chondros

Οι εκλογές στο Βερολίνο την προηγούμενη Κυριακή επιβεβαίωσαν τις βασικές τάσεις του γερμανικού εκλογικού σώματος. Επειδή όμως πρόκειται για το Βερολίνο, την πρωτεύουσα της χώρας, πόλη με ιδιαίτερο πολιτικό και ιστορικό βάρος, τα εκλογικά αποτελέσματα παράγουν και ανάλογο πολιτικό αποτέλεσμα. Κυρίως επειδή πολλοί θεωρούν ότι οι εκλογές του Βερολίνου, αν και δεν αποτελούν πρόκριμα, θα επηρεάσουν σημαντικά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017.

Τα δύο κόμματα του μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού κατέγραψαν να χαμηλότερα ποσοστά τους από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.  Το CDU έλαβε 17,6% (23,3% το 2001) και το SPD 21,6% (28,3% το 2011). Το AfD, συνεχίζοντας την επιτυχή πορεία του, πήρε  14,2%, το FDP επέστρεψε στην Βουλή με 6,7%,  ενώ οι Πειρατές έμειναν εκτός Βουλής (1,7%).

Η Αριστερά, το Die Linke, είναι το μόνο κόμμα του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου που κατάφερε να πιάσει τους εκλογικούς του στόχους καταγράφοντας σημαντική άνοδο του ποσοστού του: 15,6% από 11,7% που είχε συγκεντρώσει το 2011, ποσοστό που το κατέστησε τρίτο κόμμα στη Βουλή. Στο (πρώην) Ανατολικό Βερολίνο μάλιστα, αναδείχτηκε πρώτη δύναμη με 23,7%, ενώ στο (πρώην) Δυτικό συγκέντρωσε διψήφια ποσοστά (ο μέσος όρος εδώ είναι 10,2%).

Μεγάλο το ενδιαφέρον για την επόμενη μέρα, για την κυβέρνηση που θα σχηματιστεί ύστερα από αυτό το αποτέλεσμα. Ένα είναι σίγουρο. Ο κυβερνητικός συνασπισμός ανάμεσα στο SPD και το CDU, τα κόμματα που κυβέρνησαν την τελευταία περίοδο το Βερολίνο, δεν μπορεί να συνεχιστεί μιας και το άθροισμα τους – κάτω από 40% – απέχει πολύ από την απαιτούμενη πλειοψηφία. Έπειτα από τη δήλωση των Πράσινων ότι δεν θα συμμετάσχουν σε κυβέρνηση με το CDU, η μόνη δυνατή πλειοψηφία με  92 από τις 160 συνολικά έδρες είναι αυτή ανάμεσα στο SPD, το Die Linke και τους Πράσινους. Έτσι φαίνεται να επιβεβαιώνεται ο εφιάλτης του CDU και της Μέρκελ, ο σχηματισμός δηλαδή Κόκκινης-Κόκκινης-Πράσινης κυβέρνησης στο εμβληματικό Βερολίνο, γεγονός που για πολλούς αναλυτές διευκολύνει την προσέγγιση των τριών κομμάτων και την πιθανή τους κυβερνητική συνεργασία και σε Ομοσπονδιακό επίπεδο.

Αλλά έχει επίσης ενδιαφέρον να δούμε ποια ήταν τα επίδικα των εκλογών στο Βερολίνο. Είκοσι έξι χρόνια ύστερα από την επανένωση της Γερμανίας, η διάσπαση της πόλης σε Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο συνεχίζει να είναι παρούσα, παρόλο που, με βάση τη δημοσκόπηση του Ερευνητικού Ινστιτούτου Wahlen, οι Βερολινέζοι θεωρούν ότι μεταξύ τους υπερτερούν τα κοινά (54%) έναντι των διαφορών (42%). Επιπλέον, σύμφωνα με μεγάλη δημοσκόπηση της εφημερίδας του Βερολίνου Der Tagesspiegel, το σπουδαιότερο διακύβευμα για τους ψηφοφόρους ήταν “η κοινωνική δικαιοσύνη” με 24,8%, ακολουθούμενο από  το “μεταναστευτικό” με 23,4%, τα “ακριβά ενοίκια” με 19,2%, την “παιδεία” με 15,2% και την “ασφάλεια” με  13,1%.

Η παραπάνω πρόγνωση επιβεβαιώθηκε πλήρως από την κάλπη. Η καταπόντιση των SPD και CDU σε ιστορικό χαμηλό αποδίδεται κυρίως στην πολιτική που άσκησαν αυτά τα κόμματα στο Βερολίνο, με αποτέλεσμα την αύξηση της φτώχειας και της μακροχρόνιας ανεργίας, την αποδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, την έλλειψη πολιτικής για την «κατοικία», καθώς και τη δραματική μείωση των επενδύσεων. Φυσικά, η κεντρική πολιτική σκηνή με τους ίδιους πρωταγωνιστές (SPD & CDU) συνέβαλε καθοριστικά στο αποτέλεσμα. Η λιτότητα, το προσφυγικό και η έλλειψη δημοκρατίας στην ΕΕ είναι τα θέματα που ανέδειξε το ξενοφοβικό και ακροδεξιό AfD καταφέρνοντας να πάρει με την πρώτη του συμμετοχή στις εκλογές το 14,2% των ψήφων. Το 2011 το 45% των ψηφοφόρων του είχε ψηφίσει ως εξής: το 12% ψήφισε SPD, το 22% CDU, το 2%  Πράσινους  και το 7%  Die Linke.

Εάν το άθροισμα της ξενοφοβικής και ρατσιστικής Δεξιάς δεν ήταν τόσο σημαντικό (14,2% AfD + 6,7% FDP, 17,6% CDU), η Αριστερά, το Die Linke θα μπορούσε πράγματι να πανηγυρίζει τη σημαντική του νίκη. Κατ’αρχάς, επειδή κατάφερε να αντιστρέψει την καθοδική του πορεία έπειτα από την πρώτη, όχι και τόσο επιτυχή συμμετοχή του, στη διακυβέρνηση του Βερολίνου και να αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά του. Κυρίως όμως, επειδή επιβραβεύτηκε – και δικαίως – από το εκλογικό σώμα για τη συνέπεια που επέδειξε όλη την προηγούμενη περίοδο, θέτοντας τα ζητήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ευημερίας για όλους στο επίκεντρο της δράσης του και της προεκλογικής καμπάνιας του. Ανέκτησε έτσι την εμπιστοσύνη του κόσμου και βρήκε συμμάχους στους εργαζόμενους, στη νεολαία, στους συνταξιούχους,  στους άνεργους  και  στους αυτοαπασχολούμενους.

Οι συζητήσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης έχουν ήδη ξεκινήσει. Από πλευράς της Αριστεράς ήδη έγινε γνωστό δια στόματος του επικεφαλής Klaus Lederer ότι δεν ενδιαφέρεται για ένα σχήμα τύπου “Σοσιαλδημοκρατία + Χ”. Από την πρώτη κιόλας διερευνητική συζήτηση, η Αριστερά έθεσε τις προτεραιότητές της στο σημερινό Κυβερνήτη Michael Müller (SPD): κοινωνική δικαιοσύνη και ευημερία, προσιτή κατοικία για όλους, διαφάνεια, επενδύσεις στον κοινωνικό τομέα.

Οι διαπραγματεύσεις θα είναι σύνθετες και δύσκολες. Το Die Linke θέλει πάση θυσία να αποφύγει τα λάθη και τις παραλήψεις της πρώτης του κυβερνητικής εμπλοκής (το 2001, με 22,6%). Το SPD επιδιώκει να αφήσει πίσω του, την καταδικασθείσα και από τους ψηφοφόρους, αντικοινωνική πολιτική της τελευταίας περιόδου. Και τα δύο κόμματα έχουν συναίσθηση της πολιτικής βαρύτητας των επιλογών τους αναφορικά με την προοπτική αλλαγής του πολιτικού σκηνικού, και της πολιτικής κατεύθυνσης της Γερμανίας συνολικά, με μια κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών-Αριστεράς-Πράσινων. Αρκεί να το αντιληφθεί και ο ηγέτης του SPD, ο Αντικαγκελάριος Sigmar Gabriel. Δυστυχώς, η εμμονή του στην έγκριση της CETA, κόντρα στην πλειοψηφία της γερμανικής κοινωνίας –  το προηγούμενο Σάββατο 320 000 άνθρωποι στη χώρα του διαδήλωσαν κατά της TTIP & CETA–, αλλά και η εμμονή της κομματικής βάσης του SPD αποτελούν ένα ακόμη δείγμα της μη συνεισφοράς στη δημιουργία του απαραίτητου κλίματος εμπιστοσύνης και σύγκλισης.

Γιώργος Χονδρός

μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet