Περί Θρησκευτικών

ekklisia

 

Θυμάμαι τον εαυτό μου, πριν 35 χρόνια, να ερωτάται, στο μάθημα της ιστορίας, αν είχα διαφορετική άποψη για το πώς έπεσε η Πόλη στους Τούρκους και τον, τότε, ρόλο του Πάπα και της Δύσης. Θυμάμαι επίσης, πριν από 25 χρόνια, να με ρωτούν για τη θέση της Αγίας Έδρας στις τότε εξελίξεις στα Βαλκάνια και γιατί ο τότε... τρισκατάρατος και μετά την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 2001   αγαπητότατος, Πάπας Ιωάννης Παύλος Β, είχε ευχηθεί καλά Χριστούγεννα στο λαό της ΦΥΡΟΜ. Επειδή γεννήθηκα σε καθολική χριστιανική οικογένεια, έπρεπε να έχω άποψη για αυτά και άλλα θέματα (π.χ. φιλιόκβε, διαφορετικός τρόπος βάπτισης παιδιών, πρωτείο Πάπα κ.τ.λ.), που είναι διαφορετικά στην ορθόδοξη εκκλησία και άπτονται, συχνά, και άλλων πλην των αμιγώς θρησκευτικών θεμάτων! Πάντα είχα την απορία αν αυτά είναι τα θέματα θρησκείας, που έπρεπε να μαθαίνουμε. Δεν υπάρχουν πράγματα που ενώνουν δόγματα και θρησκείες, δεν υπάρχουν τομείς δράσης με τους οποίους κάθε θρησκευόμενος άνθρωπος θα έπρεπε να ασχολείται;

Διαφορετικές παραδόσεις

Όταν έζησα κάποια χρόνια στη Ρώμη, σε ειδίκευση Κανονικού Δικαίου σε πανεπιστήμιο της Αγίας Έδρας, συνειδητοποίησα ότι πολλοί δεσμευμένοι καθολικοί, ιερείς αλλά και λαϊκοί, από διάφορες χώρες, δεν είχαν κάνει θρησκευτικά ή κάποιο μάθημα θρησκειολογίας στις χώρες τους.                                                                     Επίσης συνειδητοποίησα ότι στην Ιταλία όποιος θέλει επιλέγει στο σχολείο το μάθημα της «καθολικής θρησκείας», ή σε κάποιες περιοχές με άλλο πληθυσμό το μάθημα άλλου δόγματος ή θρησκείας με τους διδάσκοντες να έχουν εκπαιδευτεί, με δικά τους έξοδα, σε αντίστοιχες καθολικές ή άλλες σχολές -άλλα όχι κρατικές. ΟΙ διδάσκοντες αυτών των μαθημάτων πιστοποιούνται από την αντίστοιχη εκκλησία σε ότι αφορά τα ουσιαστικά προσόντα, ώστε να διδάξουν θρησκευτικά, το δε κράτος, ανάλογα τη ζήτηση, τους διορίζει και τους πληρώνει.
Καταλαβαίνω τον αντίλογο. Στην Ελλάδα έχουμε άλλη παράδοση. Αλλά και στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πολωνία άλλη παράδοση έχουν. Εξάλλου και στην Ελλάδα αναγραφόταν το θρήσκευμα στις ταυτότητες, αλλά κάποτε προσαρμοστήκαμε στα σύγχρονα δικαιικά δεδομένα, χάρη στον καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλο και την άρνηση της τότε κυβέρνησης Σημίτη, να υποκύψει στις απόψεις της Εκκλησίας

Να μην υποχωρεί μόνο το κράτος

Δεν ασπάζομαι την σύγκρουση κράτους - εκκλησίας. Αλλά στο διάλογο δεν μπορεί να υποχωρεί πάντα το κράτος. Αντικειμενικά και βλέποντας τα πράγματα από απόσταση, οι αλλαγές στις σχέσεις αυτές σε άλλα κράτη δεν έβλαψαν στην ουσία την Καθολική Εκκλησία. Τη βοήθησαν να έρθει πιο κοντά και με ουσιαστικότερο τρόπο στην κοινωνία. Επιστρέφοντας στα θρησκευτικά, σίγουρα τα βιβλία έχουν βελτιωθεί πολύ. Όμως και πάλι, όπως λέει και η οκτάχρονη κόρη μου, που παρακολουθεί θρησκευτικά σε δημόσιο σχολείο, τι τη νοιάζουν τα άμφια των ιερέων και άλλα ανούσια θέματα...
Τόσα και τόσα θέματα θα έπρεπε να ενώνουν τις εκκλησίες: η προστασία του περιβάλλοντος, ζητήματα οικονομίας των αγορών και η θέση των φτωχότερων κατοίκων του πλανήτη, οι διωγμοί με πρόσχημα τη θρησκεία, θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας. Μήπως και για αυτά πρέπει να μάθουν τα παιδιά στο μάθημα των Θρησκευτικών; Μήπως ο διάλογος υπουργείου - Ιεράς Συνόδου πρέπει να είναι ουσιαστικός και όχι εντυπώσεων;


Δημήτρης Λεβάντης
δικηγόρος, καθολικός υποψήφιος στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ το 1999.

 

 

Αναγκαίο ένα ουδετερόθρησκο κράτος

Greek Parliament, begining of the new season, Athens, 6th of October, 2014 / Έναρξη νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, Αθήνα, 6 Οκτωβρίου, 2014

Αναγκαίο ένα ουδετερόθρησκο κράτος

 

Τον τελευταίο καιρό -μετά τις τηλεοπτικές άδειες- κορυφαία θέση στον «κοινωνικό διάλογο» έχει καταλάβει το θέμα της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Στο στόχαστρο το υπουργείο Παιδείας και ειδικότερα ο υπουργός, Νίκος Φίλης, ο οποίος συγκέντρωσε τα πυρά της επίσημης Εκκλησίας, αλλά και πολλών υπέρμαχων της Ορθοδοξίας.
Αναρωτιέμαι, και πολλοί άλλοι μαζί μου, αν έχουμε γυρίσει πολλές δεκαετίες πίσω στην ιστορία των ιδεών και των κοινωνιών. Ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά κεκτημένα της Ευρώπης αποτελεί η διάκριση του θρησκευτικού στοιχείου από το πολιτικό, διάκριση που έχει πάρει τη νομική μορφή του χωρισμού Εκκλησίας - Κράτους, ακόμη και σε χώρες με συντριπτική πλειοψηφία χριστιανικού πληθυσμού. Η ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου επιβάλλει όχι μόνο την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά και την ανεξιθρησκία του κράτους. Στην Ελλάδα, ο χωρισμός αυτός έχει προχωρήσει νομικά ως ένα βαθμό, αλλά χρειάζονται πολλά βήματα ακόμη για να ολοκληρωθεί. Ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα να απαλλάσσονται οι μαθητές από την υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών, εφαρμόζεται ήδη εδώ και πολλά χρόνια. Το βασικό μειονέκτημα αυτής της ρύθμισης είναι ο στιγματισμός των μαθητών, που οι ίδιοι ή οι γονείς τους επιλέγουν να δηλώσουν τη σχετική «άρνηση». Ακόμα και μαθητών που ακολουθούν το καθολικό χριστιανικό δόγμα.

Σχολείο μόνο για χριστιανούς μαθητές;

Σε μια εποχή όπου οι μεταναστευτικές ροές έχουν αλλάξει ριζικά την εικόνα των σχολείων και η κοινωνία μας εμπλουτίζεται με κάθε προέλευση νέων μελών, αναρωτιέται κανείς πώς θα λειτουργήσει μέσα στο σχολείο η διάκριση των μαθητών σε χριστιανούς ορθόδοξους, που δέχονται να συμμετέχουν σε ένα μάθημα κατήχησης και στους «άλλους», που θα ομαδοποιηθούν ως άθεοι ή αλλόθρησκοι συλλήβδην. Οι πιστοί δεν είναι αδιαφοροποίητη μάζα, ούτε ζουν μόνοι τους, αλλά συγκροτούν κοινότητες. Αυτές οι κοινότητες καλλιεργούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και διεκδικούν μια θέση στον δημόσιο χώρο. Το ουδετερόθρησκο δημοκρατικό κράτος, πρέπει να αποτελεί εγγύηση για το αίτημα αυτό.
Αν η Εκκλησία ήταν σε θέση να κατανοήσει το φαινόμενο αυτό ως διαδικασία ισότιμης και δημοκρατικής συνύπαρξης και να αποδεχτεί τον κόσμο, όπως αυτός διαμορφώνεται γύρω της, δεν θα θεωρούσε την εξέλιξη αυτή ως ήττα. Η επιμονή της για ένα κατηχητικό υποχρεωτικό μάθημα θα έρθει να προστεθεί, αργά ή γρήγορα, σε μια σειρά μάταιων μαχών.
Σε περίπτωση που το μάθημα εξακολουθεί να είναι υποχρεωτικό και έχει τον σημερινό ομολογιακό χαρακτήρα, τότε το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό πρέπει να είναι απολύτως διασφαλισμένο. Δεν είναι δουλειά του σχολείου να επιβάλλει τ��ν τρόπο και τη θέληση του πιστού.
Ειδικότερα για την Αθήνα, όπως την παρακολουθούμε από την τοπική αυτοδιοίκηση, ο μετασχηματισμός της σε πολυπολιτισμικό μητροπολιτικό πόλο είναι γεγονός. Όταν έχει ήδη προκύψει το δεδομένο της συμμετοχής στο σχολείο παιδιών πολλών θρησκειών, με τρόπο εντονότερο και πιεστικότερο από ό,τι στην περιφέρεια, θα πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα αν θέλουμε σχολείο μόνο για χριστιανούς ορθόδοξους μαθητές;

Αναγκαία, μα αργοπορημένη πρόοδος

Αν αφαιρέσουμε το συμβολικό χαρακτήρα που προσλαμβάνει η αντιπαράθεση της Εκκλησίας με το υπουργείο Παιδείας, θα φανεί ξεκάθαρα ότι η πρόταση του Νίκου Φίλη είναι ένα εύλογο βήμα προς το ουδετερόθρησκο σχολείο, ένα βήμα που μας φέρνει πιο κοντά στην πλουραλιστική κοινωνία, στο δημοκρατικό κράτος. Δικαιώνοντας τη θέση του ως υπουργός Παιδείας, επιδεικνύει επιπλέον εξαιρετική ευαισθησία απέναντι στις ραγδαίες εξελίξεις που πρόκειται να διαμορφώσουν το νέο τοπίο στην κοινωνία μας, αλλά και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες γενικότερα. Η πρότασή του αποτελεί αναγκαία πρόοδο και θα έπρεπε να είχε ήδη εφαρμοστεί, σε μια πορεία προς την ολοκλήρωση του διαχωρισμού Κράτους - Εκκλησίας. Μακάρι αυτή η πρόταση να γίνει μοχλός για την ολοκλήρωση μιας αναγκαίας και επί πολλά χρόνια επιδιωκόμενης διαδικασίας.

Ρήγας Αξελός
Ηθοποιός, δημοτικός σύμβουλος Δήμου Αθηναίων με την «ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ»

 

 

 

Το ζήτημα δεν είναι ο Φίλης, ούτε (μόνο) τα θρησκευτικά

ekklisia2

«Άραγε στη δημοκρατική μας πατρίδα έχει χώρο η λουδοβίκεια άποψη ότι Πολιτεία είναι μόνο ο Υπουργός; […] Υφίσταται, άραγε, ευρύτερος σχεδιασμός, ώστε οι επόμενες γενιές Ελλήνων πολιτών, να αποτελούνται από μία σχετική πλειοψηφία ελληνογενούς πληθυσμού με ασθενή ταυτότητα και ένα άθροισμα εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, για τις οποίες θα ακολουθείται η πολιτική της μη ομαλής αφομοιώσεώς τους από την ελληνική κοινωνία; […] Τα μαθήματα των Θρησκευτικών, της Ελληνικής γλώσσας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας αποτελούν αναγκαία μαθήματα ταυτότητας και διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στη διαμόρφωση του φρονήματος των αυριανών Ελλήνων πολιτών. […] Οι απόψεις της Εκκλησίας υπερβαίνουν τις συγκυριακές διαφωνίες επιστημονικών ή πολιτικών χώρων».
Τα παραπάνω αποσπάσματα, από την επιστολή του Αρχιεπισκόπου προς τον πρωθυπουργό, αρκούν για να πείσουν και τον πιο δύσπιστο, νομίζω, ότι το επίδικο, στην πρόσφατη διαμάχη μεταξύ υπουργείου Παιδείας και Εκκλησίας, δεν είναι μόνο τα θρησκευτικά, ούτε καν η εκπαίδευση. Το θέμα είναι ακόμα σοβαρότερο και βαθύτερο: είναι η σχέση κράτους - Εκκλησίας, ο ρόλος και οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας. Το αν, δηλαδή, στην Ελληνική Δημοκρατία, για το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών (αλλά και της γλώσσας, της λογοτεχνίας, της ιστορίας, όπως διαπιστώνουμε από την επιστολή), καθώς και για πολλά άλλα ζητήματα (αφού οτιδήποτε αναφέρεται στην παιδεία, στον πολιτισμό, στον τρόπο ζωής, στα ήθη, στα δικαιώματα, το μεταναστευτικό, τους πρόσφυγες κ.ο.κ. μπορεί να θεωρηθεί -και πάντως η ίδια έτσι θεωρεί- ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Εκκλησίας) αποφασίζει η πολιτεία ή πρέπει να λάβει την έγκριση της Εκκλησίας.
Γι’ τον λόγο αυτό πιστεύω ότι όσοι θεωρούμε πως οι αλλαγές που ανήγγειλε ο Ν. Φίλης είναι αναγκαίες, στοιχειώδεις και στη σωστή κατεύθυνση, πρέπει να βγούμε και να το πούμε ρητά. Ακόμα και αν διαφωνεί κανείς σε άλλα μαζί του ή αντιστρατεύεται την πολιτική της κυβέρνησης. Το λέω, διότι είδα αρκετούς, και εξ αριστερών και (φιλελευθερο)δεξιών, ενώ θεωρούσαν τις αλλαγές αναγκαίες να μην παίρνουν θέση, γιατί δεν ήθελαν να στηρίξουν την κυβέρνηση. Θα δεχτώ, για λόγους οικονομίας της συζήτησης και μόνο, όλα τα παραπάνω επιχειρήματα, για να πω ότι, ακόμα και αν οι αλλαγές μας φαίνονται άτολμες, αν δεν μας αρέσει ο Φίλης, αν συγκρουόμαστε κάθετα με την κυβέρνηση κ.ο.κ., παρά ταύτα πρέπει να πάρουμε θέση, στηρίζοντας και την πρωτοβουλία και τον υπουργό. Γιατί η πολιτική γίνεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, όχι ιδεατά και με τους όρους που νομίζει ο καθένας. Στη συγκεκριμένη, λοιπόν, κάθε φορά διαμάχη και συγκυρία παρεμβαίνουμε, προσπαθώντας να τροποποιήσουμε, ίσως, τους όρους της, αλλά όχι αδιαφορώντας. Και στο επίδικο έχει πολύ μεγάλη σημασία να επικρατήσει η άποψη του Φίλη και όχι του Ιερώνυμου.
Με αυτή την έννοια, η εξέλιξη της Τετάρτης, όταν ο Α. Τσίπρας πρότεινε «διάλογο με την Εκκλησία για το ζήτημα» είναι εξαιρετικά κακή. Πρώτον, μεταθέτει γενικώς στο μέλλον κάτι που έπρεπε να έχει γίνει εδώ και χρόνια. Δεύτερον, όταν κάθεσαι στο τραπέζι του διαλόγους με κάποιον, θα αποδεχθείς κάποια από αυτά που ζητάει -και όταν αυτός ο κάποιος είναι η Εκκλησία κινδυνεύει να στα πάρει όλα. Τρίτον, και κυριότερο, με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η Εκκλησία είναι αρμόδια και η πολιτεία πρέπει να συναποφασίσει μαζί της. Αυτό το βρίσκω ολέθριο και πέραν των θρησκευτικών.
Είναι πολύ πιθανόν ότι, για άλλη μια φορά, το θέμα μπήκε στο ψυγείο. Αν όμως η υπόθεση μας καίει, για όλους τους παραπάνω λόγους, τότε δεν μπορούμε απλώς να καταγγείλουμε την κυβέρνηση για την υπαναχώρησή της -και να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι: η Εκκλησία γιατί πάγωσε την αλλαγή, η κυβέρνηση γιατί έδειξε έστω για λίγο το αριστερό της πρόσωπο, και εμείς γιατί τους «ξεσκεπάσαμε» αμφότερους. Πρέπει να βρούμε τρόπους να επαναφέρουμε το θέμα. Γιατί τα «μεγάλα», όπως ο διαχωρισμός κράτους - Εκκλησίας, πολύ δύσκολα θα έρθουν αν σε όλα τα επιμέρους παρακολουθούμε απαθείς τις ήττες.

ΥΓ. Από τη στιγμή που συμφωνούμε ότι τα θρησκευτικά δεν πρέπει να έχουν ομολογιακό ή κατηχητικό χαρακτήρα, υπάρχει πολύ ουσιαστική κουβέντα. Αντί άλλων, παραπέμπω στις απόψεις ενός από τους πιο φωτισμένους ανθρώπους που ξέρω, ενός από τους πιο φωτισμένους χριστιανούς, του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Πρόχειρα, μπορεί να ανατρέξει κανείς στο βιβλίο του Ο Θεός στην Πόλη (Εστία, 2002) και σε μια συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 18.10.2015 (bit.ly/2dcgwul).

Στρατής Μπουρνάζος

 

 

 

“Παίζοντας” με την παιδεία

Στο στόχαστρο των ολομέτωπων επιθέσεων της αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση μπήκε το τελευταίο διάστημα και η παιδεία, με διάφορες αφορμές και πιο πρόσφατα με το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών, το οποίο μάλιστα απασχόλησε και ειδική συνεδρίαση της Βουλής (28 Σεπτ.). Ακραίες φωνές από την ιεραρχία της εκκλησίας της Ελλάδος μετέστρεψαν τις αρχικές και ελπιδοφόρα μετριοπαθείς αντιδράσεις από την πλευρά της. Όλα αυτά, δυστυχώ,ς δεν προκαλούν πλέον έκπληξη, καθώς έχει γίνει σαφής η αντιπολιτευτική τακτική, που στοχεύει στο γρήγορο κλείσιμο της θεωρούμενης αριστερής παρένθεσης.
Στα 35 χρόνια που δουλεύω στο χώρο της (ανώτατης) παιδείας, κάθε υπουργός που πέρασε, επιδίωξε να αφήσει τη νομοθετική σφραγίδα του/της σε κάποια ή σε όλες τις βαθμίδες. Ο χώρος δεν προλαβαίνει να ανανήψει από περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις, που φέρουν το όνομα του/της εκάστοτε υπουργού (Κοντογιαννόπουλος, Αρσένης, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, κλπ) και βρίσκεται μπροστά σε νέο καθεστώς. Το υπουργείο αυτό δεν προσέλκυσε όλα αυτά τα χρόνια το ενδιαφέρον των πιθανών κάθε φορά υπουργοποιήσιμων για το ίδιο του το αντικείμενο, όσο κι αν όλοι/ες εκφώνησαν βροντερούς λόγους για το αντίθετο. Είναι όμως «μεσαίο» στην ιεραρχία των υπουργείων και, από την άποψη αυτή, εφαλτήριο για άλλα, πιο φιλόδοξα, πόστα στην ιεραρχία κομμάτων και κυβερνήσεων.

Στο προσκήνιο ο διαχωρισμός εκκλησίας - κράτους

Με ένα τέτοιο παρελθόν, είναι σχεδόν ύποπτος ο τωρινός υπουργός, ο Νίκος Φίλης, ο οποίος επιχειρεί ένα διαφορετικό δείγμα γραφής, με δύσκολα και αποτελεσματικά βήματα μέσα στα ναρκοθετημένα περιθώρια των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, των «εργαλειοθηκών», της έλλειψης πόρων, των εκβιαστικών πιέσεων των «θεσμών», ακόμη και για θέματα εκτός διαπραγμάτευσης και χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Οι τοποθετήσεις του γίνονται συστηματικά αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων, αφού απομονωθούν κατάλληλα αποσπάσματα και τεθούν εκτός του πλαισίου στο οποίο διατυπώθηκαν -και οι ιεράρχες δεν αποτελούν εξαίρεση εδώ.
Όμως, πλέον το θέμα δεν αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο, παρ’ όλο που οι επιθέσεις προσωποποιούνται, αγγίζοντας συχνά τα όρια του ρατσισμού. Ούτε το συγκεκριμένο μάθημα, που είναι έτσι κι αλλιώς αρμοδιότητα του υπουργείου Παιδείας να το προσδιορίσει. Δια του μαθήματος των θρησκευτικών, και της Παιδείας γενικότερα, έρχεται και πάλι στο προσκήνιο το θέμα των σχέσεων κράτους - εκκλησίας και ο στρατηγικός για την Αριστερά στόχος χωρισμού τους. Και εδώ δεν χωρούν δικαιολογίες που προτάσσουν τη διαπραγμάτευση και την επιτροπεία για να παραπέμψουν το θέμα στις ελληνικές καλένδες, σε ένα μη προβλέψιμο και συνεχώς απομακρυνόμενο μέλλον, όπου θα έχουν εκλείψει τα «σοβαρά» προβλήματα. Δεν χωράει εγκατάλειψη της προσπάθειας του υπουργού, ούτε οπισθοχώρηση μπροστά σε «ιερούς πολέμους» και ανίερες συμμαχίες.

Ντίνα Βαΐου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet