Αρχείο



Βιβλίο

Γιάννης Παπακώστας
«Ο EMILE LEGRAND
και η Ελληνική Βιβλιογραφία
Αρχειακή μελέτη»
Εκδόσεις Ίδρυμα Ουράνη
Νοέ. 2011


Μια αλληλογραφία παρουσιάζει ενδιαφέρον, όταν γνωρίζουμε τα πρόσωπα των αλληλογράφων. Εμείς, όμως, δηλαδή ένα κάπως ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, πόσο μπορεί να γνωρίζουμε τον γάλλο ελληνιστή και βιβλιογράφο Εμίλ Λεγκράν; Σε μια καθολικού χαρακτήρα κλίμακα απαντήσεων,  μήπως η επικρατέστερη απάντηση θα ήταν  καθόλου; Αλλά μήπως και γνωρίζουμε τι είδους βιβλιογραφία είναι αυτή η «Ελληνική Βιβλιογραφία», όπως αποδόθηκε στα ελληνικά ο τίτλος της; Πόσω μάλλον να την έχουμε φυλλομετρήσει; Αλλά και πού να την βρεις να την περιεργαστείς;
Προχωρώντας τώρα στους αλληλογράφους· πόσο γνωρίζουμε τον ιστοριοδίφη Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ο γνωστότερος μεταξύ των συνολικά επτά επιστολογράφων του Λεγκράν, των οποίων επιστολές δημοσιεύονται στο βιβλίο; Όσο για τα ονόματα των υπολοίπων,  ούτε που τα έχουμε ακούσει, ασχέτως εάν τρία από αυτά αντιστοιχούν σε δύο επιφανείς βυζαντινολόγους και έναν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Άλλωστε, κανένα από τα αναφερόμενα ονόματα δεν καταχωρείται στις εγκύκλιες σπουδές, ούτε έχει φτάσει ποτέ να αποτελεί πτυχή της γενικότερης παιδείας μας.
Συνεπώς, η αλληλογραφία του Λεγκράν  μπορεί να χαρακτηρίζεται από τους ειδήμονες ως σημαντικό έργο, αφού αφορά την κυοφορία μιας θεμελιώδους για τις νεοελληνικές σπουδές βιβλιογραφίας, αλλά εκ προοιμίου στερείται  αναγνωστών. Έχουμε, μάλιστα, την εντύπωση ότι δεν θα αποκτούσε αναγνώστες ούτε εάν ήταν ευρύτερα γνωστή αυτή η τεράστιας έκτασης βιβλιογραφία, που συνέταξε ο γάλλος ελληνιστής. Κι αυτό γιατί το σκεπτικό με το οποίο καταρτίστηκε μάλλον δεν συμφωνεί με τα σημερινά κριτήρια αξιολόγησης. Καλύπτει μεν τα βιβλία από τέσσερις αιώνες τουρκοκρατίας, δηλαδή από την εμφάνιση της τυπογραφίας μέχρι το 1790, αλλά με τον όρο, ένας τουλάχιστον από τους συντελεστές τού καταγραφόμενου βιβλίου –τουτέστιν συγγραφέας, επιμελητής, εκδότης–  να είναι Έλληνας ή ελληνικής καταγωγής, με σχετική δραστηριότητα σε αυτήν την περίοδο. Ανεξάρτητα από τη γλώσσα του βιβλίου. Αυτό, μεθερμηνευόμενο, αποκλείει μια έκδοση, λ.χ., Αριστοτέλη ή Ευριπίδη, που επιμελήθηκαν και εξέδωσαν ξένοι, ενώ συμπεριλαμβάνει πλήθος εκκλησιαστικών βιβλίων.    
Υπάρχει, ωστόσο, και η άποψη, ότι μια αλληλογραφία, αυτή καθ’ εαυτή ως ανάγνωσμα, μπορεί να αναπτύξει τη δική της δυναμική, δεδομένου ότι δεν απαιτεί το γνωστικό πεδίο, που χρειάζεται η ανάγνωση του κυρίως έργου των αλληλογράφων. Στο γεγονός, άλλωστε, ότι μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον ενός νεότερου και μη ειδικού αναγνωστικού κοινού, έγκειται μέρος της αξίας μιας αλληλογραφίας. Για να επιτευχθεί, όμως, αυτό, απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Κατ’ αρχήν, η αλληλογραφία να είναι αμφίπλευρη, ώστε να αναπτύσσεται διάλογος μεταξύ των δυο αλληλογράφων, ο οποίος, σε αντίθεση με την μονόπλευρη και συνακόλουθα μονολογική επιστολογραφία, δίνει μια εικόνα, έστω και περί διαγραμμάτων, του θέματος.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό είναι αδύνατο, αφού, όπως φαίνεται, σε κανένα από τα αρχεία των αλληλογράφων του Λεγκράν δεν διασώθηκαν επιστολές του, ούτε ο ίδιος ήταν τόσο συστηματικός ώστε να κρατάει αντίγραφο. Παρόλο που αυτό το τελευταίο, θα αναμενόταν. Αν όχι αντίγραφο, τουλάχιστον κάποια σημείωση εις εαυτόν, όλο και θα πρέπει να κρατούσε, δεδομένου ότι ζητούσε κείμενα και πληροφορίες ταυτόχρονα από ένα πλήθος προσώπων. Ποιος γνωρίζει αν δεν υπάρχει ένα παρόμοιο μνημόνιο στο Αρχείο του; Κατά κανόνα, για να εντοπισθεί το οτιδήποτε, απαιτείται ο ερευνών να έχει συγκεκριμένη εικόνα του ζητούμενου.
Μια δεύτερη προϋπόθεση θα ήταν να πρόκειται τουλάχιστον για ένα ακέραιο επιστολικό σώμα. Αυτή η προϋπόθεση εν μέρει πληρούται.  Οι επιστολογράφοι είναι επτά και από την αλληλογραφία του καθενός σώζεται ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα, μέχρι το ελάχιστο της μιας επιστολής. Ωστόσο, τα πέντε από τα επιστολικά σώματα, των τεσσάρων Ελλήνων επιστολογράφων και του ενός Πολωνού, που είναι και το κυρίως σώμα, καλύπτουν, χωρίς να επικαλύπτονται, την μακριά χρονική περίοδο συγγραφής της «Ελληνικής Βιβλιογραφίας», δηλαδή από το 1869 μέχρι το 1910. Παραδόξως, μάλιστα, φαίνεται να σώζεται σε όλες τις περιπτώσεις, η εναρκτήρια επιστολή. Με αυτό το ατού, αν ο επιμελητής ήθελε να ελκύσει ένα κάπως πλατύτερο κοινό, θα χρειαζόταν να παρουσιάσει τα πρόσωπα, πρωτίστως τον Λεγκράν, που είναι ο βασικός αλλά βουβός συνομιλητής, αλλά και να αποκαταστήσει τον αναμεταξύ τους διάλογο, με πληροφορίες εκτός αλληλογραφίας, όπως το ποιες ήταν κάθε φορά οι αντιδράσεις του παραλήπτη σε όσα του έγραφαν. Δηλαδή, κατά πόσο έπραττε σύμφωνα με τις συστάσεις και διορθώσεις, που του έκαναν, το πώς αντιμετώπιζε τις τυχόν απαιτήσεις, που πρόβαλαν, ή και τις κρίσεις, που διατύπωναν.
Από τον περασμένο Μάϊο, που διαβάσαμε για το υπό εκκόλαψη βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα, περιμέναμε με ενδιαφέρον να μάθουμε περισσότερα για τον γάλλο ελληνιστή και το μνημειώδες έργο του. Τελικά, πρόκειται, σύμφωνα και με τον υπότιτλο, για μια “αρχειακή μελέτη”, που έχει καταρτισθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποβεί πολύτιμη για έναν ευρύ κύκλο μελετητών, δηλαδή για όλους εκείνους που εντρυφούν ή και χρησιμοποιούν ως βασικό βοήθημα την «Ελληνική Βιβλιογραφία» του Λεγκράν. Τόσο το πρώτο μέρος της μελέτης, το εισαγωγικό στην αλληλογραφία, όσο και τα υποσελίδια φιλολογικά σχόλια συντάχθηκαν, έχοντας κατά νου αυτό το κοινό, που έχει την ευχέρεια να καταφεύγει στις αρχειακές πηγές. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να αρκεστούν στις απόψεις  περί των προσώπων και των κινήτρων τους, όπως τις συνοψίζει ο επιμελητής. Για τα πρόσωπα, ωστόσο, εκείνης της εποχής, την αξία τους και τις μεταξύ τους διαφορές, καλό είναι να διαμορφώνονται κρίσεις από πρωτογενείς πηγές.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο κεντρικός ήρωας αυτής της αφήγησης, ο Αιμίλιος Λεγράνδιος, όπως ο ίδιος φέρεται να είχε εξελληνίσει το όνομά του. Για τα βιογραφικά του δίνονται δυο βασικές παραπομπές: Σε κείμενο του μαθητή και διαδόχου του Υμπέρ Περνώ, ενσωματωμένο στον τελευταίο τόμο της «Ελληνικής Βιβλιογραφίας», τον οποίο επιμελήθηκε εκείνος μετά το θάνατο του Λεγκράν. Και σε ανέκδοτη δακτυλογραφημένη διδακτορική διατριβή του 1974 στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης της Μαριάννας Δήτσα. Ενώ, δεν δίνονται  επαρκείς πληροφορίες, όπως γίνεται για τους λιγότερο ή και καθόλου γνωστούς επιστολογράφους του. Για παράδειγμα, από τις πληροφορίες που παρατίθενται, μαθαίνουμε την ημερομηνία γέννησης του Λεγκραν (30 Δεκ. 1841), αλλά μόνο την χρονολογία θανάτου, ενώ είναι γνωστή η ημερομηνία (14 Νοε. 1914), χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες θανάτου του, που συνήθως έχουν άμεση σχέση με την τύχη των κατάλοιπων. Επίσης, ότι φοίτησε στο Λύκειο Caen, που ως ονομασία δεν λέει τίποτα στον τυχόντα έλληνα αναγνώστη. Ποιος γνωρίζει ότι το εν λόγω ίδρυμα είναι ένα από τα πρώτα καθολικά λύκεια της Γαλλίας; Γι’ αυτό, ακριβώς, και επιλέχτηκε από την οικογένεια Λεγκράν, που τον προόριζε για το ιερατικό επάγγελμα. Μπορεί μεν εκείνος να το εγκατέλειψε νωρίς, αλλά στην εκεί διαμονή του όφειλε το ενδιαφέρον του για τον νεότερο ελληνισμό. Ακόμη, ότι ταξίδεψε στην Αθήνα και αλλού στην Ευρώπη, χωρίς, όμως, αναφορά χρονολογιών, που θα μπορούσαν να αποβούν βοηθητικές κατά την ανάγνωση των επιστολών.    
Μεγαλύτερη είναι η απογοήτευση εκείνου του φιλοπερίεργου αναγνώστη, που  μπορεί να μην είχε την τύχη να περιεργαστεί το βιβλιογραφικό κολοσσό του Λεγκράν, αλλά έτυχε να φυλλομετρήσει ή και να διαβάσει επιλεκτικά κάποια από τα βιβλία του Σάθα. Αυτός ήλπιζε να μάθει περισσότερα, καθώς τον κέρδισε ο πλούτος των στοιχείων και η ζωντάνια της αφήγησης. Εδώ, η κύρια πηγή του Παπακώστα είναι οι 80 επιστολές Σάθα προς Δημήτριο Βικέλα, που βρίσκονται ανέκδοτες στο Αρχείο του δεύτερου. Κάθε φορά που αντλεί μια πληροφορία, αναφέρει ότι πρόκειται για άγνωστη ή, κατά παραλλαγή, αδημοσίευτη επιστολή, ενίοτε παραθέτει και επίμαχο απόσπασμα. Ας μας επιτραπεί να χαρακτηρίσουμε αυτήν την τακτική ως το κινέζικο μαρτύριο της σταγόνας. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Σε πρόσφατο δημοσίευμά του, είχε παρουσιάσει μερικές επιστολές του εκδότη Γεωργίου Κασδόνη προς Βικέλα, χωρίς να αναφέρει το συνολικό αριθμό και το χρονικό τους άνοιγμα. Ολόκληρο σύλλογο έστησε ο Βικέλας. Απορούμε, γιατί αυτά τα πολύτιμα επιστολικά σώματα, που τα οφείλουμε στην ευταξία και προνοητικότητά του, να μην έχουν εκδοθεί σε μια σειρά τόμων.
Οι επιστολές Σάθα προς Βικέλα φαίνεται να αποτελούν προαπαιτούμενο των επιστολών του προς Λεγκράν. Ειδάλλως, οι σχέσεις Λεγκράν-Σάθα μένουν θολές, αδικώντας αμφότερους και κυρίως τον Σάθα. Σημειωτέον ότι πρόκειται για τον μοναδικό από τους επιστολογράφους του Λεγκράν, που είναι ομήλικός του και την περίοδο της αλληλογραφίας τους, τουλάχιστον στο πρώτο τμήμα των 38 επιστολών, γραμμένων στα ελληνικά και χωρίς μεγάλα χρονικά κενά, από τον Ιούνιο 1869 μέχρι τον Νοέμβριο 1872, ο Λεγκράν δεν είχε αρχίσει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο. Άρα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, από κάθε άποψη, ως ισότιμοι, καθώς αμφότεροι μόλις ξεκινούσαν. Ο Παπακώστας διαβεβαιώνει ότι, σύμφωνα με τις πηγές του, ο Λεγκράν εκφραζόταν υποτιμητικά για το έργο του Σάθα. Το γιατί μένει μετέωρο.     
Κατά τα άλλα, όσο αφορά την έκδοση της αλληλογραφίας, ισχύει η αρχή, ότι το καλό πράγμα αργεί να γίνει. Η “αρχειακή μελέτη” τυπώθηκε Νοέ. 2011. Παρουσιάζει ένα επιστολικό σώμα 160 γραμμάτων από τα κατάλοιπα του Λεγκράν, που, με το θάνατό του, έμειναν στον Περνώ. Το 1903, ο δεύτερος ήταν 33 ετών. Πέθανε το 1946. Ένα χρόνο νωρίτερα, πήγε στο Παρίσι ως υπότροφος του γαλλικού κράτους ο Σταμάτης Καρατζάς, τότε νέος διδάκτορας. Ο Περνώ του εμπιστεύτηκε το εν λόγω επιστολικό σώμα προς έκδοση. Εκείνος, με τη σειρά του, δεκαετίες αργότερα, το εμπιστεύτηκε, και πάλι προς έκδοση, σε έναν άλλο νέο διδάκτορα, τον Παπακώστα. Στο προοίμιο της έκδοσης, αυτός δεν προσδιορίζει τη χρονολογία. Πάντως ο Καρατζάς πέθανε το 1986, αλλά, λόγω προβλημάτων υγείας, είχε εγκαταλείψει το Πανεπιστήμιο από το 1975.
Στο προοίμιό του, ο Παπακώστας προσδιορίζει ότι δεν πρόκειται για προσωπική αλληλογραφία αλλά για επιστημονικό διάλογο. Κι αν όχι ακριβώς για διάλογο, για μια σειρά από μονολόγους, που αντανακλούν  το πώς γινόταν τότε η έρευνα γενικότερα, και πέραν του συγκεκριμένου παραδείγματος της κατάρτισης από τον Λεγκράν της Βιβλιογραφίας του. Ο Παπακώστας αναδεικνύει αυτό “το ρεύμα ιδεών” μεταξύ Ανατολής και Δύσης, παρακολουθώντας τις έρευνες των επιστολογράφων. Οι επιστολικοί μονόλογοι διατάσσονται ως εξής: 41 επιστολές Σάθα, στο διάστημα 1869-1880, από Αθήνα, Βιέννη, Βενετία, Παρίσι, με κενό το διάστημα 1872-1877, κατά το οποίο συναντήθηκαν στο Παρίσι και συνεργάστηκαν. Η αλληλογραφία τους ξεκινά, όπως και όλες οι άλλες, κατά παρότρυνση κοινού γνωστού. Ανταλλάσσουν πληροφορίες και συχνά ο ένας σχολιάζει βιβλίο του άλλου, ενώ αλληλοκαλύπτουν ανάγκες σε αγορές βιβλίων. Ο Σάθας του αντιγράφει τουλάχιστον δυο έργα και του υποδεικνύει μετά επιμονής τα αξιόλογα προς έκδοση, όπως τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και τη γραμματική του Νικόλαου Σοφιανού. Αντιθέτως, τον αποτρέπει να ανατυπώσει κάποια άλλα, όπως την φυλλάδα του Σπανού. Εδώ, ο επιμελητής παρατηρεί ότι ο Σάθας αντιμετωπίζει τον Λεγκράν ισότιμα, αν όχι από θέση υπεροχής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την επιστημονική πρόοδο εκείνου. Θα λέγαμε ότι εκφράζεται με το κύρος κάποιου που γνωρίζει ένα θέμα από πρώτο χέρι και τα κείμενα εξ αυτοψίας, αλλά και με την υπεροχή της ελληνικής ως μητρικής γλώσσας. Απορούμε γιατί χαρακτηρίζει τον Σάθα ως κάποιον που δεν άσκησε κανένα επάγγελμα, με κριτήριο ότι η πηγή της χρηματοδότησής του ήταν το κράτος.  Με αυτήν τη λογική, και σήμερα, ερευνητής θα πρέπει να θεωρείται μόνο ο οργανικά ενταγμένος σε ένα ίδρυμα ή ο χρηματοδοτούμενος από αυτό.
Ακολουθούν 18 επιστολές του Κωνσταντινουπολίτη Βασίλειου Γεωργιάδη, από το Μόναχο, την περίοδο Ιουν. 1882-Απρ. 1883. Τότε μεταπτυχιακός φοιτητής ο Γεωργιαδης - είναι ο κατόπιν Πατριάρχης Βασίλειος ο Γ΄- γράφει εκτενείς επιστολές, στις οποίες περιγράφει βιβλία, πολλά από τα οποία και τού αντιγράφει. Είναι μόλις πέντε χρόνια νεότερος του Λεγκράν, αλλά ο τόνος των επιστολών είναι αυτός του ευπειθούς μαθητού. Έπονται οι 14 επιστολές του πηλιορείτη δάσκαλου και ιερέα Αθανάσιου Παπαδόπουλου Κεραμέως, από Κωνσταντινούπολη και Ιεροσόλυμα, την περίοδο Δεκ. 1884- Δεκ. 1887.  Δεκαπέντε χρόνια νεότερος ο Κεραμεύς, 28 ετών το 1884, αντιγράφει κυρίως Μηναία και περιγράφει εκκλησιαστικά βιβλία, όπως και ο Γεωργιάδης. Κατ’ εξαίρεση, οι επιστολές του έχουν έναν τόνο οικειότητας. Ο τέταρτος έλληνας επιστολογράφος είναι ο επίσης Κωνσταντινουπολίτης Βασίλειος Μυστακίδης, 16 χρόνια νεότερος του Λεγκράν, 30 ετών το 1888, όταν αρχίζει η αλληλογραφία τους, που είναι και η μεγαλύτερη από τις σωζόμενες, φθάνοντας 49 επιστολές μέχρι το 1890. Οι περισσότερες σταλμένες από τη Γερμανία, όπου βρισκόταν ως μεταπτυχιακός φοιτητής, επικεντρώνονται στο Αρχείο του ελληνιστή θεολόγου του 16ου αιώνα, Μαρτίνου Κρούσιου. Πολυλογά και μίζερο τον βρίσκει ο επιμελητής. Μάλλον πολύ πρόθυμος φαίνεται σε εμάς, όπως και ο έτερος μεταπτυχιακός, ο Γεωργιάδης. Είναι δύο φιλότιμοι αντιγραφείς, που επιμένουν στην πιστή έκδοση των έργων.
Γενικότερα, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι επιστολογράφοι έχουν ως βασικό κίνητρο την προβολή των ελληνικών γραμμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο, γι’ αυτό και νιώθουν υπόχρεοι απέναντι στον γάλλο ελληνιστή και, από μια στιγμή και μετά, πανεπιστημιακό. Εκείνος, από την πλευρά του, στο Παρίσι ή και στην εξοχή, κατήρτιζε με βάση τις πληροφορίες  και τις αντιγραφές τους τα δελτία της Βιβλιογραφίας. Σε αυτά, ανέφερε τη βιβλιοθήκη, αλλά όχι πάντοτε τον ερευνητή. Η μνεία εξαρτιόταν από τη θέση που κατείχε. Ένας μεταπτυχιακός, τότε όπως και σήμερα, δεν μνημονεύεται. Ορισμένες από τις αλληλογραφίες φαίνεται να διακόπτονται λόγω οικονομικού αιτήματος του ερευνητή. Κάποια πράγματα όπως φαίνεται δεν αλλάζουν. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε την διχόνοια, που φαίνεται να υπάρχει αναμεταξύ  κάποιων επιστολογράφων. Ενώ, ομαδικά πυρά εξαπολύουν εναντίον του Μανουήλ Γεδεών, στα οποία προστίθεται και η αντιπάθεια του Λεγκράν, καθώς φαίνεται ότι ο Γεδεών, από μιας αρχής, του είχε ζητήσει αμοιβή για την όποια βοήθεια στην έρευνα. Όπως και να έχει, δεν δίνονται ακριβείς πληροφορίες για τις σχέσεις αυτών των δυο, παρά μόνο ότι ήταν και ο Γεδεών ανάμεσα στους επιστολογράφους του Λεγκράν.
 Πέρα από τις επιμέρους παρατηρήσεις, ενδεχομένως μεμψίμοιρες, η έκδοση της αλληλογραφίας είναι άρτια, τόσο ως επιστολικό σώμα όσο και ως αρχειακή μελέτη. Ενδεικτικό της προσεκτικής επιμέλειας είναι ο υπομνηματισμός, ο οποίος δεν εξαντλείται στην απλή λημματογράφηση, αλλά συχνά προκύπτει από αρχειακή έρευνα. Σε αυτό πρέπει να συνυπολογιστεί και η συμβολή του Ιδρύματος Ουράνη, που συμπεριέλαβε στο εκδοτικό του πρόγραμμα την αντιεμπορική αυτή έκδοση. Εκείνο, πάντως, που καθίσταται σαφές από την αλληλογραφία Λεγκράν είναι ότι αυτή η μνημειώδης Βιβλιογραφία δεν οφείλεται αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο. Ένα  ποσοστό της, το οποίο μένει αδιευκρίνιστο, προέκυψε μέσα από συλλογικό μόχθο. Εκείνος, εκτός από εμπνευστής και συστηματικός ερανιστής λημμάτων ο ίδιος,  κρατά θέση μόνιμου συντονιστή και αυστηρού ελεγκτή στο τελικό άθροισμα του λημματολογίου.  Πίσω του, όμως, στοιχίζονται, δηλωμένα ή όχι, ακόμη κάποια πρόσωπα. Εξ αυτών, το πόσο ακριβώς συνέβαλλε ο καθένας συνιστά ένα ζητούμενο, το οποίο ίσως να μη μάθουμε ποτέ.


Μ. Θεοδοσοπούλου
Βασίλης Π. Καραγιάννης
«Συγκεχυμένες αγάπες»
Εκδόσεις Γαβριήλδης
Νοέμβριος 2011
 

Με την συνεχή απίσχνανση ή και απλοποίηση της ελληνικής, που, από μια νεοτερίζουσα οπτική χαρακτηρίζεται ως απολέπιση από ένα παλαιότερο γλωσσικό υλικό προς εκσυγχρονισμό, τα διηγήματα του Βασίλη Καραγιάννη μπορεί και να απομακρύνουν το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Κάτι οι άγνωστες λέξεις, κάτι η ποικιλία των εκφραστικών τρόπων, κάτι οι ειρωνικές αποχρώσεις, που υποσκάπτουν το όποιο στέρεο έδαφος μυθοπλασίας, πιστεύουμε ότι δυσκολεύουν ένα μέσο σημερινό αναγνώστη. Άλλωστε και η ανάγνωση μια συνήθεια είναι, την οποία διαμορφώνει η κάθε εποχή με τους δικούς της μέσους όρους αναγνωσμάτων. Τα χαρακτηριστικά, όμως, που αποκλείουν τους πολλούς, ελκύουν την αναγνωστική μειονότητα. Όσους, δηλαδή, διαθέτουν κάποια λεκτική επάρκεια και αρέσκονται στη σκωπτική θεώρηση των πραγμάτων. Αυτήν τη μερίδα αναγνωστών την έχει κερδίσει ο Καραγιάννης και μόνο με τους τίτλους των νέων διηγημάτων του, έτσι όπως δείχνουν εκ προοιμίου τον ασυνήθη και ιδιότυπο χαρακτήρα της έμπνευσης.
Η πρόσφατη συλλογή περιλαμβάνει επτά διηγήματα συν μια “ημινουβέλα”, σύμφωνα με τους ειδολογικούς χαρακτηρισμούς του συγγραφέα. Το εκτενές πεζό, με τίτλο «Τα 6,6 της σκηνοπηγίας», παρουσιάζει τα του σεισμού 6,6 Ρίχτερ, που έπληξε την περιοχή της Κοζάνης στις 13 Μαΐου 1995. Αφηγηματικά διαφορετικό και θεματικά εστιασμένο, διαφοροποιείται από το υπόλοιπο βιβλίο και αυτονομείται. Αντιθέτως, τα επτά διηγήματα δεν έχουν έναν συγκεκριμένο μύθο, δηλαδή μια σαφώς διαγεγραμμένη υπόθεση, που να συνοψίζεται και να προσφέρεται για αναδιήγηση. Διακρίνεται, ωστόσο, σε όλα ένας αρχικός θεματικός πυρήνας, ενώ, καθώς προχωρά η αφήγηση, αποκαλύπτονται και άλλοι δευτερεύοντες. Αυτοί φαίνεται σαν να αναδύονται από τις συνειρμικές παρεκβάσεις του αφηγητή, οι οποίες και αποτελούν χαρακτηριστικό του τρόπου που διηγείται. Οι αφηγήσεις δεν έχουν επικαιρικό χαρακτήρα, ούτε όταν περιγράφουν συγκεκριμένα περιστατικά. Είναι προφανές ότι περισσότερο απασχολεί γενικότερα η ανθρώπινη φύση, που ανάλογα με τις περιστάσεις δείχνει διαφορετικές πλευρές της. Ο αφηγητής περιγράφει, τις περισσότερες φορές, χωρίς να συμμετέχει αλλά και χωρίς να μένει ουδέτερος. Τα σχόλιά του δεν έχουν χαρακτήρα επεξήγησης ούτε κριτικής. Έτσι όπως ανατρέχει σε παλαιότερες εποχές, διαφαίνεται μια φιλοσοφίζουσα διάθεση, που καθόλου δεν επιβαρύνει την αφήγηση. Το μυστικό της αλαφράδας της είναι οι διακυμάνσεις της ειρωνείας που καλλιεργεί. Σε άλλά σημεία, παραμένει διακριτική, σχεδόν κρυμμένη μέσα σε απανωτές στρώσεις νοσταλγικής διάθεσης και άλλού προβάλλει σε πρώτο πλάνο, κάποτε καταφανώς περιπαικτική.
Σύμφωνα και με τους αισώπειους μύθους, τα ανθρώπινα κατά Καραγιάννη μπορούν να αναδειχθούν και με ιστορίες, που έχουν ήρωες ζώα. Ένα από τα διασκεδαστικότερα διηγήματα της συλλογής στρέφεται γύρω από τα συνουσιαστικά ήθη, παλαιότερα και νεότερα, εστιάζοντας στα αντίστοιχα των αιγών. Ήδη, ο τίτλος του διηγήματος, «Τράγου απόδραση», που στην καθομιλουμένη θα αποδιδόταν «Ο τράγος το ’σκασε», δηλώνει, τουλάχιστον για τους κινηματογραφόφιλους, τον ανθρωπομορφισμό, καθόσον είναι εμπνευσμένος από τη δημοφιλή ταινία, «Η νύφη το ’σκασε». Κατά τον υπέρτιτλο, το διήγημα έχει τη μορφή “ποιμενικού ερωτικού δράγματος”. Προσοχή εδώ στο λογοπαίγνιο: ο υπέρτιτλος παραπέμπει μεν ηχητικά στο βουκολικό δράμα, διακριτικά, όμως, κάνει λόγο για δράγμα, τουτέστιν πρόχειρο σχεδίασμα. Όπως και να έχει, η ιστορία ξεκινά με το δανεισμό από τον γείτονα του τράγου και την μεταγωγή του στον στάβλο, όπου βρίσκεται μαζί με τα λοιπά κατοικίδια του νοικοκυριού η γίδα, και τελειώνει με τη φυγή του προ του καταναγκαστικού έργου προς τον παρακείμενο “τόπο χλοερό  και αναπαύσεως”. Αποκτά, ωστόσο, σχεδόν μετανεοτερικό χαρακτήρα, καθώς ο κυρίως κορμός διανθίζεται με εμβόλιμες, δοκιμιακής φύσεως παρεκβάσεις για την τεχνική ζευγαρώματος των βοοειδών, από τον δάνειο μπουγά μέχρι τις πρακτικές της σπερματέγχυσης και του ευνουχισμού. Ένας σχολιασμός, που αναμετρά όλο το μέγεθος της βίαιης παρέμβασης του ανθρώπου στα ερωτικά των ζώων προς ίδιον όφελος. Το ποιμενικό δράμα και τα συναφή τοποθετούνται, όπως αρμόζει, στο σκηνικό του χωριού, ενώ οι διακειμενικοί διασκελισμοί, από την ελληνική μυθολογία στον Μπόρχες και τον Βασίλη Βασιλικό,  δίνουν την ευκαιρία για σατιρικά ιντερμέδια.
Επανερχόμενοι στο πολυσυλλεκτικό λεκτικό του βιβλίου, παρατηρούμε ότι δεν γίνεται προς επίδειξη, αλλά ως βοηθητικό κατά την πρόσμιξη διαφορετικών ειδών λόγου. Από το ιδιόλεκτο της αφήγησης περνάμε σε εκφράσεις της καθαρεύουσας, που συνάδουν με έναν δοκιμιακό λόγο, καθώς και σε δάνειες λέξεις από ξένα κείμενα, που επέχουν θέση υπόμνησης. Αναπόφευκτα, σε αυτές τις έμμεσες, λιγότερο ή περισσότερο πλάγιες αναφορές, μπορεί να υπάρχουν απώλειες κατά την ανάγνωση. Παράδειγμα, ο τίτλος του ενός από τα δυο άλλα διηγήματα, που, επίσης, πλέκονται γύρω από ερωτικά σμιξίματα, αλλά αυτά χωρίς συμβολιστικές υπεκφυγές στο ζωικό βασίλειο, περιπαίζοντας ευθέως τα ανθρώπινα. Ο τίτλος είναι «Κολόκες στην άμμο». Το θέμα, όπως προοιωνίζεται από τον τίτλο και τον υπέρτιτλο, «Κύπρια Επ(ε)ια», στρέφεται γύρω από τα επιπόλαια αλλά όχι και αδιάφορα ερωτικά παιχνίδια στη διάρκεια ενός ταξιδιού αναψυχής στην Κύπρο. Ο πλαγίως σεφερικός τίτλος, μαζί με ένα εμπειρίκιο διάνθισμα για την αρσενική γονιμοποιό βροχή και μερικούς στίχους Κωστή Παλαμά, επαυξάνει τη θυμηδία όσων ανιστορούνται. Το ίδιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται στο άλλο ερωτικό διήγημα, με προσδιοριστικό υπέρτιτλο, «Αιματηρή ηθογραφία». Αυτή τη φορά, χάρις στην υιοθέτηση της μεθόδου της συρραφής αλλότριων κειμένων. Για το σωτήριον έτος 1928, στην εξιστόρηση ενός ερωτικού δράματος, που οδηγεί στον τάφο –ακριβέστερα σε δύο  τάφους, καθόσον πολύ αιματηρό– και τη φυλακή, παρεμβάλλονται ειδήσεις τοπικής εφημερίδας πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου Μόνο που εδώ, ο κωμικοτραγικός χαρακτήρας της ιστορίας φαίνεται σαν να αντανακλάται και στη μέθοδο γραφής της. Πιθανώς, προς διακωμώδηση ενός αφηγηματικού τρόπου, που, τα τελευταία χρόνια, στα καθ’ ημάς, θεωρείται ως σήμα κατατεθέν υψηλής λογοτεχνίας.
Μια από τις ιστορίες της συλλογής είναι αφιερωμένη στα κατορθώματα των παιδικών χρόνων. Ήδη, από τον τίτλο, «Ο Μποέμ και οι Βοημοί της μνήμης μας», άρχονται οι διακειμενικές σε λογοτεχνία και κινηματογράφο νύξεις. Εδώ, όπως δηλώνεται ευθαρσώς και με τον υπότιτλο, «Μνήμη δικαίων μετ’ εγκωμίων», υπερισχύει η νοσταλγία, ενώ ανασταίνεται για ακόμη μια φορά  ο γενέθλιος τόπος, η Κοζάνη. Συνυφασμένο, ωστόσο, με τον τόπο αλλά και με τον χρόνο, είναι το ιδεολογικό παρελθόν. Μπορεί από το αναπεπταμένο φάσμα της ειρωνείας να επιλέγεται για τις αναμνήσεις ο περιπαικτικός τόνος, αλλάζει, όμως, και γίνεται πικρός, κάποτε και καταγγελτικός, όταν η αφήγηση σκοντάφτει στον Εμφύλιο ή και στα μετεμφυλιακά, σε χρόνους, δηλαδή, που προβάλλει καθοριστικό το δίδυμο εθνικοφροσύνης κομουνισμού.
Στη συλλογή, μετράμε δυο ιστορίες ταξιδιωτικού χαρακτήρα. Μια σύντομη, όπου ο αφηγητής φαίνεται σαν να ειρωνεύεται το ιταλικό ταμπεραμέντο, ενώ συμπάσχει με τους εκ βορράς λαθραίως ερχόμενους, όπου δεν αποφεύγονται οι ελαφρώς δραματικοί τόνοι. Και μια εκτενή, που περιγράφει ένα ανοιξιάτικο τετραήμερο οδοιπορικό στο Άγιο Όρος. Η αφήγηση ξεκινά με την αναχώρηση από την Ουρανούπολη την τρίτη πρωινή του Σαββάτου και τελειώνει με την αναχώρηση για το ταξίδι της επιστροφής από το λιμάνι της Δάφνης, μεσημέρι Τρίτης. Ο αφηγητής χαρακτηρίζει το ταξίδι εξαίσιο και εμείς, από την πλευρά μας, συναρπαστική την εξιστόρησή του. Πιθανώς και γιατί αφορά οδοιπορικό σε μια περιοχή, που θα παραμείνει – και καλώς θα κάνει να παραμείνει – φανταστική για το ήμισυ και κάτι του πληθυσμού, στο οποίο ανήκουμε. Συμβάλλουν, πάντως, ο ελλειπτικός χαρακτήρας της διήγησης, η πρόταξη σε κάθε μια από τις ημερολογιακές καταγραφές του ημερήσιου εορτολογίου και βεβαίως, ο χιουμοριστικός σχολιασμός.
Απομένει το πρώτο διήγημα της συλλογής και, κατά τη γνώμη μας, το μορφικά εντελέστερο. Στο αποτέλεσμα, συνεπικουρούν, και πάλι, ο ειρωνικός σχολιασμός
–αυτή τη φορά κουρδισμένος στο μοτίβο ματαιότης ματαιοτήτων– αλλά και το πυκνό πέπλο αναφορών, που η αφήγηση αποκρύβει. Ό,τι, βεβαίως, μένει κρυπτικό για τον αθηναίο αναγνώστη, δείχνει να συνιστά συνομιλία μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών της Κοζάνης. Στο διήγημα, η διακειμενικότητα δηλώνεται και με τον υπέρτιτλο. Μόνο που, αυτή τη φορά, η “διακειμενική περιδιάβαση” ξεκινάει από διάδοχο του Μπόρχες, τον Σέρβο εβραϊκής καταγωγής Ντανίλο Κις. Εκείνος ήταν που, το 1983, πέντε χρόνια πριν τον πρώιμο θάνατό του, στα 54, κατήρτισε την μυθιστορηματική «Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών», αποτίοντας φόρο τιμής σε όσους, λόγω πρόωρου θανάτου κατά τις σταλινικές διώξεις, καμιά εκυκλοπαίδεια δεν κατέγραψε το όνομά τους. Σαν σε εγκυκλοπαίδεια, και ο Καραγιάννης καταγράφει στο διήγημά του τα καταραμένα παιδιά άλλων τόπων και εποχών. Μεταξύ αυτών, καταχωρεί το όνομα του μεταφραστή του βιβλίου του Κις, Χρήστου Αρβανιτίδη, που έφυγε νωρίς. Κάποιες άλλες, ωστόσο, αναφορές, όπως εκείνη στον Νίκο Μπελογιάννη, μένουν πέραν του δέοντος κρυπτικές, τουλάχιστον για έναν  φιλοπερίεργο αναγνώστη. Όσο για τον τίτλο, «Ο πατών επί πτωμάτων κι ο περιπατών επί χρωμάτων», μπορεί να είναι εμπνευσμένος από το αναστάσιμο, “θανάτω θάνατον πατήσας”, αλλά, ταυτόχρονα, κυριολεκτεί, αφού ο ήρωας είναι ένας ζωγράφος, που έχει αναλάβει την επί τόπου αγιογράφηση μαρμάρινου επιτύμβιου. Αυτός δεν κατονομάζεται. Μόνο δίνεται η πληροφορία πως, όταν σπούδαζε στο Παρίσι, είχε γνωρίσει τον Σέρβο συγγραφέα, κι αυτό χάρις στον έλληνα μεταφραστή του. Κατά μια άλλη αφήγηση, ζωγράφος και συγγραφέας ξημερώθηκαν, αδειάζοντας την μπουκάλα με το τσίπουρο, που είχε στείλει ο Χρήστος στον Ντανίλο.
Ο συνδυασμός κειμενικών και εξωκειμενικών στοιχείων υποδηλώνει ως πρότυπο του κεντρικού ήρωα τον ζωγράφο Κώστα Ντιός, του οποίου πίνακας κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Τον είχαμε ξανασυναντήσει, προ χρόνων, στο διήγημα του Δημήτρη Νόλλα «Η μηχανή υπ’ αριθμό 721». Εκεί αναφερόταν ένας από τους πιο εντυπωσιακούς πίνακές του. Καθισμένος σε μια καφετέρια της Κοζάνης ο Νόλλας, παρατηρεί τον πίνακα, που καλύπτει ολόκληρο τον έναν τοίχο. Η αμαξοστοιχία στον πίνακα τού φαίνεται σαν να κατακρημνίζεται μαζί με τον θερμαστή της μέσα στο δωμάτιο, θυμίζοντάς του λησμονημένους φρουρούς του Ελληνισμού. Και τα δυο διηγήματα, του Καραγιάννη και του Νόλλα, με πλάγιες μνείες σε αυτόχειρες και αδικοσκοτωμένους, εστιάζουν στη μνήμη του τόπου. Από μια άποψη, αποτελεί και θέμα ολόκληρης της νέας συλλογής του Καραγιάννη, έστω και λανθάνον πίσω από μια διαβρωτική ειρωνεία.   


Μ. Θεοδοσοπούλου
Σάννυ Χαίγκμαν-Χατζοπούλου
«Τα απομνημονεύματά μου
“Η ζωή μου
με τον Κώστα Χατζόπουλο”»
Επιμέλεια, σχόλια, έρευνα
“Σάννυ και Σέντα”
Μαίρη Χρυσικοπούλου
Έκδοση Λαογραφικό-
Ιστορικό-Φιλολογικό
Μουσείο Αιτωλοακαρνανίας
Αγρίνιο, Δεκ. 2011


Η βιογραφία κάποιου συγγραφέα δεν θεωρείται πλέον η κύρια οδός στην προσέγγιση του έργου του, ωστόσο η συμβολή της στη συναρμογή των επί μέρους ψηφίδων παραμένει σημαντική. Εξ ου και η σύνθεση μιας αξιόπιστης βιογραφίας αποτελεί πρωταρχικό αίτημα. Αυτήν την ανάγκη, ωστόσο, δεν την σταθμίζουν πάντοτε σωστά όσοι συμβάλλουν στη συγγραφή της. Συχνά, εκείνοι που γνώρισαν τον συγγραφέα παραλλάσσουν τα γεγονότα στις μαρτυρίες τους, ενώ δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις μελετητών που αλλοιώνουν κατά την έρευνά τους τα δεδομένα. Με άλλα λόγια, οι δυο αυτές βασικές ομάδες, στις οποίες στηρίζεται η σύνθεση της βιογραφίας ενός συγγραφέα, συχνά συλλαμβάνονται να προτάσσουν προσωπικές σκοπιμότητες. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η βιογραφία κάθε συγγραφέα δεν θα πρέπει ποτέ να θεωρείται ως τελειωμένο έργο. Από τον νέο μελετητή αναμένεται, πέρα από τις διαφορετικές διανοίξεις, ο έλεγχος όπως και η αποσαφήνιση ή έστω ο εντοπισμός σκοτεινών σημείων. Αυτό το διπλό στόχο επιχειρεί να επιτύχει η Μαίρη Χρυσικοπούλου με το πρόσφατο βιβλίο της για τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο.
Στο πρώτο και κύριο μέρος του βιβλίου, δημοσιεύει την αυτοβιογραφική διήγηση της συζύγου του, Σάννυς Χαίγκμαν-Χατζοπούλου και, εν συνεχεία, παραθέτει τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνά της γύρω από την αυθεντικότητα του κειμένου. Χωρίς αποσιωπήσεις, ξεδιπλώνει τις περιπέτειες ενός, σήμερα πλέον, χαμένου χειρογράφου. Παρόλα αυτά, αφήνει ανοικτή την αισιόδοξη εκδοχή να πρόκειται για ένα λανθάνον χειρόγραφο. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το κείμενο δημοσιεύεται επιτέλους ακέραιο στα ελληνικά. Να σημειώσουμε ότι η μετάφρασή του από την κόρη του Χατζόπουλου, Σέντα, ήταν διαθέσιμη από το 1980, εποχή που εκείνη κατέθεσε ολόκληρο το οικογενειακό αρχείο στο Ε.Λ.Ι.Α.. Από τότε, το κείμενο αποτέλεσε δομικό στοιχείο της βιογραφίας Χατζόπουλου. Αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν σε μελέτες, ενώ, το 2005, εκδόθηκε για πρώτη φορά ακέραιο στα γαλλικά, ως συνοδευτικό σε μετάφραση δυο διηγημάτων του. Σε ένα δεύτερο μέρος του βιβλίου, η Χρυσικοπούλου συμπληρώνει τα βιογραφικά του, δίνοντας πληροφορίες σχετικές με τον τόπο και την καταγωγή του. Κατά κάποιο τρόπο, συνεχίζει να καταθέτει τη μαρτυρία της από την προνομιούχο θέση της συντοπίτισσας, που είχε αρχίσει προ εικοσαετίας στο επιστημονικό συμπόσιο, με τίτλο, «Ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος ως συγγραφέας και θεωρητικός», το οποίο είχε διοργανώσει ο Φιλολογικός Όμιλος Αγρινίου, που φέρει το όνομά του.

Το μυστήριο του χειρογράφου

Αν θέλουμε να ανατρέξουμε στην αφετηρία της συγγραφής τού αυτοβιογραφικού κειμένου της Χαίγκμαν, θα πρέπει να αναφέρουμε ως κινητήριο μοχλό τον Γιώργο Βαλέτα. Μυτιληνιός, φιλόλογος Μέσης Εκπαίδευσης, μέλος της γενιάς του μεσοπολέμου, είχε βάλει σκοπό της ζωής του την κατάρτιση Απάντων ορισμένων παλαιότερων συγγραφέων, τα οποία είχε προγραμματίσει να συνοδεύονται από βιογραφία και βιβλιογραφία. Την σχετική έρευνα και την περισυλλογή του σκόρπιου υλικού τις είχε ξεκινήσει από τον μεσοπόλεμο. Ωστόσο, τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους άργησε να τους εξασφαλίσει. Έτσι οι πρώτοι τόμοι της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του, όπως την αποκάλεσε, εκδόθηκαν στη δεκαετία του ’50.
Ανάμεσα στους πρώτους, που ήλκυσαν το ενδιαφέρον του φαίνεται ότι ήταν ο Χατζόπουλος. Ιδεολόγος σοσιαλιστής και δημοτικιστής, θα πρέπει να αποτελούσε το ιδανικό πρότυπο προγόνου. Στο τρίτο αφιέρωμα περιοδικού, αυτό της «Νέας Εστίας» (Οκτ. 1940), για τα εικοσάχρονα από τον θάνατό του, ο Βαλέτας εξομολογείται ότι το 1933 είχε γράψει στην χήρα του Χατζόπουλου, ζητώντας βιογραφικές πληροφορίες. Τελικά, η ανταλλαγή επιστολών και κυρίως, η προθυμία της, του έδωσαν την ιδέα να την παροτρύνει να αφηγηθεί τις αναμνήσεις της. Εκείνη, αφοσιωμένη δια βίου στη μνήμη του Έλληνα, καταπώς τον είχε αρχικά βαφτίσει, ένα χρόνο αργότερα του έστειλε “δυο τόμους γερμανικά γραμμένους”. Η πρώτη, αναμφιβόλως καλοπροαίρετη, αυθαιρεσία του Βαλέτα είναι η αλλαγή του τίτλου. Η Χαίγκμαν τιτλοφορούσε τη διήγησή της «Οι αναμνήσεις μου», ενώ εκείνος, στο δημοσίευμα της «Νέας Εστίας», όπου και παραθέτει δυο αποσπάσματα, χρησιμοποιεί τον μάλλον παράταιρο τίτλο «Τα απομνημονεύματά μου». Στη συνέχεια, δεν κατόρθωσε να τηρήσει την υπόσχεση, που της είχε δώσει, δηλαδή να τα δημοσιεύσει ως συνοδευτικά στα Άπαντα  Χατζόπουλου, αφού, μέχρι τον θάνατό της (13 Ιουλ. 1952), δεν είχε εξευρεθεί εκδότης.
Από εκεί και ύστερα, τα ίχνη του χειρογράφου μπερδεύονται. Από δυο επιστολές Βαλέτα προς Χαίγκμαν των αρχών του 1937, συνάγεται: Πρώτον, ότι Απρίλιο 1935 της έστειλε το χειρόγραφο μέσω του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου, πρώτου εξάδελφου του Χατζόπουλου. Δεύτερον, ότι το χειρόγραφο δεν έφτασε τότε στα χέριά της. Πολύ αργότερα, μετά το 1960, η Χρυσικοπούλου θυμάται τον Βαλέτα να λέει ότι η κόρη τον κατηγορεί πως παρακράτησε το χειρόγραφο. Επίσης, το 1984, σε επιστολή του προς την κόρη του Χατζόπουλου, της ζητάει επίμονα συνάντηση, καθώς εκείνη δεν έδινε άδεια προς έκδοση των Απάντων Χατζόπουλου και των Απομνημονευμάτων της μητέρας της. Το παράδοξο είναι ότι το 1978, η Σέντα δίνει μεταφρασμένα αποσπάσματα της αφήγησης της μητέρας της στην Κρίστα Ανεμούδη-Αρζόγλου, που ασχολείται με τα κριτικά κείμενα του Χατζόπουλου, και δυο χρόνια αργότερα, καταθέτει τη μετάφραση ολόκληρου του κειμένου, μαζί με τις σωζόμενες επιστολές Βαλέτα, στο Ε.Λ.Ι.Α..
Πολλές είναι οι απορίες, που γεννιούνται και τις οποίες συνοψίζει η Χρυσικοπούλου, αφού, προηγουμένως, ερεύνησε επί ματαίω πιθανά αρχεία για τον εντοπισμό του χειρογράφου. Κατά μια εκδοχή, σύμφωνη με όσα υποστήριζε ο Βαλέτας, θα πρέπει το χειρόγραφο να είχε ξεμείνει στα χέρια του Τριανταφυλλόπουλου και να εστάλη στη Σάννυ μετά τις επιστολές του 1937. Αυτό τεκμαίρεται και από το γεγονός, ότι στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», αφενός μεν δημοσιεύεται μελέτη του Βαλέτα που βιογραφεί τον Χατζόπουλο στηριγμένη στο κείμενό της, όπου την μνημονεύει ως την υπέροχη γυναίκα, που πραγματικά έσωσε το Χατζόπουλο και αφετέρου η ίδια υπογράφει τη μετάφραση των δυο αποσπασμάτων. Οπότε, η κόρη θα πρέπει να ψεύδεται και ο λόγος να είναι η φημολογούμενη αντιπάθειά της για τον Βαλέτα. Κατά την γαλλίδα μεταφράστρια Νικόλ Λε Μπρι, αυτό οφείλεται στην κομμουνιστική ιδεολογία, που φαίνεται να του αποδίδουν. Ενώ, η Χρυσικοπούλου προσθέτει την πληροφορία ότι η Σέντα είχε κάνει δυο γάμους, τον πρώτο με φινλανδό αξιωματούχο και όταν χήρεψε, στη δεκαετία του ’60, με τον δικηγόρο Περικλή Δρίβα, τον οποίο χαρακτηρίζει ακροδεξιό. Σε κάθε περίπτωση, η Σέντα αρνείτο ότι ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής. Στη μετάφραση του κειμένου της μητέρας της δεν αναφέρεται ότι εκείνος είχε μεταφράσει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όπου μένει ζητούμενο κατά πόσο πρόκειται για δική της παρέμβαση. Όπως και να έχει, αυτή είναι η αισιόδοξη εκδοχή, γιατί σημαίνει ότι μετέφρασε από το πρωτότυπο, το οποίο επιλεκτικά, τρόπον τινά, μπορεί και να λογόκρινε. Γι’ αυτό, πιθανώς, και να μην το παρέδωσε μαζί με το υπόλοιπο αρχείο. Κατά αυτήν την εκδοχή, θα πρέπει να εξαίρεσε και το σώμα των επιστολών Βαλέτα.
Κατά μια δεύτερη εκδοχή, είναι ο Βαλέτας εκείνος που ψεύδεται. Αν, όμως, το γερμανικό χειρόγραφο δεν επιστράφηκε στη Σάννυ, από ποιο χειρόγραφο έγινε η μετάφραση; Ήταν εκείνη τόσο συστηματική, ώστε να κρατήσει αντίγραφο; Εκτός κι αν δεν πρόκειται για μετάφραση, αλλά για κείμενο, που  έγραψε η Σέντα. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από μνήμης, αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο, ότι  είχε διαβάσει τη διήγηση της μητέρας της, αφού τη δεκαετία του ’30 είχε τη δική της οικογένεια και πιθανώς, δεν κατοικούσαν ούτε καν στην ίδια πόλη. Το γεγονός ότι διατηρείται η αλληλουχία των γεγονότων, δείχνει την ύπαρξη κάποιου πρωτότυπου κειμένου. Σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό της σημείωμα, είχε ασχοληθεί με τη μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας και είχε εκδώσει ποιητικές συλλογές. Άρα, είχε συγγραφικές φιλοδοξίες. Αυτή είναι η δυσάρεστη εκδοχή, γιατί η κόρη, όταν πέθανε ο πατέρας της ήταν δέκα οκτώ ετών, οπότε διατηρεί λιγοστές αναμνήσεις από τα πρώτα χρόνια και γράφει με βάση διηγήσεις της μητέρας της.
Και στις δυο περιπτώσεις, παραμένει άγνωστη η τύχη του χειρογράφου. Ανάμεσα στα αρχεία που ερεύνησε η Χρυσικοπούλου, δεν αναφέρεται εκείνο της Σέντας, που θα πρέπει να έμεινε στους όποιους κληρονόμους της. Εκεί, ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάποιο γερμανικό πρωτότυπο, θα σώζονται οι υπόλοιπες επιστολές Βαλέτα. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αρχείο Βαλέτα. Σε αυτό, ακόμη κι αν δεν υπάρχει το γερμανικό πρωτότυπο, θα πρέπει να σώζονται επιστολές της Σάννυ, αλλά και κάποια μεταφράσματα βάσει του χειρογράφου. Πιστεύουμε ότι μάλλον δεν δόθηκε η αναλογούσα σημασία  στον σκιώδη τρίτο άνθρωπο. Όταν ο Βαλέτας ζητούσε μετά επιμονής τις αναμνήσεις της Σάννυ, θα πρέπει να είχε ήδη κατά νου κάποιον γερμανομαθή φίλο, που θα του τα μετέφραζε προφορικά, γραπτά, εν περιλήψει, επακριβώς, με κάποιο, πάντως, τρόπο. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι επέστρεψε το χειρόγραφο, είναι δυνατόν ο ίδιος να μην κράτησε κάποιας μορφής αντίγραφο; Πόσο εύκολο, όμως, ήταν τότε και μάλιστα στη Μυτιλήνη, ένα αντίγραφο γερμανικού χειρογράφου; Ύστερα, υπάρχει η μετάφραση των δυο αποσπασμάτων του αφιερώματος της «Νέας Εστίας». Η Χρυσούλα Σπυρέλη, που συνεισφέρει στο βιβλίο της Χρυσικοπούλου ένα εμπεριστατωμένο μεταθανάτιο χρονολόγιο Χατζόπουλου, το οποίο καλύπτει τα 90 χρόνια από το θάνατό του (1920-2010), υποθέτει ότι η μετάφραση έγινε από την Σάννυ και ότι πιθανώς να την υπαγόρευσε στον Βαλέτα. Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην ενημερώθηκε για το αφιέρωμα, δεδομένου ότι κατοικούσε στην Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή.

Δυο μεταφραστές

Ο μεταφραστής των αποσπασμάτων της «Νέας Εστίας» είτε έχει ένα γλαφυρό γερμανικό πρωτότυπο είτε εκείνος το μεταπλάθει σε γλαφυρή εξιστόρηση. Αυτό, όμως, το τελευταίο θα μπορούσε να είναι έργο του Βαλέτα, αν δεχτούμε την εκδοχή της Σπυρέλη ότι η μετάφραση από την Σάννυ ήταν προφορική καθ’ υπαγόρευση. Επίσης, θα μπορούσε να ήταν έργο του γερμανομαθή φίλου του. Πάντως, η τελική μετάφραση δεν έχει αντίστοιχες λογοτεχνικές αξιώσεις. Εκείνο που ανησυχεί περισσότερο, είναι η κάποια αοριστία, που παρατηρείται στην τελική μετάφραση, όσο αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, σε σύγκριση με τα πριν δημοσιευμένα αποσπάσματα. Σε ορισμένα σημεία, παρατηρείται τάση να στρογγυλευτούν τα συμβάντα, ενώ δημιουργείται η εντύπωση ότι ο τρόπος, που η γράφουσα περιγράφει τα αισθήματά της είναι σχηματικός. Όπως και να έχει, χάρις στο πρόσφατο βιβλίο, έχουμε μια καθαρότερη εικόνα. Η έρευνα της Χρυσικοπούλου διορθώνει ορισμένες σκόπιμες παραποιήσεις της Σέντας, που, έτσι κι αλλιώς, αποκρύβει πληροφορίες, ενώ φαίνεται και η σημασία του αρχείου Βαλέτα, που οι κληρονόμοι του δεν αξιοποιούν αντίστοιχα. Να προσθέσουμε, ότι, στο πρόσφατο βιβλίο, δημοσιεύεται ένας μεγάλος αριθμός φωτογραφιών, που συνιστούν τεκμήρια για τους δυο κόσμους του συγγραφέα, τον πατρογονικό του Αγρινίου και τον φινλανδικό της συζύγου και της κόρης του.
   Εκείνο, που έχει γενικότερο ενδιαφέρον, είναι ότι η μνήμη Χατζόπουλου συντηρείται τις τελευταίες δεκαετίες από τους συντοπίτες του. Δικό τους έργο είναι το Συμπόσιο του 1993, η βραβευμένη μονογραφία του Τάκη Καρβέλη «Κωσταντίνος Χατζόπουλος ο πρωτοπόρος» και το πρόσφατο βιβλίο. Όσο για την αθηναϊκή φροντίδα, περιορίστηκε σε μια αναμνηστική πλάκα στο σπίτι του επί της οδού Μαυρομιχάλη. Όχι, την πολυκατοικία στη γωνία Ισαύρων και Μαυρομιχάλη, σε διαμέρισμα της οποίας έμεινε νιόπαντρος και γεννήθηκε η κόρη του, αλλά στο δεύτερο, που αγόρασε στις αρχές του 1920. Σώζεται, όπως το περιγράφει η αφήγηση: τριώροφο, με ωραία μπαλκόνια. Μόνο που δεν έζησε σε αυτό παρά λίγους μήνες. Στην εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα αναφέρεται αορίστως ότι εκεί έζησε, και επιπλέον, αναγράφεται η εσφαλμένη  πληροφορία ότι γεννήθηκε το 1871. Ποιος επωμίστηκε τα βάρη τόσο μεγάλης και αξιοζήλευτης φροντίδας, μένει άγνωστο.     

Παρατεινόμενη σύγχυση

Το 1898 ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, περιστοιχισμένος από μια ομάδα άλλων νεαρών, εκδίδει το βραχύβιο (Νοε. 1898-Οκτ. 1899), αλλά πρωτοποριακό για την εποχή, λογοτεχνικό περιοδικό «Η Τέχνη». Η ταυτότητα του περιοδικού έχει διττό χαρακτήρα. Αποτελεί βήμα ιδεών της νεαρής τότε σοσιαλιστικής διανόησης και, επίσης, το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που υιοθετεί εξαρχής και γράφεται στη δημοτική. Προκαλεί, βεβαίως, οξυμμένες αντιδράσεις από τους τότε συντηρητικούς κύκλους, ιδίως στη χρήση της δημοτικής, Καθόλου παράδοξο. Υπήρχαν οι καθιερωμένες αντιλήψεις επί του γλωσσικού και καθώς το κίνημα του Δημοτικισμού βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του βήματα, στις μεταξύ τους αψιμαχίες αντιμετωπίζεται ως απροσάρμοστος προπέτης. Στο κέντρο της διαμάχης βρίσκεται ο Ψυχάρης, ενώ ανάμεσα στους σθεναρούς, που κρατούν τις προφυλακές του κινήματος, βρίσκεται ο Χατζόπουλος. Χαρακτηριστικό, αλλά και εύστοχο, επί του γλωσσικού διχασμού είναι αυτό που γράφει λίγο αργότερα (8/1/1907) σε Γερμανό ελληνιστή φίλο του, ο οποίος του ζητά ετυμολογικές διευκρινίσεις: Μας κατήντησαν και η δημοτική και η καθαρεύουσα ξένες, πηδούμε, σαν τόπια, ανάμεσα σε δυο τοίχους, από τη μια στην άλλη.
 Σ’ αυτήν την πρώιμη φάση της γλωσσικής διαμάχης, ένας από τον κύκλο του περιοδικού, ο Κωστής Πασαγιάννης, διατηρούσε πλούσια μαλλιά και γένια. Αυτόν είδε κάποιο βράδυ ο Γιάννης Κονδυλάκης στο καφενείο του Ζαχαράτου, όπου σύχναζαν οι περισσότεροι λόγιοι της εποχής, και δείχνοντάς τον σε φίλους του, τον αποκάλεσε Μ α λ λ ι α ρ ό. Το επίθετο, υπερβαίνοντας τις αρχικές προθέσεις του Κονδυλάκη, γενικεύτηκε. Έγινε μόδα στο στρατόπεδο των καθαρολόγων και κατέληξε σε συνώνυμο του χυδαϊστής ή ψυχαριστής. Χωρίς καμία αναστολή το υιοθέτησαν αργότερα στην πολεμική τους και οι ίδιοι οι δημοτικιστές, κυρίως από το στενό περιβάλλον του ΝΟΥΜΑ, μετριάζοντας με τη χρήση τον χλευαστικό του τόνο. Έτσι, από ένα τυχαίο συμβάν και μια έμπνευση της στιγμής, που μοιάζουν με παραφιλολογία, προέκυψε και έχει γραμματολογικά κωδικοποιηθεί, μαζί με τα παράγωγα, ο  πιο γνωστός  χαρακτηρισμός του Δημοτικισμού. Αντιθέτως, το ίδιο το συμβάν και ο ονοματοθέτης έχουν βυθιστεί στην αφάνεια.  Λογικό, αφού στη λογοτεχνία, όπως και οπουδήποτε αλλού,  υπάρχει ο σκοτεινός βυθός.
 Κατά δαιμονική σύμπτωση, - αυτό όχι παραφιλολογία αλλά φιλολογικό ζητούμενο - την ημέρα που η ελληνική λογοτεχνία πενθεί το θάνατο του Κονδυλάκη (25/7/1920), με κάποιες ώρες διαφορά προς τα πίσω (24/7), πενθεί και το θάνατο του Χατζόπουλου. Εκείνος απεβίωσε εν πλώ προς Ιταλία και ενταφιάσθηκε πρόχειρα στο Μπρίντιζι. Οι   ασχολούμενοι με τον Χατζόπουλο, όσους τουλάχιστον ελέγξαμε, δέσμιοι των Απομνημονευμάτων της συζύγου του, πέφτουν στην επικίνδυνη παγίδα Παλαιού και Νέου Ημερολογίου, καταχωρώντας ως ημερομηνία θανάτου την παραδιδόμενη από εκείνη: 5 Αυγ. 1920. Έχει άραγε αυτό καμιά αξία; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εξαρτάται. Εάν, πάντως, γίνει   αποδεκτή, τότε ο Χατζόπουλος απεβίωσε μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών(28/7), μετά την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι (30/7) και μετά τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη στην Αθήνα (31/7). Όλα, δηλαδή, αυτά τα βαρυσήμαντα γεγονότα, τα οποία έχουν προηγηθεί του ξαφνικού θανάτου του, μένουν, σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα, αδιάφορα και ασχολίαστα από τον Χατζόπουλο. Είναι μεν προφανές, αλλά, όπως φαίνεται, όχι αυτονόητο. Ή, λοιπόν, όλα παρατάσσονται σε αρμονική αλληλουχία με το Παλαιό ημερολόγιο ή, διαφορετικά, ... ανάστα ο Κύριος σε όσα έχουν συμβεί πριν και μετά θάνατον. Εάν, μάλιστα, προς γενικότερο συσχετισμό τον τοποθετήσουμε στο κέντρο, μεταξύ αυτών που προηγούνται και εκείνων που έπονται του θανάτου, τότε η σύγχυση επιτείνεται. Όλα διαταράσσονται  και η  αντιστοιχία Χατζόπουλου με τα συμφραζόμενα της εποχής καταλήγει παραπλανητική. Πρόκειται, βέβαια, για ακούσιο λάθος. Παρόλα αυτά, καλό είναι να μη διαιωνίζεται, τουλάχιστον στις τάξεις των φιλολογούντων. Το ίδιο, επίσης, σε κάθε είδους ημερολογιακές πληροφορίες. Για παράδειγμα, θα λέγαμε κραυγαλέας ανακρίβειας, η Χαίγκμαν αναφέρει στα Απομνημονεύματα ως θεατρική πρεμιέρα του Φάουστ, έργο υποδειγματικής μετάφρασης από τον Χατζόπουλο, την 18η Δεκ. 1904. Είναι, ωστόσο, εξακριβωμένο ότι η επίσημη ή πανηγυρική παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο δόθηκε  νωρίτερα, 27 Νοε. του ιδίου έτους, ενώ ως πρώτη παράσταση καταγράφεται εκείνη της 20ης Νοε. Συνεπώς, όλες οι πληροφορίες πρέπει να ελέγχονται προς εξάλειψη πιθανών λαθών, πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις όπως αυτή του Χατζόπουλου, που δεν έχει βιβλιογραφικά διερευνηθεί όσο της αναλογεί ως λογοτεχνικό ανάστημα.
 Χατζόπουλου θέλοντος, μπορεί να επανέλθουμε.

Μ. Θεοδοσοπούλου


Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου
«Η αυθεντική ιστορία της
Πάπισσας Ιωάννας»
Εισαγωγή-Φιλολογική επιμέλεια
Πέρσα Αποστολή
Εκδόσεις Περίπλους
Ιανουάριος 2012


