%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%b9%cf%83

 

Η συντονισμένη επίθεση που δέχεται η σημερινή κυβέρνηση σε όλα σχεδόν τα μέτωπα, με καταφανή στόχο την αποδυνάμωση και κατάρρευσή της τελικά, μας φανερώνει μεταξύ άλλων πόσο σημαντικό εργαλείο είναι ο έλεγχος, ακόμη και ο μερικός, του κυβερνητικού μηχανισμού.
Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης το γνωρίζουν πολύ καλά. Γι’ αυτό και δεν ζητούν τίποτε λιγότερο από την πτώση της και την κατάληψη των θώκων της κυβερνητικής εξουσίας από τους αρεστούς σ’ αυτούς. Αρκετοί από τους υποστηρικτές τής κυβέρνησης ή από εκείνους που θα όφειλαν να την υποστηρίζουν στις δεδομένες συνθήκες, φαίνεται πως διατηρούν ορισμένες αμφιβολίες: η ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης, ιδίως όταν τα περιθώρια άσκησης αριστερής πολιτικής είναι ασφυκτικά περιορισμένα, σκέφτονται πως θα έπρεπε να αποφεύγεται.
Δεν έχουμε εμπειρία, ούτε και θεωρητικές επεξεργασίες επαρκείς, ώστε να οδηγηθούμε ασφαλώς σε αναμφίβολα ορθές επιλογές σ’ αυτές τις συνθήκες. Ωστόσο, η απλή λογική μάς υποδεικνύει ότι το καλύτερο που έχει να κάνει όποιο κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση ή είναι κορμός μιας κυβέρνησης, είναι να παραμείνει όσο το δυνατόν περισσότερο, με στόχο την εφαρμογή τού μεγαλύτερου δυνατού μέρους του κυβερνητικού προγράμματος.

Ένα κόμμα με αντισώματα

Όμως, προσχωρώντας σ’ αυτή την όχι και τόσο ρηξικέλευθη παραδοχή, προκύπτει αμέσως ένας κίνδυνος: προκειμένου να μην απειληθεί η σταθερότητα της κυβέρνησης, να υπερασπιζόμαστε και να δικαιολογούμε κάθε ��πιλογή της, κάθε ενέργειά της. Τη στιγμή, μάλιστα, που και η πραγματικότητα μέσα στην οποία καλείται να ασκήσει πολιτική, είναι εξαιρετικά δυσμενή -το ίδιο και οι συσχετισμοί.
Ο κίνδυνος αυτός αντιμετωπίζεται με την οικοδόμηση ενός κόμματος που, παρότι μετέχει στην κυβέρνηση, έχει εκείνη τη μαζικότητα, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και την ιδεολογία, που του επιτρέπουν να διατηρεί την απαραίτητη απόσταση κριτικής στήριξης του κυβερνητικού έργου. Να βουλεύεται, δηλαδή, πολιτικά και συλλογικά αυτοτελώς, διαμορφώνοντας και αναδιαμορφώνοντας τις πολιτικές του θέσεις. Ενώ, από την άλλη, όντας προσανατολισμένο στην κοινωνία και τα κινήματά της, μπορεί να εκπληρώνει και την αποστολή τής άμεσης μεταφοράς του παλμού της κοινωνίας στο κυβερνητικό επίπεδο. Και όχι μόνο: είναι σε θέση να μετέχει στη διαμόρφωση αυτού του παλμού.
Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να έχει το κόμμα στο σύνολό του, τα συλλογικά του όργανα, τα μέλη του ένα-ένα, οι οργανώσεις του, τα τμήματα της ΚΠΕ, συνείδηση του ξεχωριστού ρόλου τους, που είναι διακριτός από το ρόλο των κυβερνητικών οργάνων και μηχανισμών, ακόμα κι όταν αυτά τα τελευταία στελεχώνονται από τα ίδια τα μέλη του κόμματος.

Το κόμμα βλέπει πιο μακριά απ’ την κυβέρνηση

Από την άποψη αυτή, δεν αποτελεί γραφειοκρατική υποχρέωση η συζήτηση και η ψήφιση στα συνέδρια του κόμματος ενός προγράμματος που είναι διακριτό από το κυβερνητικό πρόγραμμα. Το κόμμα, ως εκλογικός οργανισμός, έχει σημείο αναφοράς το πρόγραμμά του και όχι το κυβερνητικό πρόγραμμα, που μπορεί να είναι και αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με άλλες πολιτικές δυνάμεις ή κοινωνικές οργανώσεις, ή προϊόν συμβιβασμών.
Ακόμη, το κόμμα έχει ανάγκη να ανανεώνει τις αναφορές του στις αρχές και τα οραματικά στοιχεία του προγράμματός του, καθώς και στο στόχο της κοινωνικής αλλαγής. Όχι από πίστη σε ένα τελετουργικό, αλλά σαν απαραίτητο στοιχείο της συγκρότησής του ως διακριτού πολιτικού σχηματισμού της αριστεράς. Μερικές φορές αυτές οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ύπαρξης ενός κόμματος της αριστεράς θεωρούνται -είτε σκόπιμα είτε εκ πλάνης- εμπόδια στην ευρύτερη απήχηση που χρειάζεται να έχει ένα κόμμα της αριστεράς, ή ακόμα στις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που χρειάζεται να συνάψει.
Θα αρκούσε για να αντικρούσουμε αυτή την πλάνη, να αναφέρουμε εδώ τις μεγάλες στιγμές του ιστορικού ΚΚΕ στη δική μας παράδοση της αριστεράς, που, χωρίς να αποσιωπήσει το στρατηγικό του στόχο, μπόρεσε να συνάψει ευρύτατες συμμαχίες. Το ίδιο και η ΕΔΑ, και μάλιστα σε δύσκολες συνθήκες, όπως της μετεμφυλιακής περιόδου.

Το στρατηγικό όπλο των συμμαχιών

Καθώς πλησιάζει το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, ακούγονται προβληματισμοί που έχουν σχέση με όσα συζητούμε εδώ. Γίνονται σκέψεις για «διευρύνσεις», για «ανοίγματα». Ο σεχταρισμός είναι κατάρα για την αριστερά. Είναι αλήθεια. Όμως η σαφήνεια της πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησής της είναι η πιο μεγάλη αρετή της.
Διευρύνσεις και ανοίγματα μπορεί να κάνει σε εκλογικές περιόδους και μετεκλογικά ένα κόμμα τής αριστεράς, με στόχο τη μεγιστοποίηση της κοινοβουλευτικής δύναμης ή την ενίσχυση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Αυτό, όμως, δεν επιτυγχάνεται ούτε με μετατροπή των ψηφοδελτίων σε σωρό-κουβάρι και χωρίς εχέγγυα πολιτικής συνέπειας (έχουμε και πρόσφατες εμπειρίες, που αποτρέπουν από μια τέτοια πρακτική).
Πολύ περισσότερο δεν επιτυγχάνεται με «διεύρυνση» του κόμματος, δηλαδή με τη μετάλλαξή του σε κάτι άλλο, δήθεν ευρύτερο. Πόσες δεκαετίες χρειάζεται να περάσουν, για να αντιληφθούμε ότι η αριστερά είναι που λεηλατήθηκε -και με δικά της λάθη- από το κέντρο, και ότι δεν θα γίνει ηγεμονική δύναμη μιμούμενη τη μεταμφίεση του κέντρου σε «κεντροαριστερά», αλλά επηρεάζοντας το υπαρκτό και διακριτό κέντρο, ώστε να συμμαχήσει μαζί της, κόβοντας τους δρόμους που το ωθούν προς τα δεξιά; Αυτό μπορεί να συμβεί με την άσκηση της ηγεμονικής επιρροής της και όχι με την αφομοίωσή της σε μια «κεντροαριστερά», που επινοήθηκε στη χώρα μας ακριβώς για να λεηλατήσει την αριστερά;
Πόσες δεκαετίες χρειάζεται να περάσουν μέχρι να αντιληφθούμε ότι η αριστερά έχει ανάγκη από μια σοβαρή και μακροπρόθεσμη πολιτική συμμαχιών και όχι από ευκαιριακές «διευρύνσεις» και μεταμορφώσεις;
Είπαμε και πιο κάτω ότι είναι παραπάνω κι από θεμιτή η επιδίωξη της αξιοποίησης του εργαλείου της κυβέρνησης. Είναι αναγκαία. Όμως, αν αυτή δεν επιδιωχθεί με τα κατάλληλα μέσα και για τους προγραμματικούς σκοπούς, μπορεί να καταλήξει να γίνει απλός -και καταστροφικός- αυτοσκοπός.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet