Σπύρος Καράβας
«Μακάριοι
οι κατέχοντες την γην»
εκδόσεις Βιβλιόραμα
Του
Ανδρέα Λυμπεράτου*
«Μα καλά, μετά από τόσα χρόνια ιστορικής έρευνας δεν έχει γραφτεί ό,τι ήταν να γραφτεί για το Μακεδονικό;». Η συνήθης πειραχτική ερώτηση ενός καλού μου φίλου φυσικού επιστήμονα δεν κατάφερε αυτή τη φορά να με παρασύρει σε συζητήσεις για τη σχέση του παρόντος με το παρελθόν στην ιστοριογραφία και άλλα επιστημολογικά συναφή. Ούτε χρειάστηκε να του επισημάνω ότι η παρασιώπηση ιστορικών μαρτυριών που δεν αρμόζουν στα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα αποτελεί ιστοριογραφική πρακτική με μακρά ιστορία στα Βαλκάνια, όπου η ιστοριογραφία εξακολουθεί δυστυχώς ως τις ημέρες μας να διαχειρίζεται, ως κληρονόμος και ιδιόμορφος συνεχιστής τους, τις εθνικές συγκρούσεις του προηγούμενου αιώνα. Του σύστησα απλώς να διαβάσει το βιβλίο του Σπύρου Καράβα για τη Μακεδονία.
Τελευταίος καρπός μακράς ενασχόλησης του συγγραφέα με τις περιπέτειες του ελληνικού εθνικισμού στα Βαλκάνια του 19ου αιώνα και βαθιάς γνώσης του μακεδονικού χώρου και της νεότερης ιστορίας του, το βιβλίο αυτό φέρνει στο προσκήνιο μια σειρά από τέτοιες, συνήθως παρασιωπούμενες, μαρτυρίες. Κεντρική θέση ανάμεσά τους έχει το Έργον του Ελληνισμού εν Μακεδονία, η μπροσούρα που τύπωσε το 1880 «ως χειρόγραφον» (με περιορισμένη δηλαδή απεύθυνση) ο Ρουμελιώτης Αθανάσιος Ευταξίας, νέος τότε πολιτικός και μετέπειτα υπουργός και (για λίγο) πρωθυπουργός της Ελλάδας. Πριν και μετά από αυτόν, από την επαύριον του Κριμαϊκού (1853-6) μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους, το έργον του ελληνισμού, δηλαδή «το πρακτέον» στην υπό διεκδίκηση Μακεδονία, θα γίνει αντικείμενο δημόσιων λόγων και εμπιστευτικών εκθέσεων πολιτικών, προξένων, ανώτερων κληρικών και άλλων ιθυνόντων τα εθνικά μας θέματα. Εκθέτοντας και αναλύοντας απλά και μεθοδικά τις ενδιαφέρουσες αυτές μαρτυρίες, ο Καράβας αποκαλύπτει και αναδεικνύει τα ρητορικά και ιδεολογικά νήματα που τις διαπερνούν υφαίνοντας τον καμβά του ελληνικού αλυτρωτισμού.
Έντονη ανησυχία
Το πρώτο νήμα που τις συνδέει, και το οποίο συστηματικά υποβαθμίζεται από την «κληρονόμο» ιστοριογραφία, είναι η έντονη ανησυχία των παραγόντων του ελληνικού κράτους για τους εθνολογικούς συσχετισμούς στη Μακεδονία. Πίσω από τις ποικίλες ταξινομήσεις του πληθυσμού (σε -φωνους, -φρονες κ.τ.λ.) και τις διάφορες διαιρέσεις επί μακεδονικού χάρτου, και παρά τις σιωπές που επιβάλλει η προς τα έξω προπαγάνδα, στα γραπτά τους έρχεται και επανέρχεται η έκδηλη αγωνία για τον υπερβάλλοντα όγκο του σλαυϊκού στοιχείου στη Μακεδονία. Όταν μάλιστα η χάραξη μιας ρεαλιστικής πολιτικής γίνεται το ζητούμενο, τότε ο ελληνισμός πρέπει, κατά τον Ευταξία, να μάθει την «αληθήν εθνολογικήν κατάστασιν» της Μακεδονίας, να μάθει δηλαδή, «…εν οποία μειονότητι, ως μη ώφειλεν, εύρηται εν αυτή το ελληνικόν στοιχείον».
Όπως μας δείχνει ο Καράβας στο αιρετικό τούτο «βιβλίο της ανησυχίας» του ελληνικού αλυτρωτισμού, η αγωνία μεγαλώνει συν τω χρόνω καθώς όλοι ανεξαιρέτως οι ιθύνοντες διαπιστώνουν την ανεπάρκεια των οικείων εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών μηχανισμών να επιτύχουν την αλλοίωσιν -όπως έγραφε ο Ιωακείμ Γ΄-, τον εξελληνισμό δηλαδή ή έστω την «ελληνοφρόνηση» του ογκώδους εθνογλωσσικά αλλότριου αγροτικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Οι επανερχόμενες στα κείμενα μεμψιμοιρίες για την ανικανότητα και τον ελλιπή «εθνικό ζήλο» των δασκάλων και των πατριαρχικών μητροπολιτών δεν συνιστούν επαρκείς αιτιολογήσεις. Και εδώ ακριβώς ξετυλίγεται το δεύτερο νήμα που διαπερνά το βιβλίο και την ελληνική αλυτρωτική συνείδηση: η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι η επιτυχία των εθνικών σχεδίων πολιτισμικής επιρροής κρίνεται εν πολλοίς από την τοποθέτηση στο μείζον κοινωνικό ζήτημα της γης, το ζήτημα που «καίει» τους σλαβόφωνους κολλήγους των μακεδονικών τσιφλικιών, τη διεκδικούμενη δηλαδή πλειονότητα του αγροτικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Ο αντίπαλος βουλγαρικός εθνικισμός έχει κάνει την επιλογή του και ανακινώντας το αγροτικό ζήτημα εμπεδώνει ανησυχητικά την ηγεμονία του στους ομόγλωσσούς του αυτούς πληθυσμούς. Πολύ αργότερα, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, η επίλυση του αγροτικού ζητήματος θα αποτελέσει όρο για την επιτυχή ενσωμάτωση της ελληνικής πλέον Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος.
Οικονομική υποδούλωση
ο στόχος
Τον καιρό όμως της διεκδίκησης, ο ελληνικός αλυτρωτισμός θα επενδύσει στον αντίθετο πόλο της ταξικής σχέσης, ενδυόμενος το μανδύα του αφέντη γαιοκτήμονα. Ο Ευταξίας είναι πρωτοπόρος στην καθαρότητα της πρότασής του, την οποία φέρνει στα καθ’ ημάς από τη Γερμανία του Βίσμαρκ και τις παράλληλες αναζητήσεις «ζωτικού χώρου» του γερμανικού εθνικισμού: να αγοραστούν από πλούσιους ομογενείς σε τιμή ευκαιρίας τα κτήματα των οθωμανών μπέηδων σε καίρια σημεία του διεκδικούμενου χώρου. Ως «μακάριοι» κάτοχοι της γης, οι νέοι αφέντες θα μπορέσουν ανενόχλητοι με τη συνδρομή δασκάλων και ιερέων να εκβιάσουν και να αλλοιώσουν τη συνείδηση των εξαρτημένων Βουλγάρων κολλήγων και να επιτύχουν την εξελλήνισή τους. Στην περίπτωση που εκείνοι δεν «ομοφρονήσουν», θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν τη γη τους «εις διαδοχήν ελλήνων γεωργών». Η πρόταση δεν θα ευοδωθεί, αλλά θα διαγράψει μια ενδιαφέρουσα πορεία, ακολουθώντας τις τάσεις της εποχής: τους επί το πλείστον αδιάφορους ομογενείς κεφαλαιούχους της Τρικουπικής περιόδου θα κληθεί στις παραμονές των Βαλκανικών πολέμων να αντικαταστήσει, στο ρόλο του επίδοξου γαιοκτήμονα, σε ξένη πάντα επικράτεια, το ελληνικό κράτος.
Στους μυημένους στην ιστορία του Μακεδονικού, αν και όχι στο ευρύτερο κοινό, ίσως δεν προκαλεί έκπληξη ο κυνισμός με τον οποίο οι ιθύνοντες μιλούν για οικονομική «υποδούλωση», εκτοπισμό κτλ. των «κτηνών» της μακεδονικής γής, όπως αποκαλούσε ο Ίων Δραγούμης τους Βούλγαρους αγρότες. Εντύπωσιακή όμως είναι σίγουρα η συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτές οι προτάσεις, εμπιστευτικά ή και δημόσια. Ακολουθώντας υποδειγματικά το νήμα της «γαιοκτητικής» ιδέας, ο Καράβας απέδειξε ότι αποτελεί έναν σταθερό και χαρακτηριστικό τόπο της ελληνικής αλυτρωτικής ιδεολογίας και υπέδειξε την στενή επικοινωνία της τελευταίας με τον «δυτικό» αποικιοκρατικό λόγο· ελλείψει βέβαια -εν προκειμένω- πραγματικής αποικίας. Μας έδωσε ένα βιβλίο που θα συζητηθεί πολύ, ένα βιβλίο-τομή στην καθ’ ημάς ιστοριογραφία του Μακεδονικού.
* Ο Ανδρέας Λυμπεράτος είναι ιστορικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών
Απόσπασμα του παραπάνω κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» (12/2/2011).
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|