Δεν κυνηγάμε εμείς τις επετείους, τα βιβλία έρχονται και μας τις θυμίζουν. Την επέτειο της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων από το θάνατο της Μαριέττας Γιαννοπούλου-Μινώτου, στις 27 Απριλίου 1962, την υπενθυμίζει η έκδοση της μυθιστορηματικής βιογραφίας, που συνέγραψε για την Πάπισσα Ιωάννα, χωρίς, ωστόσο, η επέτειος να μνημονεύεται ως αφορμή της έκδοσης. Προ διετίας, η φιλόλογος και ερευνήτρια Πέρσα Αποστολή, σε συνέδριο, που αφορούσε τις «Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο από το 1204 έως σήμερα», είχε παρουσιάσει το συγκεκριμένο έργο της Μινώτου ως «Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου».
Ο εντοπισμός του, όπως εξηγούσε, ήταν ένα από τα ευρήματα της έρευνας για “τη γυναικεία εικαστική και λογοτεχνική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης”, που έγινε στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος για το Φύλο. Πράγματι, σε αθηναϊκό περιοδικό δημοσιεύτηκε η εν λόγω μυθιστορηματική βιογραφία. Συγκεκριμένα, στο εβδομαδιαίο ποικίλης ύλης «Εβδομάς», το οποίο, ωστόσο, δεν συμπεριλαμβάνεται στα «Περιοδικά λόγου και τέχνης», που βιβλιογραφήθηκαν από την ερευνητική ομάδα του Χ .Λ. Καράογλου, ούτε στην ευρύτερη καταγραφή της πρόσφατης «Εγκυκλοπαίδειας του ελληνικού Τύπου». Το μόνο λογοτεχνικό περιοδικό με αυτόν τον τίτλο, που φαίνεται ότι συγκράτησε η Ιστορία, είναι το παλαιό του 19ου αιώνα. Η «Εβδομάς» των Φώτου Γιοφύλλη και Ντόλη Νίκβα και το «Μπουκέτο», που αποτέλεσαν τον οικογενειακό Τύπο στο μεσοπόλεμο, αποκλήθηκαν λαϊκά περιοδικά και αποκλείστηκαν, παρά τα πολλά και εκτενή δημοσιεύματα συγγραφέων, οι οποίοι καταγράφτηκαν στο λογοτεχνικό δυναμικό.
Η δημοσίευση της μυθιστορηματικής βιογραφίας της Μινώτου ξεκίνησε σε ένα μαγιάτικο τεύχος του 1931, με εξώφυλλο, το λιθογραφικό πορτρέτο μιας γυναίκας, της οποίας την περιγραφή συνόψιζε η λεζάντα με το στίχο, «Γυναίκες, που κυττάτε στο κενό με βλέμμα ξεχασμένο!...», του Κώστα Ουράνη, από το ποίημα «Περαστικές». Σε εκείνο το τεύχος, όπως ανακοίνωναν οι εκδότες, άρχιζε η δημοσίευση “τριών θαυμασίων αναγνωσμάτων”. Η «Πάπισσα Ιωάννα» προτασσόταν και ακολουθούσαν το «Αντίο αγάπη!...» της ιταλοελληνίδας (από ναπολιτάνο πατέρα και πατρινιά μητέρα) Ματθίλδης Σεράο και «Οι έρωτες του Μπαρταλιάν» του δημοφιλή τότε γάλλου Μιχαήλ Ζεβάκο. Συμπτωματικά, και οι τρεις συγγραφείς ήταν μυθιστοριογράφοι και δημοσιογράφοι, που είχαν εκδώσει και δικά τους έντυπα. Το μυθιστόρημα της Μινώτου, κράτησε την πρωτοκαθεδρία ολόκληρο το καλοκαίρι, με επίλεκτη εικονογράφηση, που συμπλήρωνε τα ιστορούμενα. Πολλά από τα χαρακτικά προέρχονταν από το βιβλίο του Φιορέττι για την Πάπισσα Ιωάννα, το οποίο η Μινώτου αναφέρει ως μια από τις βασικές πηγές της συγγραφής. Η «Πάπισσα Ιωάννα» ολοκληρώθηκε σε 18 τεύχη, στις 19 Σεπτεμβρίου, ενώ τα άλλα “δυο αναγνώσματα” συνεχίζονταν. Να σημειώσουμε ότι οι δυο ξένοι συγγραφείς ήταν γεννημένοι περί τα μέσα του 19ου αιώνα και τα μυθιστορήματά τους, στο πρωτότυπο, είχαν προ πολλού εκδοθεί σε βιβλίο. Τότε η Μινώτου ήταν τριάντα ενός ετών και αυτή ήταν η πρώτη μυθιστορηματική βιογραφία που δημοσίευε. Παρότι, αργότερα, θα πρέπει να είχε την δυνατότητα, δεν την εξέδωσε σε βιβλίο. Έτσι, η μεταμόρφωση του “θαυμασίου αναγνώσματος” σε βιβλίο χρειάστηκε να περιμένει ογδόντα χρόνια, μέχρι να προκύψει η έρευνα για τις γυναίκες συγγραφείς του περιοδικού Τύπου αλλά και να βρεθεί εκδότης με ευαισθησίες τόσο στα φυλετικά όσο και στα επτανησιακά θέματα.
Άργησε, αλλά ευτύχισε. Η Αποστολή το αναδεικνύει με τον αναγκαίο σχολιασμό, προσαρμόζοντας το κείμενο στην τρέχουσα ορθογραφία και στίξη. Μικρότερη φροντίδα φαίνεται να έδειξε στην παρουσίαση της συγγραφέως. Μπορεί η Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου να ήταν στην εποχή της από τις πιο δραστήριες γυναίκες συγγραφείς, ωστόσο γρήγορα λησμονήθηκε. Σήμερα, ένας δημοσιογράφος, που θα του ζητούσαν να γράψει για την επέτειο του μισού αιώνα από τον θάνατό της, θα δυσκολευόταν. Το πιθανότερο είναι να κατέφευγε στο Διαδίκτυο, και καθώς πρόκειται για συγγραφέα, να αναζητούσε στοιχεία στην ιστοσελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Εκεί, θα εύρισκε την πληροφορία ότι η Μινώτου συμμετείχε στο συλλογικό τόμο «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα», που μπορεί και να μην τον παραξένευε. Ωστόσο, η επόμενη πληροφορία, ότι επιμελήθηκε τόμο με πρακτικά διημερίδας, που έλαβε χώρα στις 18-19 Μαΐου 2005, μάλλον θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη του στο διαδικτυακό σύμπαν.
Από μια άποψη, το σφάλμα εκείνων που έγραψαν το λήμμα είναι ασήμαντο. Απλοποίησαν τα επίθετα δυο γυναικών συγγραφέων, παραβλέποντας το πατρικό συνθετικό του επωνύμου της πρώτης και το συζυγικό της δεύτερης, με αποτέλεσμα να συγχωνευτούν τα έργα της γιαγιάς με αυτά της εγγονής, που τυχαίνει να είναι υπεύθυνη του ιστορικού αρχείου του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής». Πάλι καλά, που δεν αναφέρουν πως συμμετείχε και στο συλλογικό τόμο του 2008 «Το οδοιπορικό ενός συλλέκτη» ή, ακόμη, πως έγραψε την εισαγωγή του λευκώματος, τα «Ελληνικά κεντήματα», που εκδόθηκε από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, στην οποία η συγγραφέας ήταν μέλος. Και γιατί όχι, αφού και στις δυο εκδόσεις συμμετέχει μια Μινώτου, κι αυτή με δυο επώνυμα. Αλλάζει, βεβαίως, το μικρό όνομα, γίνεται Μαρία, καθώς, αυτή τη φορά, πρόκειται για τη νύφη της συγγραφέως. Αλλά τι Μαρία τι Μαριέττα; Άλλωστε και την Γιαννοπούλου-Μινώτου ως Μαρία και Μαριέττα την αναφέρει η εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica, που, κατά τα άλλα, ακολουθεί τη συμπιληματική λογική του Διαδικτύου. Συμφύρει όλους τους ανήκοντες στην ευγενή οικογένεια των Μινώτων σε ένα λήμμα, το οποίο ξεκινάει από έναν Λαυρέντιο του 12ου αιώνα και καταλήγει με τη διαζευγμένη σύζυγο του τελευταίου Μινώτου, του Σπυρίδωνα. Από μια άποψη, ίσως και να ταιριάζει σε μια φεμινίστρια, όπως η Μινώτου, να προτάσσεται όλων των ιδιοτήτων της εκείνη της διαζευγμένης. Πάντως, σαν μια γνήσια χειραφετημένη γυναίκα, κατά την δεκαετή έγγαμη περίοδο, δεν ανέστειλε την πολύπλευρη δραστηριότητά της, αντιθέτως εξέδωσε τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία της.  
Όπως και να έχει, τουλάχιστον στην ιστοσελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και στην Εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται, ενώ στις ιστορίες της λογοτεχνίας δεν επιβιώνει κανένα ίχνος της. Ούτε καν σε εκείνη του Νίκου Παππά, που συγκεντρώνει σε δυο κεφάλαια ποιήτριες και πεζογράφους, ανεξάρτητα από γενιές, σαν μια μειονότητα, που πρέπει κάπου να στεγαστεί. Ωστόσο, χάρις στις συνεργασίες της σε διάφορα περιοδικά, αναφέρεται στη γραμματολογία του Αλέξ. Αργυρίου και τις βιβλιογραφίες περιοδικών. Ανεξάρτητα αν τα περιοδικά, στα οποία πρωτοστάτησε, δεν μνημονεύονται. Ούτε το νεανικό «Εύα Νικήτρια», που εξέδωσε στην Ζάκυνθο κατά τη διετία 1921-1923, ούτε τα «Επτανησιακά Γράμματα» του Βάσου Φωκά, που κυκλοφόρησαν την περίοδο 1950-1951 και στα οποία είχε την αρχισυνταξία. Το μόνο που αξιολογείται είναι η «Ιόνιος Ανθολογία», το οποίο εξέδωσε με τον σύζυγό της το 1927 και το διηύθυνε μέχρι το 1935, που χώρισε. Και αυτό, πάντως, παραλείπεται στην προαναφερθείσα «Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού Τύπου».   
Στην εισαγωγή της Αποστολή, δίνεται μια συνοπτική εικόνα του συγγραφικού έργου και της πνευματικής δράσης της Μινώτου. Όταν, ωστόσο, αναφέρει τα περί εντοπισμού της «Πάπισσας Ιωάννας», δεν ακριβολογεί. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη έρευνα για να ανακαλυφθεί το δημοσίευμα. Το 1957, η συγγραφέας, γνωρίζοντας ήδη ότι πάσχει από καρκίνο, είχε η ίδια συντάξει και εκδώσει την εργογραφία της, με τον τίτλο, «Η Αναγραφή μου». Πρόκειται για μια ιδιωτική έκδοση, προ πολλού εξαντλημένη. Πιστεύουμε ότι στο πρόσφατο βιβλίο θα έπρεπε να αναδημοσιεύεται τουλάχιστον ο κατάλογος των βιβλίων της, ο οποίος παραλείπεται και στον αφιερωματικό τόμο του περιοδικού «Επτανησιακά Φύλλα», που κυκλοφόρησε επετειακά προ δεκαετίας. Όσο για την πληροφορία, ότι τα δημοσιεύματά της φθάνουν τα 600 ή στατιστικά δεδομένα για την ειδολογική και χρονολογική κατάταξη του έργου της είναι μικρής αξίας. Αν βοήθησε σε κάτι την Αποστολή το ερευνητικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχε, δεν ήταν στην ανεύρεση του κειμένου, αλλά στην αξιολόγηση του θέματος. Ειδάλλως, ίσως και να μην ασχολιόταν με ένα πεζό, δημοσιευμένο σε συνέχειες, σε λαϊκό περιοδικό. Ας είναι καλά η ανανέωση της ορολογίας, που εντάσσει την εν λόγω μυθιστορηματική βιογραφία στην θεματική ομπρέλα της φυλετικής ταυτότητας και της παρενδυσίας.
Για την υστεροφημία της Μινώτου φαίνεται να ταιριάζει η τελευταία φράση της μυθιστορηματικής βιογραφίας, που αναφέρεται στην μετά θάνατο διαιώνιση της φήμης της Πάπισσας Ιωάννας: «...αν δεν επρόκειτο για γυναίκα, ορισμένως η ιστορία των παπών θα την κατέτασσε περήφανα δίπλα στους Ουμανιστές εκείνους πάπες που με τ’ όνομά τους λαμπρύνουν τις σελίδες της.» Εκείνο που μένει ζητούμενο είναι δίπλα σε ποιους μια γραμματολογία θα κατέτασσε την Μινώτου. Η όποια απάντηση θα προϋπέθετε επαρκή γνώση του έργου της. Γνωστότερες, σήμερα, είναι οι λαογραφικές της μελέτες χάρις και στις επανεκδόσεις τους. Επίσης, οι ιστορικές της μελέτες, όπως «Το ρεμπελιό των ποπολάρων», καθώς και δυο μυθιστορηματικές βιογραφίες για την Ισαβέλλα Θεοτόκη και τον Τζιάκομο Λεοπάρντι. Ίσως, το λιγότερο γνωστό κομμάτι του έργου της να είναι οι λογοτεχνικές της επιδόσεις. Σύμφωνα με την ειδολογική κατάταξη στην «Αναγραφή» της, όπως την παραθέτει ο Διονύσης Σέρρας, έχει δημοσιεύσει ένα μεγάλο αριθμό διηγημάτων, ωστόσο, δεν αναφέρεται η τύχη τους. Δηλαδή, η συγκέντρωσή τους σε συλλογές από την ίδια ή μετά θάνατο. Επίσης, προσδιορίζεται ότι έχει δημοσιεύσει έξι μυθιστορηματικές βιογραφίες και πάλι χωρίς να διευκρινίζεται πόσες έχουν εκδοθεί σε βιβλίο. Πάντως, ένας σημερινός αναγνώστης παίρνει μια πρώτη γεύση από την πρόσφατη έκδοση.
Έτσι όπως μετεωρίζεται η Πάπισσα Ιωάννα μεταξύ Ιστορίας και μύθου, ο ισχυρισμός της Μινώτου ότι συνέθεσε την αυθεντική ιστορία της δείχνει ουτοπικός. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι πρόκειται για μια αυθεντικά γυναικεία εκδοχή του βίου της. Χάρις στο ρομαντισμό της, που έχει μια μεγάλη δόση πρακτικού πνεύματος, οι ηρωίδες της, τόσο η Πάπισσα όσο και το επινοημένο πρόσωπο της ετεροθαλούς αδελφής της, καθίστανται πιο αληθοφανείς. Όσο για τους ανδρικούς χαρακτήρες, αλλά και την ερωτική συμπεριφορά και των δυο φύλων, έχουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γυναικείας γραφής, όπως αυτή  διαμορφώθηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η Αποστολή δίνει μια διεξοδική ανάλυση της υπόθεσης και των υφολογικών χαρακτηριστικών του μυθιστορήματος, σε μια προσπάθεια το βιβλίο της Μινώτου να πάρει τη θέση του στη διεθνή γενεαλογία της Πάπισσας. Εμείς την διεθνή την αγνοούμε, ούτε γνωρίζουμε αν υπάρχει ελληνική αντίστοιχη, εκτός από τις διασκευές και τις αποδόσεις στη δημοτική της «Πάπισσας Ιωάννας» του Ροΐδη. Πιστεύουμε, πάντως, ότι το βιβλίο της Μινώτου προσφέρεται για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, που έχει καταλήξει να σημαίνει το γυναικείο και το οποίο αμφιβάλλουμε αν έχει διαβάσει την εκδοχή του Ροΐδη. Εκτός κι αν διάβασε την πρόσφατη, στα νέα ελληνικά, που μάλλον θα το απογοήτευσε, έτσι που αφυδατώνει την περιβόητη ροΐδεια ειρωνεία, χωρίς να προβάλλει σε αντιστάθμισμα έναν γοητευτικό γυναικείο χαρακτήρα. Επίσης, η Αποστολή κάνει την παρατήρηση πως η ηρωίδα της Μινώτου δεν έχει έμφυλη συνείδηση. Ευτυχώς, γιατί, αν είχε, το μυθιστόρημα θα ανήκε στη στρατευμένη λογοτεχνία, όπου, μεταξύ άλλων, εντάσσεται και η φεμινιστική.
Όπως και να έχει, μας πρόσφερε ένα ενδιαφέρον βιβλίο, και ως γυναικεία συνεισφορά στην επέτειο της πεντηκονταετίας από το θάνατο της συγγραφέως.


Μ. Θεοδοσοπούλου
Γιώργος Λαμπράκος: Υπογείωση




Του
Θωμά Τσαλαπάτη


Ναι, δυστυχώς πρέπει να τρώω, δε γίνεται μόνο να πίνω. Έτσι μού ‘παν, αλλιώς , μού ‘παν, θα πεθάνω. Θα πεθάνω σίγουρα, έτσι μου ‘παν. Θα πεθάνω από πείνα ή από κίρρωση του ήπατος, έτσι μου ‘παν. Όταν πεθαίνεις άσχημα, είναι άσχημα τα πράγματα, έτσι μου ‘παν. Δίκιο θα ‘χουν δεν μπορεί! Τα πράγματα είναι άσχημα μόνο όταν είναι άσχημα, τους έλεγα με τη σειρά μου. Κι αυτοί μου έλεγαν άλλα. Κι εγώ απαντούσα άλλα. Ααα... οι λέξεις δεν μου έλειψαν ποτέ! Έχω περισσότερες απ’ όσες χρειάζομαι πια. Τι τις θέλω τόσες; Να πω τι; Τον πόνο μου; Σιγά το πράμα!
(Γιώργος Λαμπράκος,
από το πεζογράφημα «Υπογείωση»,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012)


Ο Γιώργος Λαμπράκος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε χρηματοοικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, φιλοσοφία των επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετάφραση από την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα στο ΕΚΕΜΕΛ. Έχει δημοσιεύσει το πεζογράφημα «Αναμνήσεις από το ρετιρέ» (Γαβριηλίδης, 2009) και το θεατρικό έργο «Αγνοούμενος» (Γαβριηλίδης, 2010), που παίχτηκε την ίδια χρονιά στο θέατρο Φούρνος. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις το δεύτερο πεζογράφημά του με τίτλο «Υπογείωση». Επίσης, έχει δημοσιεύσει ποιήματα, αφηγήματα και δοκίμια σε έντυπα και δικτυακά περιοδικά και εφημερίδες. Εργάζεται ως μεταφραστής. Το προσωπικό του blog είναι:
http://lamprakos.wordpress.com.

Υπογείωση στο χρόνο

Η ιστορία της Υπογείωσης, είναι η ιστορία της μόνωσης από το χρόνο και το χώρο. Η Άννα, μια μεσήλικη πρώην ηθοποιός, βρίσκεται καθηλωμένη μετά από ένα ατύχημα στο κρεβάτι της, μόνη, ξεχασμένη από τον κόσμο, τη γλώσσα, τη συναναστροφή. Την ατελείωτη παύση της ζωής διακόπτει μόνο η σκυλίτσα της η Ελένη, η οποία την προμηθεύει με ουίσκι (η μόνη ορατή παρηγοριά της) και η σπιτονοικοκυρά της, η οποία έρχεται να συλλέξει το νοίκι. Μέσα σε αυτή την πρόφαση ύπαρξης, η πρωταγωνίστρια μονολογεί ενθυμούμενη, συλλέγει αναμνήσεις, πλάθει και αναπλάθει σε μια διαδικασία χωρίς τέλος, σε μια διαδικασία οριακά μετά το τέλος. Η ζωή της περιγράφεται στον τόνο της απελπισίας, του κυνισμού όπως προκύπτει από την ακινησία και την παραίτηση. Οι γονείς της που έχουν πεθάνει, τα παιδιά της που την έχουν εγκαταλείψει, οι ανολοκλήρωτες σπουδές της γύρω από τη λογική και το παράλογο, η φυγή της προς το θέατρο και ο έρωτάς της με έναν καθηγητή της σχολής της, η προδοσία της φίλης της και το ατύχημα που την έφερε στην θέση που βρίσκεται σήμερα βιώνονται ξανά ως κομμάτια ενός ελεύθερου συνειρμού, μέσα σ’ έναν θρυμματισμένο χρόνο. Η Υπογείωση δεν διαδραματίζεται σε κάποιο χώρο -αν και η ασφυξία του περιορισμού είναι παντού παρούσα- η Υπογείωση διαδραματίζεται στο χρόνο, σε αυτό το παρόν που γεμίζει μόνο με γεγονότα που παρήλθαν. «Μερικές αναμνήσεις σε κρατάνε στη ζωή και τ άλλα κάρβουνα».
Το βιβλίο ταυτίζεται με τη μορφή του μονολόγου. Η χωρίς απόκριση απεύθυνση, καθιστά την μοναξιά ορατή σε κάθε λέξη του κειμένου. Ο μονόλογος της Άννας, γίνεται εσωτερικός διάλογος, με τις ερωταποκρίσεις να αμφισβητούν αλλά και να υπενθυμίζουν την ταυτότητα. Η ανάμνηση γίνεται Είναι, η γλώσσα Επιβίωση. Έχοντας ξεχάσει ακόμα και το πρόσωπό της, την όψη και το καθρεφτισμένο είδωλό της, η Άννα μιλά, μιλά για να μην ξεχάσει τον εαυτό της. Μετεωριζόμενη ανάμεσα στα ζεύγη της λογικής και του παραλόγου, της πειθαρχίας και του άναρχου, της τάξης και του χάους, αλλά και ανάμεσα στην ένταση της μανίας και τον ήρεμο πόνο της μελαγχολίας, η φωνή προσπαθεί να συντάξει την πραγματικότητα. Η λέξη είναι ανάσα, λέξη τη λέξη το Είναι αναπνέει, η ύπαρξη επιβεβαιώνεται και η σιωπή είναι σκοτάδι. «Τι λέω; Το μάθημά μου. Ψελλίζω το μάθημά μου. Ψελλίζω τη ζωή μου».

Ένα αυθαίρετο που παριστάνει τη βίλα

Ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται στο βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου εγκλωβισμένος. Μια ζωή, όμοια με ένα ασανσέρ που σταματά απότομα και σε παγιδεύει μετέωρο ανάμεσα στους ορόφους. «Κάνει να ανοίξει την πόρτα. Κλειστή. Και να την άνοιγε, τοίχο θά ‘βρισκε. Και κάθεται εκεί μέσα στο ασανσέρ, μόνος του μες στα σκοτάδια, και περιμένει να το φτιάξουν. Τι κόπανος! Και δεν μπορεί να πάει ούτε πάνω ούτε κάτω. Και ουρλιάζει μες στον τρόμο, «βοήθεια, βοήθεια που είστε; Είναι κανείς εκεί έξω; Ελάτε να με βοηθήσετε!». Ο χρόνος, εγκλωβισμένος στο ασανσέρ της Υπογείωσης μετατρέπει το παρόν της Άννας, σε δικό μας παρόν. Το καθηλωμένο σώμα καταλήγει να μοιάζει με μεταφορά μιας εποχής, της δικής μας εποχής με παύση του δικού μας καιρού. «Και γώ σαν την Ελλάδα, μες τη σύγχυση και την τρέλα». Η Ελλάδα, ένα αυθαίρετο που παριστάνει τη βίλα, όπως περιγράφει ο συγγραφέας, μια κατοικία που περιμένει τους σεισμούς να την γκρεμίσουν. Και το παρόν μας και αυτό ακίνητο και κλινήρες, αναζητά την ανάμνηση που θα του επιτρέψει ξανά την λέξη και θα του επιστρέψει ξανά την ανάσα.


http://tsalapatis.blogspot.com/