Το κείμενο που δημοσιεύει σήμερα η “Εποχή” είναι το τελευταίο μέρος ενός εκτενέστερου κειμένου, που επιγράφεται «Το κράτος, το κόμμα και η κυβέρνηση. Τι κάναμε, τι κάνουμε και πώς να το κάνουμε».
Στα προηγούμενα κεφάλαια γίνεται μια εκτίμηση της πορείας από τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 μέχρι τον Ιούλιο του 2015, εξετάζεται ο χαρακτήρας του διλήμματος που τέθηκε το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο τρόπος που απαντήθηκε και οι συνέπειες που προέκυψαν από τη συγκεκριμένη απάντηση. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στον ιστότοπο της “Εποχής”.

 

vernardakis

 

Των Χρ. Βερναρδάκη και Γ. Σκλία

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει σήμερα ένα δίδυμο κίνδυνο. Την υπόκλιση στον κυβερνητισμό και τη μετάλλαξή του από κόμμα της κοινωνίας σε κόμμα του κράτους. Ας δούμε όμως τους δύο κινδύνους από πιο κοντά.
Κυβερνητισμός δεν είναι η ανάληψη της κυβέρνησης ούτε η προσπάθεια διατήρησής της, όπως θα ισχυριζόταν ένας αρχαϊκός αριστερισμός. Και αυτό γιατί η «κυβέρνηση» δεν είναι παρά μόνο ένα «εργαλείο» και μια «στιγμή» μιας συνολικής πολιτικής στρατηγικής.  Κυβερνητισμός είναι όταν η άσκηση της διακυβέρνησης  παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν ορίζοντα τρεχουσών διευθετήσεων και μικρο-διαχειρίσεων,  και αυτές σταδιακά μετατρέπονται σε στρατηγικό ορίζοντα του κόμματος και σε ιδεολογία.
Υπό την έννοια αυτή επιβάλλεται να γίνει ένας καθαρός διαχωρισμός μεταξύ αυτού που ονομάστηκε «παράλληλο πρόγραμμα» και ενός στρατηγικού σχεδίου που πρέπει να έχει το κόμμα στις σημερινές συνθήκες. Πολύ περισσότερο μάλιστα που ένα «παράλληλο πρόγραμμα» έχει μια πεπερασμένη πολιτική και χρονική διάσταση. Υπάρχει ως μια παράλληλη γραμμή άμυνας των λαϊκών δικαιωμάτων απέναντι σε ένα πρόγραμμα που οργανώνεται ως επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα. Εκτυλίσσεται παράλληλα με το «κύριο» πρόγραμμα και αναπτύσσεται σε σχέση με αυτό. Θα γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό με ένα απτό παράδειγμα: η κυβέρνηση είναι απαραίτητο να ρίξει το βάρος σε διευθετήσεις αποκατάστασης των συσσωρευμένων αδικιών της εποχής των μνημονίων. Δεν μπορεί όμως να είναι η αποκατάσταση των αδικιών ο στρατηγικός ορίζοντας που έχουμε για την κοινωνία.
Διότι εάν συμβεί αυτό, τότε η κρατικοποίηση του κόμματος, η μετάλλαξή του από κόμμα της κοινωνίας σε κόμμα του κράτους θα είναι μια αναπόφευκτη εξέλιξη. Το «κύριο» πρόγραμμα εκ των πραγμάτων θα έχει υιοθετηθεί ως «δικό μας πρόγραμμα» και θα αποτελεί τον αδιαπραγμάτευτο προγραμματικό ορίζοντα.
Τι σημαίνει πρακτικά η μετάλλαξη του κόμματος σε κόμμα του κράτους;
Σημαίνει ότι έχει πάψει να αναζητεί τους πόρους του στην κοινωνία (όλων των ειδών τους πόρους: προγραμματικούς, ιδεολογικούς, οικονομικούς, ανθρώπινους, κοκ) και έχει μεταβληθεί σε ένα είδος «κρατικού κόμματος» όπου όλοι οι πόροι του εξαρτώνται και προέρχονται από το κράτος. Τα «μνημόνια» δεν θα είναι πια μια εξαναγκαστική έκβαση των δυσμενών ταξικών συσχετισμών, αλλά το «δικό μας πρόγραμμα», η «δικιά μας στρατηγική για την κοινωνία», όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αστικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα.
Σημαίνει ότι το υλικό πεδίο συγκρότησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής μας συμμαχίας είναι η «κυβέρνηση» (και κατ’ επέκταση το Κράτος) και όχι το κόμμα. Η κοινωνική συμμαχία που μας έφερε στη θέση του καπετάνιου της πολιτικής ζωής, στην περίπτωση αυτή θα εκφυλιστεί σε ένα συντεχνιακό άθροισμα επιμέρους βραχυχρόνιων εξυπηρετήσεων.
Σημαίνει ότι τα μέλη του κόμματος, αντί να λειτουργούν ως καταλύτες ανάπτυξης κοινωνικών πρωτοβουλιών που θα διευρύνουν τις δυνατότητες της κυβέρνησης, θα λειτουργούν ως νομιμοποιητές και μόνον της κυβερνητικής πολιτικής, όποια και αν είναι αυτή.
Σημαίνει, τέλος, ότι το κόμμα δεν έχει ρόλο και λόγο ύπαρξης. Δεν εμβολιάζει την κυβέρνηση με ιδέες και γνώσεις, δεν της προσφέρει στελέχη, δεν της διευρύνει το χώρο ύπαρξης.
Αν όλα αυτά ή πολλά από αυτά συμβούν και μονιμοποιηθούν, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι ένα κόμμα της Αριστεράς, αλλά κάτι άλλο. Έχει σημασία άρα να αποφασίσουμε τι είδους κόμμα θέλουμε να είμαστε, δηλαδή τι είδους και τι μορφής πολιτική αντιπροσώπευση θέλουμε να αποτυπώσουμε.

Τι είδους κόμμα θέλουμε;

Καταρχήν πρέπει να δηλώσουμε τι δεν θέλουμε να είμαστε: δεν θέλουμε καταρχήν να είμαστε μια δύναμη αδράνειας στην έκβαση της ταξικής πάλης και στη διαδικασία εκπροσώπησης των λαϊκών μαζών. Δεν θέλουμε δηλαδή να είμαστε ΚΚΕ. Δεν θέλουμε επίσης να γίνουμε ένα κόμμα της κεντροαριστεράς. Δηλαδή, ένα κόμμα του κυβερνητισμού, της εξάρτησης από οικονομικά συμφέροντα…..
Η απάντηση που κατά τη γνώμη μας πρέπει να δώσουμε είναι ότι θέλουμε να είμαστε ένα ηγεμονικό κόμμα της Αριστεράς. Ηγεμονικό, γιατί πρέπει να στοχεύει στην εκπροσώπηση των πληβειακών λαϊκών τάξεων της χώρας που αποτελούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Κόμμα της Αριστεράς, επίσης, που ενσωματώνει στις τάξεις του και ανασυνθέτει όλες τις αριστερές, δημοκρατικές και ανατρεπτικές παραδόσεις που εμφανίστηκαν διαχρονικά μέσα στους κοινωνικούς αγώνες της χώρας. κόμμα με στρατηγικό του ορίζοντα τον κοινωνικό μετασχηματισμό, που οργανώνει και συστηματοποιεί τον γκραμσιανό «πόλεμο θέσεων»…
Το τρέχον κυβερνητικό μας πρόγραμμα πρέπει να έχει επομένως στρατηγικές οριοθετήσεις και ένα σαφή οδικό χάρτη που περιλαμβάνει:
-τη σταδιακή μείωση του χάσματος μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων,
-τις ίσες ευκαιρίες για όλους και όλες,
-την πλήρη απασχόληση,
-την αναδιανομή του εισοδήματος,
-την επέκταση των δικαιωμάτων,
-το ισχυρό Κράτος Πρόνοιας με έμφαση στην καθολική πρόσβαση στην Υγεία και την Παιδεία,
-την ανάκτηση από την πολιτική δημόσια εξουσία εργαλείων οικονομικής πολιτικής που θα περιορίσουν τη φορολογική ανισότητα και θα εισάγουν μια νέα ιεράρχηση κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών στις επενδύσεις,
-τη βαθιά αλλαγή στις λειτουργίες του πολιτικού συστήματος.
Όλες αυτές οι κυβερνητικές συντεταγμένες προσδιορίζονται από μικρές ή μεγαλύτερες ρήξεις, για τις οποίες το κόμμα πρέπει να προετοιμάζεται και να προετοιμάζει, να παρεμβαίνει στην κοινωνία, να διευρύνει το πλαίσιο άσκησης μιας πολιτικής. Ακριβώς γιατί ο «πόλεμος θέσεων» που κάνουμε εμπεριέχει σημαντικά πεδία συγκρούσεων: Δεν μπορεί  να αναδιανεμηθεί το εισόδημα χωρίς να υπονομευθεί μεγάλο μέρος του ιδιωτικού κέρδους, δεν μπορεί το Κράτος να οργανώσει ρυθμίσεις κοινού συμφέροντος χωρίς να αποξενώσει ιδιωτικές επενδύσεις ή «επενδύσεις». Δεν μπορεί να εισάγει μεγάλες τομές στον εκδημοκρατισμό της παραγωγής χωρίς να συμπεριλάβει στο σχεδιασμό του την ιδεολογική αντεπίθεση του ιδιωτικού κεφαλαίου που διαρκώς θα επιζητά «ασφαλέστερο πολιτικό περιβάλλον». Όλα αυτά τα πεδία πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων μόνο ένα ισχυρό κόμμα μπορεί να τα διαχειριστεί. Ένα κόμμα όμως βαθύτατα πολιτικοποιημένο, με θεωρητικό και πολιτικό εξοπλισμό, με εξωστρέφεια στους κοινωνικούς χώρους.

Έξι βασικά πράγματα για τον ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη περίοδο

1. Να διαχειριστεί μια δυναμική συζήτηση για το κόμμα και την κυβέρνηση. Η συζήτηση περί σχέσεων κόμματος – κυβέρνησης δεν πρέπει να γίνει με παλαιές και ξεπερασμένες θεωρητικές προσεγγίσεις. Συνήθως η συζήτηση αυτή εξαντλείται σε διαπιστώσεις δεοντολογίας: «το κόμμα (πρέπει να) πιέζει την κυβέρνηση», «(να) κριτικάρει την κυβέρνηση», «(να) ελέγχει την κυβέρνηση», κοκ. Τελευταία έχει προστεθεί και η φράση: «το κόμμα πρέπει να στηρίζει στην κοινωνία το κυβερνητικό έργο». Είναι κατά τη γνώμη μας λάθος μέθοδος συζήτησης, λάθος σημείο αφετηρίας.
Το κόμμα για να τα κάνει όλα αυτά και πολύ περισσότερα, πρέπει να αλλάξει το πεδίο της δραστηριότητάς του. Το κόμμα δεν πρέπει να «βλέπει» προς την κυβέρνηση, αλλά προς την κοινωνία και το κοινωνικό σώμα. Να οργανώσει και να κάνει συνεκτική την κοινωνική συμμαχία που εκπροσωπεί. Έχει το δικό του πεδίο βολής, τον δικό του ορίζοντα. Θα ήταν δομικό λάθος να εξαρτήσει τη δουλειά του και το χώρο του από την κυβέρνηση. Ούτε μπρος ούτε πίσω από την κυβέρνηση. Κανένας ετεροκαθορισμός από την κυβέρνηση. Στροφή προς το κοινωνικό σώμα, με μαζικό προσανατολισμό, στρατηγική συγκρότησης κοινωνικών μετώπων και ανάδειξη μαζικών κοινωνικών στελεχών. Εάν και εφόσον τα κάνει όλα αυτά, τότε η επίδραση προς την «κυβέρνηση» θα είναι αυτονόητη και πολύ σημαντική. Γιατί, απλούστατα, δεν θα είναι παρακολούθημα του κράτους αλλά ισχυρό «κόμμα της κοινωνίας».

2. Το κόμμα επιβάλλεται να αποκτήσει μαζικό προσανατολισμό και συγκροτημένη δουλειά πεδίου. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Το κόμμα πρέπει να ρίξει το βάρος του στη διεύρυνση και σταθεροποίηση της κοινωνικής εκλογικής βάσης, να αντιστοιχηθεί με αυτήν με ένα πολιτικό πρόγραμμα και μια πολιτική ανάδειξης νέας γενιάς μαζικών κοινωνικών στελεχών, με μετρήσιμους στόχους μέσα στην επόμενη πενταετία. Στην πρώτη γραμμή των στόχων του πρέπει να είναι η δημιουργία / ισχυροποίηση συνδικάτων και δομών κοινωνικής αντιπροσώπευσης, με έμφαση στην ένταξη όλων των «αποκλεισμένων» σε αυτήν, ο πλήρης εκδημοκρατισμός της ΓΣΕΕ και η οριστική συντριβή του συνδικαλιστικού καρτέλ που λυμαίνεται τα συνδικάτα· η ανάπτυξη ενός ισχυρού και δομημένου νεολαιίστικου και πολιτισμικού κινήματος στη χώρα, με έμφαση στην κατοχύρωση κοινωνικών και επικοινωνιακών δικαιωμάτων· και βεβαίως, η ενίσχυση των τοπικών δομών αλληλεγγύης με στόχο την καθοριστική ενίσχυση της Αριστεράς στο τοπικό κράτος (γειτονιές, δήμοι, περιφέρειες), εκεί, δηλαδή, που συγκροτούνται και ανασυγκροτούνται οι κοινωνικές συμμαχίες μακροχρόνια.

3. Ο μαζικός κοινωνικός προσανατολισμός του κόμματος πρέπει να εκφράζεται σε «μετρήσιμους στόχους». Βασικός στόχος, π.χ., του κόμματος πρέπει να είναι η ενίσχυση των θέσεών του στο πεδίο της Αυτοδιοίκησης, με ορίζοντα τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να οργανώσει τοπικές κοινωνικές συμμαχίες και αναπτυξιακά προγράμματα, να δημιουργήσει συναρθρώσεις των κοινωνικών και κινηματικών αιτημάτων με εφικτά προγράμματα τοπικής δια-κυβέρνησης και, στο τέλος, να αναζητήσει τα κατάλληλα πρόσωπα που να μπορούν να εκπροσωπήσουν τα παραπάνω. Οι οργανώσεις του κόμματος – και συνολικά το κόμμα – θα κριθεί εμπράκτως από τη δυνατότητα να αυξήσει καταλυτικά την επιρροή του κόμματος στις τοπικές κοινωνίες και τα τοπικά κράτη, ακριβώς δηλαδή εκεί που συγκροτούνται εμβρυακά οι κοινωνικές συμμαχίες.

4. Το κόμμα χρειάζεται να αποκτήσει ξανά ισχυρό θεωρητικό και διανοητικό πυλώνα. Τμήμα θεωρίας, θεωρητικό περιοδικό παραγωγής πολιτικής σκέψης, ομάδες εργασίας και ανοιχτών θεωρητικών συζητήσεων, αναβάθμιση του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς». Χωρίς επαναστατική θεωρία και θεωρητικές επεξεργασίες δεν μπορεί να υπάρχει συλλογικός διανοούμενος, μόνον εμπειρικές και αποσπασματικές παρεμβάσεις.

5. Προφανώς, όλη αυτή η στρατηγική για το κόμμα περνάει μέσα από την ενίσχυση των δομών του και της ενδοκομματικής του δημοκρατίας. Επιβάλλεται μια διευρυμένη συζήτηση για ένα κόμμα μαζικό, ανοικτό στα κοινωνικά κινήματα και τις συλλογικότητες, με καταστατικές αλλαγές που θα εμβαθύνουν τη δημοκρατία και την εσωκομματική απογραφειοκρατικοποίηση, με αναβαθμισμένα όργανα πολιτικής συγκρότησης και παραγωγής πολιτικής και στρατηγικής. Είναι ανάγκη να αντιληφθούμε συλλογικά ότι το κόμμα δεν είναι στελεχιακά ένα συμπλήρωμα της κυβέρνησης, αλλά αντίθετα το κέντρο παραγωγής της πολιτικής. Αν δεν συμβεί αυτό, τότε οι σχέσεις εκπροσώπησης θα μεταβληθούν σε σχέσεις διαμεσολάβησης και η ιδεολογική μετάλλαξη θα το καταστήσει ατροφικό οργανισμό.

6. Το κόμμα πρέπει να ξαναβρεί τη συντροφικότητα και την ανιδιοτέλεια της παλιάς αγνής αριστεράς. Το ηθικό πλεονέκτημα πρέπει να διατηρηθεί πάση θυσία, γιατί είναι η υλική βάση κάθε αριστεράς διαχρονικά. Η ανάγκη αυτή δεν διατυπώνεται σαν μια «ηθικιστική» επίκληση, αλλά σαν βαθιά πολιτική και υλική αναγκαιότητα που πρέπει να διαπερνά κάθε κοινωνικό υποκείμενο που έχει στόχο μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη κοινωνία.

 

Κυβέρνηση και εξουσία

 

Από την άλλη πλευρά, η κατάκτηση της «κυβέρνησης» δεν είναι κάτι αμελητέο. Το εργαλείο αυτό της εκτελεστικής εξουσίας εξακολουθεί να έχει ειδικό βάρος στη δομή του αστικού κράτους και να μπορεί επομένως να αποτελέσει ένα βραχίονα μετατοπίσεων των συσχετισμών και «ξεκλειδώματος» των νεοφιλελεύθερων δομών. Η «κυβέρνηση» δεν ταυτίζεται μεν με την κατάκτηση της εξουσίας, δεν παύει ωστόσο να αποτελεί ένα κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα των εργαλείων που διαθέτει το αστικό κράτος. Η ανάληψη της κυβέρνησης επομένως προσφέρει ένα εργαλείο για τη συνέχιση αυτής της πάλης από μια πιο προνομιακή θέση. Αποτελεί κατά συνέπεια στρατηγικό πεδίο κατάκτησης στον «πόλεμο θέσεων» που διεξάγουν οι λαϊκές τάξεις απέναντι στην κυριαρχία του κεφαλαίου.
Και το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι με ποιόν τρόπο μπορεί να ασκηθεί η «κυβέρνηση» ώστε να μην είναι μια γραμμική συνέχεια του νεοφιλελευθερισμού αλλά να εξυπηρετείται βήμα-βήμα και διαδοχικά μια στρατηγική ήττας του νεοφιλελευθερισμού, μια πολιτική επαναθεμελίωσης του κοινωνικού και δημοκρατικού κράτους, μια πολιτική κοινωνικού μετασχηματισμού. Και πιο συγκεκριμένα:
-ποια πολιτικά και οικονομικά κριτήρια θα υπηρετήσουμε για να πετύχουμε το στρατηγικό μας στόχο,
-πώς θα μετασχηματίσουμε τη δομή της κρατικής διοίκησης και με ποια εργαλεία ώστε να αντιστρέψουμε την προνομιακή σχέση του κεφαλαίου με το Κράτος έναντι των λαϊκών τάξεων,
-τι μεταρρυθμίσεις οφείλουμε να κάνουμε στις εργασιακές και παραγωγικές σχέσεις, ώστε να παλέψουν από καλύτερες θέσεις οι δυνάμεις της εργασίας,
- πώς μπορούμε να εξουδετερώνουμε ενδεχόμενους μελλοντικούς πολιτικούς εκβιασμούς από τις κυρίαρχες ολιγαρχικές ελίτ,
-τι είδους πολιτική οικονομία θα υιοθετήσουμε και κυρίως να αναζητήσουμε και να βρούμε εκείνες τις μεταβλητές  που, εξυπηρετώντας τες, φθάνουμε ένα βήμα κοντύτερα στον στρατηγικό μας στόχο, τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Αυτά είναι μερικά ίσως από τα μεγάλα ανοικτά ερωτήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε σ’αυτό που ονομάζεται «κυβερνητική πολιτική» ή αλλιώς «αριστερή διακυβέρνηση». Οφείλουμε να τα απαντήσουμε ολοκληρωμένα, γιατί από την απάντηση που θα δώσουμε θα εξαρτηθεί και η επιτυχία της «πρώτης αριστερής κυβέρνησης» αλλά και η φυσιογνωμία του κόμματος τα επόμενα χρόνια. Γιατί όχι, πιθανόν και η ίδια του η ύπαρξη. Αν δεν τα απαντήσουμε και μείνουμε στις βεβαιότητες των παλιών μας γνώσεων ή στη ρουτίνα της τρέχουσας πραγματικότητας, ο κίνδυνος του κυβερνητισμού θα φουντώσει και ενδεχομένως θα μας καταπιεί. Δεν θα ιππεύσουμε εμείς την πορεία των πραγμάτων, θα μας ιππεύσει η «αντικειμενική πραγματικότητα».

 

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet