Αρχείο



Θέματα



22 Ιουνίου 1962. Ένα μικρό κότερο αναχωρεί από τη Γλυφάδα με προορισμό την περιοχή του Οτράντο, στη Νότια Ιταλία. Ένας γέρος ναυτικός και ο γιος του φυγαδεύουν παράνομα 4 άνδρες και 2 γυναίκες. Ολοκληρώνεται έτσι η πρώτη φάση ενός σκληρού πολέμου, ενός πολέμου που κρατάει ούτε λίγο ούτε πολύ 21 ολόκληρα χρόνια και ξεκινά από τις πρώτες μέρες της Μάχης της Κρήτης. Γιάννης Λιονάκης: Από τους πρωταγωνιστές μιας από τις συγκλονιστικότερες ιστορίες των αγώνων της αριστεράς, αλλά και των ανθρώπων στον εμφύλιο και τη μεταπολεμική Ελλάδα. Οι παράνομοι επικηρυγμένοι αντάρτες, Νίκος Κοκοβλής, Παγώνα Κοκοβλή, Αργυρώ Πολυχρονάκη, Σταμάτης Μαριόλης, Γιάννη Λιονάκης και Κωστής Λιονάκης, αφού κρύβονταν για 15 περίπου χρόνια στο νομό Χανίων, φεύγουν από την Ελλάδα με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η αναχώρησή τους είναι ο ελληνικός επίλογος μιας απίστευτης προσπάθειας επιβίωσης, σε μια πολύ μοναχική διαδρομή που ξεκινά με το τέλος του εμφυλίου στην Κρήτη*.
Ο Γιάννης Λιονάκης, πέθανε χθες, 21.1.2012. Μάθαμε το νέο από τον ανιψιό του Κυριάκο την ώρα που η «Εποχή» έφευγε για το τυπογραφείο. Τον αποχαιρετούμε. Βαριά μέρα για την οικογένειά του και τους συντρόφους του, για την Αργυρώ και τον Νίκο, τους μοναδικούς επιζώντες από εκείνη την αητογενιά. Βαριά μέρα και για τα Λευκά Όρη, για τις Μαδάρες· τον τόπο των αητών.
* Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή αυτών των ανταρτών, για το βιβλίο που την αφηγείται «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε» του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή, αλλά και για την ομώνυμη ταινία με αφορμή το βιβλίο που γύρισε ο Σταύρος Ψυλλάκης, στο μπλογκ: allos-dromos-den-ypirxe.blogspot.com/

Ο Ντέιβιντ Μοντγκόμερι, ένας από τους πιο σημαντικούς ιστορικούς του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ, πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου. Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1927. Ήταν Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Μαζί με τους Ντέιβιντ Μπρόντι και Χέρμπερτ Γκάτμαν, θεωρούνται οι θεμελιωτές του επιστημονικού πεδίου της «νέας εργατικής ιστορίας» στις ΗΠΑ.
Το 1950 αποφοίτησε με άριστα στις Πολιτικές Επιστήμες από το Swarthmore College της Πενσιλβάνια. Για μια δεκαετία εργάστηκε ως μηχανουργός και συνδικαλίστηκε στις πόλεις της Νέας Υόρκης και του Σεντ Πολ, Μινεσότα ως μέλος και ανώτερο στέλεχος των συνδικάτων United Electrical Workers (Ηλεκτρολόγοι), International Association of Machinists (Μηχανουργοί) και Teamsters (φορτηγατζήδες). Το 1952 εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ εμπνεόμενος από τις θέσεις του για τα διεθνή ζητήματα, τη φυλετική δικαιοσύνη και τον συνδικαλισμό ως κοινωνικό κίνημα. Όταν ανέλαβε ανώτερες θέσεις στο Συνδικάτο των Μηχανικών τον στοχοποίησε το FBI. Εργαζόταν στην εταιρεία Honeywall στη Μινεσότα, και η εταιρεία κατόπιν πιέσεων του FBI όχι μόνο τον απέλυσε, αλλά κατάργησε ολόκληρο το τμήμα, επειδή οι εργαζόμενοι θεωρούσαν πως «κάθε ζημιά που προκαλείται σε έναν, είναι ζημιά για όλους».
Συνέχισε να εργάζεται και να οργανώνει τους εργαζόμενους σε ολοένα και μικρότερα μηχανουργεία, καταδιωκόμενος πάντα από το FBI, ώσπου κατέληξε σε ένα μικρό μαγαζί μόνο με ένα συνάδελφό του, τον οποίο και ενέταξε στο συνδικάτο. Τότε συνειδητοποίησε ότι το FBI είχε καταγάγει μια «πύρρειο νίκη» και αποφάσισε να παρατήσει τον κλάδο και να δοκιμάσει την τύχη του ως ιστορικός. Από το ΚΚ αποχώρησε το 1957 απογοητευμένος λόγω της εισβολής των σοβιετικών τανκς στην Ουγγαρία και της κατάπνιξης της εργατικής λαϊκής εξέγερσης, στη διάρκεια της οποίας οι εργάτες συγκρότησαν εργατικά συμβούλια στους χώρους εργασίας. Θεωρούσε ότι το ΚΚ ΗΠΑ γινόταν ολοένα και περισσότερο ένα κόμμα άσχετο με την αμερικανική πραγματικότητα, το οποίο διέψευδε τα οράματα των ανθρώπων που το στελέχωσαν, και κυρίως των διανοουμένων που δημιούργησαν σημαντικά έργα μόνο έξω από τις γραμμές του, χωρίς να απεμπολούν τις βασικές αρχές που ασπάστηκαν ως μέλη του.
Εγγράφηκε στη σχολή μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, απ’ όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1962. Το 1963 προσλήφθηκε ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ. Το 1967 δημοσιεύτηκε από τον οίκο Knoff το πρώτο του βιβλίο Beyond Equality: Labor and the Radical Republicans, 1862-1872 . Αφορά την οργανωμένη εργασία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου των ΗΠΑ και κατά τους επόμενους χρόνους ως τον Πανικό του 1873 (βαριά διεθνής οικονομική ύφεση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ), καθώς και τις συγκρουσιακές ταξικές σχέσεις μεταξύ των εργατικών συνδικάτων και των Ριζοσπαστών Ρεπουμπλικάνων. Χρησιμοποιώντας δημιουργικά την εκπαιδευτική του άδεια επί διετία συνεργάστηκε με τον μεγάλο βρετανό ιστορικό E. P. Thompson στην ίδρυση και λειτουργία του Κέντρου για τη Μελέτη της Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Warwick. Κατόπιν δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και σε πανεπιστήμια της Ολλανδίας, της Βραζιλίας και του Καναδά.
Συνέχισε να γράφει σημαντικά βιβλία παράλληλα με τη διδασκαλία. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:
«Fall of the House of Labor» (1987) Αντί να ασχοληθεί με τις ένδοξες νίκες του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος των δεκαετιών 1930 και 1940, μελέτησε τις ήττες του μεταξύ 1890 και 1930. Ξεκίνησε περιγράφοντας την ποικιλία των εμπειριών από τους χώρους εργασίας στην Αμερική από τους ανειδίκευτους εργάτες στις αποβάθρες των λιμανιών ως τους καλοπληρωμένους χαλυβουργούς στη στροφή του αιώνα, για να φτάσει στην εκλογική έκφρασή τους με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Αμερικής και τον ηγέτη του Γιουτζίν Ντεμπς, που πήρε το ανεπανάληπτο για σοσιαλιστή υποψήφιο πρόεδρο ποσοστό 6%. Το επιστημονικό (αλλά και πολιτικό) ερώτημά του ήταν γιατί τα συνδικάτα αυτά και η σοσιαλιστική ιδέα δεν επιβίωσαν τα επόμενα χρόνια χωρίς να ανάγεται η ήττα στην κρατική αντισοσιαλιστική καταστολή;
«Workers’ Control in America: Studies in the History of Work, Technology, and Labor Struggles» (1980): Συλλογή δοκιμίων σχετικά με τις προσπάθειες των εργατών κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα να ασκήσουν έλεγχο στις διαδικασίες παραγωγής στις ΗΠΑ. Περιγράφει την ανάπτυξη των διευθυντικών τεχνικών κι εμπεριέχει συζητήσεις με εργάτες και συνδικαλιστές για τις απαντήσεις των συνδικάτων στην αντιμετώπιση της ανεργίας.
«Citizen Worker: The Experience of Workers in the United States with Democracy and the Free Market during the Nineteenth Century» (1995): Στη δεκαετία του 1990 στον κυρίαρχο λόγο δημοκρατία και αγορά θεωρήθηκαν έννοιες συνώνυμες ή εναλλάξιμες. Όμως η ιστορία των εργατών των ΗΠΑ αποκαλύπτει ότι στην πραγματικότητα, ενώ η κυβέρνηση γινόταν πιο δημοκρατική, είχε ολοένα και λιγότερα περιθώρια διαμόρφωσης της κοινωνικής ζωής και κυρίως μέσα στους εργασιακούς χώρους, όπου κυριαρχούσε η εργοδοτική ασυδοσία. Το βιβλίο ασχολείται με τους εργατικούς αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
«Black Workers’ Struggle for Equality in Birmingham» (2001): Το βιβλίο χρησιμοποιεί προφορικές ιστορίες, για να εξηγήσει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αφροαμερικών εργατών και εργατικών συνδικάτων στις Νότιες ΗΠΑ μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Θανάσης Τσακίρης

 

Έρχονται κυρίως από τη Βόρεια Ιταλία. Είχαν σπίτια, χαρτιά και δουλειά, έχασαν τα πάντα με την κρίση και, χάρη στο νόμο Μπόσι - Φίνι, τώρα είναι αναγκασμένοι να ζουν ως παράνομοι. Είναι δύο χιλιάδες αφρικανοί εργαζόμενοι (και άλλοι τόσοι από την Ανατολική Ευρώπη), που κερδίζουν το μεροκάματο μαζεύοντας πορτοκάλια.

 

Του
Αντονέλο Μάνγκανο


Το ερώτημα είναι τι κάνουν εδώ. Τους λένε παράνομους κι αυτοί θέλουν κανόνες. Ξέρουν να κάνουν τα πάντα, αλλά είναι υποχρεωμένοι να μαζεύουν μανταρίνια. Διαβάζουν Ταχάρ Μπεν Τζελούν και παίρνουν προσβλητικές επιστολές. Φέτος οι αντιθέσεις είναι πιο εμφανείς, γιατί είναι εδώ κυρίως άνθρωποι από τον Βορρά. Είναι οι διωγμένοι από την κρίση, θύματα του νόμου Μπόσι - Φίνι που εξαρτά από τη σταθερή θέση εργασίας την άδεια παραμονής. Είναι Αφρικανοί αλλά έχουν την προφορά της Παντάνιας του Βορρά. Είναι αυτό που θα ήμασταν εμείς, χωρίς αυτό που απόμεινε από το κοινωνικό κράτος και χωρίς τη βοήθεια των οικογενειών μας.
Πάρτε, για παράδειγμα, τον Αχμέντ: Δούλευε στο Κούνεο. Σήμερα βρίσκεται πεταμένος σε ένα κομμάτι της Καλαβρίας, που δεν του φαίνεται καν Ιταλία. Έρχεται από την Καζαμπλάνκα και τα έχει χαμένα με την απουσία κανόνων. Ήταν συνηθισμένος σε μεροκάματο των 60 ευρώ, με πληρωμένα τα ένσημα. Σήμερα, μετά από μια ολόκληρη μέρα που μαζεύει πορτοκάλια, του δίνουν 20 ευρώ. Του ζητάνε όμως 500 ευρώ για ένα δωμάτιο, όσο πληρώνει ένας φοιτητής στη Ρώμη. Αλλά δεν έχει και χαρτιά και κανένας ιδιοκτήτης δεν διακινδυνεύει τη φυλακή ή την κατάσχεση του ακινήτου. Ένα διαμέρισμα «στο κέντρο» κοστίζει μέχρι και 1.400 ευρώ το μήνα. Πολλά λεφτά, πάρα πολλά. Με ένα ευρώ το καφάσι (αμοιβή για τη δουλειά με το κομμάτι) δεν μπορείς να πληρώσεις τα έξοδά σου και να στείλεις λεφτά στο σπίτι.
Οι λύσεις είναι τρεις. Αν μοιραστείς ένα διαμέρισμα με πολλούς άλλους, με εκατό ευρώ το άτομο, τα βγάζεις πέρα, αλλά ο «ζωτικός χώρος» είναι ελάχιστος. Μπορείς επίσης να προσπαθήσεις να βρεις ένα κρεβάτι ανάμεσα στα εκατό διαθέσιμα στο χώρο των κοντέινερ έξω από την πόλη (έχουν όμως εξαντληθεί εδώ και καιρό). Τέλος, μπορείς να κοιμηθείς σε εγκαταλειμμένα αγροτόσπιτα και να ελπίζεις ότι το κρύο δεν θα σε σκοτώσει. Και ότι η αστυνομία δεν θα έχει διάθεση να εκκενώσει κάποια σπίτια στην τύχη, όπως συνέβαινε την προηγούμενη χρονιά.

Το Ροζάρνο
απλώθηκε παντού


Χαμηλά ημερομίσθια και υψηλό κόστος ζωής, να οι αιτίες της ακραίας φτώχειας που πλήττει και τους δημοσιογράφους που έρχονται εδώ να δουν τους μετανάστες στα αγροτόσπιτα. Κανείς δεν το λέει, μα όλοι το σκέφτονται: είναι φτωχοί γιατί είναι Αφρικανοί. Έτσι ήταν και στη χώρα τους. Ας τους βοηθήσουμε, όπως θα βοηθούσαμε τους φτωχούς της μαύρης ηπείρου. Η ανεργία και οι άδικοι νόμοι πλήττουν και τους ιταλούς εργαζομένους,αλλά αυτοί δεν είναι κυνηγημένοι από ένα νόμο που δεν δίνει χαρτιά, όταν δεν έχεις μια σύμβαση εργασίας, και μπορούν ακόμη να υπολογίσουν σε μια βοήθεια.
«Αν δεν είχαμε το σύστημα προστασίας των οικογενειών μας, κι εμείς θα κοιμόμασταν κάτω από τα δέντρα», εξηγεί ο Σαλβατόρε Λο Μπάλμπο, χρόνια στην εθνική γραμματεία του συνδικάτου Flai Cgil. Ενώ όλοι εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν το Ροζάρνο έχει αλλάξει. Όχι, αλλά με το Ροζάρνο μοιάζει πια όλη η Ιταλία: ρόλοι και μισθοί όλο και πιο χαμηλοί, συνθήκες όλο και πιο επισφαλείς και η συνήθεια να εκτονώνουμε τη δυσφορία μας σε όσους βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο στις αλυσίδες παραγωγής.

Τους αρνούνται τα στοιχειώδη

Ο Φ. είναι μια ζωντανή απόδειξη των παραληρημάτων της ιταλικής γραφειοκρατίας. Έχει στην τσέπη του το «βιβλιάριο εργασίας για τους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης» του γραφείου εργασίας της Φότζια, το βιβλιάριο υγείας της αντίστοιχης υπηρεσίας της Φότζια, την ταυτότητα και το ΑΦΜ. Του λείπει το σημαντικότερο έγγραφο: η άδεια παραμονής. Πριν από χρόνια, στη Μανφρεντόνια έκαναν έναν έλεγχο εκεί που δούλευε, δεν ήταν τακτοποιημένος και του έδωσαν χαρτί απέλασης. Από τότε, και για πάντα, είναι «παράνομος». Κι όμως μας λέει: «Θέλουμε να πληρώνουμε φόρους σαν τους Ιταλούς, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Χωρίς νερό, χωρίς φως».
Δούλευαν στα εργοστάσια του Τρεβίζο ή στις αγροτικές επιχειρήσεις της Απουλίας, ξέρουν να δουλεύουν στη γραμμή παραγωγής ή να οδηγούν ένα τρακτέρ, μαγειρεύουν πιάτα αντάξια ενός γαλλικού εστιατορίου, μιλάνε στη χειρότερη περίπτωση τρεις γλώσσες και είναι χρόνια στην Ευρώπη. Μοιάζει με αστείο της μοίρας αυτό που τους έφερε εδώ. Δίπλα τους είναι «αυτοί που ήρθαν από τη Λιβύη». Έξω από τα νερά τους, μπερδεμένοι. Δούλευαν κι αυτοί, συχνά σε καλές θέσεις, στην αραβική αυτή χώρα. Μετά ο πόλεμος τους σάρωσε, συμπιέζοντάς τους ανάμεσα στους πιστούς του Καντάφι και στους εξεγερμένους. Ένα σκάφος με κατεύθυνση τη Λαμπεντούζα ήταν η μοναδική οδός διαφυγής. Όταν φαινόταν να πλησιάζουν στη σωτηρία, γνώρισαν το ιταλικό σύστημα διαχείρισης των προσφύγων. Αργοπορίες και πολλές αρνήσεις. Δικηγόρους που υπόσχονται προσφυγές. Λεφτά για ξόδεμα, αναμονή και τέλος μια μόνη προοπτική δουλειάς: τα χωράφια.
Το Ροζάρνο είναι μια λέξη που ακούγεται συχνά ανάμεσα στους μετανάστες, το χειμώνα. «Υπάρχει δουλειά φέτος;», μας είχαν ρωτήσει πριν δύο εβδομάδες τρεις Αφρικανοί που φιλοξενούνταν στην Καουλόνια, κοντά στο Ριάτσε. Έρχονται από τη Γκάνα, από τη Σομαλία και από τη Λιβερία και περιμένουν απάντηση στην αίτηση ασύλου. Όπως πολλοί άλλοι, δεν θέλουν να μένουν άπρακτοι. Και παίρνουν το τρένο που τους φέρνει στο Ροζάρνο.

Η συνέλευση - γιορτή

Πριν από δύο χρόνια είχαν συμβεί τα «γεγονότα», η εξέγερση των μαύρων, η αντίδραση του ντόπιου πληθυσμού, η φυγή και ο διωγμός χιλίων έγχρωμων ανθρώπων μέσα σε λίγες ώρες. Σήμερα, στον ανοιχτό χώρο της «δεύτερης βιομηχανικής περιοχής» (μιας έκτασης με εγκαταλειμμένα βιομηχανικά κτίρια) γίνεται μια «συνέλευση- γιορτή», που διοργάνωσε ο σύλλογος Equosud. Σ’ αυτά τα χωράφια πρόκειται να φθάσουν 100 χιλιάδες κυβικά μέτρα τσιμέντου για μια εγκατάσταση επαναεριοποίησης. Οι αφρικανοί και οι λιμενεργάτες που βρίσκονται στο ταμείο ανεργίας, οι νέοι της ομάδας «San Ferdinando in movimento», που είναι αντίθετοι με τη ρυπογόνα αυτή εγκατάσταση και οι μικροί παραγωγοί που συνδέονται με ομάδες καταναλωτών από όλη την Ιταλία, κατέλαβαν συμβολικά την περιοχή για μια μέρα.
Οι εθνικές πολιτικές «τους διώχνουν όλους πιο μακριά στα χωράφια, στα εγκαταλειμμένα αγροτόσπιτα, όπου η ζωή είναι χειρότερη από πριν, με τον αυξημένο τρόμο να πέσουν πάνω σε έναν έλεγχο που θα τους οδηγήσει στη σκληρή μεταχείριση του νόμου Μπόσι - Φίνι», εξηγεί η ομάδα Equosud. «Το Ροζάρνο είναι ένα όνειδος για όλη την ανθρωπότητα, για την Ιταλία, γι’ αυτό τον τόπο», λέει ο Ιμπραΐμ στη συνέλευση. Στο τέλος της μέρας οι διαδηλωτές φυτεύουν συμβολικά μερικές πορτοκαλιές. Επεμβαίνει η αστυνομία, δεν υπάρχει άδεια. Είμαστε στο σύνορο μεταξύ του μαφιόζικου βασιλείου των Πιρομάλι και των Πέσε – Μπελόκο. Σε μικρή απόσταση από τα παράνομα δεντράκια τσιμεντώθηκε ένας χώρος που μετατράπηκε σε αυθαίρετη πίστα αερομοντελισμού. Λίγο πιο πέρα είναι δύο χωματερές για μικρούς κύβους τσιμέντου. Σε απόσταση δύο χιλιομέτρων, στις αποβάθρες του λιμανιού, το οργανωμένο έγκλημα φέρνει από τη Λατινική Αμερική τους τόνους κοκαΐνης που θα κατακλύσουν την Ευρώπη, κρυμμένες μέσα σε κοντέινερ, μέσα σε όγκους μαρμάρου, μέσα σε συσκευασμένα φρούτα. Στο τέλος τα δέντρα φυτεύονται. «Θα συνεχίσουμε το έργο που αρχίσαμε χωρίς να φοβηθούμε», είπε η δήμαρχος Ελιζαμπέτα Τριπόντι.

Το θέμα της ασφάλειας

Παραδόξως, σήμερα οι πιο ασφαλείς είναι οι Αφρικανοί. Κανείς δεν θα τους άγγιζε ποτέ, έπειτα από όσα συνέβησαν. Ανεβαίνουμε με τα πόδια από το σταθμό στην πλατεία Βαλαριότι. Μόνο αλλοδαποί στις άκρες των δρόμων: ψωνίζουν, φορτίζουν τα κινητά τους, κουβεντιάζουν μεταξύ τους. Πριν από δύο χρόνια εδώ η κατάσταση ήταν εφιαλτική. Ανισόρροποι με μηχανάκια και με ρόπαλα μπορούσαν να σε χτυπήσουν για πλάκα, μόνο οι ξένοι πάνε με τα πόδια. Σήμερα βλέπουμε παιδιά με κράνος και κάδους ανακύκλωσης πόρτα-πόρτα. Μια γυναίκα δήμαρχο, ένα νέο δημοτικό συμβούλιο. Ποιος κάνει κουμάντο σήμερα στο Ροζάρνο; «Εμείς», μου απαντάνε δύο δημοτικοί σύμβουλοι της δημοκρατικά εκλεγμένης πλειοψηφίας, έπειτα από δύο συνεχείς φορές που το δημοτικό συμβούλιο διαλύθηκε λόγω διαπλοκής με τη μαφία. Σύντομα θα φθάσει σημαντική δημόσια χρηματοδότηση για την ανάπτυξη της πόλης. Μα ακόμη κι αν πρόκειται για λίγα ευρώ για ένα παρτέρι, αυτό που μετράει είναι τα σύμβολα. Αυτός που θα επιβάλει τη θέλησή του στο κράτος, θα μπορέσει να στεφθεί νέος βασιλιάς του Ροζάρνο.
«Γνωρίζεις τον Μπεν Τζελούν;», με ρωτάει ο Αχμέντ. Πολλοί σύντροφοί του μιλάνε γαλλικά, αγγλικά, αραβικά. Είναι παράξενο να νιώθει κανείς αγράμματος στα χωράφια του Νότου, όπου όλοι βλέπουν υποβάθμιση και εξαθλίωση, μα είναι αυτό που συμβαίνει όταν συζητάς με αυτούς τους καλλιεργημένους και μορφωμένους ανθρώπους. Και γενναιόδωρους επίσης: Ο K. προσλήφθηκε κανονικά στο πλαίσιο των προγραμμάτων της Equosud, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος: «Τα αδέλφια μου τα εκμεταλλεύονται και δουλεύουν με μαύρα». Παραμένει παράξενο το Ροζάρνο. Μια ομάδα πολιτών έγραψαν στις αρχές διαμαρτυρόμενοι, επειδή οι μαύροι «ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης, συχνά χωρίς προορισμό και ουρούν μπροστά στα κοριτσάκια». Είναι παράξενος αυτός ο τόπος, όπου η γενναιοδωρία χωρίς όρια της ομάδας Africalabria –που πηγαινοέρχεται εδώ και χρόνια στα γκέτο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους– συνυπάρχει με παραληρήματα χωρίς βάση. Και τα πολυτελή μαγαζιά βρίσκονται πλάι σε παραγκούλες, τα φώτα πλάι στο σκοτάδι, τα αυτοσχέδια και μισοτελειωμένα κτίρια πλάι στα πολυτελή κέντρα διασκέδασης. Ο πλούτος είναι κατανεμημένος με άνισο τρόπο, όπως συμβαίνει γενικά με το βρόμικο χρήμα. Και το Ροζάρνο έτσι θα έμενε, μια πόλη άδικη και άνιση,αν δεν έρχονταν οι Αφρικανοί που έδωσαν το έναυσμα για μια ελπιδοφόρα πορεία.


Απόδοση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Από το «Μανιφέστο»
(12.1.2012)

 

Το Ροζάρνο είναι δήμος στο νότιο άκρο της Ιταλίας στην επαρχία της Καλαβρίας. Είναι μια εύφορη αγροτική περιοχή, που παράγει εσπεριδοειδή, λάδι και κρασί, με την εργασία χιλιάδων «παράνομων» μεταναστών, κυρίως από την Αφρική και την Ανατολική Ευρώπη, πληρωμένη κυριολεκτικά με ένα κομμάτι ψωμί. «Φιλοξενούνται» σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, χωρίς καν την παροχή τρεχούμενου νερού. Σε μια πόλη που, επιπλέον, βασιλεύει η μαφία. Πέρυσι τον Ιανουάριο εξεγέρθηκαν ενάντια στο καθεστώς σύγχρονης δουλείας που βιώνουν, με αφορμή τον τραυματισμό με αεροβόλο όπλο δύο μεταναστών από αγνώστους, ενώ ανάλογη εξέγερση συνέβη και το 2008.



Σε μια περίοδο που οι βαρονίες των ΜΜΕ έχουν αναλάβει την επικοινωνιακή πολιτική των τραπεζιτών, σε μια εποχή κρίσης για το σύνολο του Τύπου, άραγε υπάρχει τόπος και τρόπος για μια ανεξάρτητη και αδέσμευτη ενημέρωση; Θα υπάρξει ζωτικός χώρος για ριζοσπαστικές φωνές στον Τύπο; Οι φίλοι της Εποχής στα Χανιά οργανώνουν συζήτηση με θέμα την «Κρίση στον Τύπο και τις οάσεις αντίστασης», την Πέμπτη 19 Γενάρη, στις 9 μ.μ., στο πάντα φιλόξενο Κοινωνικό Στέκι – Στέκι Μεταναστών Χανίων. Τη συζήτηση θα ανοίξει εκ μέρους της «Εποχής» ο Πάνος Λάμπρου. Μετά τη συζήτηση θα ακολουθήσει λαϊκή βραδιά με ζωντανή μουσική και μικρό αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη.
***
Οι φίλοι της «Εποχής» στην Πάτρα μας καλούν να συναντηθούμε, να πιούμε ένα ποτήρι κρασί, να μιλήσουμε και να ενισχύσουμε την «Εποχή», την Κυριακή 22 Ιανουαρίου, στη 1 το μεσημέρι, στο μεζεδοπωλείο Απέριττο (Α. Νικολάου73).



Την Κυριακή 22 Γενάρη στη 1.30  το μεσημέρι, η ΑΚΟΑ της Αθήνας υποδέχεται τον καινούργιο χρόνο. Με την ευχή η αισιοδοξία και οι ελπίδες να νικήσουν την ανησυχία και με αγώνες νικηφόρους να αποκατασταθεί ό,τι χάθηκε… με την πρωτοχρονιάτικη πίτα, τους μεζέδες και το κρασί δικά μας, με τη μουσική και τους μουσικούς επίσης δικούς μας (πάσα προσφορά δεκτή), μεσημεριανή συνάντηση στην Ακαδημίας 62. Παράλληλα, η ΑΚΟΑ και οι Νέοι της ΑΚΟΑ, από τις 16 έως τις 30 Γενάρη και από Δευτέρα σε Δευτέρα συγκεντρώνουν στα γραφεία τρόφιμα για τα παραρτήματα των «Γιατρών του Κόσμου» σε Αθήνα και Πέραμα (κυρίως γάλατα, παιδικά γάλατα, ρύζι, μακαρόνια και λάδι). Την Κυριακή το μεσημέρι θα έχουμε μια επιπλέον ευκαιρία να αυγατίσουμε την προσφορά.