Περί γενείων

Μ. Θεοδοσοπούλου

Νίκος Πλατής
"Γενειάδος εγκώμιον" Εκδόσεις Opera Αθήνα, 2002

Με έφεση στα παράδοξα λεξικά και στους ασυνήθεις οδηγούς, ο Ν. Πλατής καταπιάνεται με την απογραφή των επιφανών γενειοφόρων, ενίοτε και των αγένειων, από γενέσεως κόσμου έως σήμερον, που η γενειάδα δεν είναι πλέον και τόσο της μόδας, τουλάχιστον στο Δυτικό Κόσμο, καθώς φαίνεται πως, τελικά, επικράτησε το αμερικανικό λουκ του γιάπη ή, επί το ελληνικότερο, του τεχνοκράτη, έναντι του γενειοφόρου ή και μουσάτου κεντροευρωπαίου διανοούμενου. Καθόλου τυχαία, ο τελευταίος διάσημος γενειοφόρος, που εικονίζεται στο βιβλίο, είναι ο Άραβας Οσάμ Μπιν Λάντεν. Αν και όχι ακριβώς, καθώς ο συγγραφέας προτιμά να κλείσει το "γενειάδος εγκώμιον", παραμένοντας στο ύψος του θέματός του, με τον Άγιο Μελέτιο, φέροντα μια εκκεντρική κόμμωση μετά γενειάδος, σχήματος οκτώ και βοστρυχωτή.
Το χρονικό άνοιγμα του "εγκωμίου" φθάνει τις οκτώ χιλιετίες, ενώ απλώνεται στον γνωστό, για κάθε χρονική περίοδο, κόσμο. Πολυσυλλεκτικό το υλικό της αποδελτίωσης, αγκαλιάζει χρονικογραφίες, ιστορικά και λογοτεχνικά έργα, κυρίως, πάσης φύσεως εικονογραφικές μαρτυρίες, πίνακες και αγιογραφίες, χαρακτικά και ψηφιδωτά, φωτογραφίες και γελοιογραφίες. Παρά το αχανές των δεδομένων, ο συγγραφέας κολυμπάει με άνεση, συνθέτοντας ένα χιουμοριστικό αφήγημα, που, αν και φορτωμένο, με πάσης φύσεως πληροφορίες και σχόλια, παραμένει γλαφυρό, χάρις και σε μια εκδήλως ιερόσυλη διάθεση απέναντι στα ιερά τέρατα όλων των εποχών και απασών των ιδεολογικών αποκλίσεων.
Εν αρχή, οι γελοιογραφίες δύο παράδοξων, πρώτων γενειοφόρων, του Θεούλη και του Φρα Διάβολου, σε συνδυασμό με τις εικαστικές αποδόσεις του πρωτόπλαστου Αδάμ. Στη συνέχεια, οι αρχαίοι λαοί, Σουμέριοι και Αιγύπτιοι, που οι μαρτυρίες τους διασώζουν με πλούσιες, κυρίως εξεζητημένες γενειάδες. Σε αντίθεση, με τους Μινωΐτες, που κατείχαν τους τρόπους να απαλλάσσονται από την αυξημένη τριχοφυΐα του προσώπου, ώστε να δείχνουν νεότεροι. Όταν, όμως, φθάνουμε στους αρχαίους Έλληνες, πληθαίνουν οι γενειοφόροι θεοί και ήρωες, οπότε, με την ευκαιρία, πλουτίζουμε και το λεξιλόγιό μας σχετικά με τα διαφορετικά είδη γενείων και υπογενείων. Μόνο οι φιλόσοφοι και οι μαθητές τους δεν σπαταλούσαν τον πολύτιμο χρόνο τους για τον καλλωπισμό της γενειάδος τους. Σύμφωνα, πάντως, με τον Πλίνιο, γύρω στα 300 π. Χ., έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι κουρείς, γι' αυτό και οι Ρωμαίοι, ως φαίνεται, καθιέρωσαν την ταλαιπωρία του ξυρίσματος.
Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, η Εκκλησία εμφανίστηκε διχασμένη στο μέγα πρόβλημα της διατήρησης ή όχι γενειάδος. Ο σάλος, μάλιστα, της εικονομαχίας θα περιπλέξει και τα της γενειάδος, καθώς οι εικονομάχοι ξύριζαν και τα γένεια των αντιπάλων τους, όταν δεν γίνονταν περισσότερο βάνδαλοι, αλείβοντας με πίσσα και νέφτι και στη συνέχεια, κατακαίγοντας τις γενειάδες τους. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το δεύτερο ήμισυ του δεκάτου αιώνα, για να κατακαθίσουν οι διαμάχες και να οριστικοποιηθούν οι κανονισμοί των δύο Εκκλησιών. Τελικά, η Ανατολική τάχθηκε υπέρ της γενειάδος και της πλούσιας κόμης, ενώ η Δυτική απέρριψε τη γενειοφορία κληρικών τε και λαϊκών. Ωστόσο, ορισμένα μοναχικά τάγματα θα καθιερώσουν αναγνωριστικά γενάκια. Στο ενδιάμεσο, οι Βυζαντινοί, όπως μας πληροφορεί ο Φαίδων Κουκουλές, που εντρύφησε επί μακρόν στο βίο τους, ανέπτυξαν τη συνήθεια να συχνάζουν στα κουρεία, όπου και συνεζήτουν τα νέα της ημέρας.
Ενα μεγάλο κομμάτι του "εγκωμίου" στηρίζεται στη μαρτυρία των αγιογραφιών, όπου περίβλεπτη θέση καταλαμβάνει ο Μανουήλ Πανσέληνος, τον οποίο ο Ν. Πλατής αποκαλεί, "κορυφαίο βυζαντινό νατουραλιστή", αντί του ορθότερου, φυσιοκράτη. Σημαντική, όμως, βοήθεια προσφέρει και η "Ερμηνεία της βυζαντινής ζωγραφικής" του Διονυσίου εκ Φουρνά, όπου προβλέπεται ειδικό υποκεφάλαιο, με τον τίτλο, "Περί μαλλίων και γενείων".
Ο Ν. Πλατής, προς εμπλουτισμό του αντίστοιχου λεξιλογίου, αποδελτιώνει από το εγχειρίδιο του Διονυσίου τους τύπους των γενειάδων απασών των αγίων^ αγένειος, αρχιγένης, ασπρογένης, βουρλογένης, δασυγένης, διχαλογένης, κατζαρογένης, κοντοβουρλογένης, κοντοπλατυγένης, μαδαροπώγων, μαυροφουντογένης, μιξαιπόλιος, οξυγένης, φαγογένης, φουντογένης κλπ. κλπ. Ενώ, μέσω πλείστων όσων αγίων, ξεχωρίζει ο όσιος Ονούφριος με τη μακριά έως εδάφους γενειάδα του προς κάλυψη της γύμνιας του.
Στο κεφάλαιο για τον εικοστό αιώνα, το "εγκώμιο" παραθέτει έναν ακόμη "αγιογραφικό μπούσουλα", ως τον αποκαλεί ο Ν. Πλατής, το δίτομο έργο, "Έκφρασις", του Φώτη Κόντογλου, που έρχεται ως συνέχεια και συμπλήρωση της "Ερμηνείας..." του Διονυσίου: "...Χρειάζεται τέχνη και γνώσις δια να ζωγραφισθούν καλά τα στριψίματα των μαλλιών και τα περιπεπλεγμένα γένεια των ασκητών, οι οποίοι έχουν την πολιάν ηγριωμένην και συνεστραμένην από την ακτενισιάν, από τον άνεμον και από τον καύσωνα της ερήμου. Αλλέως γίνονται άτεχνα, χωρίς τόνον και χωρίς χαρακτήρα...Δια προπλασμόν των μαλλιών και γενείων δύνασαι να βάλης και στακτογάλαζην βαφήν από άσπρον και μαύρον, ή μαύρον, ή και σκούραν καφετιάν, ή ακόμα και πρασινωπήν, από πράσινον, όμπραν ωμήν και ψιμμίθι."
Κάποια εποχή θα εμφανιστεί και η μόδα της περούκας και των ποστίς, και αργότερα, ο συρμός της φαβορίτας, που θα εξελιχθεί και στο μαγουλομούσι. Νομίζουμε πως ιδιαίτερη μνεία αναλογεί στους επιφανείς γενειοφόρους των δύο τελευταίων αιώνων, καθώς, ως εγγύτεροι προς εμάς, κυριαρχούν στις παραστάσεις μας: Μακριά και λευκή η γενειάδα του Αλή Πασά, πυκνή του Κολοκοτρώνη, ενώ, στην Αθήνα, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, τον τρόμο σπέρνει στους κουτσαβάκηδες το τσιγκελωτό μουστάκι και η διχαλωτή φουντωτή γενειάδα του περιβόητου αστυνομικού διευθυντή Δημητρίου Μπαϊρακταρη. Αν και για ένα ευρύτερο κοινό, γνωστότερες παραμένουν οι γενειάδες του Ντοστογιέφσκι, του Ουγκώ ή του Μπακούνιν. Όπως, όμως, υπογραμμίζει και ο Ν. Πλατής, μια και μοναδική γενειάδα θα αναδειχθεί σε σύμβολο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων για μια καλύτερη και δικαιότερη ζωή^ η ατημέλητη και τόσο πλούσια γενειάδα του Καρόλου Μαρξ.
Αν και αποδείχτηκαν φρούδες οι ελπίδες όσων τον πίστεψαν, η χαρακτηριστική γενειάδα του Μαρξ παραμένει από τις γνωστότερες. Μάλιστα, οι έλληνες ρομαντικοί την συνδέουν συνειρμικά με τη μακριά πυκνή γενειάδα ενός άλλου επαναστάτη, του Άρη Βελουχιώτη. Ωστόσο, ο Ν. Πλατής δεν περιορίζεται μόνο σε φιλοσόφους και πολιτικούς άνδρες, αλλά επεκτείνει τον σχολιασμό του σε καλλιτέχνες και λογοτέχνες. Κατ' εξαίρεσιν, αλιεύει και ορισμένους λογοτεχνικούς ήρωες, όταν τυχαίνει να φέρουν άξια περιγραφής γενειάδα, ως ο "Αμερικανός" του Παπαδιαμάντη: "-Τι άνθρωπος είναι; -Είναι άνθρωπος που έχει ξουραφισμένο το μουστάκι και τα γένεια, κι έχει αφημένες μόνον τρίχες αποκάτ' απ' το σιαγόνι και στο λαιμό. Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικανός..."
Το βιβλίο του Ν. Πλατή συνιστά ανάγνωσμα τερπνόν και ωφέλιμον, που συστήνεται ανεπιφύλακτα σε αργόσχολους αλλά και φιλομαθείς. Πάντως, στον επίλογο, ο συγγραφέας εξομολογείται πως επικαλέστηκε και κάποια "μούσια", χάριν της αφηγηματικής ροής, όπως, επίσης, ότι χρειάστηκε να το γράψει και να το ξαναγράψει, ενώ ο εκδότης του, του παρείχε κατανόηση και την απαιτούμενη πίστωση χρόνου. Πέραν της εικονογράφησης, που συνιστά αναγκαίο συμπλήρωμα της αφήγησης, καθώς, μάλιστα, συνοδεύεται από εκτενείς λεζάντες, προβλέπεται και βιβλιογραφία προς περαιτέρω εμβάθυνση στο μείζον θέμα της ιστορίας της γενειάδος.