόδοξη ζωή. Αυτό πράγματι θα το προτείνει ο Λορεντζάτος με εκείνο το μαχητικό κείμενο του 1961.» Πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια γενικευτική επίταση, που παραβλέπει τις αποχρώσεις, τόσο σημαντικές στα κείμενα των λιγοστών εγκρατευτών στη γλώσσα μας, όπως και ο Λορεντζάτος. Εκείνος, πρώτα προβάλλει τον Παπαδιαμάντη σαν πνευματικό μας κεφάλαιο, μετά αναφέρει το πόσο σημαντική είναι η σχέση του ανθρώπου με κάποια παράδοση, δίνοντας παραδείγματα και άλλων παραδόσεων πλην της χριστιανικής, όπως εκείνης που υπήρχε στους Δελφούς και την οποία ακολουθούσε ο Σωκράτης, και ύστερα, κάνει λόγο, για τον Παπαδιαμάντη ως πνευματικό οδηγό. Μακράν του Λορεντζάτου βρίσκεται ένα κήρυγμα θρησκευτικής φύσης. Ίσως και να ηχεί ακόμη εντός του η προειδοποίηση του Σεφέρη: “Ο κίνδυνός σου είναι ο θεωρητικός ιεροφάντης. Πρόσεξε.”
 Στη συνέχεια, ο Ζουμπουλάκης αναφέρει επιλεκτικά τρεις μελετητές (Φ. Κόντογλου, Τ. Κ. Παπατσώνης, Κ. Μπαστιάς), που διατύπωσαν παραπλήσιες απόψεις με εκείνες του Λορεντζάτου, κατά το επετειακό 1961 ή και νωρίτερα, επισημαίνοντας τα σημεία στα οποία υστερούν σε σχέση με εκείνον. Εδώ, όπως και στην ακόλουθη πρόκριση όσων έπαιξαν ρόλο λαμπαδηφόρων, στηρίζεται στη σημερινή αποτίμηση των προσώπων, διαφορετική εκείνης παλαιότερων δεκαετιών. Άρα η απάντηση στο ερώτημα, “γιατί το κείμενο του Λορεντζάτου προκρίθηκε ως το ιδρυτικό”, αντιστοιχεί σε μια τρέχουσα εκτίμηση προσώπων και φιλολογικών αντιλήψεων. Όσο αφορά το δεύτερο ερώτημα, “γιατί το 1961 να σταθεί σημείο εκκίνησης”, διατυπώνει την άποψη  ότι οφείλεται στο ρεύμα της θεολογίας του ’60, όπως αυτό εκφράστηκε μέσα από το τριμηνιαίο περιοδικό «Σύνορο», που προέκυψε το 1964 σαν συνέχεια της μηνιαίας «Σκαπάνης», που είχε ξεκινήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Αυτήν την ιστορία την έχει διηγηθεί ο Χρήστος Γιανναράς σε πολυσέλιδη μελέτη του, το 1992. Εκεί, σε ένα κεφάλαιο παραθέτει τα του Παπαδιαμάντη και της “σχολής” του και στο επόμενο, τα της δεκαετίας του ’60. Δεν συνδέει, όμως, αυτά τα δυο. Τη γέφυρα, που ορίζει τον Παπαδιαμάντη ως “τη μεγάλη σύγχρονη Ορθόδοξη φυσιογνωμία εκείνου του θεολογικού ρεύματος”, την αποκαθιστά, κατά τη γνώμη μας αυθαίρετα, ο Ζουμπουλάκης. Για παράδειγμα, ο ενθουσιασμός του Τριανταφυλλόπουλου με το άρθρο του Λορεντζάτου και η μεταλαμπάδευσή του στον φίλο του Γιανναρά, προηγούνται του περιοδικού και εν πολλοίς, εξελίσσονται σε προσωπική βάση και ανεξάρτητα από εκείνο.
Ο Ζουμπουλάκης προχωρά και στη δεκαετία του ’80 με “την έκπληξη των νεορθόδοξων”, για να καταλήξει με “τους σημερινούς θιασώτες της Ορθόδοξης ερμηνευτικής του Παπαδιαμάντη”, πολλοί από αυτούς “μαθητές του Τριανταφυλλόπουλου”. Μόνο που στη συνέχεια μάλλον αντιφάσκει. Υποστηρίζει μεν ότι ο Λορεντζάτος “δεν έμεινε πιστός στην ακραία και εντέλει αδιέξοδη θέση που υποστήριξε τότε”. Αλλά δεν διευκρινίζει σε τι θέσεις κατέληξαν οι πιστοί του, οι μαθητές των πιστών του, αλλά και οι θεολογικές ενώσεις ή όπως αλλιώς ονομάζονται, που ισχυρίστηκε προηγουμένως ότι συνεχίζουν στη γραμμή των θεολόγων του ’60 και των νεορθόδοξων.          
Μ. Θεοδοσοπούλου

Εσωτερικός μονόλογος του Στέφανου Μαρτζώκη

Πίνω όλη νύχτα μαύρη μπύρα.
Ένα μαβί σκοτάδι με τυλίγει.
Στον τοίχο είναι γραμμένο: «Μοίρα».
Η αγάπη μου δεν ήταν λίγη.
Κι αν ήμουν πιο ρομαντικός, θα ’λεγα
ότι σ’ αγάπησα παράλογα.

Με συγκρατεί, άλλωστε, η σελήνη
(«το ασημένιο πλήκτρο της σιωπής»).
Ο δίσκος της με αποθαρρύνει.
Με ζυγίζει και με βγάζει ελλιπή.
Θέλω να πω, κάθε μεσάνυχτα ή αυγή
κάποιο από τα αισθήματά μου ναυαγεί.

Έρχεται η μέρα και με βρίσκει
πνιγμένο σε μια θάλασσα λαθών.
Χρυσάνθεμα, γαζίες, ιβίσκοι
έχουνε γίνει παρελθόν.
Κήπος μου δεν έχει αρώματα,
μόνο ξερόχορτα, κι αυτά γκριζόμαυρα.

Έπειτα πάλι σκοτεινιάζει
μ’ έναν τρόπο άθλιο, ακατανόητο.
Ομίχλη, χιόνι, βροχή, χαλάζι
κάνουν τον ουρανό αργυρώνητο.
Έχω βουλιάξει στο γαλάζιο των ματιών σου
και τα μηλίγγια μου όπου να’ ναι θα ματώσουν.

***
Σαχάρα

Αυτή η ξανθειά που μόλις έχω γδύσει
σίγουρα έχει αγγίξει την αλήθεια.
Όχι με τα λεπτά της δάχτυλα
αλλά με τα στήθια.

Ψηλαφώ τις θηλές της και το νόημα
του κόσμου Πλημύριζει το κορμί μου.
Σαν ξαφνικά να σκεπάζει χλόη
την άμμο της ερήμου.
 
Νάσος Βαγενάς – Γιώργος Κόρδης
«Η ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΒΕΒΑΙΟΥ ΕΡΑΣΤΗ
Δύο ποιητές συζητούν για τον έρωτα»
Ζωγραφική: Γιώργος Κόρδης
Πρόλογος: Μάνος Στεφανίδης
Εκδόσεις Λιβάνη, 2011, σ. 83.

Θεοδόσης Πυλαρινός
«Εν ειναλίη Κύπρω
έσσετ’ αοιδός
Μελετήματα για
την κυπριακή λογοτεχνία»
Εκδόσεις ΑΙΠΕΙΑ
Αθήνα 2011


Στην Πέτρα του Ρωμιού, μια υπέροχη ακτή της Πάφου, λέγεται ότι γεννήθηκε η Αφροδίτη η Κύπριδα. Εκτός, όμως, από την Αφροδίτη, οι Κύπριοι διεκδικούν και τον Όμηρο. Κατά τον Παυσανία, είναι ο μυθικός ποιητής Εύκλος εκείνος που προφήτεψε τη γέννηση του Ομήρου στο νησί από κύπρια μάνα με το στίχο, “Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω μέγας έσσετ’ αοιδός”. Ένας στίχος, που τελικά διαφεύγει του μύθου και αντανακλά την πραγματικότητα. Ακόμη κι αν αφήσουμε τον Όμηρο στην Ιωνία και τις επτά πόλεις που ερίζουν ως γενέτειρες, στη Μεγαλόνησο γεννήθηκε πλειάδα ποιητών και μάλιστα, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας της. Αυτήν την ποιητική ανθοφορία έρχεται να μας θυμίσει το καινούριο βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού, στο οποίο συγκεντρώνονται δεκατέσσερα μελετήματά του. Δυο από αυτά δημοσιεύονται για πρώτη φορά, ενώ τα υπόλοιπα έχουν δημοσιευθεί εντός της τελευταίας πενταετίας σε κυπριακά έντυπα, πλην τριών που παρουσιάστηκαν σε ελλαδίτικες εκδόσεις. Γενικώς, τα βιβλία γύρω από την κυπριακή λογοτεχνία ενδιαφέρουν εκ προοιμίου και ως είδος εν ανεπαρκεία. Εκτός αυτού, σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, η κυπριακή λογοτεχνία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής λογοτεχνίας. Θεωρείται τόσο αναπόσπαστο, ώστε να μην ενσωματώνεται στο λήμμα Κύπρος, αλλά να καταχωρείται στο Ελλάς (Λογοτεχνία). Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των μελετημάτων του Πυλαρινού οφείλεται στο διεξοδικό τρόπο γραφής τους, χάρις στον οποίο τα πρόσωπα της λογοτεχνίας διαπλέκονται με την Ιστορία.  Καλύπτουν χρονικά σχεδόν έναν αιώνα, ξεκινώντας με τον Βασίλη Μιχαηλίδη, γεννημένο το 1849, και καταλήγοντας στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, γεννημένο το 1940. Πρόσθετο δέλεαρ, τουλάχιστον για μια μερίδα αναγνωστών, συνιστά η εμμονή του μελετητή στην αναδίφηση του παλαιότερου περιοδικού Τύπου, ελλαδικού και κυπριακού.
Η παράταξη των μελετημάτων στο βιβλίο ακολουθεί την χρονολογική ανέλιξη. Προτάσσονται δυο μελετήματα για τον Μιχαηλίδη. Να θυμίσουμε ότι στον ποιητή είναι αφιερωμένο και το φθινοπωρινό τεύχος του κυπριακού περιοδικού «Νέα Εποχή». Ο  Μιχαηλίδης πληροί το αξίωμα που θέλει οι μεγάλοι ποιητές να έχουν πρόβλημα με τη γλώσσα. Με άλλα λόγια, τα ποιήματά τους να είναι το αποτέλεσμα της πάλης μαζί της. Ο ίδιος χαρακτηρίζει εαυτόν “πουλί τραυλό στην γλώσσα”. Κι αυτό, ξεκινώντας,  στο ποίημα «Τοις φίλοις αναγνώσταις» της πρώτης του συλλογής, εκείνης του 1882. Ο Πυλαρινός επιλέγει τον στίχο για μότο, καθώς το θέμα του είναι “η πολύμορφη λογοτεχνική γλώσσα” του ποιητή. Ο Μιχαηλίδης δεν έγραψε μόνο στην κυπριακή διάλεκτο, σε αυτήν όμως έδωσε τα καλύτερα ποιήματα, εκείνα με τα οποία και καταγράφτηκε ως ο εθνικός ποιητής της Κύπρου. Εθνικός και χάρις στα πατριωτικά του, με κορυφαίο, «Η ενάτη Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία», που καταλήγει, “Η Ρωμηοσύνη εννά χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!” Ήταν γραμμένο για τον μυημένο στη Φιλική Εταιρεία Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό, τον οποίο απαγχόνισαν οι Οθωμανοί από φόβο μην και μεταδώσει τη φλόγα της Επανάστασης. Τις γλωσσικές διακυμάνσεις του Μιχαηλίδη παρακολουθεί ο μελετητής και στις δημοσιεύσεις ποιημάτων του στις εφημερίδες της Λεμεσού. Από το χωριό Λευκόνοικο της επαρχίας Αμμοχώστου, εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό μετά τις σπουδές του στην Ιταλία και την οριστική επιστροφή του στο νησί. Το δεύτερο μελέτημα για τον ποιητή αφορά το ποίημά του, «Η Ανεράδα», δημοσιευμένο το 1893 στην «Σάλπιγγα», ενυπόγραφα, αλλά χωρίς τίτλο. Αντί τίτλου αναγράφεται «Ποίημα (Εις Κυπριακήν διάλεκτον)». Η εξήγηση αυτής της εκ πρώτης όψεως παράδοξης απόκρυψης δίνει την ευκαιρία να σχολιαστεί γενικότερα η σχέση των κύπριων λογίων της εποχής με την κυπριακή διάλεκτο.
Ακολουθεί μελέτημα για τον δεύτερο μεγάλο κύπριο ποιητή, τον Δημήτρη Λιπέρτη, κατά δεκαεπτά χρόνια νεότερο του Μιχαηλίδη. Από την καθαρεύουσα ξεκίνησε, αλλά χάρις στα «Τζιυπριώτικα τραούδκια», που εξέδωσε πενηντάρης πια, εκτιμήθηκε. Ο Πυλαρινός δεν ασχολείται με την ποίησή του, αλλά με την άστοργη αντιμετώπιση που έτυχε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. To 1900, o Λιπέρτης, αφού είχε σπουδάσει σε Βηρυτό και Ιταλία, φιλοδόξησε να φοιτήσει στο “εθνικό κέντρο”. Αν όχι στη Φιλοσοφική, όπου παρακολουθούσε παραδόσεις, τουλάχιστον στην Θεολογική. Σύμφωνα με τα Πρακτικά Θεολογικής Σχολής και Συγκλήτου, η αίτησή του δις απορρίφθηκε.
 Στη συνέχεια, παρατάσσονται τρία μελετήματα εκτός ποίησης. Το πρώτο στρέφεται γύρω από τη γνωριμία του Παύλου Νιρβάνα με τον κύπριο λόγιο Μενέλαο Φραγκούδη, διευθυντή της μακρόβιας εφημερίδας της Λεμεσού «Αλήθεια». Με βάση την ειδησεογραφία της εφημερίδας, ο μελετητής περιγράφει τη γνωριμία τους το 1906, “κατά τον κατάπλου του εύδρομου «Ναύαρχος Μιαούλης» στην Κύπρο”, ενώ, με εκτενείς υποσελίδιες σημειώσεις, σκιαγραφεί την τότε λογοτεχνική κίνηση στη Μεγαλόνησο. Σχεδόν ομήλικοι οι δυο συγγραφείς, με τις χρονικές συντεταγμένες του βίου του Νιρβάνα να ταυτίζονται με εκείνες του Λιπέρτη. Αμφότεροι γεννήθηκαν το 1866 και απεβίωσαν το 1937. Το δεύτερο σχολιάζει “την ιδιότυπη γλώσσα του Νίκου Νικολαΐδη”. Το τρίτο αφορά τη γνωριμία δυο ανδρών της Εκκλησίας, του μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανού και του Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα.
Το ενδιαφέρον κερδίζει το μελέτημα για την πρώτη μεγάλη παιδαγωγό της Λεμεσού, την πρώτη Λαογράφο του ευρύτερου ελληνικού χώρου και την πρώτη λογοτέχνιδα της Κύπρου, καταπώς την συστήνει ο Πυλαρινός. Πρόκειται για την Πολυξένη Λοϊζιάδα, λογία και ποιήτρια, που παραλείπεται στις ελλαδίτικες γραμματολογίες και εγκυκλοπαίδειες. Την τιμά, ωστόσο, το ελλαδίτικο κίνημα για την χειραφέτηση της γυναίκας. Ενώ, η Ειρήνη Ριζάκη, στη μελέτη της «Οι “γράφουσες” Ελληνίδες», αναφέρει το δραματικόν ειδύλλιον, «Η δούλη Κύπρος», που η Λοϊζιάς εξέδωσε το 1890. Στο βιβλίο δημοσιεύονται επιστολές της, στις οποίες προβάλλει η προσωπικότητά της, ενώ δίνεται και μια εικόνα της πολύπλευρης δράσης της. Επίσης, ιχνηλατείται η παρουσία της στην «Εφημερίδα των Κυριών» της σχεδόν συνομήλικής της Καλλιρόης Παρρέν.
Με εξαίρεση τα δυο καταληκτικά μελετήματα για τους ποιητές Ανδρέα Παστελλά και Κυριάκο Χαραλαμπίδη, τα εναπομείναντα είναι αποθησαυρίσματα από «Το Περιοδικόν της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας». Γίνονται με γνώμονα τις ιχνηλασίες κύπριων ποιητών: των ομήλικων Τεύκρου Ανθία και Παύλου Κριναίου, του αριστερού αγωνιστή Θεοδόση Πιερίδη και άλλων συγγραφέων γνωστών στην εποχή τους. Εν κατακλείδι, επειδή η σάτιρα στάθηκε το άλας παλαιότερων εντύπων, ξεχωρίζουμε το μελέτημα για το περιοδικό «Μαστίγιον», που εκδιδόταν στην Λευκωσία επί μια εικοσαετία, 1911-1930, και εξέπνευσε μετά του δημιουργού του. Παραμένοντας ανθηρό, θα μπορούσε η έκδοσή του να συνεχιστεί, αλλά, όπως  τα περισσότερα περιοδικά, κυρίως τα σατιρικά, ήταν έργο ενός ανδρός, του ποιητή Ιωάννη Περδίου. Γεννιέται, πάντως, σε εμάς η απορία, γιατί ένας ελλαδίτης καθηγητής του Ιόνιου Πανεπιστήμιου, όπως ο Πυλαρινός, δεν καταπιάνεται με τα ουκ ολίγα σατιρικά έντυπα της Επτανήσου και προτιμά εκείνα της Κύπρου. Όπως και να έχει, το βιβλίο είναι ένα από τα πρώτα των εκδόσεων, που ξεκίνησε το Σπίτι της Κύπρου σε συνεργασία με τις εκδόσεις Πάπυρος και χορηγό την Εταιρεία Φίλων του Σπιτιού της Κύπρου. Αν εξαιρέσουμε τις αδυναμίες στην εικονογράφηση, πρόκειται για μια πολύ καλή τυποτεχνικά έκδοση.
Μ. Θεοδοσοπούλου

Στις όχθες του Ρουβικώνα

Ρουβίκωνα στα μέτρα τους
δεν βρίσκουν.
Νυχθημερόν αποστηθίζουν
στρατηγικές μαχών
συνταιριάζοντας νέφη.
Προστάγματα προβάρουν
χαμηλόφωνα
τις σπάθες ακονίζουν
βραδυκίνητα
και για να κοιμηθούν,
βάζουν σε αλφαβητική σειρά
λογής Ονομασίες
παράδρομων ασήμαντων
της Ρώμης
με μάτια άυπνα
στο κόκκινο της συγκλητικής
τηβέννου.
Στρατοπεδευμένοι
στον ίσκιο των βουνών
νιώθουν τα γένια και τα νύχια να μακραίνουν
νέοι, σφριγηλοί και ρωμαλέοι
αυτοί που δεν θα ξαναγίνουνε Ρωμαίοι.
Γιατί Ρουβίκωνα
στα μέτρα τους δεν βρίσκουν.

(από την ποιητική συλλογή
«Ρουβίκωνας στα μέτρα μας»,
εκδόσεις Μελάνι, 2011)

 

Του
Θωμά Τσαλαπάτη


O Νικόλας Ευαντινός γεννήθηκε το 1982 στην Ιεράπετρα της Κρήτης, σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και στην συνέχεια έκανε μεταπτυχιακό στη νεοελληνική φιλολογία. Το 2008 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Μικρές Αγγελίες και ειδήσεις» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης και το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η ποιητική συλλογή του με τίτλο «Ρουβίκωνας στα μέτρα μας». Παράλληλα, ασχολείται με τη μουσική και τη σύνθεση τραγουδιών. Ο πρώτος του δίσκος με τον τίτλο «Πανταχού απών» κυκλοφόρησε το 2010.
Στην πρώτη του ποιητική συλλογή, ο Νικόλας Ευαντινός, δημιουργεί μια ενότητα μέσα από τη μεταμφίεση των ποιημάτων και της ποιητικής διάστασης σε χρηστικά καθημερινά έγγραφα όπως αγγελίες, δελτία, ενοικιαστήρια, ιατρικά ανακοινωθέντα κ.τ.λ. Η αντίθεση ανάμεσα στο καθημερινό και φθαρμένο και την ποιητική ηθική και προοπτική των στίχων δημιουργεί μέσω της ειρωνείας μια λυρική πρόταση συμπαγή, μια πρόταση παραμυθίας.
Στη δεύτερη συλλογή του, η εσωτερική συνοχή των «μικρών αγγελιών και ειδήσεων», γεωμετρείται μέσα από το χωρισμό σε πέντε ενότητες: της ύπαρξης, της συνείδησης, της κοινωνίας, του θανάτου και του έρωτα. Κεντρικό σημείο της συλλογής ο ποταμός Ρουβίκωνας. Ο ποταμός αποτελεί το σημείο το οποίο πέρασε ο Ιούλιος Καίσαρας και ξεκίνησε την επίθεση του απέναντι στη σύγκλητο και τον Πομπήιο λέγοντας την φράση: «ο κύβος ερρίφθη». Ο Ρουβίκωνας χρησιμοποιείται στη συλλογή μεταφορικά και φορτίζεται ως σύμβολο. Σύμβολο της υπέρβασης, της άρσης πάνω και πέρα απ’ ό,τι φθείρει με την κοινοτοπία του, της στιγμής του μεγάλου ναι και του μεγάλου όχι. Ο ίδιος ο ποιητής περιγράφει στο οπισθόφυλλο την επιλογή του συμβόλου και τη σημασία του: «Δεν ανιστορώ... /μιλώ μονάχα /για μια ψυχωμένη διάβαση /μέσα απ’ τον Ρουβίκωνα /που κυλάει στις φλέβες /και γίνεται Υπέρβαση /κάνοντας την Ζωή /να κυλάει /ανθρώπινα...».
Η ειρωνεία της πρώτης συλλογής συνεχίζει να υπάρχει, αυτή τη φορά με έναν τρόπο πιο υπαινικτικό και υπόγειο, αλλά ταυτόχρονα σχεδόν αμείλικτο. Τα ποιητικά τοπία δανείζονται από την ιστορία και από πρόσφατα γεγονότα ώστε να δημιουργήσουν το πρόσωπό τους μέσα σε έναν συμπαγή λυρισμό. Η θεματολογία του βιβλίου μετεωρίζεται ανάμεσα στην κοινοτοπία του σήμερα και το απόλυτο μέγεθος του μυθικού. Ψυγεία και πρίζες συμβιώνουν με τους αρχαίους Ρωμαίους και τον Τάλω. Μια ερωτική ιστορία και ένα παιδικό παιχνίδι κουβαλούν το ίδιο βάρος με το φορτίο του Άτλαντα. Η πολιτική στην πιο υπαρξιακή της σημασία και ανάγκη έρχεται να συναντήσει γεγονότα του σύγχρονου πολιτικού βίου, όπως στο ποίημα «Από το ανοιχτό κρανίο της Γένοβα στο ανοιχτό στέρνο των Εξαρχείων και πάει καίγοντας...», ένα ποίημα για τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου «...με τα δεκαπέντε διαφορετικά χαμόγελα, /τα δεκαπέντε «χαίρε» στον ξεδοντιάρη ήλιο, /τις δεκαπέντε ντρίπλες με την πορτοκαλί μπάλα της τρέλας /τα δεκαπέντε ορθογραφικά λάθη σε μια έκθεση /τις δεκαπέντε πρόβες για το πρώτο φιλί».
Η ποίηση του Νικόλα Ευαντινού, περιγράφει το θαύμα του λίγου, τη ζωή μέσα στη ένταση του παλμού. Το μέγεθος του θαύματος συλλαβίζεται με τον καλύτερο τρόπο από τον ίδιο τον ποιητή στο ποίημα «Κύμα»: «Κάθε κύμα/ πριν χαθεί/ και γίνει όνειρο,// στον στερνό του παφλασμό/ κρύβει την φράση/ «ήμουν ωκεανός».// Έτσι και ο άνθρωπος». Η προοπτική του θαύματος είναι το στοιχείο που οδηγεί στην πιθανότητα της υπέρβασης. Μέσα από την πιθανότητα αυτή η κοινωνία, ο έρωτας, ο θάνατος, ο ίδιος ο άνθρωπος παύουν να αποτελούν δεδομένα και γίνονται στοιχήματα, ενδεχόμενα και ζητούμενα. Η ποίηση του Ευαντινού περιγράφει μια λέξη υπαρξιακή, ανθρώπινη και αισιόδοξη στη δυσκολία της, μια λέξη στραμμένη προς το όποιο μέλλον, μακριά από κάθε «υβριστική βεβαιότητα» όπως ο ίδιος περιγράφει. Στην πιο ειλικρινή της πρόθεση, στον πιο καθαρό της στόχο, η συλλογή λειτουργεί ως μια παράκληση απέναντι στον αναγνώστη, μια προτροπή για το πέρασμά του στην απέναντι όχθη του Ρουβίκωνα. Μια χαρτογράφηση του ελάχιστου σημείου που αλλάζει όλα τα άλλα σημεία.

http://tsalapatis.blogspot.com

Vivant Denon
«Χωρίς επαύριον»
Μετάφραση Ανδρέας Στάϊκος
Μετάφραση εισαγωγικών κειμένων
και επίμετρου Ιωάννα Λεκκάκου
Εκδόσεις Άγρα
Νοέμβριος 2011
Σελ. 169


