Αρχείο



Ξούθου και Μενάνδρου γωνία

Πες μου την ουτοπία σου, να σου πω ποιος είσαι

Στους εκλεκτούς των Παπαδήμου & ΜΜΕ, κ.κ. Βορίδη, Γεωργιάδη, Καρατζαφέρη, αφιερωμένο εξαιρετικά
(γιατί στη δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα)

Γιατί ενώ οι νέοι της ομάδας Πραγματική Δημοκρατία, Τώρα! διεκδικούν απ’ το Βερολίνο το δικαίωμα του ελληνικού λαού να εκφραστεί ελεύθερα, εμείς για άλλη μια φορά σκύβουμε το κεφάλι και ανεχόμαστε το ατιμωτικό καθεστώς που επιχειρεί να μας δέσει εσαεί υπόδικους στις γαλέρες του αγγλικού δικαίου. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που τα δίκαια των αδίκων αδικούν γενιές, λαούς κι ανθρώπους.
Κι επειδή δεν ζει ο Μπρεχτ, ανέλαβε ο Τσίμας να μας εξηγήσει την παράσταση «Ο καλός άνθρωπος του Σε Τσουάν», που παίζεται με πρωταγωνιστή τον Λουκά Παπαδήμο. Ο άξιος τεχνοκράτης που βιάζεται να ολοκληρώσει το (νέο) του έργο: την υπογραφή άλλης μια δανειακής σύμβασης, και των (νέων) παρεπομένων της. Χέρι με χέρι, όπως γίνεται στις ταινίες με τις συμμορίες: από τη μια θα εκχωρούνται και τα τελευταία κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα κι από την άλλη θα εισπράττουν τα λύτρα. (Γι’ αυτό σκέφτονται να κάνουν –αν κάνουν– εκλογές το Πάσχα. Για νά ’ναι επίκαιροι). Θ’ αγοράσουν μάλιστα με τ’ αργύρια και τον αγρόν του κεραμέως για να μας θάψουν, εκεί όπου οι Αρχιερείς έθαβαν τους φτωχούς και τα πτώματα των λιμών.
Ανάμεσα στους νόμους της «αναγκαιότητας», όπως μας την ορίζει η λογική τους, και στη συναίσθηση της πραγματικής ελευθερίας που εκφράζει όμως την ουσία της ζωής, όπως τη διατύπωνε ο Τολστόι στο τέλος του «Πόλεμος και ειρήνη», και ο Άρης Αλεξάνδρου στο γράμμα του (19.5.1974) απ’ το Παρίσι, που ξεκίνησα να αντιγράφω την προηγούμενη Κυριακή, η ατομική ουτοπία φαίνεται πως αποτελεί τη μόνη διέξοδο στη διαφαινόμενη ακινησία. Ως τότε ας παρακολουθήσουμε τη συνέχεια της δίχως αναπνοή-αφήγησης του Αλεξάνδρου, από τη Μακρόνησο του 1949.
…Και άκουγα τα ουρλιαχτά των βασανιζόμενων και είχα την εντύπωση πως το παρακάνουν, πως οι κραυγές τους δεν αντιστοιχούν επακριβώς στον πόνο, λες και θέλανε να δείξουν πως πονάνε περισσότερο απ’ ότι πράγματι πονούσαν, ελπίζοντας έτσι να προκαλέσουν τον οίκτο των βασανιστών τους μα εκείνοι προσπαθούσαν να ουρλιάξουν ακόμα περισσότερο, βρίζοντας όσο χυδαιότερα μπορούσαν και σήκωναν όσο περισσότερο μπορούσαν τα ρόπαλα, να διαγράψουν μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καμπύλη και να πέσουν έτσι με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στα κόκκαλα («θα υπογράψετε παλιοπούστηδες, τι είμαστε εμείς, πουτάνες είμαστε που υπογράψαμε;») φωνάζοντας και χτυπώντας για να δει ο αξιωματικός (ανανήψας κι αυτός) με πόσο ζήλο εκτελούν το καθήκον τους και μόνο δυο τρεις χτυπάγανε με λιγότερη δύναμη, όπως μου φάνηκε, ίσως γιατί ήταν κουρασμένοι, ίσως γιατί δεν είχαν μάθει ακόμα το νέο τους επάγγελμα και θυμάμαι πως την ώρα εκεί νη μου πέρασε η σκέψη πως πριν από 100 χρόνια ακριβώς (το 1849) ο Ντοστογιέφσκι είχε βρεθεί σε παρόμοια εξάδα και είχε δει να δένουν τους συντρόφους του στους πασσάλους για να τους τουφεκίσουν (σκηνοθετημένα όλα αυτά όπως αποδείχτηκε) μα εδώ δεν επρόκειτο βέβαια για σκηνοθεσία και η ψυχρή μου λογική (ξέχασα να σημειώσω ότι παρακολουθούσα τον βασανισμό σαν ψύχραιμος παρατηρητής) μου υπέβαλε τη σκέψη πως δεν θα το αντέξω (όχι τον πόνο, αν χτυπάγανε με κνούτο θα το άντεχα, σκεφτόμουνα τότε και το σκέφτομαι ακόμα, έστω κι αν μου οργώνανε τις σάρκες μου στην πλάτη κι ας γινόντουσαν κιμάς οι σάρκες), μα τα σπασμένα κόκκαλα, το σακάτεμα εφ’ όρου ζωής δε θα το άντεχα, δε θα δεχόμουνα να το ρισκάρω (είχα ακούσει και είδα αργότερα σακάτες, με σπασμένα χέρια και πόδια, είδα κατάκοιτους στα ατομικά αντίσκηνα, είδα τρελούς) κ’ έτσι, όταν πέρασαν δυο εξάδες ακόμα (ο σωφρονισμός της κάθε εξάδας δεν κράταγε και πολύ, 5 με 7 λεφτά υπολογίζω κι ούτε θυμάμαι πόσοι υπέκυψαν και πόσοι άντεξαν εκείνη την πρώτη φορά, οι αλφαμίτες δεν βιαζόντουσαν, κάνανε ένα πρώτο κοσκίνισμα, είχαν όλον τον καιρό μπροστά τους) όταν έφτασε η σειρά της εξάδας μου, προχώρησα πεντέξη βήματα προς τα δεξιά, έφτασα στο τραπέζι με τις έντυπες δηλώσεις (ο αλφαμίτης που καθότανε μπροστά στο τραπέζι μου χαμογέλασε φιλικά και βιάστηκε να μου δώσει το μολύβι και το χαρτί, υποδείχνοντάς μου πού ακριβώς έπρεπε να υπογράψω) και πήρα τη δήλωση, τη διάβασα προσεχτικά και υπέγραψα φαρδιά-πλατιά και ευανάγνωστα, με το πραγματικό μου όνομα (δεν ξέρω τι θα ’κανα, μα μου φαίνεται πως αν μου ζητάγανε να αποκηρύξω τα ποιήματά μου θα αντιστεκόμουνα περισσότερο) αργότερα όμως δεν έγραψα επιστολές στις εφημερίδες ή στον ιερέα του χωριού, να τις διαβάσει από άμβωνος την Κυριακή κι ούτε ζήτησα απ’ τους συντάκτες των Γραφείων Ηθικής Αγωγής να μου γράψουνε την ομιλία μου (οι ομιλίες είχαν καταντήσει στερεότυπες και είχαμε πια βαρεθεί να τις ακούμε απ’ τα μεγάφωνα και σπάνια διασκεδάζαμε, όπως λόγου χάρη τότε που ακούσαμε κάποιον να λέει ότι ανέβλεψε μόλις πέρασε την πύλη, ενώ ήτανε γνωστό ότι οι αλφαμίτες του είχανε βγάλει το δεξί του μάτι και είχε μείνει μονόφθαλμος και κάγχασε όλο το στρατόπεδο και γελάγανε ως και οι αλφαμίτες)…
Συνεχίζεται…

Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

H κατάστασις θεωρείται μη ανατάξιμος και ουδεμία παρακλινική ή χειρουργική επέμβασις ενδείκνυται

 

Δεν αναφέρεται στα σημερινά της χώρας η ιατροδικαστική έκθεση, αλλά στην πριν 30 χρόνια νεκροψία του φοιτητή Ιάκωβου Κουμή. Η δολοφονία ας καταγραφεί ως φυσική κατάληξη κάθε πορείας, του Πολυτεχνείου συμπεριλαμβανομένης, αφού «η δημοκρατία πρέπει να είναι εξοπλισμένη για την περιφρούρηση της τάξης», όπως δήλωνε στη Βουλή ο τότε αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, και για χρόνια υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Παπακωνσταντίνου. Έκτοτε στο βωμό της τάξης, οι άτακτοι κατέθεσαν πολλά σφάγια με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται ο φίλος ποιητής Αργύρης Παλούκας να δηλώνει: «Θέλω το σώμα μου πίσω»: Είχα άλλα σχέδια για τους ανθρώπους/ Να δακρύζουν μ’ ένα τραγούδι/ μέσα στ’ αυτοκίνητο./ Να βγάζουνε τα χέρια τους έξω από τα παράθυρα/ Κι οι καύτρες από τα τσιγάρα τους/ (κάτι μεγάλα κομμάτια λύπης δηλαδή)/ να φεύγουν κάθε τόσο προς τα πίσω.
Δεν ξέρω αν ωφελεί να μιλάμε σήμερα για την Αριστερά όταν ο εχθρός δεν είναι απλώς ante portas, αλλά ήδη μέσα στα σπίτια και στα χωριά μας. (Πάντως ο Ηλίας Πετρόπουλος έλεγε πως «μόνο εμείς οι αριστεροί δικαιούμαστε να τα βάζουμε με την Αριστερά»).
Κάτι τέτοιες ώρες, όμως, σκέφτομαι πως είναι καλύτερα να ζεις με την απόφαση της μοναξιάς σου, όπως το διατύπωνε σ’ ένα του γράμμα (19.5.1974) απ’ το Παρίσι ο Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978). Τουλάχιστον μόνος δε χρειάζεσαι καθοδηγητή, αποτελείς ατομικά το άλλοθι του συστήματος, γλιτώνεις τις ανούσιες συνεδριάσεις, τις πολιτικές ρελάνς, τις ποσοστώσεις, τις διαγραφές, τ’ απλοϊκά σκετσάκια στις συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ, τις κατηγορίες για φραξιονισμό, τις ισορροπίες, αυτού του ανισόρροπου συστήματος, όπως τις αποτύπωσε στο Κιβώτιό μας ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος χαρακτήρισε το Κιβώτιο ως το αντι-έπος της γενιάς του, (βλ. «Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», Σοκόλης 1996), περιγράφοντάς το ως «Το άδειο κρανίο του 20ου αιώνα». Μια επώδυνη πορεία νομοτελειακού αδιεξόδου κάθε γενιάς που υποχρεώνεται να επιλέξει ανάμεσα στη διάψευση και στην αυταπάτη. Από κει κι ύστερα το λόγο έχουν οι υμνογράφοι κι οι φερετροποιοί.
Η σφαίρα στον κρόταφο του Μαγιακόφσκι, με τον οποίο ο Αλεξάνδρου συνομιλεί σ’ όλο του το έργο, σημειώνει ο Ραυτόπουλος, ήταν η τελεία στράτευση, η τελεία στην στρατευμένη τέχνη. Το Κιβώτιο είναι τα φοβερά αποσιωπητικά. Είναι το αντίθετο της Κιβωτού, η ειρωνεία της. Στη μεταφορά αυτού του ανίερου κύβου «κυανίζονται», εκμηδενίζονται, με την ίδια συνοπτική διαδικασία το σώμα, η ψυχή, ο λόγος.
Κι επειδή η ψυχή μας είναι από καιρό χαμένη –ασπίδα στην περιφρούρηση του πνεύματος και της ηθικής του Αυλωνίτη, μπουχτισμένη από τη μια στον ασύμπτωτο λόγο της ΒΑΒΕΛ, κι από την άλλη στα spread, τις περικοπές, τις δόσεις, τους κεφαλικούς φόρους, τους πασάδες, τους εισπράκτορες, τους ραγιάδες, σκέφτομαι να περιοριστώ στο σώμα. Αυτό που έχασε ο Κουμής, η Κανελλοπούλου, η Βασιλακοπούλου, ο Αξαρλιάν, ο Γρηγορόπουλος, οι νεκροί του αντάρτικου, οι ηττημένοι του Εμφύλιου, οι εξεγερμένοι του Πολυτεχνείου, οι εκτελεσμένοι της δημοκρατίας, ο Δημήτρης Κοτζαρίδης. Το σώμα μας που πρέπει να ενεργοποιήσουμε ως φυσική παρουσία, ως μηχανισμό πίεσης, ως φόβητρο των κατεστημένων και ως ουτοπία.
Μετά την Πιετά του Μιχαήλ Αγγέλου το σπαραχτικότερο Έλεος εμπεριέχεται στο «σώμα» της δίχως τελεία επιστολής του Άρη Αλεξάνδρου, στο σημείο της περιγραφής των βασανιστηρίων (Τα Νέα 2.12.1978). Όπως και στο τελευταίο του υπόμνημα στον ανακριτή την Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 1949 (βλ. Κιβώτιο σελ. 257-293), έτσι και στο γράμμα που ακολουθεί, ο Αλεξάνδρου επιδιώκει την αλληγορική θανάτωση του ζωντανού λόγου –άρα του σώματος του συγγραφέα –άρα του εαυτού του, μέσω της αδιάπτωτης/αδιάρρηκτης/αδιάκοπης ιστόρησης –εναγώνιας απολογίας, με μόνο αίτημα να μιλήσει, ν’ ακουστεί, να εισακουστεί. (Μάταιο και εκκρεμές αίτημα).
«Στη Μακρόνησο (σ.σ. 1949, Β’ Τάγμα) μας συντάξανε κατά εξάδες και μας οδήγησαν στην πλαγιά, όπου περίμεναν κιόλας τα συνεργεία διαφωτίσεως. Ένας ανθυπολοχαγός, περιστοιχισμένος από ροπαλοφόρους αλφαμίτες, μας έβγαλε ένα σύντομο λογύδριο (οι Έλληνες από δω, οι Βούλγαροι από κει). Τα ρόπαλα είχαν μήκος 50 εκ. περίπου, με διάμετρο πάχους από 4 ως 5 εκ. αν δε με γελάει το οφθαλμόμετρό μου –μικρότερη η διάμετρος στη λαβή, μεγάλωνε ομαλά και αποκτούσε το μέγιστο μήκος της στην άκρη. Ένας αλφαμίτης κράταγε μια χοντρή φιδωτή ρίζα πουρναριού, πολύ μεγαλύτερη απ’ τα ρόπαλα. Σιδερένιους λοστούς δεν είχανε. Μετά το τέλος του λογύδριου δεν κουνήθηκε κανένας. Είπαν τότε στην πρώτη εξάδα να προχωρήσει και οι αλφαμίτες ορμήσανε αμέσως κι αρχίσανε να χτυπάνε με τα ρόπαλα, ένα ή και δυο τον κάθε κρατούμενο. Κοίταζα, θυμάμαι, να δω όσο το δυνατόν περισσότερα ανεβοκατεβάσματα των ροπάλων ταυτόχρονα, ήθελα να μη μου διαφύγει καμιά λεπτομέρεια, αλλά το μάτι δεν έχει βέβαια αυτή τη δυνατότητα, αναγκαζόμουνα να μετατοπίζω συνεχώς το βλέμμα μου και τελικά το κάρφωσα σε έναν και μόνο βασανιζόμενο που είχε πέσει, όπως και οι άλλοι στο καταπράσινο χορτάρι –θα έπρεπε νάταν άνοιξη, είχε και αγριολούλουδα, αν δεν κάνω λάθος, λιακάδα, χαρά Θεού– και είχε κουβαριαστεί, σαν έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του, για ν’ αποφύγει τα χτυπήματα, κι άκουγα τους ξύλινους γδούπους πάνω στα κόκαλα και πού και πού έναν ήχο διαφορετικό, κάτι σαν κρακ, όταν έσπαγε πιθανότατα κάποιο κόκκαλο –παΐδι ήτανε, καλάμι ή ωλένη;»

Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Μη μου τον Τσίπρα τάραττε

 

Συνήθως πρώτα βρίσκω τον τίτλο (εξ ου και η ασυνέχεια που ίσως κάποιοι διαπιστώνουν στα σημειώματά μου) κι ύστερα γράφω το κείμενο. Σαν τους στιχουργούς που ντύνουν απλώς με λόγια μια μουσική. Το άλλο, το σοβαρότερο, λέγεται σύνθεση και βασίζεται σε ποιήματα, ή σε ολόκληρο έργο που επιλέγουν να μελοποιήσουν οι συνθέτες. Το ανάλογο ενός σημαίνοντος άρθρου, ας πούμε του Σημίτη, που προαναγγέλλεται από τα στιβαρά κυριακάτικα έντυπα. Ή μιας κεφαλαιώδους πολιτικής παρέμβασης περί εξόδου από την κρίση. Που εξηγεί τα επόμενα βήματα και αιτιολογεί τους νέους εκβιασμούς για την καινούργια χρηματοδότηση των κεφαλαιούχων. (Τελικά «όλοι τα παίρνουν», όπως είπε κι ο Πάγκαλος, εκτός από μένα, αφού όταν ξεκίνησε το πανηγύρι όφειλα 100 δισ. και τώρα, μετά τα τόσα δανεικά, έφτασα να τους χρωστάω 400). Ακόμη κι η περίφημη ρήση του λαού «αυτός τά ’χει 400!», από έπαινος κατέπεσε σε ψόγο, με το γνωστό «χρωστάμε της Μιχαλούς!». (Προφανώς το χαϊδευτικό της Μέρκελ). Μέχρι κι ο Σταϊκούρας κατάλαβε πως «οι τεράστιες θυσίες των πολιτών είναι χωρίς αποτέλεσμα». Ακόμα κι ο Dalara, μπρος στην κρισιμότητα της κατάστασης, αναχώρησε από την Αθήνα χωρίς να κάνει δηλώσεις και χωρίς καν να δώσει συναυλία.
«Τι σου ’κανε το παιδί και τα βάζεις μαζί του», ήταν η αντίδραση της Βιβής στην ιδέα του τίτλου. Σχόλιο που με προβλημάτισε, αφού καμιά πολεμική δεν είναι στόχος μου. Άλλωστε, διαφωνία με μια σχεδιαζόμενη(;) πολιτική, δεν σημαίνει υπονόμευση. Από την άλλη, σκέφτηκα πάλι τα τηλέφωνα, τον Μπαλαούρα, την κακή μου διάθεση, τις περιορισμένες αντοχές μου. Δεν είναι δικαιολογία, αλλά όντως με διευκόλυνε το επίθετο με την παρήχηση των τριών «ταυ». (Σαν τους παλιούς Τριατατικούς του Φλωράκη). Στη θέση του Τσίπρα θα μπορούσα να συμπεριλάβω το σύνολο της, θεσμικής και μη, αφασικής αριστεράς. Ακόμα και τον «ανένταχτο αγωνιστή» της προχθεσινής εκδήλωσης που μας υπενθύμισε την αναγκαιότητα της αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης. Καίρια/επίκαιρη προϋπόθεση της ενότητας, αν μάλιστα συσχετιστεί με την επόμενη δόση της ΔΕΗ, του κεφαλικού φόρου, τους 1 εκατ. ανέργους, τις νέες περικοπές στους μισθούς. Η λογική του Τιμημένου, που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του, απολαμβάνει τους αγώνες και αναθυμάται τις δόξες του: μόλις εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός, αυτομάτως, η κόλαση θα μεταμορφωθεί σε παράδεισο. Θα αποζημιωθούν κι οι ιδιοκτήτες των μουλαριών που είχαν επιταχτεί στον Εμφύλιο.
Εν τω μεταξύ, οι άλλοι προετοιμάζουν τ’ Απριλιάτικα λουλούδια της νέας προδοσίας τους: ο Παπακωνσταντίνου, που θα μας έβαζε στις αγορές το 2011, έχει το θάρρος (και του ανοίγουν τα μικρόφωνα) να κάνει δηλώσεις στους αλαφιασμένους υπηκόους. Ο εγγυητής τους, Παπαδήμος, αν και Αστραχάν, ακόμα πλασάρεται για μεσσίας –μέχρι να βρουν χειρότερο. Οι Σαχινίδης-Σηφουνάκης χαριεντίζονται ευτυχείς για τα έως σήμερα πεπραγμένα τους. Ενώ ο Χρυσοχοΐδης εκλαϊκεύει την προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης (με ή χωρίς το Λάος θα σας γελάσω), επισημαίνοντας «την ανάγκη άμεσης αναγνώρισης των ευθυνών της διακυβέρνησης Παπανδρέου, η παρουσία του οποίου ισοδυναμεί με σύμφωνο σιωπής πάνω από συντρίμμια» –προφανώς τα δικά μας.
Ο Κουβέλης έχει εναποθέσει τον πολιτικό σχεδιασμό του στο γνωστό μας, απ’ τον Μητσικώστα, υποβολέα τού σπινθηροβόλου Άκη Παυλόπουλου, Σταμάτη Μαλέλη. Με νωπές τις περγαμηνές του ως διευθυντού ειδήσεων! και ενημέρωσης! του STAR (συγχωρήστε μου τα θαυμαστικά, αλλά στην τόσο «εναλλακτική ειδησεογραφία» είναι φτωχά τα ελληνικά μου), ο «έντονα πολιτικοποιημένος» Μαλέλης θέλησε να συμβάλει με «τον πλούτο των ιδεών» του «στην προσέγγιση της κεντροαριστεράς για ένα καλύτερο μη αλαζονικό Πασοκ που έχει ανάγκη από φρέσκες ιδέες». Φανταστείτε τον πόνο του Μαργαρίτη που κάθε μέρα βγαίνει στον Πρετεντέρη –ακόμα και βιολί νά ’παιζε, θά ’χε γίνει βιρτουόζος με τόσες εμφανίσεις–, να τον αφήσει εκτός κοινοβουλίου ο πίσω απ’ τις κάμερες Σταμάτης.
«Κάποτε θα μάθουμε ποια είναι η αληθινή ζωή, πώς αυτός ο κόσμος –απ’ άκρη σ’ άκρη– υπάρχει με την υποκρισία, τους συμβιβασμούς, τις συνθηκολογήσεις, τα γλειψίματα, τα σκυψίματα, τις κωλοτούμπες ή λιγάκι με το σάλιο μου/ λιγάκι με τα κέρατά μου», έγραφε μπαϊλντισμένος, ήδη στην αρχή της μεταπολίτευσης, ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος (βλ. Μανδραγόρα, τχ. 45).
Υπάρχει τελικά, με τα μικροσυμφέροντα, τις αποσπάσεις, τα έξοδα παραστάσεως, τις ισοτιμίες, τους μικρό ή μεγαλοδιορισμούς (απ’ το βουλευτικό γραφείο μέχρι τη Βουλή), τα επιδόματα, τα μεταφορικά, τη χρηματοδότηση, τα φτηνά ουίσκι «Στο καφενείο η Ελλάς».
Η κομματική συντεχνία εκτιμά τον ηγέτη όταν παραχωρεί, όσα αυτονόητα προϋποθέτει η δημοκρατία. Δικαιολογεί τα ωσαννά, τους ύμνους, τα εγκώμια από «τον φίλο μας, τον γιο του Παππά». Προετοιμάζει τις στοιχίσεις. Αποσιωπά τις ανεπάρκειες. Διευκολύνει τις εμπάθειες. Δεν φοβάται την επόμενη μέρα, όταν θα ξεφτίσει η αβάντα Πάγκαλου. Προσπερνά τη λαϊκή απόγνωση και το μοναχικό τρόμο. Εφησυχάζει στο έλλειμμα πολιτικής, στην απουσία προοπτικής. Παραμένει ψύχραιμη στην εκκωφαντική αμηχανία της. Δεν στέκει καν αυτοκριτικά που η κρίση του συστήματος που διατυμπάνιζε, προέβλεπε κι ευχόταν, τη βρίσκει φρικτά απροετοίμαστη ν’ αυτοσχεδιάζει ξαναζεσταμένες σούπες.
Αλλά με το «βλέποντας και κάνοντας», ή «το δος ημίν σήμερον», ψάλλουμε το «Πάτερ ημών», δε γεννάμε ελπίδες.
«Ξανά ημέρες κρίσης, ξανά στο δρόμο, ξανά ημέρες Κατοχής με φοβισμένα φιλιά κι ανεπίδοτα γράμματα», όπως τα ξέρει καλύτερα ο ποιητής Τάσος Πορφύρης.

…Και επιπροσθέτως ο Παπανδρέου πρέπει να παραπεμφθεί σε δίκη.

Μάρκος Πόρκιος Κάτων ο πρεσβύτερος
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Αίσιον και ευτυχές το 2013

 

Oταν ο Κάτων ο πρεσβύτερος –κι αυτός ρωμαίος πολιτικός σαν τους δικούς μας που συμποσιάζονταν, επίσης, μέχρι αηδίας–, επισκέφθηκε την Καρχηδόνα, εντυπωσιάστηκε και τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ από την ανάπτυξη της αφρικανικής πόλης ώστε, αφότου επέστρεψε στη Ρώμη, η μόνιμη επωδός όλων των αγορεύσεών του στη Σύγκλητο ήταν: «Carthago delenda est», «η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί».
Προσωπικά δεν μ’ ενδιαφέρει αν οι Ρωμαίοι ξεκινήσουν και τέταρτο Καρχηδονιακό Πόλεμο. Ή αν ο Λοβέρδος ηγηθεί της νέας Πασοκικής αρμάδας που θα φροντίσει τα φιλολαϊκά της συμφέροντα στη νέα χιλιετία. Άλλα είναι τα προβλήματά μας ημών των αφρικανών. «Εμείς οι μαύροι, τι πάθαμε!..», που θα ’λεγε κι η φοβισμένη μανούλα μου δίχως ίχνος ρατσιστικής προκατάληψης. Λεφτά δεν έχουμε, μας κόβουν τα επικουρικά γιατί ως γνωστόν εδώ μας λείπουν τα κύρια, τα επικουρικά μάς μαράνανε; Ο Παπαδήμος μας (όχι ο δικός μας, το δικός τους) εκβιάζει πως θα πάθουμε χειρότερα αν δεν δεχτούμε κάθε 1η και 15 να μας βιάζουν παράλληλα με την πίστωση του δεκαπενθήμερου (όπου υπάρχει κι όποιοι το παίρνουν), ενώ επίκειται και βομβαρδισμός της χώρας προκειμένου –την ισοπέδωση– να διαδεχθεί η ανοικοδόμηση, άρα ανάπτυξη, κατά τα προηγούμενα σε Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν και Λιβύη. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για ενεργοποίηση στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά εδώ που τα λέμε όλη η χώρα ένα στρατόπεδο είναι… Δεν έχετε παρά να βγείτε μια βόλτα στην πλατεία Βικτωρίας, την Αγίου Κωνσταντίνου, την πλατεία Βάθης, τον ελαιώνα, στο λιμάνι της Πάτρας.
Ευτυχώς μας σπλαχνίζεται η εκκλησία με τα συσσίτια, τα τρόφιμα και τα μπικίνι που ξέμειναν από την εποχή του μακαριστού Χριστόδουλου, από άλλο λιμό, άλλων αφρικανών. Πάντως, παρά τις μειώσεις, μ’ έναν κάποιο μισθό αμειβόμαστε, σε αντίθεση με τη χιτλερική περίοδο που όσοι συνέρρεαν στη Γερμανία πρόσφεραν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους για το μεγαλείο του Γ’ Ράιχ. Και μάλιστα έμπαιναν στα κρεματόρια με ψηλά το κεφάλι για να εξοικονομείται φτηνή ενέργεια. Πάλι καλά που εδώ, ο επιτυχημένος Παπακωνσταντίνου που αφού μας γλίτωσε από τον όλεθρο της οικονομικής καταστροφής, μεγαλουργεί πλέον ως Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Συναλλαγής, αντί να μας ρίξει στους φούρνους απλώς αυξάνει το ρεύμα και τον κεφαλικό φόρο. (Κατά του οποίου ευτυχώς προσφύγαμε με το ακλόνητο επιχείρημα ότι κακώς εισπράττεται από τη ΔΕΗ, ενώ θα έπρεπε να το καταβάλλουμε στην ΕΥΔΑΠ).        
Δε χρειάζεται να είσαι ο Αμερικανός γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκυ για να καταλάβεις το παιχνίδι της σύγχυσης, της συναισθηματικής φόρτισης –μέσω της εμφύτευσης στο υποσυνείδητο ιδεών, επιθυμιών, φόβων, καταναγκασμών, της συνειδητής καταστολής αντιδράσεων –μέσω της ελλειμματικής εκπαίδευσης και της τηλεοπτικής υποκουλτούρας, προκειμένου το χάσμα στην κοινωνία να παραμένει αγεφύρωτο με ολοένα διευρυνόμενη τη βάση των εξαθλιωμένων, και άρα ελεγχόμενων. (Ας μη θεωρήσουμε τυχαία την ιστορία με τα σχολικά εγχειρίδια. Κι ας μην ξεχνάμε πως 114 μέρες μετά την έναρξη της χρονιάς τα βιβλία δεν έχουν φτάσει ακόμα στα σχολεία!) Συνθήκη ικανή για να παραμείνει στο θώκο της η υπουργός. Δεν είναι άλλωστε η μόνη ένδειξη της γελοιότητας Παπαδήμου. Δυστύχημα για τη χώρα που δεν βρίσκεται στη ζωή ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Δοκιμασμένος σε ανάλογες συνθήκες εκτροπής κι έμπειρος πολιτικός. Ούτε καν ο Γεωργαλάς. Γι’ αυτό βολευτήκαμε εκ των ενόντων με τον Παντελή Καψή που συνεχίζει το έργο του από το Mega: της παραποίησης και προβολής επιλεκτικών στοιχείων –μέσω της πληθώρας αντιφατικών και χαοτικών μη ελεγχόμενων πληροφοριών– προκειμένου να βραχυκυκλωθεί κάθε  λογική ανάλυση και κριτική σκέψη των ατόμων.
Πεισμένοι πια για την ανεπάρκειά μας, τις ευθύνες μας για την απουσία σοβαρής παραγωγής στον τόπο (άσχετα αν αυτός που τα ’λεγε απ’ το 1947 βρέθηκε εκτελεσμένος), ενοχικοί για τη μοιρασιά στα αργύρια της εξουσίας, απελπισμένοι που ενώ μας τσακίζουν, το χρέος ολοένα και διευρύνεται, φοβισμένοι από την απληστία της ληστών που όσο τους δίνεις τόσο ζητάνε περισσότερα, απορημένοι με την κακοτυχία μας, αντί να εξεγειρόμαστε ενάντια στο οικονομικό σύστημα, υποκύπτουμε στους σημερινούς μαυραγορίτες, στους Χαρούπογλου, ξεπουλώντας στα ενεχυροδανειστήρια τα σταυρουδάκια της γιαγιάς, τις βέρες, τα οικογενειακά κειμήλια, τα χρυσά δόντια του παππού –δε χρειάζεται μάσημα ο φιδές–, τα δαχτυλίδια του γνωστού άσματος, για να κοιμηθούμε στα σανίδια.  
Το δυστύχημα είναι ότι η εποχή του Μεγάλου Βασιλείου, του καλοκάγαθου επισκόπου Καππαδοκίας χάνεται στο χρόνο. Μόνο ο κακός Έπαρχος ζει και βασιλεύει εξακολουθώντας να λεηλατεί, να λέγεται «Παπανδρέου», ν’ απαιτεί λύτρα και να υπογράφει συμφωνίες πίσω απ’ τη πλάτη μας. Μη νομίζετε ότι ο άπληστος Έπαρχος θα φοβηθεί τον άγιο Μερκούριο, θα λυπηθεί το λαό, ή θα νιώσει τύψεις για το κακό που έκανε στη χώρα. Δείτε πώς κάνει για την καρέκλα του στο ΠΑΣΟΚ για να καταλάβετε…  
Επίσης τα τιμαλφή δεν προέρχονται από τους πλούσιους και δεν πρόκειται να επιστραφούν μέσω βασιλόπιτας στο λαό. Λόγω της κρίσης οι βασιλόπιτες αναβάλλονται. Κι οι πλούσιοι ό,τι χρυσαφικό είχαν το ασφάλισαν στις off shore. Τουτέστιν ας πηδήξουμε (ή ας αφήσουμε να μας πηδήξουν) τη φετινή χρονιά κι ας ελπίσουμε στην επόμενη, όποιος, όποτε και εάν ζήσει.
Δεν προβλέπετε δράση. Και χωρίς δράση, δεν υπάρχει επανάσταση. Τουλάχιστον θα χαιρόμαστε αναβαθμισμένους τους εκπροσώπους μας στην επόμενη Βουλή. Φωτογενείς και επερωτώντες. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά και μια ελπίδα.

Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Τα Ψυχοσάββατα

Δεν είναι ότι οι εφημερίδες κυκλοφορούν Σάββατο λόγω της αυριανής Πρωτοχρονιάς, που διάλεξα τον παράταιρο για σήμερα τίτλο. Είναι που οι ψυχές μαραγκιασμένες σα σφουγγάρια/ ρουφάνε λίγον ήλιο απ’ το κρασί/ κι αζήτητες σ’ απόμερα πατάρια/ διψάνε για μια στάλα θαλασσί. Όπως σιγοντάρει τη θλίψη μας η φωνή του Μητροπάνου στο «χατίρι» του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μίκη Θεοδωράκη.
Ακόμα και στα πιο μαύρα χαλάσματα, όταν τα λόγια αποκτούν υπόσταση τρισδιάστατη και μεταμορφώνονται σε ύπαρξη, τότε οι ζωές των ανθρώπων αξίζουνε τη λύτρωση, που καμιά βρoμισμένη εξουσία πολιτική, κομματική, θρησκευτική δε μπορεί να υποσχεθεί και να πραγματώσει. Χαίρομαι τη γλώσσα μας, που επιβάλλει ν’ ακούς και να αισθάνεσαι ως το βάθος, τη μουσική ουσία της ζωής: Στους τοίχους της ταβέρνας τα καράβια/ που χάραξε ένα χέρι απλοϊκό./ Γιατί να καταντήσουμε ρημάδια;/ Δεν μάθαμε ποτέ το μυστικό.//Τα δάχτυλα να σφίγγουν το ποτήρι/ παινέματα και λόγια λιγοστά./ Χριστέ μου, κάνε απόψε ένα χατίρι/ κι οι τελευταίοι να ‘ρθουν πιο μπροστά.
Η ίδια κεδροβελόνα που ξέμεινε ξεχασμένη μαζί με την περσινή άμμο μέσα στις σκόρπιες σημειώσεις ξεπερασμένων εικόνων/στιγμών, που λες και δεν υπήρξαν ποτέ, τσιμπά κι απόψε την καρδιά μου. Από τη μοναχική αυγουστιάτικη βραδιά της εφηβείας περάσαν πλήθος τα χρόνια κι όμως συνεχίζουμε να κλαίμε σαν τις παιδούλες μπροστά σ’ ένα πικάπ στα ακούσματα του Θοδωράκη, στα ποιήματα του Μπρέταν Μπίαν, στις φωτογραφίες των αλυσοδεμένων, στους βομβαρδισμούς των νεκρών. Ανήμποροι, απλά οργιζόμαστε στις προκλητικές δηλώσεις των Βενιζέλων και των Πάγκαλων που κάποτε, οι ανανήψαντες, θα κοσμήσουν τα ψηφοδέλτια της κακόπαθης αριστεράς μας.  
Πάντως να ξέρετε πώς σε κάθε καμπή, κι αυτή δεν είναι η πρώτη, αλλά φοβάμαι πως θα ’ναι η τελευταία μόνιμη καμπή της γενιάς μας, το ασφαλέστερο καταφύγιο είναι οι αμβλυμμένες απ’ το χρόνο μνήμες. Και οι οικείοι νεκροί, ζωντανοί συμπαραστάτες μας στα δίσεκτα. Γι’ αυτό τους σκέφτομαι και τους επικαλούμαι. Πολλά, πριν κινητών, χρόνια (όταν ακόμα υπήρχαν σημειωματάρια τσέπης για να  καταχωρίζουμε  τα τηλέφωνα), σημείωνα για το θάνατο του πατέρα μου: …Ο πατέρας μου ήταν διάσημος/ κι όμως ποτέ δε βρήκε θέση στο καρνέ μου/ θυμόμουν απέξω το τηλέφωνό του/ δε χρειάστηκε επομένως ν’ ακολουθήσουν/ τώρα διαγραφές/ Άλλωστε φροντίζω να διατηρώ για χρόνια/ την ίδια πάντα ατζέντα. Είναι γι’ αυτό που/ όλοι οι νεκροί μου παραμένουνε παρόντες.
Έκτοτε θεωρώ ιεροσυλία τη ΔΙΑΓΡΑΦΗ από κινητό, ή mail, από τη λίστα των επαφών μου. Κι έτσι συχνά στις αναζητήσεις μου σε ζώντες συνομιλώ με το τηλέφωνο του Αντρέα Παγουλάτου, καλώ από λάθος τη Ρουμπίνη, απορώ γιατί δεν απαντούν ο Κουλουφάκος στην Ακαδημίας, κι ο Αλέξανδρος Αργυρίου στο τηλέφωνο της Πλουτάρχου, πού χάθηκε ο Κοντοδήμος κι η βέσπα του Χρήστου Ηλιόπουλου, γιατί δεν περνά απ’ το γραφείο μου κι από τον Μανδραγόρα ο Μιχάλης Κατσαρός με την τριζάτη του καμπαρτίνα το χειμώνα και τη θερινή στολή με τη μπεζ τραγιάσκα τα καλοκαίρια… Ενημερώνω για εκδηλώσεις την Ανέζα, αφήνω να χτυπήσει περισσότερο γιατί ξέρω τις δυσκολίες στο βάδισμα του Κακναβάτου, ή νομίζω πως πατώντας το answer θ’ ακούσω την ελαφρώς τραγουδιστή αλλά ξεκάθαρα μεγαλόπρεπη φωνή απ’ το υπερπέραν: «Πετρόπουλοςςςς»!
Αν ήμουν κομματικό στέλεχος θα διάλεγα για σημερινό τίτλο το ελπιδοφόρο «Κι όμως, εμείς οι άνθρωποι θα νικήσουμε», από το ποίημα Ουαί τοις ηττημένοι (Vae Victis) του Κώστα Κοβάνη: Κι όμως, εμείς οι άνθρωποι θα νικήσουμε./ Αλλοίμονο! Αλλοίμονο στην οικουμένη/ αν νικηθούμε απ’ τη φθορά τη βία…
Παραμένοντας βαθειά απαισιόδοξος, κι όχι αναίτια μπρος στη μακάρια αριστερά, φοβάμαι πως ότι θα με συμπεριελάμβανε, μαζί με τα παραθέματά μου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης σ’ αυτούς που καταλόγιζε «μικροαστική αισθηματολογία» στη σύγχρονη ελληνική «προοδευτική» ποίηση, επισημαίνοντας έναν ασυγχώρητο πλατειασμό και μια θεματογραφική πολυλογία που υποκατέστησαν την αδρότητα και την απέριττη ποιητική έκφραση. (Κριτική τχ. 2, Απρίλιος 1959)
 Όντως, η νέα χρονιά και η σύγχρονη τέχνη, θέλουνε ανοιχτούς ορίζοντες ανατροπών, νέες επεξεργασίες, καινούρια υλικά, φρέσκο ύφος, νέο μέτρο, ολοκληρωμένη πρόταση που θα αντιπαρατεθεί στα κλαψουρίσματα, τη δολιότητα και την αναισχυντία και τον κυνισμό. Ενδεχομένως και νέα πολιτική, ή νέες επερωτήσεις που μπορεί να φαίνονται επαρκείς στους επαγγελματίες της αριστερής δημογεροντίας, γιατί κάθε μικροέμπορος ένα μεροκάματο μεροδούλι-μεροφάι επιδιώκει, αλλά εξακολουθούν να ’ναι αναποτελεσματικές για την κοινωνική προοπτική.  
Και βέβαια το μόνο που δε θέλει η κοινωνία είναι ελεημοσύνες των νέων φιλοπτώχων σωματείων ΒΗΜΑ, SKY, FLASH, εκκλησίας –και η υποκρισία έχει τα όριά της–, που αντικατέστησαν τις γριές με τις γούνες και τους εράνους. Όπου τελειώνει ο Δήμος και το ΥΠΕΧΩΔΕ, αρχίζουν οι δράσεις του SKY για το περιβάλλον.  
 «Όταν βλέπω γριές να τρώνε πάστες, μου φαίνεται πως οι πάστες αυτές είναι μουχλιασμένες», έλεγε ο Κνουτ Χάμσουν. Έτσι αισθάνομαι τους φιλεύσπλαχνους Τσίμα και Σταύρο Θεοδωράκη, που με καλούν να δέσω κόμπους στο μαντήλι. Πάντως, σαν έρθει η σειρά μου να ελεηθώ παρακαλώ το γάλα και το τυρί να είναι άπαχα. Και μη ξεχνάτε, καπνιστό σολομό, όχι πέστροφα. Κάνει καλό στα Ω3 και στο PSI μου, που είναι επιβαρυμένο και γι’ αυτό θέλουν να περικόψουν οι προστάτες.
Καλή Ανάσταση, (που δεν την βλέπω).



Κώστας Κρεμμύδας
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.