Αρχείο



Η τέχνη δεν μπορεί να είναι κερδοφόρα επιχείρηση

Παρακολουθώντας συστηματικά τις συνεντεύξεις Τύπου για τα προγράμματα των μουσικών μας φορέων, έχω πολλές φορές γράψει στο ΠΟΛΥΤΟΝΟν, (περιοδικό της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών), για «αλλαγή σελίδας». Εξίσου συχνά, τα γεγονότα με έχουν διαψεύσει... Ωστόσο, ο Βασίλης Χριστόπουλος, ως νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, φαίνεται να έχει σχεδιάσει τις αλλαγές που επιχειρεί, λαμβάνοντας υπόψη την επικίνδυνη τρέχουσα πραγματικότητα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια δονκιχωτική «φυγή προς τα εμπρός», αλλά για ενέργειες που έχουν πιθανότητες επιτυχίας, καθώς έχουν σχεδιαστεί με βάση πραγματικά δεδομένα. Βέβαια το τι το μέλλον κρύβει, άδηλον...

 

Τη συνέντευξη πήρε
ο Κωνσταντίνος Α. Λυγνός
 
Έχουμε κάποιες πρώτες εκτιμήσεις από το νέο ξεκίνημα που κάνατε;

Οι πρώτες εντυπώσεις είναι πολύ θετικές και υπάρχει σαφής αύξηση των εισιτηρίων. Αυτό οφείλεται τόσο στον περιορισμό των προσκλήσεων όσο και στην αυξημένη προσέλευση. Για παράδειγμα, στις 28 Οκτωβρίου όπου παραδοσιακά η Κρατική έπαιζε σε άδεια καθίσματα, είχαμε στο Μέγαρο περίπου 800 άτομα. Το άλλο που μας ικανοποιεί είναι η πολύ θετική αποτίμηση της ποιότητας των συναυλιών, που καταγράφηκε και στον Τύπο.

Υπάρχει η άποψη ότι σε τέτοιες περιόδους κρίσης, με ένα περίεργο τρόπο, η ποιοτική τέχνη πάει καλύτερα. Έχετε άποψη γι’ αυτό;
Δεν το γνωρίζω... Δεν έχω ξαναζήσει τέτοια κρίση για να ξέρω!

Είπατε ότι ξεκινάτε «με ανάμεικτα συναισθήματα» και επίσης ότι η ΚΟΑ, «προς το παρόν δεν κινδυνεύει». Πώς φαίνεται τώρα η κατάσταση; Μιλάμε για ζητήματα που δεν εξαρτώνται άμεσα από την ΚΟΑ, αλλά από το κράτος ή άλλους παράγοντες.
Η κρατική επιχορήγηση της Ορχήστρας έχει παγώσει -αναδρομικά- στο 49% της υπεσχημένης, που ήταν ήδη μειωμένη 50% σε σχέση με το 2009. Είμαστε λοιπόν στο χείλος της ασφυξίας και χρωστάμε χρήματα σε πολλούς. Αυτό μας δυσκολεύει πάρα πολύ και ελπίζουμε το πρόβλημα να λυθεί. Δεν θέλουμε να είμαστε «κρατικοδίαιτοι». Θέλουμε να βρούμε και άλλους πόρους. Όμως πρέπει να υπάρχει μία συνέπεια και μία συνέχεια στη διοίκηση του κράτους. Κατήρτισα πρόγραμμα και προϋπολογισμό με τα στοιχεία του Υπουργείου. Αν αυτά -αίφνης- δεν ισχύουν πια, τότε είμαστε σε πολύ δύσκολη θέση! Η τέχνη πάντως δεν μπορεί να είναι κερδοφόρα επιχείρηση: Χρειάζεται πολιτική απόφαση ότι θα υπάρχει μία κρατική συμφωνική ορχήστρα, η οποία θα συντηρείται. Προσπαθούμε να συμπληρώσουμε τα έσοδά μας, αλλά εδώ υπάρχουν διάφοροι φαύλοι κύκλοι. Έχουμε τη διοικητική υποστελέχωση και το παρωχημένο οργανόγραμμα που είναι από τη δεκαετία του ’60. Προβλέπει θέση βοηθού δακτυλογράφου και θέση υπηρέτριας(!) αλλά όχι υπεύθυνο χορηγιών, υπεύθυνο μάρκετινγκ ή γραφείο Τύπου. Δεν έχουμε τα εφόδια για να γίνουμε πιο ανεξάρτητοι από την κρατική επιχορήγηση. Το κράτος πρέπει να μας βοηθήσει να απεξαρτηθούμε απ’ αυτό! Έχουμε υποβάλει προτάσεις χωρίς καμία αύξηση θέσεων. Απλώς οι θέσεις να είναι εκσυγχρονισμένες. Αντίστοιχος φαύλος κύκλος υπάρχει στα καλλιτεχνικά, κάτι που ξαναγυρνάει στα οικονομικά: Πολλές θέσεις μουσικών είναι κενές από το 2007, γιατί όσοι συνταξιοδοτούνται δεν αναπληρώνονται. Εδώ και τέσσερα χρόνια -πολύ πριν βαθύνει η κρίση- δεν έχουν προκηρυχθεί καν οι θέσεις. Το οργανόγραμμα της Ορχήστρας έχει φτιαχτεί ώστε να μπορεί να παίζει συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Έτσι είμαστε αναγκασμένοι -σε κάθε συναυλία ανεξαιρέτως- να προσλαμβάνουμε έκτακτους, που επιβαρύνουν κι άλλο τον τακτικό μας προϋπολογισμό. Οι μόνιμοι μουσικοί πληρώνονται κατ’ ευθείαν από το Υπουργείο.

Καταλαβαίνουν στο Υπουργείο ότι σε μία ορχήστρα δεν μπορούν να εφαρμοστούν «οριζόντιες περικοπές»; Δεν μπορείς να διώξεις -τυχαία- τα δύο φλάουτα ή μία τρομπέτα και να βάλεις να παίξουν στη θέση τους τρία βιολιά που περισσεύουν…
Στο πρόσφατο πολυνομοσχέδιο, το προσωπικό των κρατικών ορχηστρών εξαιρέθηκε από το ενιαίο μισθολόγιο και την εργασιακή εφεδρεία. Αυτό κερδήθηκε με μάχη όλων των διευθυντών των κρατικών ορχηστρών. Εξηγήσαμε το αυτονόητο και ευτυχώς το κατάλαβαν. Γενικά προσπαθώ να αντισταθώ στη λογική των πανικόβλητων και οριζόντιων αποφάσεων. Ας είμαστε λίγο πιο οργανωμένοι.
Πριν λίγο είχα μία συνάντηση με τη μορφωτική ακόλουθο της Γαλλικής Πρεσβείας και το διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, οι οποίοι μου έκαναν κάποιες προτάσεις και θέλανε να οργανώσουμε κάποια σχέδια για τα τρία επόμενα χρόνια. Μου εξηγούσαν ότι εφόσον το πρώτο εξάμηνο του 2014 η Ελλάδα θα έχει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να κάνουμε διάφορες εκδηλώσεις. Εγώ δε σας λέω να φτάσουμε σε τέτοια επίπεδα. Μπορεί να είναι και υπερβολή να σκέφτεσαι από τώρα για το 2014, μέχρι τότε ποιος ζει ποιος πεθαίνει... Αλλά, όμως, δεν μπορούμε και σπασμωδικά να αντιδρούμε από τη μία μέρα στην άλλη.
Το έχω υποστεί παλιότερα και με την Εθνική Λυρική Σκηνή, όπου επανειλημμένως ξεκίνησα να συνεργάζομαι σε παραγωγές οι οποίες τελικά ακυρώθηκαν από τη μία μέρα στην άλλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Εμιλία ντι Λίβερπουλ», του Ντονιτσέτι, που θα ήταν εναρκτήρια παραγωγή της περιόδου 2009 – 2010. Ξαφνικά το ανέβασμα ακυρώθηκε γιατί ανακαλύφθηκε ότι η Λυρική ήταν ελλειμματική. Αν είναι ελλειμματική, ας κάνουμε από του χρόνου ένα πρόγραμμα εξυγίανσης. Είναι δυνατόν να σταματάς μία πρεμιέρα όταν έχουν ξεκινήσει πρόβες και επιπλέον να μην αμείβεις ποτέ τους συνεργαζόμενους καλλιτέχνες;

Αλλάζοντας τη λογική και την εικόνα του προγράμματος

Στο πρόγραμμα, δεν θέλω απλώς συναυλίες, τη μία δίπλα στην άλλη, όπου τη μια Παρασκευή γίνεται αυτό και μετά το άλλο. Ήθελα ένα χαρακτήρα και μία ταυτότητα. Κάποιους κεντρικούς άξονες. Με τους τρεις κύκλους: «Θυσία», «Μότσαρτ συν ένα» και τον κύκλο «Νέοι δημιουργοί και αναδημιουργοί», ελπίζουμε ότι θα προσελκύσουμε το κοινό να παρακολουθήσει ένα ταξίδι και όχι απλώς κάποιες συναυλίες που τυχόν θα διαλέξει.
Ο κύκλος «Θυσία» αποσκοπεί να ενώσει δια της αντίθεσης. Είναι θέμα πανανθρώπινο, πολύ σημαντικό, εμπνέει διαφορετικούς συνθέτες ανά τις εποχές και έχει διαφορετικές πτυχές και εκφάνσεις. Άλλο η χριστιανική θυσία, άλλο η παγανιστική θυσία, άλλο η ερωτική θυσία. Έτσι παίζουμε ένα ορατόριο του Χάιδν, «Οι επτά τελευταίες λέξεις του Ιησού πάνω στο Σταυρό», την «Ταφή» του Δ. Μητρόπουλου, την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» του Στραβίνσκι και τέλος το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μπερλιόζ. Ένα έργο της κλασικής εποχής, ένα που ανήκει σε έλληνα συνθέτη, ένα κλασικό μοντέρνο και ένα ρομαντικό. Κινούμαστε μέσα στο θέμα, αλλά σε εντελώς διαφορετικές εποχές και στιλιστικά πεδία,.
Ο κύκλος «Μότσαρτ συν ένα» ήθελε να δώσει έμφαση σε έναν μεγάλο κλασικό συνθέτη, κάποιον που βρίσκεται στον πυρήνα της μουσικής που γράφτηκε στη Βιέννη το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Είναι καλό να επιστρέψουμε λιγάκι στο κλασικό. Καλό για το κοινό, αλλά και για την ορχήστρα. Αποτελεί σχολή για την ομοιογένεια της άρθρωσης, την καθαρότητα και τη διαύγεια του ήχου, την εκφορά της φράσης, είναι σχολή ορθοτονίας... Είναι το σχολείο για πάρα πολλά πράγματα.
Τέλος, στον κύκλο «Νέοι δημιουργοί και αναδημιουργοί», δίνεται βήμα σε νέους έλληνες συνθέτες. Είναι νομίζω η πρώτη φορά (ή έστω η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια), που αυτό γίνεται τόσο συστηματικά. Δώσαμε πέντε παραγγελίες σε ισάριθμους νέους έλληνες συνθέτες. Στην επόμενη σεζόν θα επιστρέψουμε με περισσότερους έλληνες συνθέτες και πάλι. Γιατί είναι αποστολή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών να παίζει και τα έργα ελλήνων συνθετών. Αυτό το λέω χωρίς περιστροφές.

Στη συνέντευξη που δώσατε στο Χίλτον, είναι ίσως η πρώτη φορά που διέκρινα μία αλλαγή στάσης από τους εκπροσώπους των μουσικών: Περισσότερη έμφαση στα καλλιτεχνικά και λιγότερη στα «συνδικαλιστικά».
Στη γκρίνια και τα σχετικά... Χαίρομαι που τ’ ακούω. Ας κλείσουμε αυτή την κουβέντα με κάτι θετικό. Είμαι ενθουσιασμένος και συγκινημένος από την προσωπική και μουσική επικοινωνία μου με τους μουσικούς της Ορχήστρας, οι οποίοι δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό σε μία δύσκολη περίοδο. Δεν ξέρω πώς αντιδρά το κοινό και τί σχέση έχουν ολ’ αυτά, με την κρίση ή τη στροφή στην ποιότητα, όπως λέγαμε και στην αρχή. Πάντως οι ίδιοι οι μουσικοί συγκεντρώνονται, και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με αγάπη, ποιότητα, καλή διάθεση και με κέφι. Αυτό νομίζω ότι περνάει στις συναυλίες και καθρεφτίζεται, τόσο στα πρόσωπά τους, όσο και στο παίξιμό τους. Πιστεύω ότι αυτό το αισθάνεται τόσο ο πολύς κόσμος, όσο και οι κριτικοί.

Έχετε μετανιώσει που γυρίσατε από τη Γερμανία για να αναλάβετε αυτή τη δουλειά;
Θα μετάνιωνα αν δεν το δοκίμαζα! Ωστόσο, δίστασα να έρθω... Όμως ακόμα και αν αποτύχω δεν θα το μετανιώσω. Ήταν μία συνειδητή επιλογή: να έρθω να προσφέρω στην πατρίδα μου και σε αυτή την Ορχήστρα που την αγαπώ και την ξέρω από μικρό παιδί, σε μία δύσκολη στιγμή. Αγωνίζομαι, λοιπόν, γι’ αυτό. Είναι μία μάχη που μπορεί να τη χάσω, όμως δεν θα μετανιώσω που την έδωσα. Σε καμία περίπτωση!

* Η συνέντευξη είναι περίληψη της ήδη δημοσιευμένης στο μουσικό δι­αδικτυακό περιοδικό TaR.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου