andrzej-wajda

Του Στράτου Κερσανίδη

Ο πολωνός σκηνοθέτης, Αντρέι Βάιντα δεν κατοικεί πια εδώ. Η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή διαδικτυακά από την Ένωση Πολωνών Σκηνοθετών, την περασμένη Δευτέρα.
Και τώρα έρχεται η ώρα να γράψεις μερικά λόγια για το έργο του και ανακαλύπτεις πως είναι τεράστιο, ο χώρος της εφημερίδας μικρός και η υποκειμενικότητα ή και η άγνοια ακόμη θα το αδικήσει. Γύρισε περίπου 50 ταινίες, από τις οποίες γνωστές στην Ελλάδα είναι γύρω στις 20. Οπότε θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες συνισταμένες των ταινιών του και να αναφέρω μερικές, με τον κίνδυνο να παραλείψω κάποιες που ένας άλλος ενδεχομένως να είχε επιλέξει.
Ο Αντρέι Βάιντα θεωρείται ως ένας από τους στυλοβάτες του πολωνικού κινηματογράφου, αφενός εξαιτίας της ιδιαίτερης αισθητικής ματιάς του, αφετέρου επειδή με το έργο του συντέλεσε στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των συμπατριωτών του, μέσα από την καταγραφή και την εμβάθυνση της πολωνικής Ιστορίας.
Σπούδασε στο Λοτζ, την πόλη η οποία συνέδεσε το όνομά της με τον σπουδαίο κινηματογράφο της Πολωνίας και ονόματα μεγάλων κινηματογραφιστών, όπως ο Ρομάν Πολάνσκι, ο Κριστόφ Κισλόφσκι, ο Αντρέι Ζουλάφσκι κ.ά.
Το σινεμά του είναι ρεαλιστικό, διερευνητικό, τολμηρό. Οι ήρωές του, συνήθως, είναι άνθρωποι καθημερινοί που βιώνουν την τραγικότητα των καταστάσεων, συχνά δεν έχουν τίποτε το ηρωικό, αντίθετα απογυμνώνονται αναδεικνύοντας συχνά την άσχημη πλευρά του ανθρώπου. Κάτι που είναι εμφανές στις ταινίες του, που εκλαμβάνονται ως τριλογία, με θέμα το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αντίσταση εναντίον των ναζί, δηλαδή τις «Μια γενιά» (1955), «Κανάλ» (1957) και «Στάχτες και διαμάντια» (1961). Ταινίες με τις οποίες το πολωνικό σινεμά για πρώτη φορά γίνεται γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το 1969 σκηνοθετεί τη συγκλονιστική πικρή και υπονομευτική σάτιρα, «Κυνηγώντας μύγες», ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1970 το όνομά του γίνεται ακόμη πιο γνωστό στο εξωτερικό με άλλη μια τριάδα ταινιών με τις οποίες ασκεί κριτική στο καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού: «Ο άνθρωπος από μάρμαρο» (1977), «Χωρίς αναισθητικό» (1978) και «Ο άνθρωπος από σίδερο» (1981). Ο Βάιντα «ξύνει» πληγές, δημιουργεί ρωγμές και αναδεικνύει έναν καφκικό κόσμο παραλογισμού.
Το 1970 με το «Δαντών», μιλά για τη μοίρα των επαναστατών, κοιτάζοντας λοξά προς την πατρίδα του που ο στρατηγός Γιαρουζέλσκι κυριαρχεί και πολλά στελέχη της Αλληλεγγύης φυλακίζονται.
Βέβαια μη θεωρηθεί πως τα θέματά που απασχόλησαν τον κινηματογράφο του Βάιντα αφορούν αποκλειστικά την Ιστορία της Πολωνίας. Σκηνοθέτησε και ταινίες κομψοτεχνήματα αισθητικής, δράματα εποχής, ψυχογραφήματα, όπως για παράδειγμα τις «Όλα για πούλημα» (1968), «Ο γάμος» (1973), ή «Οι δεσποινίδες από το Βίλκο» (1979), αλλά και ταινίες επηρεασμένες από τη νουβέλ βαγκ, όπως η «Αθώοι και γόητες» (1960).
Δεν σταμάτησε να δημιουργεί ούτε στιγμή, να γοητεύει και να προκαλεί. Το 2008 ξεσήκωσε θύελλες με το «Κατίν», όταν ανέδειξε μια σκοτεινή πτυχή της πολωνικής ιστορίας. Δηλαδή τους αληθινούς υπεύθυνους της σφαγής στο δάσος Κατίν, η οποία μέχρι τότε χρεωνόταν στους ναζί, μόνο που ο πραγματικός υπεύθυνος της σφαγής των πολωνών αξιωματικών ήταν ο Στάλιν.
Άλλες σημαντικές ταινίες του Αντρέι Βάιντα είναι «Η γη της επαγγελίας» (1975) και «Βαλέσα η δύναμη της ελπίδας» (2004).
Ο Βάιντα δημιούργησε σε μια εποχή που ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Για το λόγο αυτό, και ενώ το σινεμά του ασκούσε κριτική στο ανελεύθερο καθεστώς της πατρίδας του, χρησιμοποιήθηκε από την άλλη πλευρά για προπαγανδιστικούς λόγους.


ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet