Αρχείο



Θεωρία

Το φεμινιστικό κίνημα χρειάζεται νέους στόχους

 

 

Τους τελευταίους μήνες είδαμε να φυτρώνουν νέα κινήματα (αγανακτισμένοι, κινήματα occupy, κ.λπ.), που δίνουν μια νέα πνοή παγκοσμίως για κοινωνική αλλαγή, το φεμινιστικό κίνημα όμως συνεχίζει να μην έχει την ίδια απήχηση και να μην αναπτύσσεται. Αντίθετα παρουσιάζει μία υποχώρηση. Για το πώς και γιατί συμβαίνει αυτό καθώς και για τις προοπτικές του φεμινιστικού κινήματος συζητήσαμε με την Ελένη Βαρίκα.

 

Τη συνέντευξη πήρε
η Λίνα Φιλοπούλου

Από πού πιστεύεις ότι προκύπτει η υποχώρηση του φεμινιστικού κινήματος; Μήπως από το γεγονός ότι τα κυριότερα αιτήματά μας έχουν υλοποιηθεί;

Προφανώς έχουν υλοποιηθεί κάποια αιτήματα προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 : κάποια βασικά δημοκρατικά αιτήματα σχετικά με την αλλαγή του οικογενειακό δίκαιου, το οποίο ούτως ή άλλως χρειαζόταν να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο, κάποια αναπαραγωγικά δικαιώματα, όπως η αντισύλληψη, η άμβλωση, σε ορισμένα κράτη η νομική αναγνώριση της συμβίωσης των ομοφυλόφιλων κ.λπ., τα οποία όμως δεν ικανοποιήθηκαν ως φεμινιστικά αιτήματα, αλλά στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των θεσμών. Το αυτόνομο φεμινιστικό κίνημα, εδώ όπως αλλού, είχε διατυπώσει τέτοιου είδους αιτήματα, αλλά σε ένα πλαίσιο και με ένα τρόπο που έθιγε συνολικά την ίδια την πατριαρχική δομή. Οι «προοδευτικές» κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη όπως και το ΠΑΣΟΚ και κάποια κόμματα της αριστεράς στην Ελλάδα, υιοθέτησαν τα αιτήματα αυτά εκφράζοντας τα όμως με το δικό τους τρόπο, αφαιρώντας την κριτική αιχμή τους, όπως πχ, με το ημίμετρο του πολιτικού γάμου και την άρνηση του χωρισμού εκκλησίας και κράτους, και παρουσιάζοντας τα ως φυσικό αποτέλεσμα της νεωτερικότητας και της διαδικασίας εκσυγχρονισμού. Η διατύπωσή τους ανατέθηκε στις γυναικείες οργανώσεις των κομμάτων - που συχνά είχαν εναντιωθεί στο αυτόνομο φεμινιστικό κίνημα- περιθωριοποιώντας και αποσιωπώντας τους αγώνες του. Και είναι αυτή η διαδικασία περιθωριοποίησης αν όχι και καταγγελίας του αυτόνομου φεμινισμού και ταυτόχρονης οικειοποίησης των αιτημάτων του, που αναγγέλλει την εμφάνιση του «κρατικού φεμινισμού». Ο κρατικός φεμινισμός αναδιατυπώνει τις φεμινιστικές απαιτήσεις ισότητας με όρους ασυμβίβαστους προς τις θεμελιακές απαιτήσεις αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης των γυναικών, ενσωματώνοντάς τις στις ήδη υπάρχουσες κρατικές πολιτικές, οι οποίες θεωρούν ήδη δεδομένο τον ισχύοντα έμφυλο καταμερισμό εργασίας και εξουσίας. Σε αυτή τη διαδικασία εκσυγχρονισμού των θεσμών ενσωματώθηκε και ένα τμήμα του φεμινιστικού κινήματος και φυσικά και των αιτημάτων του, και σίγουρα αυτή η ενσωμάτωση κι η θεσμοποίηση αποτελεί μέρος της κρίσης του φεμινισμού.

Υπάρχει η αντίληψη -και σε γυναίκες και μέσα στην αριστερά- ότι σήμερα δεν μας χρειάζεται ο φεμινισμός. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, τον υποβαθμίζουν σε σχέση με άλλες προτεραιότητες. Με λύπη μας, όμως, το είδαμε να συμβαίνει και στην πλατεία Συντάγματος το καλοκαίρι με το κίνημα των αγανακτισμένων.
Η αντιμετώπιση αυτή δεν είναι νέο φαινόμενο και δεν είναι περίεργο που την υιοθετούν και οι γυναίκες. Ο φεμινισμός δεν είναι μια γυναικεία κατάσταση, αλλά μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Η καταπίεση, η εκμετάλλευση, η κυριαρχία του φύλου, αλλά και άλλες σχέσεις εξουσίας, ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία, υποτάσσονταν πάντα στην πατροπαράδοτη λογική που ακόμη και σήμερα ταξινομεί τις κοινωνικές αντιθέσεις σε «πρωτεύουσες» και «δευτερεύουσες», κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο και επιχειρήματα ανάλογα με τη συγκυρία και τονσυσχετισμό δυνάμεων. Η ιστορική και οργανωτική παράδοση της αριστεράς βέβαια, στο όνομα μιας ενότητας εκ των άνω, αναπαράγει την κρατική λογική του Ενός. Τη λογική του κράτους: «ου δύνασαι δυσί κυρίοις δουλεύειν». Αντιπαραθέτει το υποτιθέμενο ενιαίο και αδιάσπαστο κοινωνικό υποκείμενο της εργατικής τάξης που ταυτίζει με το οικουμενικό, στα υποτίθεται «μερικά» και «ιδιαίτερα» αιτήματα και κινητοποιήσεις, που πηγάζουν από αυτές τις «δευτερεύουσες» σχέσεις εξουσίας, αγνοώντας, όπως έλεγε η Φλόρα Τριστάν ήδη από το 1843, ότι η εργάτρια δεν είναι ο εργάτης. Και ότι η εργατική τάξη χαρακτηρίζεται από μια ιεραρχική διαστρωμάτωση (φύλο, φυλή, εθνικότητα κλπ). Αυτή τη διάσταση της πολλαπλότητας, που είναι βέβαια πολύ σημαντική για την ενότητα των αγώνων, μια πολιτική ενότητα, το εργατικό κίνημα και η αριστερά δεν κατάφεραν να την εντάξουν στις αρχές τους. Υπάρχουν σαφώς κάποιες εξαιρέσεις, συγκυριακές συνήθως, που δεν διαρκούν πολύ, αλλά σίγουρα ο φεμινισμός με την έννοια της αυτοοργάνωσης των γυναικών δεν είναι μία από τις αρχές της αριστερής παράδοσης.

Νέες συνθήκες,
νέα αιτήματα

Υπάρχει αναγκαιότητα για μια νέα φυσιογνωμία του φεμινιστικού κινήματος, χρειάζεται να προτάξουμε νέα αιτήματα;

Πάντα χρειάζεται να προτάσσουμε νέα αιτήματα. Η καταπίεση των γυναικών και η πατριαρχική δομή των κοινωνιών εξακολουθεί να ισχύει. Έχουν αλλάξει βέβαια οι όροι. Τα αιτήματα πρέπει κάθε φορά να απαντούν σε αυτό που αντιμετωπίζουμε εδώ και τώρα, όχι μόνο στις επιθέσεις που δεχόμαστε αλλά και τα περιθώρια ενσωμάτωσης των αγώνων που αποδυναμώνουν και αναιρούν την ανατρεπτική δυναμική τους. Ως ένα βαθμό οι νεότερες γενιές κατανοούν, νομίζω, σήμερα, με μεγαλύτερη ευκολία από τη δική μου γενιά, τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ο φεμινισμός σαν κρατική ιδεολογία και τώρα και μάλιστα σαν ρατσιστική ιδεολογία.
Η ρητορική της «ισότητας των φύλων», που υπονοεί ότι «εμείς» οι δυτικοί, οι Ευρωπαίοι, οι ελληνάρες κ.λπ. έχουμε λύσει το πρόβλημα, αντίθετα με τους «άλλους», τους Άραβες, τους μουσουλμάνους, και άλλους αθεράπευτους αντιφεμινιστές, είναι μια επικίνδυνη παγίδα για το φεμινιστικό κίνημα. Πάντα οι άλλοι ήταν οι καταπιεστές των γυναικών, για τους αστούς ήταν οι κατώτερες τάξεις, για τους λευκούς οι μαύροι, για την αριστερά οι αστοί. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό.
Θα πρέπει πάντα να αναρωτιόμαστε ποιες είναι οι γυναίκες στο όνομα των οποίων μιλάμε και να επεξεργαζόμαστε κοινωνικές πολιτικές, με ποιο τρόπο εκφράζεται η ισότητα σε κάθε συγκεκριμένη έκφραση της διαπλοκής των σχέσεων εξουσίας. Επομένως, αυτό που θέλω να πω είναι να μην επαναλαμβάνουμε την αριστερά που θεωρεί ότι οι γυναίκες είναι γενικώς γυναίκες και ότι ο τρόπος με τον οποίο επιδρά η ισότητα σε κάθε κατηγορία γυναικών είναι ο ίδιος. Ο μόνος τρόπος να λύσουμε αυτό το πρόβλημα είναι η αυτονομία, ο αυτοπροσδιορισμός, η δυνατότητα να παίρνουν το λόγο και να μιλούν στο πρώτο πρόσωπο. Αυτό είναι συχνά που λείπει από ένα μέρος του φεμινιστικού κινήματος, μια διάσταση ωστόσο που οι νεότερες γενιές αρχίζουν να επανεισάγουν. Το βλέπουμε και στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη στις διαδηλώσεις, στη δημιουργία αυτόνομων ομάδων, κινημάτων για την ισότητα των σεξουαλικοτήτων, ιδιαίτερα των «απαγορευμένων», των μειονοτικών, lgbt κίνημα, queer.

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα νέα αιτήματα;
Τα αιτήματα δεν τα έχουμε έτοιμα, πιθανόν να έχουμε κάποιες απαντήσεις σε αυτά που συμβαίνουν. Τα νέα αιτήματα θα διαμορφωθούν μέσα στους αγώνες. Νομίζω ότι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που συνέβησαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, από αυτή την άποψη, ήταν η οργάνωση αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα. Στην αρχή τουλάχιστον ο πυρήνας ήταν φεμινιστικός. Το κίνημα αλληλεγγύης και καταγγελίας των συνθηκών εργασίας των γυναικών αυτών κατάφερε να δώσει μια οικουμενικότητα στην καταγγελία της μεταχείρισης των ξένων εργατριών και ίσως βέβαια πέτυχε γιατί η Κούνεβα ήταν και συνδικαλίστρια, από τις πιο αγωνιστικές και θαρραλέες. Βέβαια, όταν το κίνημα έγινε ευρύτερο, η διάσταση της γυναικείας καταπίεσης πέρασε στο περιθώριο. Και αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλοί τομείς στους οποίους δίνονται αγώνες. Το περίφημο πρεκαριάτο είναι σε ένα βαθμό νέες και μεγάλες σε ηλικία γυναίκες.
Το πρόβλημα του ρατσισμού είναι πολύ σοβαρό, θέτει σε κίνδυνο τις φεμινιστικές κατακτήσεις και αγώνες. Το φύλο βρίσκεται στην καρδιά του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων αφού οι γυναίκες και ο έλεγχος της σεξουαλικότητας αποτελούν προϋπόθεση της καθαρότητας της φυλής, του έθνους. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη το σύμβολο της ισλαμικής τρομοκρατίας δεν είναι κάποιος γενειοφόρος, ας πούμε, αλλά σχεδόν πάντα μια μαυροφορεμένη γυναίκα με μαντήλα η μπούρκα. Γενικότερα, τον εχθρό, εθνικό ή ταξικό, τον χτυπάμε στο πρόσωπο των γυναικών «του», προσβάλλουμε με αυτή την έννοια τον πολιτισμό του, στην ηθική των γυναικών του. Οι ξένες πόρνες είναι πιο επικίνδυνες από τις δικές μας, αφού μολύνουν τις οικογένειές μας, για να το συνδέσουμε και με τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Υγείας κ. Λοβέρδου.
Από την άλλη πλευρά, θεωρώντας ότι αυτές οι γυναίκες είναι καταπιεσμένες, αντίθετα με εμάς, υιοθετούμε το ρόλο του σωτήρα, αναλαμβάνουμε να τις σώσουμε από τους δικούς τους άντρες, όχι από τους δικούς μας. Ένα μέρος του κινήματος τις αντιμετωπίζει με έναν τρόπο πατερναλιστικό, ή ματερναλιστικό αν θες, και ουσιαστικά δεν διαφοροποιείται από τον κυρίαρχο λόγο.

Σε σχέση με τη βία κατά των γυναικών;
Υπάρχει η αντίληψη ότι η βία, για παράδειγμα, που ασκείται στις γυναίκες σε αυτές τις κοινωνίες, με τα διαφορετικά ήθη και έθιμα και τη διαφορετική κουλτούρα, είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις δυτικές κοινωνίες, όπου θεωρείται ότι υπάρχει ισότητα. Αν κοιτάξουμε όμως τις στατιστικές, θα δούμε ότι δεν διαφέρουν οι δείκτες που αφορούν στην επιλογή συζύγου, στην ηλικία γάμου, του μη-γάμου, στη βία. Ως προς τη βία, όλες οι έρευνες δείχνουν ότι οι δείκτες είναι οι ίδιοι.  Σε αυτές τις περιπτώσεις οι σχέσεις του φύλου είναι το κλειδί, το πρόβλημα της βίας, το πρόβλημα της ηθικής και σωματικής βίας. Το ότι ανήκουμε σε σύγχρονες κοινωνίες, δεν σημαίνει ότι το έχουμε ξεπεράσει. Αυτή είναι ακριβώς η ψευδαίσθηση που καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό από τον κρατικό φεμινισμό.

Και το ζήτημα του τράφικινγκ;
Σίγουρα δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα με τις υπάρχουσες μεταναστευτικές πολιτικές. Αυτές οι πολιτικές προστασίας είναι στην πραγματικότητα πολιτικές διαχείρισης της μετανάστευσης, κι αυτό είναι μια ευγενική διατύπωση για το τι πραγματικά επιδιώκουν: τη βίαιη απομάκρυνση των μεταναστών. Ένα βασικό αίτημα που μπορούμε να έχουμε, είναι το αίτημα της άδειας παραμονής. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα ήταν υποκριτική. Ούτε η κατάργηση της μαστροπείας θα φέρει αποτελέσματα, όπως απέδειξε ο σχετικός νόμος στη Γαλλία το 2003, ούτε η ποινικοποίηση των πελατών.
Η δυσκολία με τα αιτήματα αυτά, όμως, είναι ότι δεν μπορούμε να τα έχουμε εμείς στη θέση των άλλων και για τις άλλες. Ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να συνδιαμορφώνει μαζί με τις ενδιαφερόμενες αυτά τα αιτήματα.

Φεμινισμός και εξουσία

Με ποιο τρόπο θα μπορούσαμε να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας, τον αγώνα μας για να αναπτύξουμε το φεμινιστικό κίνημα; Θα πρέπει να υπάρξει μια νέα φυσιογνωμία του κινήματος με νέες μορφές οργάνωσης που θα δημιουργούν νέες προοπτικές
;
Αυτή η διαδικασία ενσωμάτωσης των φεμινιστικών αιτημάτων είχε κατά κάποιον τρόπο ως αποτέλεσμα να περιοριστεί ο φεμινισμός στο αίτημα να υπάρχουν και γυναίκες στην εξουσία, με την ισόποση εκπροσώπηση, τη θέσπιση των ποσοστώσεων κ.λπ., και αυτό είναι μια φοβερή υποχώρηση για το ίδιο το κίνημα, γιατί είναι σαν να θεωρούμε ότι η συμμετοχή και μόνο των γυναικών στις προϋπάρχουσες δομές όπου λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις, συνεπάγεται και εκφορά φεμινιστικού λόγου.
Η λογική της ισάριθμης αντιπροσώπευσης είχε ένα αποτέλεσμα, το οποίο προφανώς δεν το επιδίωξαν οι γυναίκες και τα κινήματα: πρώτα την υποβάθμιση και στη συνέχεια τη δημιουργία μικροεξουσιών -αφού οι μεγάλες και ουσιαστικές δεν είναι για τις φεμινίστριες - μέσα στα κόμματα, μεγάλα ή μικρά, αλλά ακόμα και στους θεσμούς. Το ζήτημα δεν είναι να πάρουμε κι εμείς και να διαιωνίσουμε την ίδια εξουσία, το ζήτημα είναι τι περιεχόμενο θα της δώσουμε. Ο φεμινισμός δεν έρχεται αυτόματα γιατί είμαστε γυναίκες. Το γυναικείο υποκείμενο σαν συλλογικό υποκείμενο το οικοδομούμε με την πολιτική πράξη. Δεν είμαι εναντίον, κατά τ’ άλλα, με τις πολιτικές ισότητας, ειδικά μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον όπως είναι και η αριστερά, απλά το θεωρώ μια εύκολη και μη αποτελεσματική απάντηση.
Το φεμινιστικό κίνημα ξεκίνησε ως πολιτικό κίνημα αμφισβήτησης των σχέσεων εξουσίας και κοινωνικής αλλαγής, ήταν ακριβώς ενάντια στο «mainstream» που αποτελούσαν τότε οι γυναικείες οργανώσεις.
Αυτό που ήταν ενδιαφέρον στο φεμινισμό, αυτό που τράβηξε την προσοχή και έκανε τον κόσμο να σκεφτεί, στο μέτρο που το έκανε, ήταν ακριβώς η ανατρεπτική δυναμική του, η δυνατότητα να προκαλεί, η δυνατότητα να μην έχει τον ίδιο λόγο που έχει ο λόγος μιας προκήρυξης για παράδειγμα. Το γεγονός ότι εμείς θέτουμε τους όρους, με τους οποίους υπερασπιζόμαστε τα αιτήματά μας. Αυτό εξάλλου δεν ισχύει μόνο για τον φεμινισμό, ισχύει και για τα κινήματα των νέων. Αν οι νέοι συνέχιζαν να μιλούν με τους όρους που μιλούσε η παραδοσιακή αριστερά πριν το ’68, δεν θα υπήρχε το ’68. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα κινήματα των αγανακτισμένων σήμερα. Θα πρέπει να ξαναβρούμε την αρετή της αυθάδειας, την αρετή της επινοητικότητας, της φαντασίας.
Ένα κοινό αίτημα που βλέπω είναι να έχω το δικαίωμα να είμαι κάθε φορά αυτή που θέλω να είμαι. Αυτό είναι που κινητοποιεί. Αυτό που κινητοποιεί τους ανθρώπους είναι όταν απευθυνόμαστε στην επιθυμία, στη δυνατότητα να ζήσουμε τη ζωή μας αλλιώς.

Τι μας μαθαίνουν
οι «γυναικείες σπουδές»

Ποια είναι η γνώμη σου για τις σπουδές φύλου; Έχουν συμβάλει θετικά στην ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος;

Η ενασχόληση της γνώσης με τις σχέσεις εξουσίας, αλλά και με το πώς διαμορφώνεται το κοινωνικό φύλο, ήταν μια συνέπεια ευνοϊκή του φεμινιστικού κινήματος. Οι γυναικείες σπουδές σαν θεσμοθέτηση της γνώσης είχαν ωστόσο ένα αντιφατικό αποτέλεσμα. Οι γυναικείες σπουδές, όπου μπόρεσαν να αναπτυχθούν ελεύθερα, είχαν θετικό αποτέλεσμα, γιατί κατόρθωσαν να προωθήσουν σε μεγάλο βαθμό τη γνώση και τη συζήτηση για τις σχέσεις εξουσίας, νομιμοποίησαν τη δράση των αγωνιστριών, και των πιο περιθωριακών, για παράδειγμα όσων αγωνίζονται ενάντια στο aids, ενάντια στην ομοφοβία, για τα δικαιώματα των lgbt, κ.λπ. Από την άλλη πλευρά, η θεσμοθέτηση των γυναικείων και φεμινιστικών σπουδών είχε αρνητικά αποτελέσματα, στο βαθμό που οι φεμινιστικές σπουδές έγιναν γυναικείες σπουδές, και δεν προωθούν μια ανάλυση με βάση τις σχέσεις εξουσίας του φύλου, αλλά ασχολούνται εν γένει με τις γυναίκες.
Η αριστερά και τα κινήματα πρέπει να προλάβουν την ενσωμάτωση στο σύστημα, το αναποδογύρισμα των απόψεών τους και την εξουδετέρωση αυτού του κριτικού τους αυτού στοιχείου. Όταν άρχισε αυτή η ενσωμάτωση, δυστυχώς το κίνημα είχε ήδη υποχωρήσει. Στην Αγγλία, όταν το κίνημα ήταν ισχυρό και είχε συσχετισμό δύναμης, για πολύ καιρό οι σπουδές φύλου είχαν θετικό ρόλο, γιατί συνδέονταν με το κίνημα, το οποίο τότε μπορούσε ακόμα να εκφέρει και έναν κριτικό λόγο πιο δυνατό.
Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η απόπειρα να διεισδύσουμε με μια κριτική προβληματική στα πανεπιστήμια απέτυχε. Νομιμοποίησε μία κατάσταση που υπάρχει, η οποία δεν μιλάει για φύλο, αλλά για τις γυναίκες γενικά, χωρίς να θέτει την πιο βασική ερώτηση που θέτει το φύλο: Πώς γίνεται κανείς γυναίκα;

Ένα συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων και ένας από τους παράγοντες κοινωνικής ανισότητας είναι το φύλο. Πώς διαμορφώνεται η αντίληψη για το έμφυλο πολιτικό υποκείμενο;
Το φύλο είναι ένας τρόπος νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας και αυτή τη σχέση εξουσίας, η οποία εκδηλώνεται στην ταξινόμηση των ανθρώπων σε δύο συμπληρωματικά φύλα, σε μια ιεραρχική διχοτομία, θέλουμε να την καταργήσουμε. Ο φεμινισμός είναι ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα που αγωνίζεται ενάντια στην καταπίεση, τον ετεροπροσδιορισμό των γυναικών. Αγωνιζόμαστε ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να αυτοπροσδιορίζονται και να διαμορφώνουν ελεύθερα τις επιθυμίες και τη ζωή τους στις σχέσεις με τους άλλους, να κρίνονται όχι για το τι γεννήθηκαν, αλλά για αυτό που οι ίδιοι γίνονται και διαμορφώνονται ως κοινωνικά όντα που δρουν σε σχέση με τους άλλους. Αυτό φαντάζομαι πως παραπέμπει σε μια πολλαπλότητα, μια πολυμορφία και όχι σε μια δυαδικότητα. Κι αν αυτή η δυαδικότητα, αν το φύλο, είναι κοινωνική κατασκευή, μια προκατασκευασμένη ταυτότητα που προκύπτει από σχέσεις εξουσίας, θα πρέπει νομίζω να αγωνιζόμαστε για την κατάργηση του φύλου, αλλά αυτό είναι η προσωπική μου άποψη και δεν θεωρώ ότι πρέπει να τη συμμερίζονται όλες για να αγωνίζονται μαζί.
Το μόνο που λέω είναι ότι δεν θα πούμε εμείς στους ανθρώπους ποιον πρέπει να επιθυμούν, με ποιον πρέπει να κοιμούνται, τι είδους οικογένειες πρέπει να κάνουν, αν πρέπει να κάνουν οικογένεια. Εμείς αγωνιζόμαστε για να έχουν οι άνθρωποι τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού. Το πρόβλημα είναι αυτή η αναγκαστική νόρμα, που δημιουργεί εγκλωβισμένα πολιτικά υποκείμενα. Από αυτή την άποψη, η κατάργηση του φύλου είναι ίσως ένας από τους πιο σημαντικούς και δύσκολους αγώνες.

* Η Ελένη Βαρίκα διδάσκει Πολιτικές Επιστήμες στο πανεπιστήμιο Paris8. Είναι υποδιευθύντρια της Μεικτής Ερευνητικής Μονάδας «Genre, Travail, Mobilite» («Φύλο, Εργασία και Κοινωνικοί Συσχετισμοί») του Centre Nationale de la Recherche Scientifique-CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών). Συμμετέχει στις συντακτικές επιτροπές των περιοδικών Pouvoirs – Revue francaise d’ etudes constitutionelles et politiques, Iride - Raisons Politiques, Tumultes, Les Cahiers du Genre.

Μόνος χώρος νέας κερδοφορίας οι αναπτυγμένες χώρες

Όποιο και αν είναι το θέμα, από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις μέχρι τις στρατηγικές προοπτικές μας, μια συζήτηση με τον Αριστείδη Μπαλτά δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αναγκαία κατάδυση στον πυρήνα της σύγκρουσης: ανάμεσα στις δυνάμεις της ανισότητας και της ανελευθερίας και τις δυνάμεις της «καθολικής δικαιοσύνης». Μια κατάδυση απαραίτητη για την αριστερά που θέλει να διατηρεί τη συνείδηση του εαυτού της και της ανατρεπτικής λειτουργίας της.

 

Τη συνέντευξη πήραν
οι Στ. Κουτρουβίδης
και Χ. Γεωργούλας


Ο κ. Παπούλιας από θεσμικός ρυθμιστής του πολιτεύματος γίνεται “θεματοφύλακας μιας κυβέρνησης και μιας συμφωνίας”. Ο δε κ. Καψής χαρακτηρίζει τις εκλογές επικίνδυνες. Μοιάζει να αλλοιώνεται αυτό που είχαμε συνηθίσει ως κοινοβουλευτική δημοκρατία…
Ήδη από την εποχή του «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ» είχε διαμορφωθεί μια μορφή προπαγάνδας που διαχώριζε τους «υπεύθυνους» από τους «ακραίους», τους «εντός συστήματος» ή «συνταγματικού τόξου» από τους «εκτός». Οι τοποθετήσεις που αναφέρετε επαναφέρουν αυτόν τον φόβο απέναντι στην αριστερά. Και δημιουργούν πρόσχημα, αν οι εξελίξεις δεν είναι απολύτως ομαλές, ακόμη και για πιο αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Όμως έτσι δεν μειώνεται η δύναμη της Αριστεράς. Ούτε καν δημοσκοπικά. Ήδη το διαπιστώσαμε και το διαπιστώνουμε καθημερινά.

Αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο σκλήρυνσης της κυβέρνησης;
Ναι, και αυτό συναρτάται και με άλλα πράγματα που δεν τα συζητάμε πολύ. Έχει οξυνθεί ιδιαίτερα η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια δεν πάνε πίσω, η Ρωσία αναλαμβάνει επιθετικές πρωτοβουλίες, τα τύμπανα του πολέμου έχουν αρχίσει να ηχούν από διάφορες κατευθύνσεις, ακόμα και εντός της ηπείρου μας. Αν οδηγούμαστε προς πολεμικές κατευθύνσεις, ο αυταρχισμός μάλλον είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα.  

Ο πόλεμος δεν ανήκει στη σφαίρα του αδιανόητου

Ακόμα και αν δεν ζεσταίνονται οι μηχανές των τανκς στην Ευρώπη, η οπισθοχώρηση στο πεδίο της αλληλεγγύης, της σύγκλισης, η επικυριαρχία του ανταγωνισμού μέχρι θανάτου, επιβάλλουν μια συγκρουσιακή κατάσταση.

Ναι απολύτως. Αυτές οι συγκρουσιακές συνθήκες, σε συνάρτηση με το όλο και εμφανέστερο δημοκρατικό έλλειμμα στην κλίμακα της Ευρώπης,  η τάση της Μέρκελ προς μονοκρατορία, η εύκολη αποδοχή του βέτο του Κάμερον, η επικυριαρχία των τραπεζιτών μπορεί να οδηγήσουν πολύ μακριά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε σήμερα πού ακριβώς. Αλλά οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ο  πόλεμος έχει πάψει να ανήκει στη σφαίρα του αδιανόητου.

Φαίνεται να εδραιώνεται σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού η αίσθηση ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη συνταγή είναι καταστροφική. Αυτό είναι αρκετό, ώστε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση του ρόλου τής αγοράς ως ρυθμιστή της κοινωνίας;
Η εικόνα που μας δίνεται από όσα διαβάζουμε είναι ότι ο καπιταλισμός δεν φαίνεται να διαθέτει  εναλλακτική λύση.  Αυτά που προσπαθούν να πουν γνωστοί οικονομολόγοι, ο Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτς και πολλοί άλλοι,  δηλαδή ότι αν δεν υπάρξει μια κεϋνσιανής έμπνευσης στροφή στην Ευρώπη, τότε καταρρέει το σύμπαν, δεν ακούγονται πολιτικά. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις εμμένουν στη γνωστή συνταγή ανεξαρτήτως κόστους. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί που θα αντιστρέψει την τάση, αλλά  με τα μέχρι τώρα δεδομένα ο καπιταλισμός φαίνεται άρρηκτα προσκολλημένος στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού, στην πλήρη υποταγή της πολιτικής στις βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις του χρηματιστηριακού κεφαλαίου.

Σε αυτήν την κατάσταση η αριστερά, ειδικά στην Ελλάδα, μοιάζει να αυξάνει την επιρροή της, να ακούγεται ο κριτικός της λόγος πιο πειστικός. Μπορούν αυτά τα στοιχεία να δώσουν το έναυσμα για μια ανάκτηση εδάφους στο πεδίο των ιδεών;
Ένα έλλειμμα στρατηγικής χαρακτηρίζει την Αριστερά ολόκληρη. Το έλλειμμα καλύπτεται μεν πίσω από την επίκληση του σοσιαλισμού, αλλά αυτή η επίκληση δεν αποκτά σάρκα, δεν εξειδικεύεται σε ερωτήματα στα οποία να προσκαλούμαστε να απαντήσουμε. Ή τουλάχιστον να αρχίσουμε να τα συζητάμε. Το παράδοξο είναι ότι ενώ όλοι ή σχεδόν όλοι ισχυρίζονται ότι έχουμε να κάνουμε με δομική κρίση του καπιταλισμού, ο σοσιαλισμός παραμένει απλή επωδός, μακρινό και απρόσιτο όραμα που φαίνεται να μην μας αφορά άμεσα. Η γνώμη μου είναι ότι βρισκόμαστε σήμερα σε συνθήκες ιδανικές για να ανοίξει η συζήτηση περί σοσιαλισμού στην κλίμακα της Ευρώπης και μέσα στον κόσμο που θέλει να ακούσει και να μετάσχει. Να ανοίξουν τα αντίστοιχα ερωτήματα σε ολόκληρο το εύρος τους και υπό ολόκληρη τη πολυπλοκότητά τους.  Ας πούμε: Γιατί κατέρρευσε ο «υπαρκτός», γιατί η Κίνα εξελίχτηκε όπως εξελίχτηκε, γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στην Βόρεια Κορέα, τι γίνεται με την Κούβα, γιατί η σοσιαλδημοκρατία στράφηκε στο νεοφιλελευθερισμό; Να συζητήσουμε τις  κοινωνικές, τις οικονομικές, τις πολιτικές, τις ιδεολογικές, τις δομικές διαστάσεις αυτών των εξελίξεων. Να θέσουμε τα ζητήματα δημοκρατίας που συναρτώνται. Να θέσουμε ακόμη και τα φιλοσοφικά ερωτήματα γύρω από τι σημαίνει συλλογικό και πώς συναρτάται με το ατομικό, τι ακριβώς θα πει ελευθερία, τι συλλογικότητα, τι υποκείμενο. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για να αντιμετωπιστούν τέτοια ερωτήματα με την υπομονή και το ανοιχτό πνεύμα που απαιτείται. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως εγχείρημα που συγκεντρώνει ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις, εκφράζει ήδη με την πράξη της ίδρυσής του την ανάγκη διερεύνησης αυτών των ερωτημάτων. Καθεμιά από αυτές τις πολιτικές παραδόσεις από μόνη της έχει ηττηθεί. Άρα δεν πρέπει να βγάλουμε όλοι μαζί τα αναγκαία συμπεράσματα; Δεν είναι απολύτως αναγκαίο να μάθουμε γιατί αποτύχαμε, ώστε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη; Κάνοντας ενδεχομένως άλλα. Αν δεν αναλάβουμε συστηματικά ένα τέτοιο έργο, η απεύθυνσή μας δεν μπορεί παρά να παραμένει περιορισμένη. Γιατί δεν θα έχει ξεκαθαριστεί με επάρκεια η στρατηγική μας.

Απαντάμε στα καθημερινά και τα τρέχοντα

Οι δυνάμεις που έκαναν αυτό το βήμα για να φτιάξουν τον ΣΥΡΙΖΑ, σαν να έκαναν λίγο πίσω. Γιατί δεν άνοιξαν όλα αυτά τα ζητήματα στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, στα έντυπά του; Αυτό πώς μπορεί να αποκατασταθεί;

Είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να απαντάμε στα καθημερινά και στα τρέχοντα. Ο επείγων χαρακτήρας αυτού του καθήκοντος τείνει να θέτει εκτός της οπτικής μας αυτό που είναι εξίσου σημαντικό, δηλαδή την ανάγκη να απαντήσουμε σε ερωτήματα σαν τα παραπάνω. Δυσκολευόμαστε να συνδυάσουμε τα δύο. Ακόμη και όταν υποχρεωνόμαστε να συντάξουμε προγραμματικές θέσεις, και αυτές υπόκεινται στο καθεστώς του επείγοντος. Και το αποτέλεσμα μένει λειψό, ατελές.
Ωστόσο όλα δείχνουν πως το ενδιαφέρον για τη διερεύνηση τέτοιων ερωτημάτων είναι τεράστιο. Και επιμέρους δουλειά γίνεται πολλή. Ας πούμε, υπάρχουν πολύ αξιόλογες εργασίες ή διατριβές με αντικείμενο ερωτήματα πολύ σημαντικά για την Ελλάδα ή θεωρητικά ερωτήματα που αφορούν άμεσα την Αριστερά. Οι περισσότερες από αυτές τις δουλειές όμως μένουν στο ράφι. Είναι σα να συμβαίνει στην Ελλάδα αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ: εκείνοι που ασχολούνται με τέτοια ερωτήματα μένουν στα πανεπιστήμια και δεν εμπλέκονται με την κοινωνία και την πολιτική.  Απαιτείται, και μάλιστα επειγόντως, η σύζευξη. Αλλά φαίνεται πως δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμη το πώς μπορούμε να προχωρήσουμε στη σύζευξη αυτή. Το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς», Η Αυγή, η Εποχή, ο ραδιοσταθμός, το Red notebook, κάνουν ό,τι μπορούν. Αλλά δεν φαίνεται να φτάνει…

Μήπως ήρθε η στιγμή να προχωρήσουμε;
Δεν έχω να κάνω συγκεκριμένη πρόταση. Ξέρω καλά, πάντως, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν διανοούμενοι εντός της πολιτικής. Είναι πολλοί και πολύ καλοί, έχουν επιρροή στο χώρο τους, δημοκρατικές σχέσεις με τους φοιτητές τους, θέλουν να συνευρίσκονται στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου ή μιας εκδήλωσης του «Πουλαντζά». Αλλά δεν έχουμε βρει τον τρόπο να συντονίσουμε αυτές τις δυνάμεις, να τις βοηθήσουμε να κινητοποιηθούν συγκροτημένα και με τρόπο ανοιχτό στον κόσμο που θέλει πολύ να ακούσει και να μάθει. Θα μπορούσαμε, π.χ., να «επιστρατεύσουμε» εκατό ανθρώπους από ολόκληρο το φάσμα του ΣΥΡΙΖΑ, που να βάλουν μπροστά με τρόπο συστηματικό, με όλες τις μορφές δημόσιων εκδηλώσεων αλλά και στενότερων συζητήσεων, μια μεγάλη συζήτηση με την απαιτούμενη συνέχεια και διάρκεια, για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα ως προς όλες τις πτυχές του ερωτήματος; Εκτιμώ ότι πολλοί θα ήθελαν να μετάσχουν. Αλλά ακόμη δεν ξέρω πώς μπορούμε να οργανώσουμε αποτελεσματικά κάτι τέτοιο.

Δεν ξέρω αν είναι μόνο εδώ το πρόβλημα. Διότι, πράγματι ο κόσμος θέλει να συζητήσει τέτοιου είδους βαθύτερα ερωτήματα, αλλά η πολιτική ηγεσία, ακόμα και η δική μας, στον πολιτικό της λόγο δεν ενσωματώνει αρκετά στοιχεία από έναν τέτοιου είδους θεωρητικό προβληματισμό.
Πράγματι. Οποτεδήποτε οργανώνεται θεωρητική κουβέντα από τον Πουλαντζά, τα πολιτικά στελέχη δεν είναι τα πρώτα που προστρέχουν… Η μια πλευρά του προβλήματος είναι σίγουρα αυτή. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, που έχει να κάνει με τα πανεπιστήμια. Ο πολλαπλασιασμός των ειδικοτήτων και των ειδικών εντύπων άδειασε τον αριστερό τύπο από κείμενα σαν αυτά που θέλουμε. Είναι σαν να πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους, για δύο ριζικά διαφορετικά είδη δουλειάς, με τις δικές του δουλείες το καθένα.

Να ξεκαθαρίσουμε τη νέα διακυβέρνηση

Έχουμε ακούσει κριτική ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ για το στόχο που θέτει, δηλαδή να συγκροτηθεί ένας νέος συνασπισμός εξουσίας. Ορισμένοι το ερμηνεύουν σαν δυνατότητα να προκύψει αυτή η συγκρότηση από τις προσεχείς εκλογές, καθώς φαίνεται ότι η αριστερά συνολικά συγκεντρώνει  30% ή και 35%. Άλλοι θεωρούν τον στόχο αυτόν ως μακροπρόθεσμη επιδίωξη. Υπάρχει μια χρυσή τομή που μπορούμε να  διατυπώσουμε με ευκρίνεια;

Για να γίνει αυτός ο νέος συνασπισμός, χρειάζεται πραγματική στράτευση όχι μόνο των πολιτικών δυνάμεων αλλά και των κοινωνικών. Αλλά ακόμη και αν επιτευχθεί αυτή η μεγάλη συστράτευση δεν έχουν λυθεί τα προβλήματα. Και πριν φτάσουμε εκεί, απαιτείται να ξεκαθαρίσουμε και να εξειδικεύσουμε το περιεχόμενο μιας τέτοιας νέας διακυβέρνησης. Στο βαθμό που το κάνουμε, φτιάχνουμε και τις συνθήκες για να επιτευχθεί. Η εκφώνηση μιας τέτοιας εξειδίκευσης, είναι επιτελεστική: βοηθά και πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις που συστρατεύονται. Οι διατυπώσεις μας μέχρι σήμερα είναι, εκτιμώ, περισσότερο φορμαλιστικές από όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Δεν τονίζονται επαρκώς τα περιεχόμενα.
Επιπλέον, δεν έχουμε συζητήσει επαρκώς και δεν έχουμε καλλιεργήσει το τι γίνεται σε σχέση με την Ευρώπη, ενώ λέμε ελάχιστα για το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Τι κάνουμε με τη Ρωσία, με την Τουρκία, τι γίνεται με την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή. Μένουμε συχνά σε διατυπώσεις ιδεολογικοποιημένες, χωρίς να εισχωρούμε στο πλέγμα των πραγματικών διεθνών σχέσεων από τη δική μας σκοπιά.

Μια που βγήκαμε από τα εθνικά σύνορα, αυτό το αίτημα της συσπείρωσης των δυνάμεων της εργασίας, της αριστεράς γιατί δεν προχωρά στην Ευρώπη, τουλάχιστον στο βαθμό που προχωρούν οι αντίπαλοι. Υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες ή δισταγμοί σε πολιτικό επίπεδο;
Νομίζω πως, αν κάτι αναστέλλει τέτοια πράγματα, είναι η αδυναμία της αριστεράς στις διάφορες χώρες της Ευρώπης. Όσο και αν φανεί υπερφίαλο ή τρελό, εμείς στην Ελλάδα έχουμε, πιστεύω, προχωρήσει περισσότερο, έστω και αν διατηρούμε μικρά εκλογικά ποσοστά.  Για κάποιους λόγους, ιστορικούς και κοινωνικούς, η ελληνική αριστερά είναι σήμερα σε καλύτερη κατάσταση από την αριστερά στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Παρά τις ελλείψεις και τις αδυναμίες που ήδη επισημάναμε, ερωτήματα σαν τα παραπάνω είναι πιο ζυμωμένα εδώ. Αυτά που λέμε για οικονομία των αναγκών, για διεύρυνση του δημόσιου χώρου, για αλλαγή της μορφής των δημόσιων επιχειρήσεων, για μια στρατηγική που δεν αποφεύγει τη σύγκρουση αλλά δεν εξαρτά την επιτυχία από κάποια μυθική «τελική σύγκρουση» είναι πιο ρηξικέλευθα, πολύ λιγότερο συμβατικά από τις περί τη στρατηγική τοποθετήσεις πολλών κομμάτων της ευρωπαϊκής αριστεράς. Αλλά τα πράγματα προχωράνε. Για παράδειγμα, η Die Linke στη Γερμανία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά για να εκλαϊκεύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και άρα για να ενωθούν δυνάμεις της αριστεράς στη Γερμανία, την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Έγραφες στο άρθρο σου στην Κυριακάτικη Αυγή ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η Ευρώπη πάει να γίνει Αγγλία του Όλιβερ Τουίστ. Εκτιμάς ότι πρόκειται για μια επιλογή των κυρίαρχων τάξεων ή προκύπτει απλά από τα αδιέξοδά τους;
Κλίνω προς το δεύτερο, αλλά δεν αποκλείω το πρώτο. Η εικόνα που έχω είναι η εξής: μετά τον πόλεμο, το καθεστώς συσσώρευσης του κεφαλαίου στηρίχτηκε στο κοινωνικό κράτος και λόγω της ύπαρξης του αντίπαλου δέους της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά το 1989, ανοίγει η παγκοσμιοποίηση ενώ το καθεστώς συσσώρευσης στρέφεται στο δανεισμό, δηλαδή στην άντληση κερδοφορίας από τα εισοδήματα του μέλλοντος. Μετά την κρίση του τραπεζικού συστήματος, αυτός ο τρόπος κερδοφορίας αναστέλλεται – προσωρινά ή μόνιμα, δεν ξέρω - ενώ  ταυτόχρονα εξαντλούνται τα περιθώρια άντλησης παραπάνω κέρδους από τις χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου: εκεί οι μισθοί είναι ήδη στα όρια της κυριολεκτικής πείνας. Έτσι μόνος χώρος νέας κερδοφορίας γίνονται οι αναπτυγμένες χώρες. Επισπεύδεται η καταστροφή του κοινωνικού κράτους ώστε να εισχωρήσει το μεγάλο κεφάλαιο παντού, ιδιωτικοποιούνται τα πάντα, ανοίγουν τα επαγγέλματα, εξαθλιώνονται οι μισθοί, εκτινάσσεται η ανεργία ως επιπλέον πίεση στους μισθούς.  Το μοντέλο για την Ευρώπη είναι να μετατραπεί ολόκληρη σε Αγγλία του Όλιβερ Τουίστ. Οι κυβερνώντες προφανώς το ξέρουν και εν πολλοίς το σχεδιάζουν. Η Ελλάδα συνιστά πειραματόζωο, γιατί εδώ ακριβώς μετρώνται τα όρια -οικονομικά, κοινωνικά, αλλά και πολιτικά- αυτού του μοντέλου. Αν αντέξει η Ελλάδα μισθούς 350 ευρώ, γιατί να μην τους αντέξει η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, ακόμη και η Γαλλία;

 

ΙΣΟΤΗΤΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

 

Το ίδιο πάντα τρίπτυχο...

Από το επαναστατικό αστικό τρίπτυχο της ελευθερίας, ισότητας, αδελφοσύνης, έχει μείνει μόνο η ελευθερία της αγοράς. Θα μπορούσαμε αυτό που έχει εγκαταλειφθεί από την αστική τάξη να το επωμιστούμε αυτή τη στιγμή και να πούμε ότι εμείς το εκφράζουμε;
Με κάποια αφορμή, είχα κάποτε μιλήσει για τα ονόματα του κομμουνισμού: σοσιαλδημοκρατία, σοσιαλισμός, ευρωκομμουνισμός, τρίτος δρόμος κλπ. Ένα ακόμη από τα ονόματα αυτά είναι και αυτό που αποκαλεί ο Ντεριντά «ελευσόμενη δημοκρατία», δηλαδή δημοκρατία με ορίζονται την καθολική δικαιοσύνη. Και μιλάει για καθολική δικαιοσύνη για να την αντιδιαστείλει με το δίκαιο, ώστε να συμπεριλάβει και τη γενική ελευθερία που αναφέρει ο Γκράμσι. Θέλει να πει δηλαδή ότι το δίκαιο στηρίζεται στην αναγκαία ισότητα: όλοι και όλες οφείλουμε να στέκουμε ως ίσοι απέναντι στους νόμους. Αλλά ταυτόχρονα διαφέρουμε μεταξύ μας. Η δική μου ελευθερία δεν είναι ίδια με τη δική σου. Η καθολική δικαιοσύνη θέλει να συμπεριλάβει ισότητα και γενική ελευθερία με προϋπόθεση πάντα την αλληλεγγύη. Δηλαδή την αδελφότητα. Άρα το τρίπτυχο που αναφέρετε όντως παραμένει. Και αποκτά στις μέρες μας ολόκληρη την επικαιρότητά του. Ειδικότερα η «αδελφότητα», η αλληλεγγύη, αποκτά σήμερα, εν μέσω κρίσης, πολύ συγκεκριμένο, πολύ απτό περιεχόμενο. Είμαστε, θα έλεγα, υποχρεωμένοι να θέσουμε εκ νέου την ισότητα, την ελευθερία και την αλληλεγγύη στην ημερήσια διάταξη, όχι απλώς όπως μας έρχονται από τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και με όλα τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από όσα συνέβησαν στο μεταξύ. Αναφέρομαι στις ανισότητες και ανελευθερίες, στην έλλειψη ουσιαστικής αλληλεγγύης  που σχετίζονται με διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, με οικολογικά ζητήματα, με το κοινωνικό φύλο, με τις φυλές και τους διαφορετικούς πολιτισμούς.
Υποχρεωνόμαστε να θέσουμε το τρίπτυχο στην ημερήσια διάταξη με όλον αυτόν τον πλούτο του περιεχομένου του και για έναν πρόσθετο λόγο. Μπορούμε να πούμε, ισχυρίζομαι, ότι αυτό το τρίπτυχο συνιστά κάτι σαν ανθρωπολογική σταθερά. Αν αποστάξουμε το πρόγραμμα των σκλάβων του Σπάρτακου, εκείνο της εξέγερσης των χωρικών στο μεσαίωνα, το της Παρισινής Κομμούνας ή εκείνο της επανάστασης των Σοβιέτ, θα βρούμε στον πυρήνα το ίδιο πάντα τρίπτυχο. Θα συναντήσουμε, με μια λέξη, ένα από τα ονόματα του κομμουνισμού, γιατί το τρίπτυχο δεν είναι κατά κανένα τρόπο «αστικό». Απλώς ερμηνεύτηκε ιδιοτελώς ως τέτοιο. Για να μας πείσουν ότι έχει δήθεν ξεπεραστεί.



 

* Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ.

 

 

Ποίηση, ατομικότητα, πολιτική

Πόσο επίκαιρες είναι σήμερα οι ιδέες του ευρωκομμουνισμού, κυρίως του αριστερού, και ποια παρακαταθήκη άφησε η πολιτική πρακτική του; Αυτά ήταν τα θέματα γύρω οποία στράφηκε το ενδιαφέρον της συζήτησης στην εξαιρετικά επιτυχημένη εκδήλωση με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Πιέτρο Ινγκράο «Η αγανάκτηση δεν αρκεί», (εκδόσεις Εύμαρος) που έγινε την Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και διοργάνωσε η «Εποχή».
Παρά το γιορτινό των ημερών και την ταυτόχρονη διεξαγωγή «ανάλογων» εκδηλώσεων στην πόλη, περισσότεροι από εβδομήντα πολίτες πήραν μέρος σε ένα πλούσιο διάλογο για το παρελθόν και το μέλλον της ελληνικής και ευρωπαϊκής αριστεράς, τα ερωτήματα της εποχής και τα συμπεράσματα της εμπειρίας, αλλά και γενικότερα από τις θεωρητικές και πολιτικές προσεγγίσεις που γεννιούνται μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου του μεγάλου αυτού ιταλού πολιτικού και διανοητή Στην εμβάθυνσή του συνέβαλαν και οι εισηγήσεις του Νικόλα Σεβαστάκη, αναπληρωτή καθηγητή του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Νομικής Σχολής Α.Π.Θ, του Χρήστου Λάσκου, οικονομολόγου, μέλους του τμήματος θεωρίας και της Π.Γ του Συνασπισμού, του Πέτρου Κακολύρη, υπεύθυνου των εκδόσεων Εύμαρος, με συντονισμό της Μαρίας Οικονόμου, εικαστικού - σκηνοθέτιδος, από την εφημερίδα «Εποχή».
«Η σοβαρή έλλειψη από την ελληνική βιβλιογραφία της σκέψης του Ινγκράο, αφού το τελευταίο βιβλίο του Ινγκράο στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το μακρινό 1983 «Κρίση και τρίτος δρόμος» εκδόσεις Πολύτυπο, ήταν ο λόγος που μας οδήγησε να εκδώσουμε το βιβλίο αυτό», τόνισε ο Πέτρος Κακολύρης που ήταν ο πρώτος εισηγητής. «Αλλά και ως προσωπικό χρέος» απέναντι στον άνθρωπο που καταφεύγαμε «στα δύσκολα», στις πολιτικές και θεωρητικές αναζητήσεις του ηγέτη της «αριστερής» τάσης του PCI στα πλαίσια του ΚΚΕ Εσωτερικού, αλλά και αργότερα.
Ο Χρήστος Λάσκος, που μίλησε περισσότερο για τον πολιτικό Πιέτρο Ινγκράο, επισήμανε πως «είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και συνεπώς αναξιοποίητος». Τόνισε πως ο Ινκγράο περέμεινε πάντα κομμουνιστής, πίστευε σε ένα μαζικό κόμμα, κάτι που τον έφερε σε ρήξη με την ομάδα του «Μανιφέστο». Χρησιμοποιώντας την ιστορία του «Ράφτη του Ουλμ» του Λούτσιο Μάγκρι μίλησε για την «περιπέτεια» του κομμουνισμού και την αξιοποίηση της εμπειρίας των ιδεών του. Για το συλλογικό υποκείμενο υποστήριξε πως χωρίς αυτό, κατά τον Ινγκράο, δεν μπορεί να γίνει τίποτα, αλλά πρέπει να ξαναδούμε τα σημερινά πολιτικά υποκείμενα.
Τέλος, για το κεφάλαιο της αμφιβολίας που αναφέρει ο Ινγκράο, τόνισε πως ο Ινγκράο μιλάει για την αμφιβολία μέσα από τη «βεβαιότητα» της συνέχισης του αγώνα.
Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε η Μαρία Οικονόμου. Ακολούθησε πλούσιος διάλογος.

 

Του
Νικόλα Σεβαστάκη


Μια από τις ωραιότερες συλλογές του Τάσου Λειβαδίτη είναι το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα. Παραφράζοντας τον τίτλο, θα ισχυριστώ ότι οι σκέψεις του Ινγκράο που έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα, φτιάχνουν ένα μικρό βιβλίο για μεγάλα πράγματα, ένα ολιγοσέλιδο κείμενο που ανοίγει, ωστόσο, πολλά και κυρίως σημαντικά ερωτήματα. Βρισκόμαστε μπροστά στον στοχασμό ενός σχεδόν αιωνόβιου, που έχει ωστόσο το χάρισμα να εκφέρει ή να υπαινίσσεται αλήθειες εξαιρετικά σύγχρονες, με την ουσιαστική κριτική σημασία της λέξης, όχι με την έννοια μιας σκέψης αγχωμένης μην απομείνει πίσω από τις εξελίξεις.
Και για να προχωρήσω ένα βήμα, δεν πρόκειται απλώς για απάντηση στη μπροσούρα του Στεφάν Εσέλ «Αγανακτήστε». Oι αναφορές στο πολυσυζητημένο κείμενο του παλιού Γάλλου αντιστασιακού είναι ένα από τα πολλά σημεία στα οποία απαντά ο Ινγκράο. Μπορεί όμως να μην είναι και το σημαντικότερο. Διαλέγω μια από τις φράσεις που πιστεύω ότι μας εισάγει καλύτερα στο στίγμα της κατάθεσης του ιταλού διανοούμενου και πολιτικού:
Στην πραγματικότητα -λέει- εντάχτηκα ολόκληρος μέσα στην πολιτική. Όμως δεν υπήρξα ποτέ μόνο αυτό. Άρα είμαι διχασμένος ανάμεσα στο να είμαι μέσα στην πολιτική, από κάθε άποψη, και στη συνειδητή άρνηση της αποδοχής του μέτρου της, της λογικής της; Πιθανόν.
Ας ξανασκεφτούμε ποιος μιλάει εδώ. Μιλάει λοιπόν ένας άνθρωπος που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έδρασε και λειτούργησε μέσα στους θεσμούς ενός κινήματος, αλλά και ενός πολιτικού συστήματος (βουλευτής, πρόεδρος κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά και πρόεδρος της ιταλικής Βουλής). Μιλάει ένας άνθρωπος που υπήρξε κατεξοχήν οργανωμένος και δεν είχε, τυπικά τουλάχιστον, καμιά σχέση με εμπειρίες αιρετικής περιθωριακότητας όπως αυτές εκφράστηκαν στον εικοστό αιώνα από τη μια ή άλλη αποκλίνουσα αισθητική θέση. Ο Iνγκράο ποτέ δεν υπήρξε Παζολίνι, με την έννοια ότι ποτέ δεν δημιούργησε «σκάνδαλο» στον χώρο του ή έξω από αυτόν, στην ευρύτερη ιταλική πολιτική και πνευματική ζωή. Ο Ινγκράο λοιπόν ο κομματικός, το παλιό στέλεχος του ιταλικού κομμουνισμού αφήνει να καταλάβουμε ότι υπήρξε και συνεχίζει να είναι κάτι άλλο από μια πολιτική προσωπικότητα. Ρίχνει στο τραπέζι κάποιες αναπάντεχες σημασίες και ένα είδος αυτοβιογραφικού σχολίου που φωτίζει διαφορετικά το πολιτικό οδοιπορικό ενός κομμουνιστή. Μιλάει για την πρακτική της αμφιβολίας, για τη σημασία της ατομικότητας, για τις δύσκολες και περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στον προσωπικό κόσμο και στη συλλογική πολιτική δράση.
Και όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Όχι όμως τόσο ως θραύσματα μιας ατομικής βιογραφίας, αλλά ως μελήματα κάθε αριστερής σκέψης, ως ερωτήματα που, όπως και αν το δούμε, παραμένουν αναπάντητα μέσα στην περιπετειώδη ιστορία των αριστερών εγχειρημάτων και των ανατρεπτικών στρατεύσεων.
Παρένθεση. Δεν πρόκειται καθόλου, όπως διάβασα πρόσφατα στον επικριτικό σχολιασμό για το βιβλίο, για «ελιτίστικες φιλοσοφίες» και ποιητικές «αοριστολογίες» που δεν έχουν καμιά χρησιμότητα για το κίνημα και τον αναστοχασμό του. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, μπορεί να συναντά κανείς τέτοιου είδους χρησιμοθηρικές και στεγνές αποφάνσεις που αναπαράγουν τις χειρότερες πλευρές της Αριστεράς. Εννοώ μια εργαλειακή αντίληψη για τη σκέψη, μια νοοτροπία που αναζητεί στη σκέψη του ενός ή άλλου μόνο ηθικοπλαστικές απαντήσεις και όχι ερωτήματα, μόνο συνταγές έτοιμης δράσης και όχι ανοίγματα στην πολυπλοκότητα της ζωής και της δραστηριότητας των υποκειμένων.
 Θα μπορούσε, φυσικά, να διαβάσει τις σκέψεις αυτές σαν μια παραλλαγή σε ένα γνωστό θέμα. Το θέμα είναι η ένταση η οποία εμφανίζεται μεταξύ του ορθολογικού πολιτικού όντος και της ποιητικής ευαισθησίας και ευρύτερα η σύγκρουση μεταξύ της λογικής του πολιτικού αγώνα ή της κοινωνικής στράτευσης και της ατομικότητας, των προσωπικών ευαισθησιών. Κατ’ αυτό τον τρόπο η στροφή του γηραιού Ινκράο προς τον λόγο της ποίησης θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί και ως αναμέτρηση με την πολιτική ήττα. Γιατί όχι και ως μια στρατηγική μετριασμού του μεγάλου ηθικού κόστους αυτής της ήττας που υπήρξε και προσωπική.

Η σιωπή
ως άλλη μορφή δράσης


Υπάρχουν σημεία στις απαντήσεις του που ευνοούν τη συσχέτιση μεταξύ της εμπειρίας της πολιτικής ήττας και της προσφυγής στον ποιητικό λόγο. Σε αυτή την περίπτωση, η έμφαση που βλέπουμε να αποδίνει στην εσωτερικότητα ή στην σιωπή (στη σιωπή ως μια άλλη μορφή δράσης ) θα ήταν απλώς επιβεβαίωση ενός χάσματος. Αυτού που χωρίζει την επικράτεια των χαμηλών τόνων [ την ποίηση] και τον χώρο της διαπάλης με σκοπό τη νίκη [την πολιτική].
Αλλά ο Ινγκράο υπενθυμίζει διαρκώς στους συνομιλητές του την πρακτική της αμφιβολίας. Σαν να λέει: μη βιάζεστε να φτάσετε σε ένα οριστικό συμπέρασμα, σε μια ασφαλή εξήγηση της σχέσης ανάμεσα στους κυματισμούς του προσωπικού βιώματος και στο πεδίο μιας μακρόχρονης πολιτικής δέσμευσης. Δίνει δηλαδή κάποια κλειδιά για να αισθανθούμε ότι αυτή η σχέση ήταν ανέκαθεν πολύ πιο αινιγματική από όσο θα ήθελε ο αριστερός κοινωνιοκεντρισμός και ο φιλελεύθερος ιδεαλιστικός ατομικισμός. Και τα κλειδιά αυτά είναι ελεγειακά και χαμηλών τόνων, δεν έχουν δηλαδή το στιλ που θα άρεσε σε εκείνον που ταυτίζει την αριστερή πνευματικότητα με μια κάπως χαζοχαρούμενη και δίχως αίσθηση του τραγικού ορμητικότητα.
Παρά λοιπόν τον πειρασμό της εύκολης ερμηνείας, λίγο ψυχολογικής ή λίγο πολιτικής, νομίζω ότι η πρακτική της αμφιβολίας, έτσι όπως την αντιμετωπίζει ο Ινγκράο, δεν είναι ο γνωστός σκεπτικισμός απέναντι σε μια πολιτική ταυτότητα η οποία κρίνεται, εκ των υστέρων, «προβληματική». Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η ανακάλυψη, από την πλευρά του, της ελευθερίας που προσφέρει η άσκηση της ποίησης, δεν έρχεται να αντιπαρατεθεί στις συγκρουσιακές ποιότητες της αγωνιστικής πολιτικής. Αντίθετα, η αισθητική και πνευματική καλλιέργεια φαίνεται να διαθέτουν μια δική τους, αυτόνομη αντήχηση, μια δική τους ηθική νομιμότητα πέρα από τη διάσταση της σύγκρουσης και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Απαντούν δηλαδή σε εκείνες τις διαστάσεις της ύπαρξης, οι οποίες είναι αδύνατο να στεγαστούν στους θεσμούς και στις πρακτικές της πολιτικής.

Η ανακάλυψη
του ποιητικού λόγου


Η ανακάλυψη του ποιητικού, δηλαδή μιας γλώσσας που μπορεί να πει αυτά που καμια άλλη γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει, προσφέρεται εντέλει ως ένα παράδοξο συμπλήρωμα του μακρόχρονου πολιτικού πάθους. Αυτή η άλλη σοφία, η οποία εκφράζεται με τη γλώσσα της ποίησης, δεν συνιστά μεταστροφή ως προς αυτό το πολιτικό πάθος, το οποίο έχει ως αφετηρία την εξέγερση του υποκειμένου, ήδη από την νεότητά του, για τις ανισότητες και την κοινωνική βία του κόσμου που το περιστοιχίζει. Πίσω από την ανατίμηση της ποίησης (η οποία όπως ομολογεί τον ενδιέφερε ήδη στη νεότητά του) ο Ινγκράο θέτει τα πιο δύσκολα ερωτήματα, τα οποία δεν αφορούν μόνο την ποίηση αλλά την ίδια τη δράση: μπορεί, για παράδειγμα, να υπάρξει συλλογικός πολιτικός ορίζοντας αγώνα που να αναγνωρίζει, δίχως τσιγκουνιές και καχυποψίες, την πολυμέρεια των ατομικών υποκειμένων, που να κατανοεί το γεγονός ότι τα ανθρώπινα όντα είναι πολλαπλότητες παθών και ενδιαφερόντων; Μπορεί να υπάρξει πολιτικό υποκείμενο ικανό να αναγνωρίζει ότι τα άτομα δεν είναι απλώς φορείς καθηκόντων και λειτουργικών ρόλων σε ένα σχέδιο, αλλά σύνθετες, αντιφατικές και «ασυνεπείς» μοναδικότητες; Μπορεί να υπάρξει πέρα από μια πολιτική της κοινωνικής και ταξικής χειραφέτησης και μια αριστερή κουλτούρα της ατομικής ελευθερίας, της ποιοτικής ατομικής αυτονομίας;

Άτομα, ελευθερία
και πολιτική δράση


Μήπως άραγε και η ηγεμονική επικράτηση του φιλελευθερισμού και των διαφόρων μορφών καταναλωτικού ατομικισμού στον ύστερο εικοστό αιώνα έχει να κάνει και με το γεγονός ότι τα ριζοσπαστικά εγχειρήματα έδειξαν δυσκαμψία στο να καταξιώσουν τη σημασία της ελευθερίας σε όλα τα επίπεδα, και ως προς τη σχέση των ατόμων με τους θεσμούς και τα μοντέλα της αριστερής πολιτικής δράσης; Μήπως η γνωστή σαθρή «ατομικιστική ιδεολογία» με την οποία συνδέθηκε η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση εδώ και δεκαετίες αξιοποίησε τα κενά ή τις απίστευτες στρεβλώσεις στη σχέση της Αριστεράς με την ελευθερία, με την ελευθερία ως τολμηρή άσκηση της αμφιβολίας; Αρκεί να διαβάσει κανείς την ανακοίνωση του ΚΚΕ για τον θάνατο του Κιμ Γιονγκ Ιλ και τη Βόρειο Κορέα για να μελαγχολήσει και να θυμώσει.
Προφανώς δεν υπάρχει απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Και ούτε ο Ινγκράο δίνει απαντήσεις, πράγμα ασφαλώς εκνευριστικό για κείνους που ζητούν από κάθε αποτύπωμα σκέψης να τους λύσει όλα τα θεωρητικά, για να μην πω όλα τα κοσμοθεωρητικά τους, προβλήματα.
Και για να έλθω στο θέμα της αγανάκτησης. Το γεγονός είναι ότι οι νέες μορφές κοινωνικού αγώνα, ο γαλαξίας των νέων μορφών δημοκρατικής κινητοποίησης, σχετίζεται και με αυτό το ερώτημα για τα όρια της ολικής δέσμευσης σε ένα πολιτικό πάθος όπως αυτό που χαρακτήρισε τη γενιά του Ινγκράο. Από πολλές απόψεις μοιάζει αδύνατο ένα συλλογικό πολιτικό εγχείρημα που θα αγνοεί την εξατομίκευση των ανθρώπων, τη σημασία που έχει η πλουραλιστική προσωπική ταυτότητα των συγχρόνων ως διασταυρώσεων ετερογενών ηθικών και πολιτιστικών οριζόντων.
Αριστερός, λέει ουσιαστικά ο Ινγκράο, είναι αυτός o οποίος επιδιώκει τη συνάντηση των ηθικών συναισθημάτων ( όπως είναι η αγανάκτηση και ο θυμός με τις σκανδαλώδεις αδικίες) με μια πολιτική ορθολογικότητα, με μια προοπτική μετασχηματισμού του πάνω και του κάτω, των θεσμών και των ηθών, του κράτους και των κοινωνικών πρακτικών. Όχι μέσα από την υποταγή της πολιτικής στα ηθικά πάθη, ούτε, όμως, και με αυτονόμηση της πολιτικής-εκλογικής μηχανής από αυτούς που καλείται να αντιπροσωπεύσει.

Πολιτική και ηθικό πάθος

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα είδος αποσπασματικού συναισθηματικού κινήματος, το οποίο, όσο πολύτιμη και αν είναι η συμβολή του στην αναζωογόνηση των κοινωνικών αγώνων, δεν μπορεί να γεννήσει, από μόνο του, ένα πολιτικό σχέδιο. Στη δεύτερη περίπτωση, η πολιτική λειτουργεί ως αποξενωτική ανάθεση, ως αποτυχημένη ή κακή εκπροσώπηση η οποία διαιωνίζει τη διαίρεση ανάμεσα σε μια διαλυμένη κοινωνία και στις κυβερνώσες ελίτ. Η ακραία εκδοχή αυτής της αποξενωτικής ανάθεσης -η οποία καταργεί την ίδια τη σχέση εκπροσώπησης διαστρέφοντας ακόμα και τη φιλελεύθερη λογική- είναι η ανάδυση του τεχνοκράτη, η διακυβέρνηση των ειδικών. Είναι δηλαδή αυτό που προτείνεται από σήμερα από διάφορες πλευρές για τη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης.
Η κατεύθυνση προς την οποία κινείται η σκέψη του Ινγκράο δεν είναι η παραδοσιακή αλλεργία της «ορθολογικής Aριστεράς» προς όλες τις ευαισθησίες που δεν ελέγχει ή δεν κατανοεί, προς καθετί που δεν παίζει στο δικό της πεδίο και με τους δικούς της όρους. Εκτιμά συγχρόνως ότι ακόμα και αν αλλάζουν όλα, οι γλώσσες της στράτευσης, η σχέση μεταξύ των ατόμων και των θεσμών, τα πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα, υπάρχει κάτι θεμελιώδες το οποίο παραμένει ως ανάγκη: η αγανάκτηση (και η σύγκρουση με όλα όσα συνιστούν την αιτία της αγανάκτησης) μπορεί να είναι μόνο η μία όψη μιας αγωνιστικής διαδικασίας, της αριστερής διαμόρφωσης συνείδησης. Τα ηθικά συναισθήματα και η σύγκρουση δεν μπορούν να είναι το κέντρο μιας στάσης, αλλά ένα στοιχείο, σημαντικό φυσικά, μιας συνολικότερης στάσης της οποίας το νόημα πρέπει να αναδημιουργήσουμε, ο καθένας με τα υλικά που έχει, με τις ανάγκες, τις περιστάσεις και τους ιδιαίτερους όρους που του έτυχαν.
Όταν το νόημα, είτε αφορά την πολιτική είτε αφορά την προσωπική μας ταυτότητα, δεν είναι δοσμένο, δεν είναι αδιαμφισβήτητο και εξασφαλισμένο, αισθανόμαστε δυσφορία. Αισθανόμαστε ακόμα ότι αυτός που μας το λέει αυτό, δεν ικανοποιεί την ανάγκη μας για περισσότερη βεβαιότητα, για εξιχνίαση των όσων, μυστήριων και ακατανόητων, συμβαίνουν στον κόσμο και μας επηρεάζουν.
Αλλά από μια άλλη άποψη αυτός που μας απευθύνεται σε μια κάπως παράξενη γλώσσα και όχι με τον συνηθισμένο προτρεπτικό τόνο της υψηλότονης διακήρυξης, μπορεί να είναι περισσότερο έντιμος με τη συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε σήμερα στην εποχή της κρίσης και της βίας της. Σε αυτή τη συνθήκη, η μια πλευρά είναι η εκ νέου επινόηση της σύγκρουσης η οποία τρέφεται από τον κοινωνικό θυμό, το αίσθημα της αδικίας. Η άλλη πλευρά ή μια άλλη ζωτική ανάγκη αφορά τη δυνατότητά της κατάφασης, την αναζήτηση τρόπων ώστε η κρίση να μην μας κάνει πιο ρηχούς και στεγνούς, να μην μας μετατρέψει σε μίζερες, πνευματικά και αισθητικά, μηχανές.
Ένα ποίημα του Ρίτσου υπαινίσσεται αυτή τη σχέση μεταξύ της κατάφασης που συνδέει την ατομικότητα με τον κοινό κόσμο, το δικό μου με το εμείς, με έναν τρόπο που θα άρεσε στον Ινγκράο:
Ανάμεσα σε τόσες αρνήσεις
Βρήκε μια λέξη καταφατική
δική του –
αυτήν που ανήκει
σε όλους μας

* Εκδόσεις Εύμαρος,
μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς, πρόλογος Μιχάλης Ψημίτης, 2011

Σε προηγούμενα φύλλα της «Εποχής» αναφερθήκαμε σε έναν εκτεταμένο διάλογο που αναπτύχθηκε στην Ιταλία, κύρια από τις στήλες του “Il Manifesto”, σχετικά με τα προβλήματα της ΕΕ στην περίοδο της κρίσης ή σωστότερα όπως εκδηλώθηκαν με την κρίση χρέους που βαθμιαία μετασχηματίστηκε σε ύφεση. Ως τώρα έχουμε δημοσιεύσει ένα μεγάλο – με συμπεράσματα κατά κάποιο τρόπο – της Ροσάνα Ροσάντα και ένα κείμενο – μανιφέστο που βγήκε από την ημερίδα αυτών που πήραν μέρος στο διάλογο και άλλων ακόμη στη Φλωρεντία. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από ένα εξαιρετικά εκτεταμένο κείμενο συνόψισης του Κλάουντιο Νιεσούτα που τη μεταφορά του στην ελληνική γλώσσα φρόντισε ο συνεργάτης μας Χρήστος Αλεξανδρίδης. Νομίζουμε ότι είναι ένα χρήσιμο εφόδιο για την κατανόηση των θεμάτων που έχουν τεθεί και συζητούνται και στην Ελλάδα γι’ αυτό το συμπεριλαμβάνουμε ολόκληρο στην ηλεκτρονική έκδοση της «Εποχής». Ο συγγραφέας στη συνόψισή του που είναι τα συμπεράσματα της πλειοψηφίας έχει ως οδηγό τρία σημεία του «συλλογικού διαλόγου» όπου όπως σημειώνει «επικεντρώθηκε η σκέψη όλων, όχι μόνο για να δώσουν κάποια εξήγηση των τωρινών δυσκολιών, αλλά κυρίως για να προβάλλουν τους τρόπους για το ξεπέρασμά τους». Και αυτά τα θέματα είναι «η δομική κατάσταση της ιταλικής οικονομίας, αναποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών θεσμών στην υποστήριξη των χωρών μελών που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, τα εμπόδια στην οικοδόμηση μιας ποιοτικής δημοκρατίας».
Τα αποσπάσματα που επιλέξαμε για τον «έντυπο» αναγνώστη μας είναι από το δεύτερο και τρίτο θέμα. Ο Νιεσούτα στον πρόλογό του παραθέτει και το δικό του συμπέρασμα με τρεις, επίσης, πτυχές. Η πρώτη είναι για το εφικτό της αντιμετώπισης και των προϋποθέσεων. Σημειώνει: από τη συζήτηση αναδεικνύεται ουσιαστικά η πεποίθηση ότι μπορούμε να προστατευτούμε από την πίεση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, αυτό όμως μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά μέσω καταλλήλων ευρωπαϊκών θεσμών, οι οποίοι θα είναι εις θέση να προσφέρουν στα κράτη μέλη που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση μία ασπίδα απέναντι στις παγκόσμιες αγορές.
 Η δεύτερη αφορά το περιεχόμενο της διεξόδου: Η αντιμετώπιση των πολιτικών και κοινωνικών δυσχερειών για την υλοποίηση μιας τέτοιας προοπτικής έχει νόημα μόνο εάν ο πολιτικός στόχος είναι εκείνος της ενδυνάμωσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, της Ευρώπης της ευημερίας.
 Και η τρίτη είναι το εύρος αναφοράς της που είναι όλες οι χώρες της Ευρώπης: Μία τέτοια προοπτική δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο τη χώρα μας, αλλά ενδιαφέρει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και την Ευρώπη στο σύνολό της και το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί στο Φόρουμ δεν ξεχωρίζουν πάντα καθαρά οι τρείς γεωγραφικές συνιστώσες (εθνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια) και αυτή η ευρεία οπτική είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα προτέρημα όχι δευτερεύουσας σημασίας.

 

Του
Κλάουντιο Νιεσούτα*


(…) Η νεοφιλελεύθερη θεώρηση της οικονομίας και της κοινωνίας δεν είναι κάτι το καινούργιο· αποτελεί μία δραστική και αθεράπευτη τομή σε σχέση με το συμβιβασμό μεταξύ των κοινωνικών ετέρων φορδιστικής φύσης, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση της οικονομικής πολιτικής της «χρυσής εποχής του καπιταλισμού». Από τη δεκαετία του εβδομήντα και πέρα μπαίνει σε εφαρμογή μία σαρωτική διαδικασία πολιτικο-πολιτισμική η οποία, μέσω του προστάγματος: «απελευθερώστε την οικονομία από ρυθμιστικούς ζυγούς και αφήστε τις οικονομικές δυνάμεις να δράσουν μόνες τους για να μπορέσουν έτσι να δημιουργήσουν κοινωνίες», είχε (και έχει) ως στόχο την οικοδόμηση μιας «κοινωνίας της αγοράς» που τη ρυθμίζουν οι σχέσεις συμφεροντολογικής ανταλλαγής. Παρόλο που η κοινωνική πραγματικότητα έχει ήδη αποδεχτεί την εκδοχή του μονεταρισμού, ευνοϊκού με κάθε τρόπο προς τις αγορές, και εκείνη του public choice, με την καχυποψία του προς τη δημόσια παρέμβαση, δεν ισχύει το ίδιο και σε κοινωνικό επίπεδο, αφού η λογική της «πλήρους ελευθερίας στην κυκλοφορία ανθρώπων, επιχειρήσεων και κεφαλαίων, όλων τοποθετημένων στον ίδιο παρονομαστή» είχε ως αποτέλεσμα την οπισθοδρόμηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την επισφαλή εργασία, καταστάσεις που βιώνουμε σήμερα. (...)
         
ΕΕ: μια πολιτική επιλογή με οικονομική διαχείριση

 Οι απόψεις σχετικά με το ρόλο της ΕΕ επικεντρώνονται στην απόκλιση από τον αρχικό στόχο που ήταν η οικοδόμηση ενός αυτόνομου γεωπολιτικού υποκειμένου σε παγκόσμιο επίπεδο που θα είχε σκοπό τη σταθερότητα, την ευημερία και την ειρήνη.
Ο εκφυλισμός γίνεται εμφανής από τον παρατηρούμενο μετασχηματισμό, στο πέρασμα από τη Στρατηγική της Λισαβόνας σ’ εκείνη της Ευρώπης του 2020, του στόχου της κοινωνικής συνοχής ο οποίος αντιμετωπίζεται πλέον, στα πιο πρόσφατα Κοινοτικά έγγραφα, ως βάρος για την ανάπτυξη. Το ίδιο ευρωπαϊκό θεσμικό σχέδιο, επικεντρωμένο στο Σύμφωνο Σταθερότητας και στην Ε.Κ.Τ., που θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει το πλαίσιο αναφοράς μιας αυτόνομης οικονομικής πολιτικής για την προστασία των κρατών μελών από την αστάθεια και να προωθεί την πολιτική ολοκλήρωση, μετατράπηκε σε παράγοντα έντασης, εφόσον, στα πλαίσια ενός νεοφιλελεύθερου κλίματος, υποβιβάσθηκε σε διοικητικό όργανο υποστήριξης της αυτορρύθμισης των αγορών. Με την προφανή αποπολιτικοποίηση αυτών των θεσμών περιορίστηκε ο ορίζοντάς τους πολιτικής οικονομίας μόνο στην ευελιξία των αγορών, με την πεποίθηση ότι οι χρηματοοικονομικοί κανόνες, με την παράλληλη συγκράτηση των πραγματικών μισθών και των δημοσίων δαπανών, ήταν αρκετοί για να διασφαλίσουν μία σταθερή και αειφόρα ανάπτυξη.
Η πολιτική διάσταση της Ευρώπης ουσιαστικά ισοπεδώθηκε στην οικονομική διάσταση του ευρώ. Η επιλογή του ενιαίου νομίσματος από τη μεριά των οικονομικά πιο εύθραυστων χωρών τους επέβαλε δεσμά που μακροχρόνια υπερίσχυσαν έναντι των βραχυχρόνιων ωφελημάτων τα οποία προέκυπταν από τη συγκράτηση του κόστους δανειακής επιβάρυνσης, ιδιωτικού ή δημοσίου. Δύο είναι τα προφανέστερα δεσμά: η υπαγωγή της παραγωγής στη γερμανική βιομηχανία και η εξάρτηση από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες, αποτέλεσμα και της πολιτικής της Ε.Κ.Τ., η οποία δε συμπεριλαμβάνει στους στόχους της την αύξηση εισοδημάτων και της απασχόλησης. (…)
(…) Οι αιτίες της κρίσης και η ιδιαίτερη έντασή της συνδέονται με τις πιθανές ελλείψεις του θεσμικού πλαισίου της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, το οποίο αποδεικνύεται αναποτελεσματικό για να πραγματοποιήσει συμβιβασμούς στο ύψος της σοβαρότητας της κατάστασης. Είναι ουσιώδους σημασίας, κατά συνέπεια, ένας επαναπροσδιορισμός των σημερινών θεσμών οικονομικής πολιτικής προς μία ευρωπαϊκή κατεύθυνση, απελευθερωμένη από το νεοφιλελεύθερο δόγμα.
Πριν θίξουμε αυτό το θέμα, στο οποίο επικεντρώθηκε κυρίως η συζήτηση, θα πρέπει να σταθούμε σ’ εκείνες τις θέσεις οι οποίες, αποδεχόμενες την αποτυχία του ενιαίου νομίσματος, εύχονται την έξοδο από αυτό.
Το περίπλοκο της κατάστασης, που έχει επιδεινωθεί με τον καιρό, η αβεβαιότητα ανταπόκρισης βραχυχρόνια στις χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα προσφερόμενης προστασίας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όλα αυτά δικαιολογούν μία τόσο ακραία επιλογή, η οποία θεωρείται προτιμητέα από την υπαγωγή σε ένα κοινωνικό κόστος που θα είναι το αποτέλεσμα αντιπληθωρισμού λόγω χρεών. Η θεώρηση ενός τέτοιου ενδεχομένου είναι, ωστόσο, σημαντική επειδή μπορεί να μην είναι ο καρπός αναζήτησης μιας μεγαλύτερης εθνικής ανεξαρτησίας στην οικονομική πολιτική, αλλά το συγκυριακό αποτέλεσμα συνθηκών μεγαλύτερης ισχύος ή της ευμενούς αδιαφορίας άλλων ευρωπαϊκών χωρών οι οποίες, ακόμη και ενάντια στα μακροχρόνια συμφέροντά τους, αρνούνται ν’ αναλάβουν τις πολιτικές ευθύνες που απορρέουν από τη συμμετοχή σε μία πολιτική ένωση.

Έξοδος από το ευρώ και αθέτηση υποχρεώσεων (default)

Οι υποστηρικτές αυτής της επιλογής ισχυρίζονται ότι με την εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού νομίσματος και με μία ισχυρή υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος μπορεί εύκολα να αποκατασταθεί η διαχείριση των ανταλλαγών με σκοπό την ανάπτυξη. Αν και παραμένει απροσδιόριστο ποιο είναι εκείνο το μεγαλύτερο περιθώριο εξαγωγών που μπορεί να εξασφαλίσει μία τοπική νομισματική πολιτική στις παρούσες συνθήκες διεθνούς νομισματικής διαχείρισης χαμηλών επιτοκίων, που επιβάλλει το αμερικανικό Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα, είναι αναμφίβολο ότι η απόκτηση της ευελιξίας στις ανταλλαγές θα επιτρέψει την προώθηση των εξαγωγών και άρα την ανάπτυξη. Ωστόσο, το εγκαταληφθέν εργαλείο, η σταθερή ισοτιμία, αφήνει ακάλυπτο το στόχο στον οποίο κατευθυνόταν (τη σταθερότητα των ονομαστικών αξιών, των τιμών και των εσωτερικών μισθών), για την επίτευξη του οποίου θα είναι πλέον αναγκαίο να βρεθεί ένα νέο εργαλείο. Παρόλο που δεν είναι δύσκολο να παραδεχτούμε ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στη σταθερότητα των τιμών, αυτό δε σημαίνει πως μπορεί ν’ αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η συναλλαγματική ευελιξία να έχει ως συνέπεια μία πληθωριστική πίεση η οποία θα αναπροσαρμόσει την αναμενόμενη ώθηση ανταγωνιστικότητας λόγω τιμών.
Προκειμένου η επιστροφή στη νομισματική ευελιξία να μην επιδεινώσει τις συνθήκες ζωής των ασθενέστερων στρωμάτων της κοινωνίας θα είναι αναγκαίο τα κέρδη από την ανταγωνιστικότητα να μην επιδράσουν αρνητικά στους πραγματικούς μισθούς ή, εάν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, η μείωση μισθών να αντισταθμισθεί από μία αναδιανεμητική πολιτική εις βάρος του δημόσιου προϋπολογισμού. Μέσω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, που δε θα βασίζεται στις χαμηλές τιμές, και της ανταγωνιστικότητας του συστήματος θα μπορούσε να επιτευχθεί ο στόχος, αλλά εάν έτσι έχουν τα πράγματα η υποτίμηση του νομίσματος δεν είναι απολύτως απαραίτητη, παρ’ όλο που αυτή θα μπορούσε να διευκολύνει μία βιομηχανική πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, βιομηχανική πολιτική και αναπροσανατολισμός των δημοσίων δαπανών αποτελούν ουσιαστικές παρεμβάσεις προτεραιότητας και, μέχρις ενός σημείου, είναι εναλλακτικές λύσεις προς την υποτίμηση.
Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις της υποτίμησης, αυτή θα ήταν αποτελεσματική εάν το χρέος της χώρας ήταν εκπεφρασμένο στο εθνικό της νόμισμα, όπως, για παράδειγμα, η περίπτωση υποτίμησης του δολαρίου για τις ΗΠΑ. Οι επιπτώσεις, αντίθετα, θα ήταν σοβαρές εάν το χρέος εκφραζόταν σε διαφορετικό νόμισμα (όπως συμβαίνει με τις μικρές χώρες που χρεώνονται από το εξωτερικό). Και σ’ αυτή την περίπτωση όμως οι αρνητικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να περιοριστούν, εάν η εσωτερική οικονομική πολιτική κατόρθωνε να εμποδίσει τον αναμενόμενο εσωτερικό πληθωρισμό και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών σχετικά με τη μελλοντική φερεγγυότητα της χώρας. Μόνο σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα διακοπτόταν η επαναδανειοδότηση από το εξωτερικό και η αύξηση του πριμ λόγω ρίσκου θα παρέμενε περιορισμένη με ευνοϊκά αποτελέσματα στην επιβάρυνση εξυπηρέτησης του χρέους, δημοσίου ή ιδιωτικού. Επαναλαμβάνουμε, η απελευθέρωση από τα δεσμά της σταθερής ισοτιμίας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, παρ’ όλο που κρίνεται χρήσιμη στα πλαίσια μιας ισχυρής εσωτερικής στρατηγικής ανάκαμψης της οικονομίας και δημοσιονομικής εξυγίανσης προκειμένου να βελτιωθεί η χρηματοπιστωτική αξιοπιστία της χώρας.
Οι ίδιες οικονομικές προϋποθέσεις ισχύουν και για τις προτάσεις περί αθέτησης των υποχρεώσεων – οικεία βουλήσει ή επιβαλλόμενη, συνοδευόμενη ή όχι από την έξοδο από το ευρώ – όταν, δηλαδή, η χώρα που βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση δηλώνει ότι δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το χρέος της με τις μορφές που εκείνο πήρε με τις συμφωνίες που έγιναν κατά καιρούς. Αυτή η επιλογή σημαίνει συνδιαλλαγή με τους πιστωτές, με την παρουσίας ή μη διεθνών οργανισμών. Για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, η επιλογή της αθέτησης των υποχρεώσεων μπορεί να μην είναι αποτελεσματική εάν το μέρος του χρέους που θα χαριστεί δεν επαρκεί για να ελαττώσει την εξυπηρέτηση του υπολοίπου χρέους. Σ’ αυτή την περίπτωση, όταν η χώρα ξαναβγεί στις αγορές, οι συνθήκες επιτοκίων και αποπληρωμής θα χειροτερέψουν λόγω των πριμ ρίσκου, τα οποία θα απαιτήσουν οι πιστωτές από το φόβο μελλοντικών αθετήσεων. Για ν’ αποφύγει την επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους η χώρα μπορεί να εξαναγκασθεί να ξεκινήσει μία πειστική διεργασία εξυγίανσης που θα είναι μάλλον μακροχρόνια και πιθανόν να κοστίσει πολύ. Μία ελεγχόμενη αθέτηση υποχρεώσεων υποστηριζόμενη, εάν είναι δυνατόν, από μια ευρεία ευρωπαϊκή συναίνεση, θα μπορούσε να ελαττώσει κατά πολύ το κόστος του εγχειρήματος, εάν όμως είναι πραγματοποιήσιμη μια τέτοιου είδους ευρωπαϊκή υποστήριξη, θα ήταν καλύτερα να την εκμεταλλευτεί η χώρα για να υλοποιήσει άλλα σχέδιά της, λιγότερο επώδυνα, για τη διόρθωση των δημοσιονομικών της ελλειμμάτων.
Η εκτίμηση ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η έξοδος από το ευρώ ή η δήλωση για αθέτηση των υποχρεώσεων φαίνεται να μην μπορούν να προταθούν ως λύσεις βασίζεται στις ανησυχίες ότι και οι δύο προτάσεις θα καταλήξουν σ’ έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού-αντιπληθωρισμού με συνέπεια την επιδείνωση των συνθηκών του κόσμου της εργασίας και των ασθενέστερων στρωμάτων της κοινωνίας. Δεν φαίνεται εξ άλλου να είναι δευτερεύουσας σημασίας οι συνέπειες στο διεθνές επίπεδο, που θα υποστεί η χώρα η οποία θ’ αποσπασθεί από το ευρώ, καθιστώντας ακόμη περισσότερο περιθωριακή τη θέση της στην πολιτική διακυβέρνηση της Ευρώπης. Δεν θα πρέπει ακόμη να παραβλέψουμε το γεγονός ότι μ’ αυτόν τον τρόπο η εγκατάλειψη της ευρωζώνης θα ισοδυναμούσε με την εγκατάλειψη μιας «σανίδας σωτηρίας», ιδιαίτερα χρήσιμης σ’ αυτή τη δύσκολη και τόσο μπερδεμένη ιστορική στιγμή. (…)
       
Η χρηματοπιστωτική
πολιτική


Την αναζήτηση μεγαλύτερης αυτονομίας για την πολιτική ισοζυγίου συνοδεύει αναπόφευκτα η απαίτηση προσαρμογής των μορφών χρηματοδότησής της, τέτοιων που να επιτρέπουν την άμεση συλλογή κεφαλαίων από την αγορά, ακόμη και μέσω έκδοσης ιδίων τίτλων (ευρωομόλογα). Η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η χρηματοπιστωτική αδυναμία της Ευρώπης έχει αρνητικές επιπτώσεις στις δυνατότητες ανάπτυξής της, κατά συνέπεια και στο πολιτικό σχέδιο επί του οποίου εδράζεται, οδηγεί στο να συμμερίζεται αυτή τις προτάσεις ανανέωσης των θεσμών, μερικές από τις οποίες μπήκαν ήδη σε εφαρμογή (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, Ταμείο Διάσωσης Κρατών-Μελών, φόροι επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών), άλλες που συζητήθηκαν μεν αλλά περιμένουν να μπουν σ’ εφαρμογή (ευρωομόλογα), και άλλες που δεν έχουν ακόμη συζητηθεί (αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και μηχανισμοί ελεγχόμενης αθέτησης, διάκριση μεταξύ εμπορικών τραπεζών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κατάργηση των φορολογικών παραδείσων, δημιουργία ευρωπαϊκής εταιρείας αξιολόγησης, επαναρρύθμιση της κίνησης των πλέον κερδοσκοπικών κεφαλαίων βραχύτατης διάρκειας και των συναλλαγών εκτός ισολογισμού). Η σημαντικότερη άποψη, στην οποία πρέπει να στραφεί η προσοχή, είναι η ανάγκη δημιουργίας ενός θεσμικού συστήματος που να προσφέρει μία αρχιτεκτονική μέσα στην οποία θα τοποθετούνται, με οργανικό και πλήρη τρόπο, οι διάφορες προτεινόμενες τεχνικές καινοτομίες, με τρόπο που η ΕΕ να έχει τη δυνατότητα ν’ ακολουθήσει μία χρηματοπιστωτική πολιτική που θα είναι εις θέση να προφυλάξει, σαν «ομπρέλα», το ευρωπαϊκό χρηματιστικό σύστημα, δημόσιο και ιδιωτικό, από τις επιθέσεις της διεθνούς κερδοσκοπίας. (…)
           
Ευρωπαϊκή
μακροοικονομική πολιτική


(…) Πρόκειται εδώ για θεωρήσεις που καθιστούν απαραίτητη και επείγουσα, τόσο στη σκέψη όσο και στην πολιτική πράξη, την κατασκευή ενός θεσμικού συστήματος που να διασφαλίζει μία δημοκρατική διακυβέρνηση της ΕΕ που θα είναι εις θέση ν’ αποφύγει την ολοκληρωτική υπαγωγή της στις αγορές, ν’ απαλλαγεί από εκείνη την «εικονική γερουσία» των διεθνών πιστωτών που έχουν λάβει οι ίδιοι την εξουσία ν’ αποφασίζουν για το μέλλον των λαών.
Το επίθετο «δημοκρατική», που προσδιορίζει τη διακυβέρνηση, αντανακλά την ποιότητα που απαιτείται από τους νέους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προκειμένου η λειτουργία τους να αποβλέπει στην πραγμάτωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Πρόκειται για την ανάκτηση ενός εδάφους που θα επιτρέπει, συγκρατώντας τις πιέσεις για ύφεση, την παρεμπόδιση των εθνικιστικών, για να μην πούμε ξενοφοβικών, τάσεων που είναι φυσικά αντιευρωπαϊκές και οδηγούν στην απαξίωση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, εμποδίζοντας την επίτευξη υψηλών στόχων που έχουν σχέση με την αειφόρο ανάπτυξη, τη μάχη κατά της φτώχειας και τη διασφάλιση της ειρήνης. Θα επιτρέπει ακόμη την ανάπτυξη της διαφάνειας και την ανάληψη ευθυνών ούτως ώστε να διασφαλίζονται με τρόπο αποτελεσματικό η παρακολούθηση και ο κοινωνικός έλεγχος των επιλογών που θα υιοθετηθούν. Πρόκειται για θεμελιώδεις απαιτήσεις προκειμένου να αντισταθμισθεί η μοιραία ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση της εθνικής κυριαρχίας προς διεθνή κέντρα. (…)
 

Μετάφραση:
Χρήστος Αλεξανδρίδης
* Ο Κλαούντιο Νιεσούτα είναι καθηγητής οικονομίας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης Λα Σαπιένζα.

 

Η Ευρώπη στον ορίζοντα των κινημάτων

 

Στην κλίμακα των τοποθετήσεων, που ξεκινούν από την άποψη ότι οι θεσμοί μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγή αλλαγών, περνάνε από αυτές που διαπιστώνουν τον πιθανό τεχνοκρατικό, αυταρχικό τους εκφυλισμό και φτάνουν μέχρι εκείνες που παραβλέπουν τη σημασία τους ως πεδίου άμεσων πολιτικών παρεμβάσεων, είναι ωστόσο πάντα παρούσα η συνειδητοποίηση ότι το διακύβευμα της δημοκρατικής ποιότητα του μέλλοντός μας εξαρτάται από την προοπτική της όσο το δυνατόν ευρύτερης πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης. Γι’ αυτό το λόγο τονίζεται επανειλημμένα η ανάγκη τοποθέτησης του θέματος της δημοκρατίας στο επίκεντρο του προβληματισμού για τη σημερινή κρίση και η αναγνώριση του γεγονότος ότι μία από τις σημαντικότερες αιτίες της κρίσης οφείλεται στην έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης των υπαρχόντων θεσμών. Υπάρχει πλήρης συνειδητοποίηση της σημασίας ανανέωσης του κοινωνικού ρόλου της Ευρώπης, ο οποίος θα πρέπει ν’ αντικαταστήσει εκείνον μιας Ευρώπης των αγορών και των συμφώνων σταθερότητας.
Η αντίθεση μεταξύ αυτών των δύο αντιλήψεων περί Ευρώπης είναι μία αντίθεση κοινωνικών δυνάμεων με διαφορετικές ερμηνείες του μέλλοντος (…) Φαίνεται λοιπόν να είναι επείγουσα μία πολιτικο-πολιτιστική παρέμβαση μέσης χρονικής διάρκειας και ευρέος φάσματος για να δημιουργηθεί μία προοπτική, η οποία θα βρει μέσα στην αύξηση των ενεργών πολιτών και στην αυτοοργανωμένη κοινωνική ανάπτυξη την ενεργητικότητα εκείνη που θα της επιτρέψει να σταθεί απέναντι στις διεργασίες που από καιρό στοχεύουν στο άδειασμα του κοινωνικού Κράτους, που είναι ένα πραγματικό εργαλείο για τους ευρωπαίους πολίτες.

Στο προηγούμενο φύλλο της «Εποχής» δύο κείμενα μας μίλησαν για τον Λούτσιο Μάγκρι. Αλλά ποιος ήταν ο Λούτσιο Μάγκρι μέσα από τα κείμενά του; Επιλέξαμε αποσπάσματα από ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Ο ράφτης της Ουλμ», που αναφέρεται στον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Τότε που ο γραμματέας του ΙΚΚ συνειδητοποιούσε την ανάγκη μιας αριστερής στροφής. Μια στροφή που σήμερα, όπως και τότε, πολύ θέλουν να σβήσει. Όσο κι αν επέδρασε ο ξαφνικός θάνατός του, αυτή η στροφή υπήρξε και είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας.

 

Του
Λούτσιο Μάγκρι


Στις παραμονές της δεκαετίας του ’80, το ΙΚΚ βρισκόταν ήδη σε μεγάλες δυσκολίες. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 1979 δεν ήταν τόσο δραματικό όσο το περιέγραφε ο τύπος. Το κόμμα διατηρούσε το 30% του εκλογικού σώματος, δύο μονάδες παραπάνω από το 1972. Όμως, μπορούσε κανείς να αντιληφθεί ένα σημάδι περισσότερο ανησυχητικό στην ανάλυση της ψήφου: η αποσκίρτηση είχε συμβεί στις μητροπολιτικές περιοχές και στο εργατικό και νεανικό εκλογικό σώμα, που συνιστούσαν τους πρωτοπόρους τομείς στις προηγούμενες επιτυχίες. Μα το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν άλλο, η πολιτική μετατόπιση των δύο μεγάλων συνομιλητών, πάνω στους οποίους το ΙΚΚ είχε οικοδομήσει το σχέδιό του: της Χριστιανικής Δημοκρατίας και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που είχαν πάλι ενωθεί σε κυβερνητικό συνασπισμό, ανταγωνιστικό στο εσωτερικό του, αλλά που ήταν ρητά και σταθερά αποφασισμένος να κρατήσει έξω τους κομμουνιστές. Έτσι, το ΙΚΚ έχανε όχι μόνο μερικούς βουλευτές, αλλά και μια αξιόπιστη πολιτική προοπτική.
Αρχικά η ηγετική του ομάδα αρνήθηκε να το παραδεχτεί, λόγω της απροθυμίας της να κάνει μια ξεκάθαρη αυτοκριτική για το πρόσφατο παρελθόν, αλλά και επειδή ήταν πεπεισμένη ότι η νέα κεντροαριστερά ήταν υπερβολικά διαιρεμένη και ανίκανη να κυβερνήσει μια χώρα που βρισκόταν ακόμη σε κρίση, άρα ήταν μεταβατική. Έπρεπε να την παρακολουθούν στενά και να την ακολουθούν κατά πόδας, μέχρι τη στιγμή που η αναγκαιότητα ενός μεγάλου συνασπισμού, με ξεκαθαρισμένα όρια, θα προτεινόταν και πάλι.

Το τέλος του ιστορικού συμβιβασμού

Παρόλα αυτά στο εσωτερικό του κόμματος ξεκίνησε μια σύγκρουση, περισσότερο τακτική παρά στρατηγική, σε περιορισμένες συνεδριάσεις, αλλά συχνά σκληρή. Το κύριο αντικείμενό της ήταν η άποψη για την εξέλιξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος και για τη «νέα πορεία» που είχε ξεκινήσει ο Κράξι. Μέλη της ηγεσίας με κύρος πίστευαν ότι αυτή η πορεία ήταν αναστρέψιμη, χρησιμοποιώντας ως μοχλό τις εκτεταμένες συμμαχίες στο συνδικάτο, στους συνεταιρισμούς και στην τοπική αυτοδιοίκηση (κλείνοντας το ένα μάτι στο ηθικό ζήτημα) και ότι η κυβερνητική επανατοποθέτηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος θα μπορούσε, αντίθετα, στο τέλος να αποδειχτεί χρήσιμη για να φθείρει τη χριστιανοδημοκρατική υπεροχή, για να της αφαιρέσει τη συναίνεση της πιο σύγχρονης μεσαίας τάξης, να οικοδομήσει μια νέα ενότητα στα αριστερά και να βρει ένα δίαυλο επικοινωνίας με την ευρωπαϊκή αριστερά. Άλλα μέλη της ηγεσίας, που ήταν κοντά στον Μπερλινγκουέρ, έκριναν αντίθετα πολύ πιο αυστηρά τον κραξισμό, σχεδόν ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο, σαν ένα εργαστήριο ενός αντικομμουνισμού νέου τύπου και σύμπτωμα μιας αδηφάγας αναδιανομής της εξουσίας, και διατηρούσαν κάποιες ελπίδες για τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις του καθολικού κόσμου, που διέτρεχαν ακόμη την ίδια τη Χριστιανική Δημοκρατία.
Και οι δύο αυτές θέσεις ήταν αβάσιμες. Γιατί η στροφή τόσο του Σοσιαλιστικού Κόμματος όσο και της Χριστιανικής Δημοκρατίας δεν υπαγορευόταν μόνο από μια κατάσταση ανάγκης, ή από καθαρές συμβατικές ανάγκες εξουσίας, αλλά εξέφραζε πιο βαθιές τάσεις της κοινωνίας και πιο ριζωμένες πεποιθήσεις. Το να βάλουν στο κυβερνητικό παιχνίδι ένα ΙΚΚ ακόμη τόσο δυνατό και συνδεδεμένο με την ιδέα σημαντικών μεταρρυθμίσεων, συνεπαγόταν παραχωρήσεις που έβρισκαν πλέον αντίθετη την κυρίαρχη τάξη, ακόμη και την πιο σύγχρονη, και μια κυβέρνηση με τους κομμουνιστές θα συναντούσε την εχθρότητα  τόσο των ατλαντικών κυβερνήσεων που είχαν πλέον μετατοπιστεί περισσότερο προς τα δεξιά, όσο και του Βατικανού, που βρισκόταν πλέον υπό την ακλόνητη ηγεσία του πολωνού πάπα. Ένας διάλογος θα μπορούσε να ανοίξει και πάλι μόνο αφού θα μειωνόταν η δύναμή του και θα άλλαζε η ταυτότητά του.

Η ανολοκλήρωτη στροφή

Η πραγματική κατάσταση έγινε αντιληπτή και δόθηκε ώθηση στην αντιπαράθεση με μια στροφή που πρότεινε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ το 1980. Γι’ αυτή τη στροφή, για το περιεχόμενό της, για τον τρόπο που εφαρμόστηκε συγκεκριμένα, για την αξία της και για τα όριά της, για τις αρχικές επιτυχίες της και για την τελική της αποτυχία, δεν υπήρξε τότε, ούτε άλλοτε, πραγματική συζήτηση. Αντίθετα, συσσωρεύτηκαν πολλές παρεξηγήσεις που πνίγουν τα γεγονότα και διαστρεβλώνουν τις κρίσεις. Ακόμη χειρότερα: λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά αυτή τη στροφή σβήστηκε από τη μνήμη μέσα από έναν παράξενο μηχανισμό.
Ο συγκινητικός και ξαφνικός θάνατος του Μπερλινγκουέρ τον μετέτρεψε ταχύτατα σε μύθο. Στο θετικό μύθο που του άξιζε, ενός ακέραιου, σεμνού, επίμονου ανθρώπου, που υποστήριζε πραγματικά το δημοκρατικό σύνταγμα, το οποίο χρειαζόταν ακόμη και θα χρειαζόταν και στο μέλλον η Ιταλία. Γι’ αυτό το πολιτικό του έργο το προσλάμβαναν ως σύνολο. Οι υποστηρικτές του θεώρησαν προσβολή να τονισθεί αυτό που διαχωρίζει, στη σκέψη του Μπερλινγκουέρ, την ιδέα του «ιστορικού συμβιβασμού» από την έσχατη προσπάθεια που έκανε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να ξαναδεί το όλο οικοδόμημα. Απ’ αυτό επωφελήθηκαν και όσοι είχαν κριτική στάση απέναντί του, για να τιμήσουν τις προσωπικές του αρετές, αλλά κυρίως για να υποστηρίξουν ότι αυτές οι ίδιες αρετές, στα τελευταία χρόνια, τον ώθησαν σε μια ιδεολογική ακαμψία και σε μια ηθικολογική μανία, που τον εμπόδιζαν να παίξει έναν πραγματικά αποτελεσματικό πολιτικό ρόλο. Για τους μεν και για τους δε, μια πραγματική στροφή στο ΙΚΚ ή του ΙΚΚ δεν υπήρξε ποτέ: ένας «δεύτερος Μπερλινγκουέρ» δεν υπήρξε ποτέ. Γι’ αυτό στα βιβλία ιστορίας αναφέρεται λίγο ή αναφέρεται με ηθοπλαστικό τρόπο.

Η ανάκτηση
της ταξικής σύγκρουσης


Η γνώμη μου είναι σαφώς διαφορετική. Στην αρχή της δεκαετίας του ’80 ο Μπερλινγκουέρ προσπάθησε να κάνει μια πραγματική στροφή, στρατηγικής και όχι μόνο τακτικής σημασίας, πολιτισμική και όχι μόνο πολιτική.
(...) Η ουσιαστική στροφή άρχισε να εκδηλώνεται με κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. Σε πρώτη φάση, στη νικηφόρα αντιπολίτευση που άσκησε το ΙΚΚ στην απόφαση της νέας κυβέρνησης να περικόψει ένα μικρό ποσοστό των μισθών για να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις, τις οποίες τα συνδικάτα αποδέχτηκαν ενώ αντίθετα οι εργαζόμενοι τις απέρριπταν. Αμέσως μετά, και πολύ πιο δεσμευτική, έχουμε την άμεση παρουσία του Μπερλινγκουέρ στη σημαντικότερη διαφορά με την εργοδοσία που μπορεί να θυμηθεί κανείς.
Το καλοκαίρι του 1980, η Fiat έστειλε σε 15 χιλιάδες υπαλλήλους 15 χιλιάδες επιστολές απόλυσης. Οι εργάτες εξεγέρθηκαν μαζικά, σταμάτησαν την παραγωγή και έκλεισαν τις πύλες του εργοστασίου για 35 μέρες. Στηρίχθηκαν από μια απεργία αλληλεγγύης όλου του κλάδου. Ήταν ξεκάθαρο σε όλους ότι επρόκειτο για μια γενική πρόβα και ταυτόχρονα για την αναγγελία μιας αντεπίθεσης των αφεντικών, που στόχευε να ανακτήσει αυτό που το 1969 είχαν υποχρεωθεί να παραχωρήσουν ή να ανεχθούν.
Στο συνδικαλιστικό πεδίο ήταν από την αρχή σαφές ότι για τους εργαζομένους αυτή η σύγκρουση δεν επρόκειτο να έχει καλή κατάληξη. Για μια σειρά από λόγους. Η Fiat περνούσε πραγματικές δυσκολίες. Όχι λόγω μιας συγκυριακής κρίσης της αγοράς ή της παραγωγικότητας, που ήταν πραγματική αλλά μπορούσε να ξεπεραστεί, αλλά επειδή κι αυτή η ίδια είχε πια δημιουργήσει ένα πλεόνασμα εργατικών χεριών, χτίζοντας ένα δίκτυο επιχειρήσεων στις οποίες έδινε εργολαβίες με επισφαλή ή κακοπληρωμένη εργασία. (...)
Στην πόλη γύρω από το εργοστάσιο, η απλή πιθανότητα κλονισμού της  Fiat, που ήταν πάντα το καύχημά της, επηρέαζε τον προσανατολισμό της σιωπηρής μα όχι αδιάφορης κοινής γνώμης.
Σε κάποια στιγμή, με τη συναίνεση της κυβέρνησης, έγινε πρόταση για μια συμφωνία-απάτη, που  όμως είχε αποτελέσματα. Οι απολύσεις αποσύρθηκαν, αλλά στην ουσία διευρύνθηκαν με την πρόταση για ένταξη στο ταμείο ανεργίας για 23 χιλιάδων εργαζομένων. Γιατί λέω απάτη; Γιατί αυτό το κολοσσιαίο ταμείο ανεργίας δεν προέβλεπε καμία δέσμευση της επιχείρησης, ώστε να επαναπροσληφθεί αργότερα ένα μεγάλο μέρος από τους εργαζομένους που βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα. Έτσι γινόταν στην ουσία μια προ-απόλυση, με ένα εισόδημα μερικά εγγυημένο από το κράτος, εν αναμονή μιας άλλης απασχόλησης και με χειρότερες συνθήκες. Σ’ αυτή τη βάση γεννιέται, οργανωμένη και αυθόρμητη ταυτόχρονα, η διαδήλωση των «σαράντα χιλιάδων» στο κέντρο του Τορίνου με αίτημα την ανάκτηση της εργασίας.

Μπροστά στην πύλη
της Fiat


Κατέφυγα σε λεπτομέρειες για να φέρω στην επιφάνεια ένα βασικό ερώτημα. Γιατί, σε μια εργατική διαφορά που ήταν τόσο παρακινδυνευμένη ήδη από την αρχή, ο Μπερλινγκουέρ πήγε στις πύλες του εργοστασίου για να στηρίξει ανεπιφύλαχτα τους εργάτες; Γιατί, αφού αμφέβαλε και βρέθηκε μακριά από άλλους νικηφόρους αγώνες, τώρα είχε εκτεθεί σε μια σύγκρουση που ήταν πιθανό να χαθεί, συγκεντρώνοντας έναν συγκινητικό εργατικό ενθουσιασμό, αλλά ανοίγοντας μια τάφρο (όπως είπε αμέσως ο Ρομίτι {ΣτΜ διευθυντής της Fiat}) με το πιο σύγχρονο και ισχυρό τμήμα των αφεντικών; Αρκεί να διαβάσει κανείς αυτά που είπε μπροστά σ’ εκείνες τις πύλες για να το καταλάβει. Είναι ψέμα αυτό που δημοσίευσε ο τύπος. Εκείνος δεν παρακίνησε καθόλου τους εργαζομένους στην κατάληψη της Fiat. Είπε στους εργάτες: «Είναι δικό σας θέμα να αποφασίσετε για τη μορφή του αγώνα σας, δικό σας θέμα και των συνδικάτων σας να κρίνετε αποδεκτές συμφωνίες. Μα να ξέρετε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα θα είναι στο πλευρό σας, στις καλές και στις κακές στιγμές». Ήταν ένα λεξιλόγιο που είχε χρόνια ν’ ακουστεί. Ήταν η ανανεωμένη επιβεβαίωση του χαρακτήρα του κόμματος, εθνικού και ταξικού. Δεν ήταν όμως τυπικά λόγια. Εξέφραζαν μια μελετημένη και αποδεδειγμένη επιλογή, σιωπηρά αυτοκριτική. Όπως και να εξελισσόταν η πολιτική κατάσταση, ή οποιοσδήποτε δρόμος να ανοιγόταν για το ΙΚΚ, η αναγκαία προϋπόθεση ήταν να οικοδομηθεί και πάλι μια αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης με τους εργαζομένους, το κόμμα να βασιστεί πάνω στη μαχητικότητά τους, χωρίς να επηρεάσει τη συνδικαλιστική αυτονομία, αλλά χωρίς να υπάρχει παραίτηση του κόμματος από τους μαζικούς αγώνες.

Η μάχη των μισθών

Η επιλογή επιβεβαιώθηκε ακόμη σαφέστερα τα επόμενα χρόνια, κι αυτή τη φορά με μεγαλύτερη επιτυχία: με τη μάχη για την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή των μισθών (ΑΤΑ), που παρέμεινε στο κέντρο της προσοχής σε όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’80.
Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, η οικονομική κατάσταση, βοηθούμενη από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, φάνηκε να χαλαρώνει, μα οι αυταπάτες για μια ανάκαμψη έσβησαν γρήγορα. Ο πληθωρισμός παρέμενε διψήφιος, η αντιπληθωριστικοί περιορισμοί των Ηνωμένων Πολιτειών και η κρίση χρέους στις αναπτυσσόμενες χώρες έκαναν πιο σκληρό τον ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά. Γι’ αυτό η εργατική ήττα στη Fiat βιώθηκε και προσλήφθηκε από ολόκληρη την τάξη των Ιταλών αφεντικών σαν ένα παράδειγμα και από τους εργαζομένους σαν ένας βαρύς εκβιασμός. Μειωνόταν ο χώρος για την επιχειρησιακή διαπραγμάτευση ακόμη και εκεί όπου η παραγωγικότητα αυξανόταν, μειώνοντας όμως την απασχόληση, πόσο μάλλον εκεί όπου δεν αυξανόταν η παραγωγικότητα και ο ανταγωνισμός επικεντρωνόταν στις τιμές.
Η φοροδιαφυγή, στο διευρυμένο πλέον κόσμο της αυτόνομης εργασίας, και η ανεξέλεγκτη πλέον πίεση του δημόσιου χρέους ωθούσαν προς τα πάνω τους φορολογικούς συντελεστές που επιβάρυναν κυρίως τη μισθωτή εργασία. Το μισθολογικό ζήτημα ξαναρχόταν σε πρώτο επίπεδο, και, ταυτόχρονα, η ανεργία, που συγκεντρωνόταν στους νέους, και η μαύρη εργασία, όχι μόνο αδυνάτιζαν τη διαπραγματευτική εξουσία του συνδικάτου, αλλά μετέφεραν τις συνέπειές τους στο οικογενειακό εισόδημα. Ένα μοναδικό ανάχωμα υπεράσπιζε μερικά την εργατική κατάσταση: η συμφωνία που είχε υπογραφεί λίγα χρόνια πριν από τον Ανιέλι και τον Λάμα για την ΑΤΑ. Ξεκίνησε, λοιπόν το 1981, στον Τύπο μια εκστρατεία «πειθούς», για να οικοδομήσει τη συναίνεση τουλάχιστον ενός τμήματος του συνδικάτου και της δημοκρατικής διανόησης. Δεν ζητούσε τη ριζική κατάργηση της ΑΤΑ, αλλά μια διόρθωση των στρεβλών πλευρών της. (...)
Η εκστρατεία «πειθούς» είχε διεισδύσει σε ορισμένους τομείς του συνδικάτου (στην Cisl και στο σοσιαλιστικό ρεύμα της Cgil) και σε ένα τμήμα της μεσαίας τάξης, όχι όμως ακόμη τόσο πολύ ώστε να επιτευχθεί η συναίνεση της εργατικής τάξης και της πιο οξυδερκούς δημοκρατικής διανόησης. Το 1982 ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων αύξησε την πίεση απειλώντας ότι θα αποχωρούσε μονομερώς από τη συμφωνία του 1975. Και από το Μέγαρο Κίτζι (έδρα της κυβέρνησης στη Ρώμη) ήρθε η ολέθρια απάντηση. Το 1983, μόλις έγινε πρωθυπουργός, ο Μπετίνο Κράξι εξέδωσε ένα διάταγμα που περιόριζε την ισχύ της ΑΤΑ. Οι εργαζόμενοι κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο μόνο για μερικές πενταροδεκάρες, αλλά για το δικαίωμα που παραχωρούνταν στην πολιτική εξουσία να ορίζει τη μισθολογική δυναμική, δηλαδή σήμαινε το τέλος της ΑΤΑ που ρυθμιζόταν από τους κοινωνικούς εταίρους. Ένα κύμα αυθόρμητων απεργιών διέτρεξε στη συνέχεια την Ιταλία, και τα εργασιακά συμβούλια κάλεσαν σε πανιταλική διαδήλωση στη Ρώμη. Ο Μπερλινγκουέρ όχι μόνο συμμερίστηκε και παρακίνησε αυτές τις διαμαρτυρίες, αλλά κατάγγειλε και την έλλειψη συνταγματικής νομιμοποίησης του διατάγματος. Η Cgil,  με κίνδυνο διάσπασης, αποφάσισε να αναλάβει την πατρότητα της διαδήλωσης, η οποία πράγματι υπήρξε μεγαλειώδης και στην οποία συμμετείχαν και τοπικές οργανώσεις της Cisl. Το ΙΚΚ έφερε το θέμα στη Βουλή, προσφεύγοντας στο εργαλείο της κωλυσιεργίας (που είχε χρησιμοποιήσει μόνο δύο φορές στο παρελθόν, ενάντια στο νόμο- απάτη και ενάντια στο Ατλαντικό Σύμφωνο) και αναγγέλλοντας μια ενδεχόμενη προσφυγή σε δημοψήφισμα. (...)

Αν η στροφή
ολοκληρωνόταν


Η στροφή που επιχείρησε ο Μπερλινγκουέρ εκκινούσε σαφώς από έναν φιλόδοξο μεσοπρόθεσμο στόχο: να συμβάλει με ένα πραγματικό βήμα προς τα εμπρός στην κατεύθυνση του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό στην Ιταλία και στην Ευρώπη. Μια παρόμοια φιλοδοξία, εξαιτίας αντικειμενικών λόγων και υποκειμενικής ανωριμότητας, δεν άντεχε στην εξονυχιστική εξέταση των γεγονότων, ο στόχος ήταν έξω από τις δυνατότητες του κόμματος, μολαταύτα, η δύναμη που είχε κατορθώσει να διατηρήσει, οι νέες επιλογές και οι νέες ιδέες που είχαν διεισδύσει μέσα στο κόμμα επέτρεπαν στο ΙΚΚ να μην συμπαρασυρθεί από την κρίση της Σοβιετικής Ένωσης, να αποφύγει τη διάλυση και την εξωμοσία, άρα να κρατήσει όρθια και να επανιδρύσει στην Ιταλία μια σημαντική και ζωντανή αριστερά κομμουνιστικής έμπνευσης. Αυτός ο στόχος ήταν δύσκολος, μα όχι ανέφικτος. Αν μια τέτοια αριστερά στεκόταν ακόμη στα πόδια της, η εξέλιξη όχι μόνο της ιστορίας του ΙΚΚ, αλλά και της ιταλικής δημοκρατίας θα είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά που διαπιστώνουμε σήμερα.
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς