ahtsioglou

Το βασικό ερώτημα που τίθεται το τελευταίο διάστημα στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης είναι εάν υπό τις παρούσες συνθήκες υπάρχει περιθώριο για την άσκηση αριστερής πολιτικής ή πολιτικής υπεράσπισης των λαϊκών στρωμάτων και της εργασίας.
H απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί να είναι πλήρης, αν δεν εξετάσουμε προσεκτικά το καθεστώς της επιτροπείας στο οποίο βρισκόμαστε και δεν συζητήσουμε αναλυτικά για αυτό.  Μια τέτοια συζήτηση είναι αναγκαία τόσο για την άσκηση της πολιτικής την επόμενη μέρα, όσο και για την εξέλιξη των αναλύσεων μας.
Η εμπειρία από τις πολύμηνες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές δείχνει ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με καλά στημένες αφηγήσεις από την πλευρά τους για όλα τα μεγάλα ζητήματα πολιτικής, αφηγήσεις που προφανώς βρίσκονται στον αντίποδα των αναλύσεων και των αξιών της Αριστεράς.

Η αφήγηση των δανειστών

H βασική αφήγηση των δανειστών για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης συνοψίζεται στα εξής:
«Πρώτον, ο ελληνικός προϋπολογισμός χρειάζεται να μεταφέρει περίπου το 10% του ΑΕΠ στο ασφαλιστικό σύστημα, για να καλύψει τα μεγάλα κενά, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 2,5%. Συνεπώς, αυτό δεν είναι βιώσιμο.
Δεύτερον, παρά τις περικοπές του 2010 και του 2012, το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα παραμένει σε οικονομικά απλησίαστα και γενναιόδωρα επίπεδα. Για παράδειγμα, οι τυπικές συντάξεις σε ονομαστικούς όρους ευρώ, είναι σε γενικές γραμμές παρόμοιες στην Ελλάδα και τη Γερμανία, αν και η Γερμανία –με μέτρο το μέσο μισθό- είναι δύο φορές πιο πλούσια από την Ελλάδα.
Τρίτον, η εφαρμοζόμενη πολιτική προστασίας των τωρινών συνταξιούχων, που βασίζεται σε υψηλή φορολογία και μειωμένες προσδοκώμενες συντάξεις για τους σημερινούς εργαζόμενους, δεν είναι συνεπής με τη βιώσιμη ανάπτυξη και δεν προάγει την διαγενεακή ισότητα. Επομένως, περαιτέρω περικοπές στις συντάξεις είναι αναγκαίες».
Η βασική αφήγηση των δανειστών για τα εργασιακά έχει συνοπτικά ως εξής:
«Υπό το προϊσχύσαν καθεστώς οι μισθοί στην Ελλάδα αυξάνονταν πολύ γρηγορότερα από την παραγωγικότητα. Από το 2001 μέχρι το 2009 το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 40 %, ενώ στην ευρωζώνη κατά 18 %. Αυτή η δυσανάλογη αύξηση του εργατικού κόστους έναντι της παραγωγικότητας προκαλεί την τεράστια πτώση της ανταγωνιστικότητας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η κυριαρχία  των κλαδικών ΣΣΕ, η επεκτασιμότητα και το υπόλοιπο θεσμικό πλαίσιο προστασίας της εργασίας προκαλούν αύξηση του εργατικού κόστους. Επομένως οι μεταρρυθμίσεις που μειώνουν το κόστος εργασίας και αποκαθιστούν την ανταγωνιστικότητα αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα. Κατά την κρίση τόσο οι μισθοί όσο και η παραγωγικότητα μειώθηκαν σημαντικά. Επειδή, όμως, ρυθμός μείωσης των μισθών ήταν πολύ μεγαλύτερος από το ρυθμό μείωσης της παραγωγικότητας, η χώρα από το 2012 και μετά έχει κάνει πρόοδο στην ανάκτηση τη ανταγωνιστικότητας. Τα μέτρα δεν έχουν αποδώσει όσο θα έπρεπε, γιατί δεν προχώρησε η  απελευθέρωση της αγοράς προϊόντων, ώστε να μειωθούν οι τιμές και να έχει αγοραστική δύναμη ο μειωμένος μισθός. Τέλος, οποιαδήποτε αλλαγή στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων θα πρέπει να διευκολύνει τις επιχειρήσεις να είναι περισσότερο προσαρμοστικές στην κατάσταση της οικονομίας, ώστε να διατηρούνται οι θέσεις εργασίας και να αντιμετωπίζεται η ανεργία».

Η ανανοηματοδότηση

Στις αναλύσεις των δανειστών απουσιάζει οποιαδήποτε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Οποιοδήποτε στήριγμα του κοινωνικού κράτους θεωρείται επιζήμιο, η έννοια της αναδιανομής θεωρείται παραλογισμός και η ιδέα της αξιοπρεπούς διαβίωσης απορρίπτεται ως ασύνδετη με τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Στην καλύτερη περίπτωση κυριαρχεί το κριτήριο της ανταποδοτικότητας: Πόσο εισέφερες στο σύστημα; Τόσα θα πρέπει να πάρεις.
Η αντίσταση που ορθώνει η ελληνική πλευρά στις θέσεις αυτές (δεν είναι της παρούσης η ανάπτυξη των επιχειρημάτων μας και η αντίκρουση των επιχειρημάτων των δανειστών), εκτός από ιδιαίτερα ισχυρή, έχει και εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ένα ουσιώδες ζήτημα: οι νίκες που επιτυγχάνονται καθημερινά στη διαπραγμάτευση (και επιτυγχάνονται νίκες) είναι ελάχιστα γνωστές κι όταν γίνονται γνωστές, δεν κατανοούνται ως νίκες, ακριβώς γιατί είναι κυρίως νίκες αντίστασης. Η αντίσταση, όμως, στην επέλαση της λογικής των δανειστών είναι μια βαθιά επαναστατική πράξη, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Όπως η αντίσταση στη δουλεία ήταν από μόνη της επαναστατική πράξη, έτσι και σήμερα η αντίσταση στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης λογικής έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τελικά αντανακλά στους υλικούς όρους επιβίωσης αυτής της κοινωνίας. Κι αυτή ακριβώς είναι η ανανοηματόδοτηση που οφείλουμε να κάνουμε: η ανανοηματοδότηση της νίκης.

Η διερώτηση

Μήπως, όμως, η παραπάνω αντίληψη για την αξία της μάχης και των αντιστάσεων στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης λογικής, όπως ξεδιπλώνεται στην καθημερινότητα της διαπραγμάτευσης, μας καθιστά τελικά εξαιρετικά εύπλαστους; Τόσο εύπλαστους, ώστε να χάνουμε την ταυτότητά μας; Κάθε μάχη, κάθε αντίσταση έχει απόλυτη αξία, ανεξαρτήτως αποτελέσματος; Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν χάνουμε τις μάχες, όσο σκληρά κι αν τις δίνουμε, νομιμοποιούμαστε απέναντι στην κοινωνία, αλλά και απέναντι στους εαυτούς μας να παραμένουμε στη διακυβέρνηση; Ασφαλώς δεν υπάρχει έτοιμη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Σίγουρα, όμως, πρέπει να μας ανησυχεί βαθιά η τάση να γινόμαστε ολοένα και πιο εύπλαστοι όσον αφορά στοχεύσεις, που μέχρι πριν κάποιο καιρό θα μας φαίνονταν αδιαπραγμάτευτες.
Μπροστά σε αυτή την αγωνία, αναγκαίο βήμα για να υπερβούμε τη συμπίεση, είναι το να καθορίσουμε με απόλυτη ακρίβεια τα συγκεκριμένα πεδία, στα οποία θα πρέπει να επιτύχουμε συγκεκριμένους στόχους, με συγκεκριμένα και χρονικά ορισμένα βήματα, και να δεσμευτούμε στην υλοποίηση των στόχων αυτών με απόλυτη προσήλωση, σαν να πρόκειται για ένα μνημόνιο με την κοινωνία. Διαφορετικά η ατζέντα θα τίθεται μονίμως από τους δανειστές και η κυβέρνηση θα εξαντλείται σε μάχες χαρακωμάτων. Για να αποφύγουμε την αλλοτρίωση, οφείλουμε να σκιαγραφήσουμε τους κύριους άξονες της πολιτικής των επόμενων ημερών, αυτούς που έχουν ταυτοτικό χαρακτήρα για τον πολιτικό μας χώρο, να τους προσδώσουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο και να ελέγχουμε τους εαυτούς μας στη βάση υλοποίησης αυτών.
Τέτοιοι άξονες θα μπορούσαν να είναι η επαναφορά του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η μείωση του ποσοστού της αδήλωτης εργασίας σε συγκεκριμένο επίπεδο, η θεσμοθέτηση του κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης, χωρίς απομείωση των, ούτως ή άλλως ισχνών, προνοιακών επιδομάτων. Το πεδίο αυτό είναι βέβαια ανοιχτό και συζητήσιμο. Ένας τέτοιος οδικός χάρτης θα πρέπει πάντως να λαμβάνει υπόψη του τόσο τους υλικούς όρους επιβίωσης της κοινωνίας (π.χ. το επίπεδο των μισθών και των συντάξεων), όσο και τους θεσμικούς όρους, αυτούς που θεμελιώνουν ένα κοινωνικό σύστημα και διατηρούνται αποθησαυρισμένοι στην πολιτική και νομοθετική μας παράδοση (π.χ. το θεσμικό πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων). Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση αυτή και η λήψη τέτοιων αποφάσεων, ο σχεδιασμός ενός τέτοιου οδικού χάρτη, επείγει σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Και μια αυτοκριτική

Με αποκλειστικά εμπειρικό κριτήριο, η αυτοκριτική εστιάζεται στο βαθμό ετοιμότητας που μας χαρακτήριζε το προηγούμενο διάστημα, ενόψει των σχεδόν καθημερινών μαχών της διαπραγμάτευσης.
Η εκτίμηση είναι ότι, ενώ στη γενική πολιτική κατεύθυνση, στις μακροπρόθεσμες στοχεύσεις και στη συνολική πολιτική ανάλυση της κρίσης είχαμε σημαντικές επεξεργασίες, σε τεχνοκρατικό επίπεδο φανήκαμε συχνά απροετοίμαστοι. Το αντίθετο, ίσως, από αυτό που συνέβη με τους δανειστές, οι οποίοι εμφανίστηκαν τεχνοκρατικά προετοιμασμένοι. Με άλλα λόγια, ενώ η πολιτική στόχευση στα κύρια πολιτικά επίδικα ήταν σαφής και προσδιορισμένη, δεν είχαμε επεξεργαστεί επαρκώς τεχνοκρατικά τα ενδιάμεσα βήματα των παρεμβάσεών μας. Κι εκεί χάσαμε κρίσιμο χρόνο και σημαντικό έδαφος.
Σήμερα είναι βέβαιο πως είμαστε τεχνοκρατικά σαφώς περισσότερο έτοιμοι για τις συγκρούσεις και τις μεγάλες μάχες απ’ ό,τι ένα χρόνο πριν. Οι επεξεργασίες μας είναι πολύ περισσότερο ρεαλιστικές, ενώ έχουμε συγκροτήσει τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, που μας καθιστούν ισχυρότερους στη διαπραγμάτευση.
Πολιτικά, όμως, φαινόμαστε λιγότερο ισχυροί, λιγότερο έτοιμοι απ’ ό,τι ενάμισι χρόνο πριν για μεγάλες συγκρούσεις, έχουμε μικρότερη αυτοπεποίθηση. Στο χώρο μας φαίνεται να έχει εμπεδωθεί μια μη αναστρέψιμη ήττα, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται παγωμένος και αιφνιδιασμένος, το ίδιο και ο κόσμος που μας υποστήριζε. Σ’ αυτό το πάγωμα, σ’ αυτή την έλλειψη αυτοπεποίθησης σημαντικό ρόλο έπαιξε, μεταξύ άλλων, και η υποβάθμιση της δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και των οργάνων του.
Η αποκατάσταση της δημοκρατικής λειτουργίας, με σημείο επανέναρξης το επικείμενο συνέδριο, η συλλογική λειτουργία στο σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων στην κατεύθυνση του οδικού χάρτη που αναφέρθηκε πιο πάνω, θα συμβάλει το δίχως άλλο στην κατανόηση των επιλογών, αλλά και των συμβιβασμών που κάνει αυτή η κυβέρνηση, στη συλλογική αίσθηση της ευθύνης, ακόμη και στην ψυχολογική ανάταση των ανθρώπων του χώρου, στην επούλωση των πληγών της ήττας και στην ανάκτηση της αυτοπεποίθησης, που τόσο έχουμε ανάγκη για τις μάχες που ανοίγονται μπροστά μας.

Έφη Αχτσιόγλου,
διευθύντρια στο γραφείο
του υπουργείου Εργασίας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet