
Tου
Χριστόφορου Κάσδαγλη
«Η περαίωση» του Πέτρου Μάρκαρη, εκδόσεις Γαβριηλίδη, «Τα παιδιά του Κάιν» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, εκδόσεις Μεταίχμιο, και ο «Ανάμισης ντενεκές» του Γιάννη Μακριδάκη, εκδόσεις Εστία, είναι μερικά από τα βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας που διάβασα τελευταία, που μου άρεσαν και τα συστήνω ανεπιφύλακτα.
Πιο πολύ απ’ όλα όμως με εντυπωσίασε το βιβλίο του Θανάση Καρτερού «Το τελευταίο τραμ», από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
«Πάλι πολλά είπαμε όμως, με την ευγενή πρόθεση βέβαια να διαφωτίσουμε τους νεότερους για την εποχή και τα χούγια της, αν και υπάρχει η διάχυτη υποψία ότι οι νεότεροι ενδιαφέρονται μάλλον για τη δική τους εποχή με τα δικά της χούγια, παρά για τις εποχές των πατεράδων και των παππούδων τους, γιατί δεν ξέρουν οι κακορίζικοι ότι τα αμπέλια που αδημονούν να τρυγήσουν στη δική τους ζωή, κουβαλούν τη φυλλοξέρα των πατεράδων και των παππούδων τους, και των μανάδων τους βεβαίως, έτσι πάει το πράμα, αλλά μόνο μεγαλώνοντας τη μαθαίνεις αυτή τη γεωπονική».
Ο Θανάσης ο Καρτερός φαίνεται να την ξέρει καλά αυτή τη γεωπονική – για να μην πω ότι την έχει αναγάγει σε… ανωτάτη γεωπονική. Το «Τελευταίο τραμ» είναι ένα βιβλίο συμπαγές, η μεγαλύτερη αρετή του οποίου είναι ότι συνδυάζει με αριστοτεχνικό τρόπο το προσωπικό βίωμα με τη συλλογική μοίρα, το ερωτικό με το πολιτικό, το παρελθόν με το παρόν. Είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα συμπιεσμένο στο σχήμα μιας νουβέλας.
Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται το γνωστό δίλημμα μπροστά στην υπογραφή δήλωσης μετανοίας. Ο ηττημένος και φυλακισμένος πατέρας του αφηγητή καλείται να αποφασίσει αν θέλει να μείνει προσηλωμένος στις αρχές του κινήματος ή να επιστρέψει στην οικογένειά του και να τη διασώσει. Η ιστορία όμως πάει πολύ πιο πέρα: δίνει το στίγμα της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης, το σκληρό πρόσωπο μιας λαϊκής γειτονιάς που παρεμβαίνει καταλυτικά στον ψυχισμό των ηρώων και απειλεί να τους συνθλίψει με το «ενδιαφέρον» της. Κι ακόμα καταπιάνεται με την τέχνη της επιβίωσης, υλικής και συναισθηματικής, με έναν έρωτα κρυφό και κυνηγημένο, με μια γκάμα ενοχών και με ένα αιχμηρό οιδιπόδειο στο φόντο, και με τις πολλαπλές ήττες των ήδη ηττημένων.
Η ιστορία είναι λυπητερή αλλά το βιβλίο όχι. Ο συγγραφέας επιστρατεύει το χιούμορ και την αφηγηματική ένταση, για να τη μεταπλάσει σε μια συναρπαστική αφήγηση, όπου η ιστορική αδιαλλαξία συνυπάρχει με την κοινωνική συγκαταβατικότητα – ο αφηγητής δεν ξεχνά και δεν συγχωρεί τα συλλογικά αίσχη της εποχής, ενώ είναι έτοιμος να κατανοήσει -κι αν όχι να συγχωρήσει- τα ατομικά ολισθήματα που τον πλήγωσαν και τον πληγώνουν ακόμα. Κι ακόμα, δίνει μια συνεχή μάχη με τις αναμνήσεις του και με τις μεταγενέστερες εκδοχές τους, παίζει με μοναδική μαεστρία με τις πολλαπλές αναγνώσεις των γεγονότων μέσα στο χρόνο, για να τις μεταπλάσει σε κάτι άλλο – αυτή δεν είναι η λειτουργία της καλής λογοτεχνίας;
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|