Αρχείο



Κινηματογράφος

«ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ»
Στα όρια του κινηματογραφικού ερωτισμού

 

Επιμέλεια
Στράτος Κερσανίδης


Ο γερμανός θεατρικός συγγραφέας Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918) δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός για την καθεστηκυία τάξη. Το έργο του είναι βουτηγμένο στην «αμαρτία», στον άνευ ορίων αισθησιασμό, τη λαγνεία και την ελευθεροστομία, τόσο ώστε να απασχολήσει ιδιαίτερα τη λογοκρισία της εποχής.
Το 1903 έγραψε «Το κουτί της Πανδώρας» (Die bόchse der Pandora) το οποίο θεωρείται το πιο δημοφιλές και είναι το πιο πολυπαιγμένο έργο του. Το 1929 ένας από τους σημαντικότερους γερμανούς σκηνοθέτες, ο Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, μετέφερε το έργο στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια τη Λουίζ Μπρουκς.
Η Λούλου είναι μια σαγηνευτική γυναίκα η οποία μαγεύει το δρα Σεν, εκδότη μιας μεγάλης εφημερίδας. Σύντομα ο γάμος διαλύεται με τραγικό τρόπο καθώς τον σκοτώνει και η Λούλου ταξιδεύει στο Παρίσι συνοδευόμενη από τον Άλβα, γιο του συζύγου της(!) κι ένα φίλο του. Εκεί θα γνωρίσει και θα συνάψει σχέσεις με την κόμισα Γκέστσβιτς. Στη συνέχεια τη συναντάμε στο Λονδίνο όπου η Λούλου γνωρίζεται με τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, του οποίου έπεσε και θύμα.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα σεξουαλικού παραληρήματος, η ηρωίδα του Παμπστ γίνεται το σύμβολο του καταστροφικού ερωτικού πάθους, μια γυναίκα που αντιπροσωπεύει το αιώνιο αντικείμενο του πόθου. Βέβαια μια τέτοια ταινία δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τη λογοκρισία. Έτσι οι λεσβιακές σκηνές που γυρίστηκαν στο Παρίσι λογοκρίθηκαν με την κόμισα αντί για ερωμένη να εμφανίζεται ως παιδική φίλη της Λούλου. Κι ακόμη ο Άλβα αντί για γιος του συζύγου της μετατρέπεται σε γραμματέα του. Ο θάνατος της Λούλου από τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη αντικαταστάθηκε με κάτι εντελώς εύπεπτο: Με τον προσηλυτισμό της από την προτεσταντική εκκλησία, στις αγκάλες της οποίας η διεφθαρμένη αμαρτωλή βρήκε τη σωτηρία! Μετά από όλες αυτές τις παρεμβάσεις είναι εντελώς φυσική η κριτική των «Τάιμς» της Νέας Υόρκης που έγραψαν για την ταινία πως είναι «ένα μελόδραμα χωρίς συνοχή».
Τον Ιούλιο του 1965, το περιοδικό «Σάιτ εντ Σάουντ» έγραψε για την ταινία:
«Πέρα από την τόλμη του να κινηματογραφήσει μία παρεκκλίνουσα ψυχολογία έτσι όπως την αποτυπώνει ο Βέντεκιντ, πέρα από την τόλμη του να παρουσιάσει την πόρνη ως το θύμα, ο κύριος Παμπστ προχώρησε ακόμα περισσότερο, κάνοντας τη Λούλου το ίδιο αθώα με τα λουλούδια που στόλιζαν το φόρεμά της. Όπως είχε πει ο Βέντεκιντ: «Η Λούλου δεν είναι ένας πραγματικός χαρακτήρας, αλλά η προσωποποίηση της αρχέγονης σεξουαλικότητας, που εν αγνοία της τροφοδοτεί το Κακό. Ένας αμιγώς παθητικός ρόλος». Στο θεατρικό έργο, ο θηριοδαμαστής της λέει καθώς τη βλέπει απέναντί του, ντυμένη με ένα αντρικό κοστούμι πιερότου: «Μην επηρεάζεσαι από τίποτα και μην λιγοστέψεις αυτήν την υπέροχη, διεστραμμένη τρέλα ακόμα κι αν οι κριτικοί του κόσμου σε παρακαλέσουν. Και θυμήσου ότι οι ανοησίες και οι μορφασμοί αφαιρούν κάτι από την παιδική απλότητα του βίτσιου». Αυτή ήταν η Λούλου του έργου και αυτήν την Λούλου θέλησε να παρουσιάσει η ταινία, αλλά οι κριτικοί δεν την κατάλαβαν».
Η εκδοχή των Παμπστ - Μπρουκς πάνω στην ιστορία της Λούλου διαφέρει από όλες τις υπόλοιπες ως προς την ηθική της αποστασιοποίηση. Δεν πιστεύει ούτε στην ύπαρξη της αμαρτίας ούτε στην ανάγκη για ανταπόδοση. Παρουσιάζει απλώς μια σειρά από γεγονότα στα οποία όλοι οι συμμετέχοντες αναζητούν την ευτυχία και αφήνει να εννοηθεί ότι η Λούλου, της οποίας η γνώση για την ευτυχία βασίζεται στη στιγμιαία σεξουαλική ικανοποίηση, δεν είναι σε τίποτα λιγότερο αξιοθαύμαστη από αυτούς που μέλημα έχουν τον πλούτο ή την κοινωνική αναγνώριση.
Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ γεννήθηκε το 1885και πέθανε το 1967. Μαζί με το Φρίντριχ Μουρνάου και τον Φριτζ Λανγκ θεωρούνται οι κυριότεροι εκπρόσωποι του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Στις ταινίες του Παμπστ είναι εμφανής η κριτική του ματιά απέναντι στην αστική τάξη και την ηθική της εποχής του.
Όσον αφορά το συγγραφέα Φρανκ Βέντεκιντ, ήταν κι αυτός ο φόβος και ο τρόμος της τάξεως και της ηθικής. Όταν πέθανε, το 1918 στο Μόναχο, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ο οποίος παραβρέθηκε στην κηδεία του έγραψε: «Κάθονταν γύρω του αμήχανα, με τα ψηλά καπέλα τους, σαν κοράκια γύρω από τη λεία. Σαστισμένα αρπαχτικά».
«Το κουτί της Πανδώρας» θεωρείται ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του γερμανικού κινηματογράφου στην εποχή του Μεσοπολέμου. Ο Άδωνις Κύρου («Ο σουρεαλισμός στον κινηματογράφο») είχε γράψει για τη Λουίζ Μπρουκς: «Μια μαγική παρουσία εκπέμπει έναν ερωτικό μαγνητισμό που ξεραίνει το σάλιο στα χείλη».
 

 

«ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ»
Επανεξετάζοντας τη ζωή

Οι άνθρωποι πολλές φορές ζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται την ουσία και την αξία των πραγμάτων. Έτσι συμβαίνει και στην ταινία «Οι απόγονοι» (The descendants) του ελληνικής καταγωγής αμερικανού σκηνοθέτη Αλεξάντερ Πέιν.
Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Τζορτζ Κλούνι, σε μια πολύ καλή ερμηνεία, όπου ερμηνεύει τον Ματ Κινγκ, ένα πλούσιο δικηγόρο και κληρονόμο μεγάλων εκτάσεων, ο οποίος ζει στη Χαβάη. Όταν η γυναίκα του Ελίζαμπεθ πέφτει σε κώμα μετά από ένα ατύχημα, ο Ματ αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του και να έρθει σε επαφή μα τις δυο κόρες του. Και ενώ η Ελίζαμπεθ δεν φαίνεται να επανέρχεται, ο Ματ ανακαλύπτει ένα κρυμμένο μυστικό από τη ζωή της γυναίκας του. Η μεγάλη του κόρη του αποκαλύπτει πως η μητέρα της είχε εραστή. Η αποκάλυψη αυτή θα τον αναστατώσει και θα αποφασίσει να βρει ποιος είναι ο αντίζηλός του. Όλη αυτή η διαδικασία θα τον φέρει πιο κοντά στις δυο κόρες του και θα τον βοηθήσει να επανεξετάσει τη ζωή του, να έρθει αντιμέτωπος με τα λάθη του και να αποφασίσει να επανορθώσει.
Πρόκειται μια ανθρώπινη και συγκινητική ταινία, η οποία χωρίς να κραυγάζει προσεγγίζει στους χαρακτήρες και εμβαθύνει στις σχέσεις τους. Ο Πέιν ακολουθεί διακριτικά την ιστορία, δεν επιδίδεται σε σκηνοθετικά τερτίπια κι αφήνει την αφήγηση και τα δραματικά στοιχεία της να ξεδιπλωθούν αργά και φυσικά χωρίς να τα εκβιάζει. «Οι απόγονοι» είναι μια ταινία, η οποία χωρίς να διεκδικεί δάφνες αριστουργήματος, κερδίζει το θεατή με την ειλικρίνεια και την απλότητά της. Σε ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης και πολύ διακριτικά, ο Πέιν αναφέρεται στην καταστροφή της φύσης μέσω της ανοικοδόμησης. Βάζει, λοιπόν, το Ματ Κινγκ, στο φινάλε να αρνείται να συναινέσει στην πώληση κάποιων τεράστιων εκτάσεων που έχει κληρονομήσει μαζί με συγγενείς του, ώστε να ανοικοδομηθούν. «Βρεθήκαμε να κατέχουμε μια τεράστια περιουσία χωρίς να κάνουμε τίποτε. Απλά επειδή την κληρονομήσαμε», λέει. «Ας την αφήσουμε σε αυτούς που τους ανήκει», συμπληρώνει εννοώντας τους αυτόχθονες κατοίκους της Χαβάης.
«Οι απόγονοι» ήταν η ταινία έναρξης στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Σ.Κ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 

Εκτός από το αριστούργημα «Το κουτί της Πανδώρας» και τους «Απόγονους» (κείμενα σε διπλανές στήλες) την τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα προβάλλεται και μια ελληνική ταινία μυθοπλασίας που είδαμε στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Είναι ο «Παράδεισος» του Παναγιώτη Φαφούτη. Ο σκηνοθέτης  αφηγείται τις ιστορίες τεσσάρων ζευγαριών στη διάρκεια του τελευταίου Σαββατοκύριακου της αποκριάς στην Πάτρα μέσα ένα ντελιριακό κλίμα. Με κάμερα στο χέρι, νευρώδες μοντάζ και υπό τους ήχους δυνατής μουσικής, που κάνει την ταινία να μοιάζει με πάρτι, απογυμνώνει τους ήρωές του. Πίσω από τις μάσκες απελευθερώνονται και διεκδικούν τον έρωτα και την αγάπη. Κι όλα αυτά μέσα από μία ένταση συναισθημάτων και καταστάσεων η οποία επιτείνεται από τη δύναμη της μουσικής και τη γιορτινή διάθεση. Μόνο που πίσω από τις μάσκες κρύβονται τα αληθινά πρόσωπα που φανερώνουν τα αληθινά συναισθήματα. Και ενώ τα πάντα λειτουργούν, η ταινία προδίδεται από ένα ανολοκλήρωτο φινάλε το οποίο αφήνει μετέωρους και τους ίδιους τους χαρακτήρες.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
«Στενά περιθώρια» του Άσγκερ Λεθ: Ο Νικ Κάσιντι είναι ένας τίμιος αστυνομικός ο οποίος κατηγορείται για ένα έγκλημα και προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα του. Ένα πρωτότυπο αστυνομικό θρίλερ με σασπένς και ανατροπές που δέχτηκε θετικές κριτικές.
«Underworld: Η αναγέννηση» των Μαν Μάρλιντ και Μπιόρν Στάιν: Η αιώνια μάχη του καλού με το Κακό σε μια «υπόγεια» περιπέτεια φαντασία.
«Champions: Μια αστεία ιστορία» του Γαβριήλ Τζάφκα: Ντοκιμαντέρ με θέμα την κινηματογραφική παιδεία στη χώρα μας. Η ταινία διερευνά το θέμα μιλώντας με ανθρώπους όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Παντελής Βούλγαρης, ο Ντίνος Κατσουρίδης, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Μάνος Ζαχαρίας, ο Βέρνερ Χέρτζογκ, ο Εμίρ Κουστουρίτσα, ο Φατίχ Ακίν.

Σίλια Μωράκη

«J. EDGAR»
Ο αδίστακτος και φιλόδοξος Χούβερ

 

Του
Στράτου Κερσανίδη


Τα νεύρα μου στο κόκκινο. Μόλις είχα δει τη «Σιδηρά Κυρία» της Φιλίντα Λόιντ, όπου η Μάργκαρετ Θάτσερ -μεγάλη ερμηνεία από τη Μέρι Στριπ- σχεδόν αγιοποιείται. Άσχετα με το εάν κυβέρνησε κι άφησε πίσω της συντρίμμια, η σκηνοθέτιδα αρκείται στο να μας παρουσιάσει μια γυναίκα η οποία πάλεψε με το ανδρικό κατεστημένο για να πετύχει τους στόχους της και να υπηρετήσει την πατρίδα της. Τόσο επιδερμική αντιμετώπιση! Οι νεκροί απεργοί πείνας, η κατάλυση του κοινωνικού κράτους, ο πόλεμος με τα συνδικάτα και τα αποτελέσματα της εγκληματικής της πολιτικής δεν αγγίζονται. Ντροπή, και διπλή μάλιστα, εάν αναλογιστούμε σε πια συγκυρία προβάλλεται μια τέτοια ταινία.
Μετά από το σοκ έρχεται η ώρα για μια ακόμη βιογραφική ταινία, μιας όχι και τόσο συμπαθούς προσωπικότητας όπως ήταν ο διευθυντής του Εφ Μπι Άι, Έντγκαρ Χούβερ. Αυτή τη φορά βέβαια το γενικό πρόσταγμα ανήκει στον Κλιντ Ίστγουντ ο οποίος σκηνοθετεί το «J. Edgar» με το Λεονάρντο Ντι Κάπριο εξαιρετικό στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Χούβερ, σε προχωρημένη ηλικία, αφηγείται σε κάποιον βιογράφο τη ζωή του. Σε φλας μπακ τον βλέπουμε νέο, φιλόδοξο και ορμητικό να ανέρχεται τα σκαλοπάτια και να φτάνει σύντομα στη θέση του διευθυντή στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών, όπου παρέμεινε για 50 σχεδόν χρόνια. Ο Ίστγουντ σκιαγραφεί με σαφήνεια το πορτρέτο του Χούβερ, τη σχέση με τη μητέρα του και κυρίως τη σχέση του με τον Κλάιντ Όλσον, το δεξί του χέρι και σύντροφό του σε όλη του τη ζωή. Η πλατωνική ομοφυλοφιλική σχέση των δύο ανδρών δίνεται με διακριτικότητα.
Ποιος όμως ήταν τελικά ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ; Κατά την άποψή μου, κάτι που φαίνεται και στην ταινία, ήταν ένας άνθρωπος αδίστακτος ο οποίος θεωρούσε πως έχει πάντοτε δίκιο. Επίσης ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος εμμονές ο οποίος έβλεπε παντού κινδύνους για την πατρίδα. Το χειρότερο είναι πως είχε ταυτίσει την ιδέα, του Καλού με τη δική του άποψη περί Καλού. Ό,τι ήταν σωστό γι’ αυτόν ήταν σωστό και για την πατρίδα. Μέγας αντικομουνιστής έβλεπε παντού συνωμοσίες εναντίον του έθνους και των παραδοσιακών αξιών. Δεν δίστασε ακόμη και να παρανομήσει προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που λέει στον Τόλσον: «Καμιά φορά παρακάμπτουμε τους νόμους για το συμφέρον της ασφάλειας της πατρίδας». Μεγάλος πολέμιος του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, δεν δίστασε να τον απειλήσει με αποκαλύψεις εάν δεχτεί το Νόμπελ Ειρήνης. Πρωταγωνίστησε στην απέλαση από τις ΗΠΑ της αναρχικής Έμα Γκόλντμαν επειδή τη θεωρούσε επικίνδυνη. Ήταν υποστηρικτής των προληπτικών διώξεων για ανθρώπους «πριν γίνουν επικίνδυνοι». Δεν δίστασε ακόμη να φτιάξει φακέλους για μια σειρά σημαίνοντα πρόσωπα της αμερικανικής πολιτικής ζωής, στα οποία μόνον ο ίδιος είχε πρόσβαση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της συζύγου του αμερικανού προέδρου Ρούζβελτ.
Ο Χούβερ ήταν ένας άνθρωπος εσωστρεφής, σκληρός, αδίστακτος, απόλυτος, φιλόδοξος, εγωιστής. Κυνήγησε το έγκλημα αλλά επεξέτεινε την έννοιά του βάζοντας δικά του όρια. Τι κάνει, λοιπόν, ο Κλιντ Ίστγουντ με μια τέτοια προσωπικότητα;
Νομίζω πως ο αγαπημένος μας σκηνοθέτης στην περίπτωση του «J. Edgar» χάνει πόντους. Δεν τολμά -ή δεν θέλει- να δει το Χούβερ κριτικά και τον αντιμετωπίζει μάλλον θετικά. Η προσέγγισή του είναι περισσότερο υποκειμενική, ο Ίστγουντ δεν μπορεί να κρύψει, μέχρι ένα βαθμό, το θαυμασμό του για το διαβόητο διευθυντή του Εφ Μπι Άι. Νομίζει κανείς πως τον προστατεύει, αφού δεν δίνει έμφαση στις συγκρούσεις του με ανθρώπους και αποφεύγει να βάλει στο στόχαστρο της κριτικής τις παρεκτροπές του. Δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις οργανωτικές μεθόδους του και στις καινοτομίες που εισήγαγε για την καταπολέμηση του εγκλήματος και δεν ασχολείται με τις υπερβολές και τις «παρανομίες» του.
Νομίζω πως αυτή τη φορά ο Κλιντ Ίστγουντ αστόχησε. Ενώ υπογράφει μια ταινία με σκηνοθετικά προτερήματα, στο ιδεολογικό μέρος είμαι κάθετα αντίθετος. Και, τελικά, αυτό είναι που μετράει περισσότερο. Δηλαδή όχι το πώς θα πεις κάτι αλλά το τι θα πεις.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.,
http://kersanidis.wordpress.com

 

«ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ»
Ένα χορταστικό θέμα

 

Ιδού, λοιπόν, η δύναμη του αφηγηματικού κινηματογράφου. Αυτού που δίνει στο θεατή το αίσθημα του κορεσμού και της απόλαυσης. Χωρίς ιδιαίτερες αναζητήσεις και προβληματισμούς αλλά με σεβασμό στο κοινό και όχι άνευ ουσίας και μηνυμάτων.
Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ σκηνοθετεί «Το άλογο του πολέμου» («War horse»), βασισμένο σε ένα δημοφιλές παιδικό βιβλίο που γράφτηκε το 1982 από το Μάικλ Μόρπουργκο.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Άλμπερτ, ένας έφηβος που ζει σε μια φάρμα στην Αγγλία, μεγαλώνει και εκπαιδεύει το αγαπημένο του άλογο, τον Τζόι. Οι οικονομικές δυσκολίες αναγκάζουν τον πατέρα του να το πουλήσει στο ιππικό και σύντομα ο Τζόι καταλήγει στην πρώτη γραμμή του μετώπου, στη Γαλλία. Και ενώ παρακολουθούμε τις περιπέτειες του αλόγου που αλλάζει διαρκώς χέρια, ο Άλμπερτ κατατάσσεται στο στρατό με την ελπίδα να βρει τον αγαπημένο του Τζόι.
Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της «αποπλάνησης». Σκηνοθετεί εξαιρετικά, τα πλάνα του μαγεύουν, μαγνητίζουν το θεατή. Τα πάντα είναι στημένα στην εντέλεια και οδηγούν σε μία μοναδική αισθητική απόλαυση. Η ιστορία είναι απλή κι ανθρώπινη. Διαθέτει συγκίνηση αλλά και μηνύματα όπως αυτά της αφοσίωσης, της αγάπης, του αλτρουισμού, της φιλίας, της ελπίδας. Και όλα δίνονται με μια θεαματική, επική σκηνοθεσία που αποτελούν πρόσθετα προτερήματα σε μια χορταστική ταινία που δεν πρόκειται να απογοητεύσει κανέναν. «Το άλογο του πολέμου» είναι ένα δείγμα αυτού που μάθαμε να αποκαλούμε λαϊκό κινηματογράφο. Που δίνει βάση στην αφήγηση και κουβαλά μέσα του μια σειρά από ηθικά μηνύματα και που η θέασή του προκαλεί μια σειρά από συναισθήματα. Μια ταινία για όλη την οικογένεια που δεν πρόκειται να απογοητεύσει κανέναν. Ταινία που έρχεται να δικαιώσει τον τίτλο του «μεγάλου παραμυθά» που συνοδεύει το Στίβεν Σπίλμπεργκ ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει ψυχαγωγία, απόλαυση και θέαμα.
Σ.Κ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 

Εκτός από τις ταινίες «J. Edgar» και «Το άλογο του πολέμου» (διαβάστε σε διπλανές στήλες) προβάλλονται ακόμη:
«Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν» του Σον Ντέρκιν: Η Μάρθα είναι μια νέα κοπέλα η οποία το σκάει από μια αίρεση. Βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι της αδελφής της και του συζύγου της. Σύντομα όμως οι τραυματικές εμπειρίες που έζησε αρχίζουν να τη στοιχειώνουν. Ο έλεγχος χάνεται και η Μάρθα αρχίζει να εμπλέκει το παρόν με το παρελθόν, την πραγματικότητα με τους εφιάλτες της. Ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο σε ένα προσεγμένο μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια σενάριο. Χρησιμοποιώντας με έξυπνο τρόπο και χωρίς υπερβολές τα φλας μπακ, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μας εισάγει στον εφιαλτικό κόσμο που βιώνει η Μάρθα. Η σκηνοθεσία του είναι στιβαρή, ο ρυθμός του άψογος, οι ηθοποιοί του εξαιρετικοί. Ο Ντέρκιν ασκεί έντονη κριτική στις κάθε είδους αιρέσεις που ευδοκιμούν στις ΗΠΑ αλλά και στους Αμερικανούς οι οποίοι πέφτουν στην παγίδα τους.
«Ο τελευταίος χορευτής του Μάο» του Μπρους Μπέρεσφορντ: Ο μικρός Λι Κουνζίν ζει σε ένα χωριό σε μια επαρχία της Κίνας. Όταν επιλέγεται από ένα κυβερνητικό κλιμάκιο που επισκέπτεται το χωριό του, για να φοιτήσει ως χορευτής στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πεκίνο η ζωή του αλλάζει. Γίνεται ο πιο διάσημος χορευτής της χώρας και καλείται στις ΗΠΑ, προκειμένου να δώσει παραστάσεις εκεί. Όταν όμως λήγει η βίζα του η κινεζική κυβέρνηση απαιτεί να επιστρέψει. Η ταινία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Ο Μπέρεσφορντ δίνει μεγάλη προσοχή στον κεντρικό του χαρακτήρα. Μας τον εμφανίζει ως ένα άβουλο και φοβισμένο παιδί που καταλήγει να γίνει ένας άνδρας ο οποίος διεκδικεί με πάθος το δικαίωμα στην καριέρα αλλά κυρίως στη ζωή του. Χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς ο αυστραλός σκηνοθέτης παρουσιάζει μια αξιόλογη δουλειά. Ιδιαίτερης ομορφιάς είναι οι σκηνές χορού με τον Τσι Τσαό, χορευτή στο Βασιλικό Θέατρο του Μπέρμιγχαμ, ο οποίος ερμηνεύει τον Κουνζίν.
«Η πιο σκοτεινή ώρα» του Κρις Γκόρακ: Μια ανεξήγητη παγκόσμια καταστροφή, μια άγνωστη δύναμη που κυνηγά τους ανθρώπους. Ταινία δράσης.
Σίλια Μωράκη

Κορίτσια της βροχής, κορίτσια δικά μας

 

«Τα κορίτσια της βροχής», κορίτσια που ζήλευαν τους περαστικούς που βρέχονταν, κορίτσια που χάζευαν τον ουρανό πίσω από κάγκελα της φυλακής. Μιας φυλακής γεμάτης από βασανιστές, φάλαγγες, γκλοπ και ατέλειωτες ανακρίσεις.
Τα κορίτσια που είδα ξεκίνησαν κάπου το ’60, ένα ’60 ερωτεύσιμο, γεμάτο αμφιθέατρα, προκηρύξεις, συζητήσεις. Ένα ’60 που μπορούσε να προσφέρει σε κάθε νέα αυτό που ονειρευόταν. Κάπου το ’60 δεν ήταν άλλωστε και η δολοφονία του Λαμπράκη και του φοιτητή Σωτήρη Πέτρουλα; Ίσως μαζί με τα πρώτα φοιτητικά χρόνια ήταν αρκετό για να ωθήσει τις νέες και τους νέους κοντά στην αριστερά. Άλλωστε κάπου εκεί στο ’60 δεν ήταν που η δεξιά άρχισε να χάνει;
Βέβαια κάπου εκεί το ’67 ήταν και δικτατορία. Από το πρώτο κιόλας βράδυ κάποιες φυλακίστηκαν, οι υπόλοιπες πέρασαν αναγκαστικά στην «παράνομη» δράση ή και στην παρανομία. Γι’ αυτές που έμειναν ο αγώνας δεν ήταν εύκολος, χειρόγραφες προκηρύξεις, συνθήματα στους τοίχους, μποϊκοτάζ και η ασφάλεια να παρατηρεί κάθε κίνηση. Κάπως έτσι άρχιζε και το κρυφτό, ύπνος σε πατάρια, οικοδομές και ένας φόβος να ακολουθεί παντού.
«Στις φυλακές ήταν τα καλύτερά μου χρόνια». Ίσως γιατί άντεξαν, ίσως γιατί όπως λέει Τζορτζ Όργουελ στο 1984 «σημασία δεν έχει τι θα πεις, σημασία έχει να μην τους αφήσεις να μπουν μέσα σου». Δεν έχει σημασία αν έκλαιγαν στον ύπνο τους, ούτε αν οι μανάδες ούρλιαζαν στα ξερονήσια φοβούμενες τι θα περάσουν τα παιδιά τους, σημασία έχει ότι η καθεμία στον εαυτό της αποδείκνυε ότι «βαστά γερά - βαστά καλά». Τι κι αν η φάλαγγα διέλυε τα πόδια; Τι κι αν ο εξευτελισμός, οι ύβρεις και τα υπόλοιπα βασανιστήρια κατέστρεφαν το σώμα; Μπορεί το κεφάλι να μην είχε πια μαλλιά και το κορμί νά ‘ταν γεμάτο πληγές αλλά η ψυχή άντεχε, αυτό που τις έφτασε ως στα κελιά τις κράτησε και δυνατές. Άλλωστε ένα κτύπημα στο τοίχο ή ένα τραγούδι έδειχναν πως δεν είναι μόνες, ένα σφύριγμα από αυτήν που μόλις είχε βασανιστεί αρκούσε για να δώσει κουράγιο. Για αυτό τα βασανιστήρια των άλλων ήταν πάντα χειρότερα.
Δεν θα πρέπει όμως να ξεχαστούν οι γυναίκες που ήταν έξω. Μανάδες, αδερφές, σύζυγοι, γυναίκες που σέρνονταν από γραφείο σε γραφείο, από φυλακή σε φυλακή για να μπορέσουν να δουν και να βοηθήσουν το αγαπημένο πρόσωπο. Για να πάρουν και να δώσουν κουράγιο.
Κι όμως η θέληση δεν χάθηκε ποτέ από αυτές τις γυναίκες. Αυτό ήταν και το «δώρο» των κοριτσιών σε μια  παρέα από νέους και νέες, αριστερούς και αριστερές, που πήγαμε όλοι και όλες μαζί, την Πέμπτη το βράδυ στο «Λαΐς».
Μαρίνα Καλλέργη

«ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ»

Μια μελαγχολική εικαστική μελωδία

 

Του
Στράτου Κερσανίδη


Eνας πνιγηρός κόσμος, ένας κόσμος βουτηγμένος στη μελαγχολία, απέλπιδος και στερούμενος διόδων διαφυγής. Το σύμπαν του Μπέλα Ταρ μοιάζει με ένα κλειστό σύστημα μέσα στο οποίο κινούνται και αναπνέουν οι ήρωές του. Με σχέσεις ανολοκλήρωτες μέσα σε ένα περιβάλλον παρακμής, κατάρρευσης και κοινωνικών αλλά και προσωπικών αδιεξόδων.
Στο «Κολαστήριο» («Kárhozat»), ο ούγγρος κινηματογραφιστής σε ένα τέτοιο σύμπαν μας εισάγει. Σε μια παρηκμασμένη κωμόπολη που ζει από ένα μεταλλείο. Σε ένα τοπίο βροχής και λάσπης, με αδέσποτα σκυλιά να περιφέρονται στους δρόμους και τον Κάρερ να παρατηρεί από το παράθυρό του τα βαγονέτα του μεταλλείου να πηγαινοέρχονται. Ένας άνθρωπος μοναχικός, ερωτευμένος με την παντρεμένη τραγουδίστρια του μπαρ Τιτανικός. Δε νομίζω να είναι τυχαίο το όνομα του μπαρ. Άλλωστε τίποτε δεν είναι τυχαίο στις ταινίες του Μπέλα Ταρ.
Μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο συναναστρέφεται ο Κάρερ, είναι ο Βιλάρσκι, ο ιδιοκτήτης του Τιτανικού. Ο τελευταίος προτείνει μια παράνομη δουλειά στον Κάρερ, τη μεταφορά ενός πακέτου. Εκείνος με τη σειρά του εμπλέκει τον άνδρα της τραγουδίστριας, μόνο και μόνο για να λείψει μερικές μέρες και να μείνει μόνος μαζί της. Αυτήν είναι η υπόθεση – πρόφαση γύρω από την οποία κινούνται οι ήρωες της ταινίας. Μικρή η σημασία της αφού εκείνο που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη δεν είναι η ιστορία αυτή καθ’ αυτή, αλλά το ανθρώπινο αδιέξοδο μέσα σε ένα απομονωμένο κόσμο. Κόσμο μελαγχολικό, αδυσώπητο, εγκαταλελειμμένο.
Η σκηνοθεσία του Μπέλα Ταρ είναι αργή και υποβλητική. Σχεδόν υπνωτική. Η κάμερα κινείται αργά, παρατηρεί το χώρο και τους ανθρώπους. Η εικαστική προσέγγιση των πλάνων είναι υψηλής αισθητικής. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία επιτείνει ακόμη περισσότερο την εσωτερική ερημιά και την απόγνωση των ηρώων. Το ίδιο ισχύει και για τον περιβάλλοντα χώρο, το παρηκμασμένο βιομηχανικό τοπίο, όπου η βροχή δε σταματά ποτέ να πέφτει. Τα πλάνα εναλλάσσονται χωρίς βιασύνη. Θαρρείς και υπάρχει μια εσωτερική μελωδία μέσα τους, που τους δίνει μια ρυθμικότητα. Είναι σαν μια εικαστική μελωδία, μια ωδή στη μελαγχολία, τα ανθρώπινα αδιέξοδα, τον πόνο και την απόγνωση, την αίσθηση του εγκλωβισμού και της πνιγηρότητας. Διέξοδος πουθενά. Ελπίδα πουθενά. Ακόμη και η αυταπάτη του έρωτα βρίσκεται πίσω από συρματοπλέγματα. Μόνο βροχή κι αδέσποτα σκυλιά.
Τα πλάνα του Μπέλα Ταρ είναι, κυρίως, μακρινά. Τα πρόσωπα των ηρώων κουβαλούν μιαν ηττοπάθεια. Συμβιβασμένοι με τη μοίρα τους, ανέκφραστοι, χωρίς ίχνος χαμόγελου. Κινούνται μέσα στο σκοτεινό, καταθλιπτικό τοπίο στο ρυθμό της αποδοχής και της μη διάθεσης να αλλάξουν κάτι. Φορείς ενός πεπρωμένου το οποίο δεν φωτίζεται από καμία αχτίδα ήλιου, αμείλικτα σκοτεινού και ερεβώδους.
Κι όμως, όλη αυτήν η απελπισία και η απόγνωση στα χέρια του μεγάλου μαγυάρου σκηνοθέτη μετατρέπονται σε έργο τέχνης. Οι εικόνες του κυλούν μπροστά από τα μάτια του θεατή συνθέτοντας ένα σπάνιο κινηματογραφικό αριστούργημα. Το «Κολαστήριο» μοιάζει με μια μαγευτική πορεία, με μια σαγηνευτική διαδρομή προς τα τάρταρα της υπαρξιακής αγωνίας. Εκεί όπου δεν έχει θέση η γραμμική αφήγηση. Όπου η συμβατική κινηματογραφική γλώσσα δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη, παραμένει βουβή κι ανήμπορη να διεισδύσει στο βάθος των νοημάτων. Είναι ο χώρος όπου η φιλοσοφία συναντά την ποίηση και η συνάντηση αυτή μετατρέπεται σε κινηματογράφο. Και εκεί βρίσκεται το μεγαλείο της «οικουμενικότητας» που με μοναδικό τρόπο μας δίνει η τέχνη και εν προκειμένω, η τέχνη του κινηματογράφου. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το «Κολαστήριο». Στις ταινίες, δηλαδή, που κινούνται εσωτερικά και στις οποίες ο χώρος αλλά και ο χρόνος είναι αδιευκρίνιστοι, άρα άνευ σημασίας. Που περιστρέφονται γύρω από την ανθρώπινη περιπέτεια και τις διαχρονικές διαδρομές, αδιέξοδα και αγωνίες της. Γύρω από το προσωπικό κολαστήριο του καθενός ανθρώπου.
Ο Μπέλα Ταρ λέει για την ταινία του:
«Νομίζω ότι όλες μου οι ταινίες μιλούν, με τη μια ή την άλλη μορφή, για τα συστήματα στα οποία διαρθρώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις, οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων, των συμφερόντων και των συναισθημάτων. Μια καινούργια ταινία μπορεί να είναι είτε η συνέχεια είτε η επέκταση μιας προηγούμενης, στο επίπεδο του στοχασμού. Πιστεύω ότι το «Κολαστήριο» είναι μια επέκταση. Πρόκειται για μια ταινία πολύ διαφορετική από το «Φθινοπωρινό Αλμανάκ», αφενός επειδή η δράση δεν εξελίσσεται μέσα σε ένα κλειστό σύμπαν, αφετέρου επειδή καταφύγαμε σε διαφορετικά στοιχεία από την άποψη της εικόνας και της ατμόσφαιρας, και επιπλέον, σε σχέση με το φραστικό μέσον, το ιδίωμα. (…) Στην ταινία αυτή, η υπόθεση είναι εντελώς βοηθητική. Η ταινία μιλά για τοπία, για τα στοιχεία και για τη φύση ενός απομονωμένου κόσμου, όπου δεν απομένει πια τίποτα. Θελήσαμε να αφήσουμε το βλέμμα να πλανηθεί απερίσπαστο… αλλά στην πραγματοποίηση της ταινίας το καλό είναι ότι εντέλει εγώ αποφασίζω πού θα σταματήσει το βλέμμα…».

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.,
http://kersanidis.wordpress.com

 

 

«Ο ΝΕΑΡΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΕΤΕ»
Ο ερωτευμένος Γκέτε

Eτσι ήταν άραγε ο Γκέτε όταν ήταν νέος; Όπως δηλαδή μας τον παρουσιάζει ο Φίλιπ Στολτζλ στην ταινία «Ο νεαρός κύριος Γκέτε» («Goethe!»); Ποιος ξέρει! Αυτό, πάντως, που εμείς βλέπουμε στον κινηματογράφο είναι μια άκρως διασκεδαστική ταινία.
1772, Γερμανία. Ο νεαρός Γιόχαν Γκέτε, αποτυγχάνει στις εξετάσεις για τη Νομική Σχολή κι ο πατέρας του τον στέλνει σε μιαν άλλη πόλη να σπουδάσει, στο πλάι του αρχιδικαστή Κέστνερ. Βέβαια ο νεαρός δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για όλα αυτά, αλλά αγαπά την ποίηση. Κι όταν μπαίνει στη ζωή του η όμορφη Λότε, ο Γιόχαν πετάει στα σύννεφα μαζί με τον ποιητικό του οίστρο. Ο έρωτας κατακλύζει τους δύο νέους. Μόνο που η Λότε αρραβωνιάζεται τον Κέστνερ, κατόπιν επιθυμίας του πατέρα της, και έτσι έρχονται τα πάνω κάνω. Μετά από αυτό ο Γκέτε γράφει το πρώτο του βιβλίο «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» και σύντομα γίνεται διάσημος.
Ο Φίλιπ Στολτζλ σκηνοθετεί με μπρίο. Η ταινία επιτυγχάνει να κρατήσει το θεατή σε μία καλή διάθεση, καθώς είναι διασκεδαστική, εμπεριέχει το ερωτικό δράμα και έχει, αυτό που λέμε, αρχή – μέση – τέλος. Βέβαια η σκηνοθεσία δεν είναι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου, έχει μια τηλεοπτική προσέγγιση, αλλά αυτό δεν αφαιρεί από την ταινία το στοιχείο της απόλαυσης. Δηλαδή αυτού που λέμε «την βλέπω και περνάω καλά», χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις.
Ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης παρουσιάσει τον Γκέτε. Είναι ένας ατίθασος, απείθαρχος και θρασύς νεαρός που αγαπά τη διασκέδαση. Και κάπου εκεί μέσα κρύβεται ο σπόρος της δημιουργίας. Και όταν οι συνθήκες θα τα φέρουν έτσι, ο σπόρος αυτός θα ανθίσει και ο Γκέτε θα γίνει σύμβολο. Οι πληγές που κουβαλάει, ο χωρισμός του από την Λότε και η αυτοκτονία του φίλου του, μετατρέπονται σε δημιουργία. Και σύντομα ο ονειροπαρμένος και «κακομαθημένος» νεαρός θα περάσει στην ωριμότητα και από εκεί στο χώρο των μεγάλων της τέχνης.
Θαυμάσια σκηνικά και κουστούμια, πολύ καλή φωτογραφία, ισορροπημένες ερμηνείες. Μια ταινία διεκδικεί ό,τι της αναλογεί και τίποτε περισσότερο. Τίμια και ειλικρινής.
Σ.Κ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 

Για τις ταινίες «Κολαστήριο» του Μπέλα Ταρ και  «Ο νεαρός κύριος Γκέτε» του Φίλιπ Στολτζλ μπορείτε να διαβάσετε στις διπλανές στήλες.
Προβάλλεται ακόμη το ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου «Τα κορίτσια της βροχής», με μαρτυρίες γυναικών οι οποίες φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και βασανίστηκαν από το καθεστώς της χούντας του 1967. Εκτενές κείμενο για την ταινία είχαμε δημοσιεύσει την περασμένη εβδομάδα.
Προβάλλονται ακόμη:
«Το κορίτσι με το τατουάζ» του Ντέιβιντ Φίντσερ: Αμερικανικό ριμέικ της πρώτης σουηδικής ταινίας βασισμένης στο πολυδιαβασμένο βιβλίο του Στιγκ Λάρσον. Ο δημοσιογράφος Μίκαελ Μπλόμκβιστ, αναλαμβάνει για λογαριασμό ενός ηλικιωμένου βιομήχανου να εξιχνιάσει την υπόθεση εξαφάνισης της 16χρονης ανιψιάς του, πριν από 40 περίπου χρόνια. Κι ενώ στην πορεία αρχίζει να ανακαλύπτει μια πληθώρα ανομολόγητων μυστικών, η Λίσμπεθ Σάλαντερ, μια εκκεντρική κοπέλα και συχνά προβλήματα με το νόμο, αποφασίζει να τον βοηθήσει.
«Η σιδηρά κυρία» της Φιλίντα Λόιντ: Βιογραφική ταινία για τη διαβόητη Μάργκαρετ Θάτσερ, με τη Μέριλ Στριπ να έχει βάλει σοβαρή υποψηφιότητα για το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου. Μια από τις πιο διάσημες και με μεγάλη επιρροή γυναίκες του 20ού αιώνα, η «σιδηρά κυρία» Μάργκαρετ Θάτσερ, έρχεται από το πουθενά για να σπάσει τους φραγμούς του φύλου και της κοινωνικής τάξης και να επικρατήσει σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Μια μοναδική ιστορία για την εξουσία και το τίμημά της.

Σίλια Μωράκη

«ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ»
Βαστάω γερά, κρατάω καλά…

 

Γράφει
ο Στράτος Κερσανίδης


Καμιά τους δε μετάνιωσε για όσα έκανε κι αν ξαναζούσαν τη ζωή τους από την αρχή τα ίδια πράγματα θα έκαναν. Τα λόγια αυτών των γυναικών με στοιχειώνουν. Χωρίς ίχνος ηρωισμού, χωρίς καμία έπαρση μόνο με την καθαρότητα των λόγων και των όσων έπραξαν, γι’ αυτό και τόσο όμορφες, αληθινά όμορφες από τη λάμψη της ψυχής που φωτίζει τα πρόσωπά τους.
Αυτά είναι τα «Κορίτσια της βροχής», οι πενήντα γυναίκες που η Αλίντα Δημητρίου μίλησε μαζί τους και κατέγραψε τα όσα της είπαν. Γυναίκες που αντιστάθηκαν στο καθεστώς των συνταγματαρχών, κοριτσόπουλα -γύρω στα 20 τότε- και γι’ αυτή τους την αντίσταση συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, βασανίστηκαν. Αλλά δε νικήθηκαν και γι’ αυτό διατήρησαν τη φλόγα της καρδιάς και τα καθαρά τους βλέμματα. Κοιτάζουν απευθείας μέσα στην κάμερα και αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες που είναι ένα κομμάτι της Ιστορίας μας. Και μάλιστα μέσα από τα δικά τους μάτια, από τις δικές τους εμπειρίες. Τις εμπειρίες και τους αγώνες των γυναικών που συμμετείχαν στον αντιδικτατορικό αγώνα, μια συμμετοχή που όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε υποβαθμιστεί. Και αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος της Αλίντας Δημητρίου. Να δώσει βήμα και φωνή στις γυναίκες που σήκωσαν το βάρος της δικής τους ασυμβίβαστης στάσης. Στις γυναίκες που εκτός από σύζυγοι, αγαπημένες, μητέρες, κόρες, υπήρξαν και αγωνίστριες με ενεργή συμμετοχή στους πολιτικούς αγώνες κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Η Αλίντα Δημητρίου προσφέρει τεράστια υπηρεσία στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Τη στιγμή που η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να καλύψει την Iστορία με τη σκόνη της λήθης και να την ωραιοποιήσει μιλώντας αορίστως για εθνική συμφιλίωση, η Δημητρίου έρχεται να κρατήσει ζωντανά τα γεγονότα. Η εθνική συμφιλίωση δεν επιτυγχάνεται δια της αποσιώπησης των εγκλημάτων της παράταξης που νίκησε στον Εμφύλιο, αλλά με τη διατήρηση της μνήμης. Γιατί η μνήμη είναι εφόδιο, είναι όπλο, είναι εγγύηση πως θυμόμαστε και δε θέλουμε να επαναληφθούν όσα έχουν πληγώσει βαθιά την ελληνική κοινωνία, με πληγές που ακόμη δεν έχουν πλήρως επουλωθεί.
Η κάμερα της Αλίντας Δημητρίου δε νιώθει την ανάγκη της «παραπλάνησης» για τη δημιουργία συναισθημάτων. Έχει μπροστά της όλο το υλικό που είναι τα υπέροχα πρόσωπα, τα φωτεινά βλέμματα των γυναικών της. Και, φυσικά, τις αφηγήσεις τους. Και οι αφηγήσεις είναι που δημιουργούν εικόνες, προκαλούν συγκίνηση, επιφέρουν γνώση. Αλλά μας λέει κάτι ακόμη σημαντικό η σκηνοθέτιδα. Πως ο αγώνας συνεχίζεται και φροντίζει να μας το δείξει όταν εμβόλιμα ανάμεσα στα λόγια των κοριτσιών της, παραθέτει εικόνες από σύγχρονες διαδηλώσεις. Γίνεται έτσι η σύνδεση, όχι μόνο με τον αντιδικτατορικό αγώνα αλλά και με τις ίδιες τις γυναίκες που μιλούν στο ντοκιμαντέρ, καθώς είναι ακόμη νέες και ενεργές στους σύγχρονους αγώνες.
Με «Τα κορίτσια της βροχής» κλείνει η τριλογία της Αλίντας Δημητρίου για τη συμμετοχή των γυναικών στους πολιτικούς αγώνες κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Είχαν προηγηθεί οι ταινίες «Πουλιά στο βάλτο» και «Η ζωή στους βράχους» που είχαν ως θέμα τις γυναίκες που αγωνίστηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν στην Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Μάλιστα οι γυναίκες της τελευταίας ταινίας, θεωρούν πως οι ίδιες είναι η συνέχεια των γυναικών της Εθνικής Αντίστασης. «Είμαστε η συνέχειά τους και η δική μας συνέχεια είναι η σημερινή νεολαία…», λέει μία από αυτές, η οποία εξαιτίας των βασανιστηρίων έχασε τη δυνατότητα να γίνει μητέρα.
Για την πραγματοποίηση της ταινίας «Κορίτσια της βροχής» εργάστηκαν:
Παραγωγή: Αλίντα Δημητρίου
Βοηθός σκηνοθέτης: Αφροδίτη Νικολαΐδου
Λήψη επικαίρων: Ευαγγελία Γούλα
Φωτογραφία: Αλέξης Γρίβας - Αφροδίτη Νικολαΐδου
Μοντάζ: Αλίντα Δημητρίου
Επιμέλεια μοντάζ: Απόστολος Αγρογιάννης
Σενάριο – Σκηνοθεσία: Αλίντα Δημητρίου
Η ταινία έχει διάρκεια 120 λεπτά.
Το ντοκιμαντέρ «Τα κορίτσια της βροχής» θα προβάλλεται από την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου στη Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
http://kersanidis.wordpress.com

 

«ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΑΒΡΗΣ»
Πινελιές αισιοδοξίας

 

Υπάρχουν καλοί άνθρωποι. Άνθρωποι που συμπονούν και το δείχνουν έμπρακτα με την αλληλεγγύη τους.
Ο Άκι Καουρισμάκι στην ταινία του «Το λιμάνι της Χάβρης» («Le Havre») κάποιους τέτοιους ανθρώπους μας συστήνει, που ζουν στη Χάβρη, γαλλικό λιμάνι πέρασμα προς την Αγγλία. Εκεί ζει ο Μαρσέλ Μαρξ, ένας τύπος μποέμ, χαμογελαστός και γεμάτος αισιοδοξία, που εργάζεται ως λούστρος. Ζει φτωχικά μαζί με τη γυναίκα του Αρλετί που τον φροντίζει. Η γλυκιά καθημερινότητα του ζευγαριού θα ανατραπεί όταν η Αρλετί θα εισαχθεί στο νοσοκομείο, βαριά άρρωστη. Και τότε θα εμφανιστεί στη ζωή του Μαρσέλ ένας ανήλικος παράνομος μετανάστης, ο Ιντρίσα, ο οποίος θέλει να περάσει απέναντι για να συναντήσει τη μητέρα του, η οποία ζει στο Λονδίνο. Ο Μαρσέλ χωρίς να το πολυσκεφτεί αναλαμβάνει να βοηθήσει το νεαρό, τον οποίο αναζητά η αστυνομία. Ολόκληρη η γειτονιά στήνει ένα δίχτυ προστασίας γύρω από τον Ιντρίσα αποδεικνύοντας πως στον κόσμο υπάρχει ανθρωπιά και αλληλεγγύη.
Ο Άκι Καουρισμάνι σκηνοθετεί με το γνωστό του στιλ. Είναι εύστοχος, συχνά κυνικός, μεγάλος χιουμορίστας, είρωνας, αθεράπευτα τρυφερός. Η ταινία του χαρακτηρίζεται από περίσσευμα αισιοδοξίας πιάνοντας ένα σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα και βγάζοντας από αυτό ό,τι πιο όμορφο μπορεί να βγάλει ο άνθρωπος. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι απλοί. Ζουν σε κάποια γειτονιά, δεν είναι πλούσιοι και «όμορφοι», δεν αποτελούν διαφημιστικά πρότυπα. Ξέρουν πώς να χαρούν με το καθετί, πώς να μιλήσουν με τους γείτονες και πάνω απ’ όλα, πώς να συμπονέσουν και να συμπαρασταθούν, χωρίς να προσβλέπουν σε κανένα όφελος.
Η σκηνοθεσία είναι στιλιζαρισμένη και προσεγμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Παρόλα αυτά η χαλαρότητα και η νωχελικότητα που τη χαρακτηρίζουν την κάνουν βαθιά γοητευτική. Όσο για το κοινωνικό μήνυμα της ταινίας είναι εμφανές, αλλά δε γίνεται αντικείμενο δημαγωγίας από τη μεριά του σκηνοθέτη. Απλώς, ο Ιντρίσα έπεσε επάνω σε κάποιους καλούς ανθρώπους, οι οποίοι αποφάσισαν να το βοηθήσουν. Εδώ θα ήθελα να σταθώ στο χαρακτήρα του αστυνομικού που κυνηγά το νεαρό, ο οποίος φαντάζει ως άλλος Ιαβέρης, μόνο που τελικώς αποδεικνύεται πως δεν είναι έτσι.
«Το λιμάνι της Χάβρης» είναι μια απολαυστική ταινία. Μια ταινία που χαίρεσαι να τη βλέπεις, που έχει πολλά να σου πει και συνάμα να προσδώσει μια νότα αισιοδοξίας στη μαυρίλα της καθημερινότητας. Μια ταινία που επαναφέρει τη χαμένη εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο είδος.
Στράτος Κερσανίδης

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 

Μαζί με το «Λιμάνι της Χάβρης» από την περασμένη Πέμπτη προβάλλονται ακόμη τρεις ταινίες.
Πρώτη και καλύτερη είναι «Η απληστία» το απόλυτο αριστούργημα του Έριχ φον Στροχάιμ, παραγωγής 1924. Η ιστορία τοποθετείται στο Σαν Φρανσίσκο, στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Μακ Τιγκ, ένας αγαθός πρώην χρυσωρύχος και νυν οδοντίατρος, ερωτεύεται την Τρίνα, με την οποία είναι ερωτευμένη και ο εξάδελφός της και φίλος του Μακ, Μάρκους. Όταν ο Μάρκους κάνει πίσω, ο Μακ Τιγκ παντρεύεται την αγαπημένη του. Η Τρίνα κερδίζει 5.000 δολάρια στο λαχείο και δεν αργεί να πάθει εμμονή με τα κέρδη της. Ο Μακ, αντιμέτωπος με τη ζηλοφθονία του Μάρκους, χάνει το ιατρείο του και καταντά μέθυσος και αλήτης. Βαθύ μίσος χωρίζει τους τρεις πρώην φίλους. Η τελική αναμέτρηση των δύο αντρών θα γίνει στην Κοιλάδα του Θανάτου. Μεγάλη ταινία. Μη τη χάσετε.
«Σέρλοκ Χολμς 2: Το παιχνίδι των σκιών» του Γκάι Ρίτσι: Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και Τζουν Λο σε νέες περιπέτειες. Τώρα ο Σέρλοκ Χολμς έχει να αντιμετωπίσει το καθηγητή Μοριάρτι, έναν δαιμόνιο εγκληματικό εγκέφαλο. Ο Μοριάρτι, εκτός του ότι συναγωνίζεται επάξια τον Χολμς σε πνευματικό επίπεδο, διαθέτει μια εξαιρετικά σατανική πλευρά και απουσία συνείδησης, που του δίνει το πλεονέκτημα έναντι του πασίγνωστου ντετέκτιβ.
«Λάρισα εμπιστευτικό» του Στράτου Μαρκίδη: Ελληνική «κωμωδία», η οποία δε χρήσει περαιτέρω σχολίων!


Σίλια Μωράκη