Υπάρχουν πολλών ειδών έρωτες. Στο ένα άκρο βρίσκονται οι μακροχρόνιοι, με αποδυναμωμένο το ερωτικό πάθος, και στο άλλο οι έρωτες της μίας νύχτας, με το πάθος να περισσεύει. Για διαφορετικούς λόγους, και στις δυο περιπτώσεις η αβρότητα υποχωρεί και οι λεπτομέρειες στην καλλιέργεια της σαγήνης, που προηγείται της απόλαυσης, παραμερίζονται. Τις απώλειες σε ηδονή των εραστών τις θυμίζει αυτή η εξαίσια νουβέλα ηλικίας κοντά δυόμισι αιώνων και έκτασης περί τις τριάντα σελίδες. Αν απαλειφθούν οι τίτλοι ευγενείας των ηρώων, θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα από κάποιον, στον οποίο να ταιριάζει το παρωνύμιο Φαύνος, που απέδιδαν στον συγγραφέα της νουβέλας οι κυρίες της Αυλής των Λουδοβίκων, όλες, ανεξαιρέτως ηλικίας, θύματα της γοητείας του. Αν και μια σύγχρονη εκδοχή, πιθανώς, να μην ακολουθούσε τις δυο παραλλαγές- την πρώτη του 1777 και την δεύτερη του 1812- που αναδημοσιεύονται στον τόμο, αλλά να απέκλινε προς τις ενδιάμεσες επαναγραφές, που χαρακτηρίστηκαν πιο ελευθεριάζουσες.   
Η νουβέλα μας θύμισε ένα γκράφιτι σε τοίχο των Εξαρχείων: «Ο ρόλος του έρωτα είναι να επινοεί την ανοικειότητα μικρή μου.» Αυτό, ακριβώς, επιτυγχάνουν οι εραστές της νουβέλας. Μόνο που γι’ αυτήν την αλχημεία, απαιτείται ο ένας να παίζει το ρόλο του μύστη. Με άλλα λόγια, να υπάρχει διαφορά ηλικίας ανάμεσα στους δυο, όπως υπονοεί η τρυφερή επωδός του γκράφιτι και όπως συμβαίνει στη νουβέλα. Εκεί, όμως, κατ’ αντιστροφή, αφού εκείνη είναι μια κυρία κάποιας ηλικίας και εκείνος μόλις εικοσαετής. Σήμερα, που όχι μόνο οι ερωτικές σχέσεις αλλά και οι εκφράσεις έχουν χάσει την αβρότητά τους, τη σχέση των δυο εραστών της νουβέλας θα την αποκαλούσαμε λαθρογαμία και δη, στο γόνατο, αφού και οι δυο είναι δεσμευμένοι. Εκείνη, μάλιστα, διπλά, έχοντας σύζυγο και εραστή. Ενώ, εκείνος είναι ερωτευμένος με μια κυρία της αριστοκρατίας, επίσης διπλά δεσμευμένη, αφού διατηρεί, πλην του νεαρού, δεσμό με δυο εραστές. Στη νουβέλα, η γυναίκα περιγράφεται πλανεύτρα από τη φύση της και πρωτέας στην αλλαγή των προσωπείων, σκηνοθέτις μιας συνεύρεσης, που είναι η αποθέωση του αισθησιασμού. Στη μεταφεμινίζουσα εποχή, οι αντίστοιχες κυρίες με κοινωνικό κύρος - λ.χ., μια γιάπισσα- μπορεί να εμφανίζουν παραπλήσια συμπεριφορά, μόνο που τον έρωτα, όπως και τα λοιπά του βίου, απλώς τα διαχειρίζονται, χωρίς ιδιαίτερη φαντασία. Και μόνο, λοιπόν, γι’ αυτό το λόγο, η νουβέλα συνιστά ένα μοναδικό δώρο για τις κυρίες της καρδιάς σας, μήπως και επανακτήσουν τον αισθησιασμό, που αποστέγνωσαν τρέχοντα μπεστ σέλερ και διαχειριζόμενες σχέσεις.
Παραπλανητικός ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου, θα τις θέλξει, καθώς ταιριάζει σε δραματικά ρομάντσα για μοιραίους έρωτες, εξαρχής καταδικασμένους, αλά Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Και μάλιστα, ρομάντσα εποχής, χάρις στη λόγια επίφαση, που προσδίδει εκείνο το επαύριον έναντι του αύριο. Ένας ωραίος τίτλος, που συμφωνεί και με τον αντίστοιχο αγγλικό, αλλά ίσως και να προδίδει το πνεύμα του πρωτότυπου τίτλου, ο οποίος βρίσκεται σε αρμονία με το μύθο της νουβέλας. Πώς, όμως, να αποδοθεί στη γλώσσα μας το «Point de lendemain»; Πάντως, στον τίτλο του πρωτότυπου, που αντανακλά την κατακλείδα της ιστορίας, δεν υπάρχει η δυστυχία ενός οριστικού αποχαιρετισμού. Άλλωστε, στη δεύτερη εκδοχή της νουβέλας, όταν η κυρία αποχαιρετά τον νεαρό εραστή εκείνης της νύχτας, δεν προσθέτει το μελοδραματικό “για πάντα” της πρώτης γραφής. Επίσης, ας μην λησμονούμε, ότι πρόκειται για έναν εικοσάρη, έμμονα προσκολλημένο σε μια άλλη κυρία, ο οποίος, ωστόσο, την προηγούμενη νύχτα, γνώρισε την ηδονή των αισθήσεων. Εκείνο, λοιπόν, που τον απασχολεί στο ταξίδι της επιστροφής, είναι το δίδαγμα αυτής της εμπειρίας, που του έδειξε ότι η ουσία είναι η ηδονή και μάλιστα, όταν είναι απηλλαγμένη από τον ψυχαναγκασμό του έρωτα. Αυτό το εκ της πείρας μάθημα θα είναι το επόμενο σημείο των ερωτικών του αναζητήσεων.
Ποιος, όμως, είναι ο συγγραφέας αυτής της περιώνυμης στα γαλλικά γράμματα νουβέλας, που ο γνωστός γάλλος κριτικός Σαιντ-Μπεβ, στα «Λογοτεχνικά Πορτραίτα» του, την χαρακτηρίζει το μοναδικό πραγματικά κομψό δείγμα στο είδος του ερωτογραφήματος; Για δεκαετίες οι γνώμες διχάζονταν. Άλλοι την απέδιδαν στον Κλωντ Ζοσέφ Ντορά και άλλοι στον Ντομινίκ Βιβάν ντε Νον ή και Ντενόν. Το ερώτημα απαντήθηκε οριστικά, το 1864, με την λεπτομερή εξέταση του ιστορικού των πρώτων εκδόσεων. Στην πρόσφατη ελληνική έκδοση, δίνονται οι σχετικές πληροφορίες και μάλιστα, πολλαπλώς, καθώς, εκτός από τις σημειώσεις, αναδημοσιεύονται δυο πρόλογοι από γαλλικές εκδόσεις της νουβέλας κατά την τελευταία δεκαπενταετία, του συγγραφέα Ζουλιέν Σεντρές και του μελετητή των ιδεών του 18ου αιώνα, Μισέλ Ντελόν. Επίσης, ως επίμετρο, προστίθενται κείμενα των Ανατόλ Φρανς και Μίλαν Κούντερα, καθώς και χρονολόγιο. Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι συγγραφέας της νουβέλας είναι ο Ντενόν. Μόνο που τα αλληλοκαλυπτόμενα στοιχεία δημιουργούν την υπόνοια ότι ο πρεσβύτερός του και φίλος του Ντορά μπορεί και να την σφετερίστηκε.
Αναλυτικότερα, η νουβέλα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1777, υπογεγραμμένη με τα αρχικά του Ντενόν, στην παρισινή μηνιαία «Εφημερίδα των Κυριών», που εξέδιδε μια κυρία, στης οποίας το λογοτεχνικό σαλόνι σύχναζε ο Ντενόν. Αρχισυντάκτης ήταν ο Ντορά, ο οποίος και σημειώνει προλογικά ότι η ιστορία του φάνηκε πνευματώδης και πρωτότυπη, γι’ αυτό και την συμπεριέλαβε. Την ξανατύπωσε ο ίδιος ο Ντορά, το 1780, σε δίτομα ανάλεκτα έργων δικών του και άλλων λογίων, όλα δημοσιευμένα στην «Εφημερίδα των Κυριών». Εκεί, η νουβέλα δεν φέρει υπογραφή. Πιθανώς γιατί τα αρχικά της πρώτης υπογραφής, M.D.G.O.D.R., τουτέστιν M. Denon Gentilhomme Ordinaire du Roi, δεν άρμοζαν στο διπλωματικό πόστο, που ο Ντενόν είχε ενδιαμέσως εξασφαλίσει στην Ιταλία. Το ίδιο έτος, όμως, η νουβέλα ξανατυπώθηκε στα Άπαντα του Ντορά. Μόνο που, αυτή τη φορά, δεν είχε εκείνος την πρωτοβουλία, αφού είχε στο μεταξύ – συγκεκριμένα, στις 29 Απριλίου - αποδημήσει. Η πρωτοβουλία καθώς και η επιμέλεια ανήκουν σε  έναν συγγενή του, στον οποίο φαίνεται να οφείλεται και η έκδοση του 1802, και πάλι σε τόμο με έργα του Ντορά. Θα πρέπει, εδώ να αναφερθεί, ότι ο Ντορά ήταν ένας μάλλον μέτριος θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος, που φρόντιζε όμως ιδιαίτερα τα της προβολής του. Όπως φαίνεται, ο Ντενόν αδιαφόρησε για το πρώτο τύπωμα της νουβέλας του, όντας πολύ απασχολημένος με την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Υπάρχει, ωστόσο, μαρτυρία, ότι την έκδοση της δεύτερης εκδοχής της νουβέλας, του 1812, και πάλι ανώνυμη, την επιμελήθηκε ο ίδιος. Σύμφωνα με μαρτυρίες, μεταξύ αυτών και του  Μπαλζάκ, στη διάρκεια ενός πριγκιπικού δείπνου, όταν ήρθε η συζήτηση στο ανεξάντλητο θέμα της γυναικείας πανουργίας, ο Ντενόν αφηγήθηκε την ιστορία, γοητεύοντας το ακροατήριό του. Έσπευσε, μάλιστα, την επαύριον του δείπνου, να την τυπώσει σε βιβλιάριο για να έχει την ευχαρίστηση να την προσφέρει μετά αφιερώσεως στην ολιγομελή και εκλεκτή ομήγυρη εκείνου του δείπνου. Εικάζεται ότι τυπώθηκαν 25 με 30 αντίτυπα. Εκείνο, πάντως, που κατατέθηκε στην Αυτοκρατορική Βιβλιοθήκη, φέρει, κάτω από το αποστολικό απόφθεγμα, “το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί”, που προστέθηκε ως μότο, υπογραφή με τα αρχικά του ονόματός του.
Το μόνο σίγουρο για τον αναμφίβολα πολυτάλαντο αλλά και πολύ άσχημο, τουλάχιστον κατά τη θηλυκή ετυμηγορία της εποχής του, Ντενόν είναι ότι ήταν ένας πνευματώδης συζητητής, που γνώριζε το πως να γοητεύει τους άλλους, ανεξαρτήτως φύλου και κοινωνικής τάξης. Προ παντός, τους ευγενείς και τους αξιωματούχους, παρότι προερχόταν από την εκτός Παρισιού ευκατάστατη αλλά χαμηλόβαθμη αριστοκρατία. Χάρις στους κομψούς και θελκτικούς του τρόπους επέπλευσε στην γαλλική αριστοκρατία παραπάνω από μισό, ιδιαίτερα ταραχώδη, αιώνα. Από το 1769, σε ηλικία είκοσι δυο ετών, που κάνει το ντεμπούτο του στην Αυλή του Λουδοβίκου ΙΕ΄ μέχρι το 1825, που πεθαίνει ως ένας τιμημένος πρεσβύτης στην Αυλή του Κάρολο Ι΄. Ως χαράκτης συστήνεται στον πρώτο Λουδοβίκο, ως διπλωμάτης περιφέρεται στην Ευρώπη, από την Ρωσία στην Ελβετία και την Ιταλία, επί βασιλείας του επόμενου Λουδοβίκου, του ΙΣΤ΄, ως καλλιτέχνης και επιστήμονας, όχι μόνο επιβιώνει, αλλά και προοδεύει στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Υπό την προστασία του Ροβεσπιέρου γίνεται χαράκτης της Δημοκρατίας, ως σύντροφος του Μπαράς κυκλοφορεί στα γαλλικά σαλόνια την περίοδο του Διευθυντηρίου, δεν καταποντίζεται όμως μετ’ αυτού, αφού βρίσκεται ήδη υπό την προστασία του Ναπολέοντα. Τότε, σε ηλικία πενήντα ετών, ξεκινά το κύριο και λαμπρότερο στάδιο της ζωής του. Ακολουθεί τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία του στην Αίγυπτο, κομίζοντας σχέδια και εκατοντάδες χαρακτικά, τα οποία και εικονογραφούν την ανιστόρηση του «Ταξιδιού στην Κάτω και Άνω Αίγυπτο». Πρόκειται για ένα βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 1802 και προκάλεσε αίσθηση στην ταραγμένη Ευρώπη. Πρώτος αιγυπτιολόγος ο βαρώνος πλέον Ντενόν, γίνεται ο πρώτος διευθυντής του Κεντρικού Μουσείου των Τεχνών, το οποίο, το 1803, μετονομάζεται σε Μουσείο Ναπολέοντος. Το 1770, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ τον είχε τοποθετήσει φύλακα της συλλογής πολύτιμων λίθων της κυρίας ντε Πομπαντούρ, τριάντα χρόνια αργότερα, απαξάπαντες οι καλλιτεχνικοί θησαυροί της χώρας βρίσκονται στη δικαιοδοσία του. Κι εκείνος, όχι μόνο τους φυλάσσει, αλλά με ζήλο τους πολλαπλασιάζει. Ακολουθεί τον Ναπολέοντα στις εκστρατείες του σε Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, Ισπανία, καταγράφοντας  επί τόπου τα έργα τέχνης, τα οποία επιτάσσονται και λαφυραγωγούνται. Το 1814, όταν το Μουσείο Ναπολέοντος μετονομάζεται σε Βασιλικό Μουσείο και το Συνέδριο της Βιέννης αποφασίζει την επιστροφή των έργων τέχνης, ο Ντενόν παραιτείται. Ο Σεντρές, προλογίζοντας την πρώτη έκδοση του 21ου αιώνα, τον αποκαλεί λωποδύτη. Υπάρχει, όμως, και η άποψη ότι μόχθησε για ένα μεγάλο μουσείο τέχνης αντάξιο ολόκληρης της Ευρώπης, όπου θα φυλάσσονταν και οι θησαυροί των άλλων ηπείρων, προστατευμένοι από τις τοπικές συγκρούσεις. Το 1870, που πήρε τελικά το όνομα Εθνικό Μουσείο του Λούβρου, ήταν κατά πολύ φτωχότερο.
Επειδή, στην Ελλάδα, τα περισσότερα γίνονται απρογραμμάτιστα και λίγο τυχαία, αντί να γνωρίσουμε τον Ντενόν από τα περί Τέχνης βιβλία του, μας συστήνεται με το ένα και μοναδικό λογοτεχνικό του πάρεργο. Τη νουβέλα, που το βάθος του μύθου της είναι πραγματικό, όπως βεβαιώνει ο Ντορά στο εισαγωγικό μότο της πρώτης δημοσίευσής της στο περιοδικό που διευθύνει. Τι, ακριβώς, εννοεί; Πως μπορεί να είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία ή ότι αντανακλά μια τρέχουσα σε εκείνη την εποχή πραγματικότητα; Πάντως, ο Ντενόν, όταν δεν βρισκόταν υπό την προστασία ισχυρών ανδρών, κατέφευγε στα σαλόνια κυριών, κοσμικών ή λογίων, ή, στις ευτυχείς περιπτώσεις, κοσμικών λογίων όπως η Κερκυραία Ισαβέλλα Θεοτόκη, μετέπειτα κόμισσα Αλμπρίτσι. Η ερωτική τους σχέση ξεκίνησε ταυτόχρονα με την Επανάσταση και χάρις σε αυτήν, όταν βρέθηκε αποκομμένος στη Βενετία. Σαραντάρης εκείνος, ούτε τριάντα η Ισαβέλλα. Περισσότερο, όμως, ενδιαφέρουσα είναι μια άλλη ερωτική ιστορία της Ισαβέλλας, λίγα χρόνια αργότερα, με έναν άλλο συγγραφέα, τότε ακόμη έφηβο, τον Ούγκο Φώσκολο. Εκείνη η ιστορία θυμίζει τη νουβέλα. Ήταν χωρίς επαύριον, όχι, όμως, και της μιας νύχτας, αφού η  Ισαβέλλα φέρεται ως μούσα των πρώτων έργων του Φώσκολου. Παρεμπιπτόντως, αν κάποιος εκδότης γοητευθεί από τη νουβέλα, θα μπορούσε να μας προσφέρει σαν συνέχεια τις επιστολές του Ντενόν προς την Ισαβέλλα. Κι αν οι κοντά 300 σελίδες τους φαίνονται πολλές, δεδομένου ότι κράτησε μέχρι το 1816, ας κάνει μια επιλογή των πρώτων και πλέον περιπαθών. Επίσης, παρενθετικά, απορούμε πώς γίνεται ο σχεδιαστής και επιμελητής της έκδοσης να παρακάμπτει τον  Ντενόν,  επιλέγοντας για εικόνα εξωφύλλου πίνακα ενός άλλου γάλλου ζωγράφου, του λίγο πρεσβύτερου Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ. Αναμφιβόλως, το λεύκωμα, που εκδόθηκε το 2006 για την διακοσιετηρίδα από τον θάνατο του Φραγκονάρ, με τα σχέδια και τους πίνακες, που εκείνος είχε ετοιμάσει για τα παραμύθια του Λα Φονταίν, προσφέρεται για εικονογράφηση της νουβέλας του Ντενόν, αλλά και τα δικά του, έστω χωρίς χρώμα, δεν υστερούν.

Μ. Θεοδοσοπούλου