Μόνος χώρος νέας κερδοφορίας οι αναπτυγμένες χώρες

Όποιο και αν είναι το θέμα, από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις μέχρι τις στρατηγικές προοπτικές μας, μια συζήτηση με τον Αριστείδη Μπαλτά δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αναγκαία κατάδυση στον πυρήνα της σύγκρουσης: ανάμεσα στις δυνάμεις της ανισότητας και της ανελευθερίας και τις δυνάμεις της «καθολικής δικαιοσύνης». Μια κατάδυση απαραίτητη για την αριστερά που θέλει να διατηρεί τη συνείδηση του εαυτού της και της ανατρεπτικής λειτουργίας της.
Τη συνέντευξη πήραν
οι Στ. Κουτρουβίδης
και Χ. Γεωργούλας
Ο κ. Παπούλιας από θεσμικός ρυθμιστής του πολιτεύματος γίνεται “θεματοφύλακας μιας κυβέρνησης και μιας συμφωνίας”. Ο δε κ. Καψής χαρακτηρίζει τις εκλογές επικίνδυνες. Μοιάζει να αλλοιώνεται αυτό που είχαμε συνηθίσει ως κοινοβουλευτική δημοκρατία…
Ήδη από την εποχή του «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ» είχε διαμορφωθεί μια μορφή προπαγάνδας που διαχώριζε τους «υπεύθυνους» από τους «ακραίους», τους «εντός συστήματος» ή «συνταγματικού τόξου» από τους «εκτός». Οι τοποθετήσεις που αναφέρετε επαναφέρουν αυτόν τον φόβο απέναντι στην αριστερά. Και δημιουργούν πρόσχημα, αν οι εξελίξεις δεν είναι απολύτως ομαλές, ακόμη και για πιο αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Όμως έτσι δεν μειώνεται η δύναμη της Αριστεράς. Ούτε καν δημοσκοπικά. Ήδη το διαπιστώσαμε και το διαπιστώνουμε καθημερινά.
Αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο σκλήρυνσης της κυβέρνησης;
Ναι, και αυτό συναρτάται και με άλλα πράγματα που δεν τα συζητάμε πολύ. Έχει οξυνθεί ιδιαίτερα η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια δεν πάνε πίσω, η Ρωσία αναλαμβάνει επιθετικές πρωτοβουλίες, τα τύμπανα του πολέμου έχουν αρχίσει να ηχούν από διάφορες κατευθύνσεις, ακόμα και εντός της ηπείρου μας. Αν οδηγούμαστε προς πολεμικές κατευθύνσεις, ο αυταρχισμός μάλλον είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα.
Ο πόλεμος δεν ανήκει στη σφαίρα του αδιανόητου
Ακόμα και αν δεν ζεσταίνονται οι μηχανές των τανκς στην Ευρώπη, η οπισθοχώρηση στο πεδίο της αλληλεγγύης, της σύγκλισης, η επικυριαρχία του ανταγωνισμού μέχρι θανάτου, επιβάλλουν μια συγκρουσιακή κατάσταση.
Ναι απολύτως. Αυτές οι συγκρουσιακές συνθήκες, σε συνάρτηση με το όλο και εμφανέστερο δημοκρατικό έλλειμμα στην κλίμακα της Ευρώπης, η τάση της Μέρκελ προς μονοκρατορία, η εύκολη αποδοχή του βέτο του Κάμερον, η επικυριαρχία των τραπεζιτών μπορεί να οδηγήσουν πολύ μακριά. Δεν μπορούμε να ξέρουμε σήμερα πού ακριβώς. Αλλά οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος έχει πάψει να ανήκει στη σφαίρα του αδιανόητου.
Φαίνεται να εδραιώνεται σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού η αίσθηση ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη συνταγή είναι καταστροφική. Αυτό είναι αρκετό, ώστε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση του ρόλου τής αγοράς ως ρυθμιστή της κοινωνίας;
Η εικόνα που μας δίνεται από όσα διαβάζουμε είναι ότι ο καπιταλισμός δεν φαίνεται να διαθέτει εναλλακτική λύση. Αυτά που προσπαθούν να πουν γνωστοί οικονομολόγοι, ο Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτς και πολλοί άλλοι, δηλαδή ότι αν δεν υπάρξει μια κεϋνσιανής έμπνευσης στροφή στην Ευρώπη, τότε καταρρέει το σύμπαν, δεν ακούγονται πολιτικά. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις εμμένουν στη γνωστή συνταγή ανεξαρτήτως κόστους. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί που θα αντιστρέψει την τάση, αλλά με τα μέχρι τώρα δεδομένα ο καπιταλισμός φαίνεται άρρηκτα προσκολλημένος στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού, στην πλήρη υποταγή της πολιτικής στις βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις του χρηματιστηριακού κεφαλαίου.
Σε αυτήν την κατάσταση η αριστερά, ειδικά στην Ελλάδα, μοιάζει να αυξάνει την επιρροή της, να ακούγεται ο κριτικός της λόγος πιο πειστικός. Μπορούν αυτά τα στοιχεία να δώσουν το έναυσμα για μια ανάκτηση εδάφους στο πεδίο των ιδεών;
Ένα έλλειμμα στρατηγικής χαρακτηρίζει την Αριστερά ολόκληρη. Το έλλειμμα καλύπτεται μεν πίσω από την επίκληση του σοσιαλισμού, αλλά αυτή η επίκληση δεν αποκτά σάρκα, δεν εξειδικεύεται σε ερωτήματα στα οποία να προσκαλούμαστε να απαντήσουμε. Ή τουλάχιστον να αρχίσουμε να τα συζητάμε. Το παράδοξο είναι ότι ενώ όλοι ή σχεδόν όλοι ισχυρίζονται ότι έχουμε να κάνουμε με δομική κρίση του καπιταλισμού, ο σοσιαλισμός παραμένει απλή επωδός, μακρινό και απρόσιτο όραμα που φαίνεται να μην μας αφορά άμεσα. Η γνώμη μου είναι ότι βρισκόμαστε σήμερα σε συνθήκες ιδανικές για να ανοίξει η συζήτηση περί σοσιαλισμού στην κλίμακα της Ευρώπης και μέσα στον κόσμο που θέλει να ακούσει και να μετάσχει. Να ανοίξουν τα αντίστοιχα ερωτήματα σε ολόκληρο το εύρος τους και υπό ολόκληρη τη πολυπλοκότητά τους. Ας πούμε: Γιατί κατέρρευσε ο «υπαρκτός», γιατί η Κίνα εξελίχτηκε όπως εξελίχτηκε, γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στην Βόρεια Κορέα, τι γίνεται με την Κούβα, γιατί η σοσιαλδημοκρατία στράφηκε στο νεοφιλελευθερισμό; Να συζητήσουμε τις κοινωνικές, τις οικονομικές, τις πολιτικές, τις ιδεολογικές, τις δομικές διαστάσεις αυτών των εξελίξεων. Να θέσουμε τα ζητήματα δημοκρατίας που συναρτώνται. Να θέσουμε ακόμη και τα φιλοσοφικά ερωτήματα γύρω από τι σημαίνει συλλογικό και πώς συναρτάται με το ατομικό, τι ακριβώς θα πει ελευθερία, τι συλλογικότητα, τι υποκείμενο. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για να αντιμετωπιστούν τέτοια ερωτήματα με την υπομονή και το ανοιχτό πνεύμα που απαιτείται. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως εγχείρημα που συγκεντρώνει ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις, εκφράζει ήδη με την πράξη της ίδρυσής του την ανάγκη διερεύνησης αυτών των ερωτημάτων. Καθεμιά από αυτές τις πολιτικές παραδόσεις από μόνη της έχει ηττηθεί. Άρα δεν πρέπει να βγάλουμε όλοι μαζί τα αναγκαία συμπεράσματα; Δεν είναι απολύτως αναγκαίο να μάθουμε γιατί αποτύχαμε, ώστε να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη; Κάνοντας ενδεχομένως άλλα. Αν δεν αναλάβουμε συστηματικά ένα τέτοιο έργο, η απεύθυνσή μας δεν μπορεί παρά να παραμένει περιορισμένη. Γιατί δεν θα έχει ξεκαθαριστεί με επάρκεια η στρατηγική μας.
Απαντάμε στα καθημερινά και τα τρέχοντα
Οι δυνάμεις που έκαναν αυτό το βήμα για να φτιάξουν τον ΣΥΡΙΖΑ, σαν να έκαναν λίγο πίσω. Γιατί δεν άνοιξαν όλα αυτά τα ζητήματα στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, στα έντυπά του; Αυτό πώς μπορεί να αποκατασταθεί;
Είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να απαντάμε στα καθημερινά και στα τρέχοντα. Ο επείγων χαρακτήρας αυτού του καθήκοντος τείνει να θέτει εκτός της οπτικής μας αυτό που είναι εξίσου σημαντικό, δηλαδή την ανάγκη να απαντήσουμε σε ερωτήματα σαν τα παραπάνω. Δυσκολευόμαστε να συνδυάσουμε τα δύο. Ακόμη και όταν υποχρεωνόμαστε να συντάξουμε προγραμματικές θέσεις, και αυτές υπόκεινται στο καθεστώς του επείγοντος. Και το αποτέλεσμα μένει λειψό, ατελές.
Ωστόσο όλα δείχνουν πως το ενδιαφέρον για τη διερεύνηση τέτοιων ερωτημάτων είναι τεράστιο. Και επιμέρους δουλειά γίνεται πολλή. Ας πούμε, υπάρχουν πολύ αξιόλογες εργασίες ή διατριβές με αντικείμενο ερωτήματα πολύ σημαντικά για την Ελλάδα ή θεωρητικά ερωτήματα που αφορούν άμεσα την Αριστερά. Οι περισσότερες από αυτές τις δουλειές όμως μένουν στο ράφι. Είναι σα να συμβαίνει στην Ελλάδα αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ: εκείνοι που ασχολούνται με τέτοια ερωτήματα μένουν στα πανεπιστήμια και δεν εμπλέκονται με την κοινωνία και την πολιτική. Απαιτείται, και μάλιστα επειγόντως, η σύζευξη. Αλλά φαίνεται πως δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμη το πώς μπορούμε να προχωρήσουμε στη σύζευξη αυτή. Το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς», Η Αυγή, η Εποχή, ο ραδιοσταθμός, το Red notebook, κάνουν ό,τι μπορούν. Αλλά δεν φαίνεται να φτάνει…
Μήπως ήρθε η στιγμή να προχωρήσουμε;
Δεν έχω να κάνω συγκεκριμένη πρόταση. Ξέρω καλά, πάντως, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν διανοούμενοι εντός της πολιτικής. Είναι πολλοί και πολύ καλοί, έχουν επιρροή στο χώρο τους, δημοκρατικές σχέσεις με τους φοιτητές τους, θέλουν να συνευρίσκονται στο πλαίσιο ενός σεμιναρίου ή μιας εκδήλωσης του «Πουλαντζά». Αλλά δεν έχουμε βρει τον τρόπο να συντονίσουμε αυτές τις δυνάμεις, να τις βοηθήσουμε να κινητοποιηθούν συγκροτημένα και με τρόπο ανοιχτό στον κόσμο που θέλει πολύ να ακούσει και να μάθει. Θα μπορούσαμε, π.χ., να «επιστρατεύσουμε» εκατό ανθρώπους από ολόκληρο το φάσμα του ΣΥΡΙΖΑ, που να βάλουν μπροστά με τρόπο συστηματικό, με όλες τις μορφές δημόσιων εκδηλώσεων αλλά και στενότερων συζητήσεων, μια μεγάλη συζήτηση με την απαιτούμενη συνέχεια και διάρκεια, για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα ως προς όλες τις πτυχές του ερωτήματος; Εκτιμώ ότι πολλοί θα ήθελαν να μετάσχουν. Αλλά ακόμη δεν ξέρω πώς μπορούμε να οργανώσουμε αποτελεσματικά κάτι τέτοιο.
Δεν ξέρω αν είναι μόνο εδώ το πρόβλημα. Διότι, πράγματι ο κόσμος θέλει να συζητήσει τέτοιου είδους βαθύτερα ερωτήματα, αλλά η πολιτική ηγεσία, ακόμα και η δική μας, στον πολιτικό της λόγο δεν ενσωματώνει αρκετά στοιχεία από έναν τέτοιου είδους θεωρητικό προβληματισμό.
Πράγματι. Οποτεδήποτε οργανώνεται θεωρητική κουβέντα από τον Πουλαντζά, τα πολιτικά στελέχη δεν είναι τα πρώτα που προστρέχουν… Η μια πλευρά του προβλήματος είναι σίγουρα αυτή. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, που έχει να κάνει με τα πανεπιστήμια. Ο πολλαπλασιασμός των ειδικοτήτων και των ειδικών εντύπων άδειασε τον αριστερό τύπο από κείμενα σαν αυτά που θέλουμε. Είναι σαν να πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους, για δύο ριζικά διαφορετικά είδη δουλειάς, με τις δικές του δουλείες το καθένα.
Να ξεκαθαρίσουμε τη νέα διακυβέρνηση
Έχουμε ακούσει κριτική ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ για το στόχο που θέτει, δηλαδή να συγκροτηθεί ένας νέος συνασπισμός εξουσίας. Ορισμένοι το ερμηνεύουν σαν δυνατότητα να προκύψει αυτή η συγκρότηση από τις προσεχείς εκλογές, καθώς φαίνεται ότι η αριστερά συνολικά συγκεντρώνει 30% ή και 35%. Άλλοι θεωρούν τον στόχο αυτόν ως μακροπρόθεσμη επιδίωξη. Υπάρχει μια χρυσή τομή που μπορούμε να διατυπώσουμε με ευκρίνεια;
Για να γίνει αυτός ο νέος συνασπισμός, χρειάζεται πραγματική στράτευση όχι μόνο των πολιτικών δυνάμεων αλλά και των κοινωνικών. Αλλά ακόμη και αν επιτευχθεί αυτή η μεγάλη συστράτευση δεν έχουν λυθεί τα προβλήματα. Και πριν φτάσουμε εκεί, απαιτείται να ξεκαθαρίσουμε και να εξειδικεύσουμε το περιεχόμενο μιας τέτοιας νέας διακυβέρνησης. Στο βαθμό που το κάνουμε, φτιάχνουμε και τις συνθήκες για να επιτευχθεί. Η εκφώνηση μιας τέτοιας εξειδίκευσης, είναι επιτελεστική: βοηθά και πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις που συστρατεύονται. Οι διατυπώσεις μας μέχρι σήμερα είναι, εκτιμώ, περισσότερο φορμαλιστικές από όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Δεν τονίζονται επαρκώς τα περιεχόμενα.
Επιπλέον, δεν έχουμε συζητήσει επαρκώς και δεν έχουμε καλλιεργήσει το τι γίνεται σε σχέση με την Ευρώπη, ενώ λέμε ελάχιστα για το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Τι κάνουμε με τη Ρωσία, με την Τουρκία, τι γίνεται με την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή. Μένουμε συχνά σε διατυπώσεις ιδεολογικοποιημένες, χωρίς να εισχωρούμε στο πλέγμα των πραγματικών διεθνών σχέσεων από τη δική μας σκοπιά.
Μια που βγήκαμε από τα εθνικά σύνορα, αυτό το αίτημα της συσπείρωσης των δυνάμεων της εργασίας, της αριστεράς γιατί δεν προχωρά στην Ευρώπη, τουλάχιστον στο βαθμό που προχωρούν οι αντίπαλοι. Υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες ή δισταγμοί σε πολιτικό επίπεδο;
Νομίζω πως, αν κάτι αναστέλλει τέτοια πράγματα, είναι η αδυναμία της αριστεράς στις διάφορες χώρες της Ευρώπης. Όσο και αν φανεί υπερφίαλο ή τρελό, εμείς στην Ελλάδα έχουμε, πιστεύω, προχωρήσει περισσότερο, έστω και αν διατηρούμε μικρά εκλογικά ποσοστά. Για κάποιους λόγους, ιστορικούς και κοινωνικούς, η ελληνική αριστερά είναι σήμερα σε καλύτερη κατάσταση από την αριστερά στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Παρά τις ελλείψεις και τις αδυναμίες που ήδη επισημάναμε, ερωτήματα σαν τα παραπάνω είναι πιο ζυμωμένα εδώ. Αυτά που λέμε για οικονομία των αναγκών, για διεύρυνση του δημόσιου χώρου, για αλλαγή της μορφής των δημόσιων επιχειρήσεων, για μια στρατηγική που δεν αποφεύγει τη σύγκρουση αλλά δεν εξαρτά την επιτυχία από κάποια μυθική «τελική σύγκρουση» είναι πιο ρηξικέλευθα, πολύ λιγότερο συμβατικά από τις περί τη στρατηγική τοποθετήσεις πολλών κομμάτων της ευρωπαϊκής αριστεράς. Αλλά τα πράγματα προχωράνε. Για παράδειγμα, η Die Linke στη Γερμανία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά για να εκλαϊκεύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και άρα για να ενωθούν δυνάμεις της αριστεράς στη Γερμανία, την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη.
Έγραφες στο άρθρο σου στην Κυριακάτικη Αυγή ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η Ευρώπη πάει να γίνει Αγγλία του Όλιβερ Τουίστ. Εκτιμάς ότι πρόκειται για μια επιλογή των κυρίαρχων τάξεων ή προκύπτει απλά από τα αδιέξοδά τους;
Κλίνω προς το δεύτερο, αλλά δεν αποκλείω το πρώτο. Η εικόνα που έχω είναι η εξής: μετά τον πόλεμο, το καθεστώς συσσώρευσης του κεφαλαίου στηρίχτηκε στο κοινωνικό κράτος και λόγω της ύπαρξης του αντίπαλου δέους της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά το 1989, ανοίγει η παγκοσμιοποίηση ενώ το καθεστώς συσσώρευσης στρέφεται στο δανεισμό, δηλαδή στην άντληση κερδοφορίας από τα εισοδήματα του μέλλοντος. Μετά την κρίση του τραπεζικού συστήματος, αυτός ο τρόπος κερδοφορίας αναστέλλεται – προσωρινά ή μόνιμα, δεν ξέρω - ενώ ταυτόχρονα εξαντλούνται τα περιθώρια άντλησης παραπάνω κέρδους από τις χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου: εκεί οι μισθοί είναι ήδη στα όρια της κυριολεκτικής πείνας. Έτσι μόνος χώρος νέας κερδοφορίας γίνονται οι αναπτυγμένες χώρες. Επισπεύδεται η καταστροφή του κοινωνικού κράτους ώστε να εισχωρήσει το μεγάλο κεφάλαιο παντού, ιδιωτικοποιούνται τα πάντα, ανοίγουν τα επαγγέλματα, εξαθλιώνονται οι μισθοί, εκτινάσσεται η ανεργία ως επιπλέον πίεση στους μισθούς. Το μοντέλο για την Ευρώπη είναι να μετατραπεί ολόκληρη σε Αγγλία του Όλιβερ Τουίστ. Οι κυβερνώντες προφανώς το ξέρουν και εν πολλοίς το σχεδιάζουν. Η Ελλάδα συνιστά πειραματόζωο, γιατί εδώ ακριβώς μετρώνται τα όρια -οικονομικά, κοινωνικά, αλλά και πολιτικά- αυτού του μοντέλου. Αν αντέξει η Ελλάδα μισθούς 350 ευρώ, γιατί να μην τους αντέξει η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, ακόμη και η Γαλλία;
ΙΣΟΤΗΤΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ,ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Το ίδιο πάντα τρίπτυχο...
Από το επαναστατικό αστικό τρίπτυχο της ελευθερίας, ισότητας, αδελφοσύνης, έχει μείνει μόνο η ελευθερία της αγοράς. Θα μπορούσαμε αυτό που έχει εγκαταλειφθεί από την αστική τάξη να το επωμιστούμε αυτή τη στιγμή και να πούμε ότι εμείς το εκφράζουμε;
Με κάποια αφορμή, είχα κάποτε μιλήσει για τα ονόματα του κομμουνισμού: σοσιαλδημοκρατία, σοσιαλισμός, ευρωκομμουνισμός, τρίτος δρόμος κλπ. Ένα ακόμη από τα ονόματα αυτά είναι και αυτό που αποκαλεί ο Ντεριντά «ελευσόμενη δημοκρατία», δηλαδή δημοκρατία με ορίζονται την καθολική δικαιοσύνη. Και μιλάει για καθολική δικαιοσύνη για να την αντιδιαστείλει με το δίκαιο, ώστε να συμπεριλάβει και τη γενική ελευθερία που αναφέρει ο Γκράμσι. Θέλει να πει δηλαδή ότι το δίκαιο στηρίζεται στην αναγκαία ισότητα: όλοι και όλες οφείλουμε να στέκουμε ως ίσοι απέναντι στους νόμους. Αλλά ταυτόχρονα διαφέρουμε μεταξύ μας. Η δική μου ελευθερία δεν είναι ίδια με τη δική σου. Η καθολική δικαιοσύνη θέλει να συμπεριλάβει ισότητα και γενική ελευθερία με προϋπόθεση πάντα την αλληλεγγύη. Δηλαδή την αδελφότητα. Άρα το τρίπτυχο που αναφέρετε όντως παραμένει. Και αποκτά στις μέρες μας ολόκληρη την επικαιρότητά του. Ειδικότερα η «αδελφότητα», η αλληλεγγύη, αποκτά σήμερα, εν μέσω κρίσης, πολύ συγκεκριμένο, πολύ απτό περιεχόμενο. Είμαστε, θα έλεγα, υποχρεωμένοι να θέσουμε εκ νέου την ισότητα, την ελευθερία και την αλληλεγγύη στην ημερήσια διάταξη, όχι απλώς όπως μας έρχονται από τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και με όλα τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από όσα συνέβησαν στο μεταξύ. Αναφέρομαι στις ανισότητες και ανελευθερίες, στην έλλειψη ουσιαστικής αλληλεγγύης που σχετίζονται με διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, με οικολογικά ζητήματα, με το κοινωνικό φύλο, με τις φυλές και τους διαφορετικούς πολιτισμούς.
Υποχρεωνόμαστε να θέσουμε το τρίπτυχο στην ημερήσια διάταξη με όλον αυτόν τον πλούτο του περιεχομένου του και για έναν πρόσθετο λόγο. Μπορούμε να πούμε, ισχυρίζομαι, ότι αυτό το τρίπτυχο συνιστά κάτι σαν ανθρωπολογική σταθερά. Αν αποστάξουμε το πρόγραμμα των σκλάβων του Σπάρτακου, εκείνο της εξέγερσης των χωρικών στο μεσαίωνα, το της Παρισινής Κομμούνας ή εκείνο της επανάστασης των Σοβιέτ, θα βρούμε στον πυρήνα το ίδιο πάντα τρίπτυχο. Θα συναντήσουμε, με μια λέξη, ένα από τα ονόματα του κομμουνισμού, γιατί το τρίπτυχο δεν είναι κατά κανένα τρόπο «αστικό». Απλώς ερμηνεύτηκε ιδιοτελώς ως τέτοιο. Για να μας πείσουν ότι έχει δήθεν ξεπεραστεί.
* Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|