Το ερώτημα είναι τι αστυνομία θέλουμε

 

vidali

Η Σοφία Βιδάλη είναι εγκληματολόγος που ασχολείται και με τη λειτουργία της αστυνομίας και  της αστυνόμευσης σε σχέση με την αντιμετώπιση του εγκλήματος. Συζητάμε μαζί της για την μεταρρύθμιση της αστυνομίας, που μοιάζει περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Η αστυνομία βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα, με αφορμή την καταγγελλόμενη κακοποίηση ανήλικων προσφύγων στο ΑΤ Ομόνοιας, αλλά και με τη χρήση χημικών εναντίον συνταξιούχων διαδηλωτών. Το υπουργείο ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τη δεύτερη περίπτωση, ενώ στην πρώτη επιφυλάχθηκε έως ότου ερευνηθεί η καταγγελία. Πώς σχολιάζεις αυτά τα δύο περιστατικά;
Πρέπει να προσδιορίζουμε, κάθε φορά, για ποια αστυνομία μιλάμε. Υπάρχει μια αστυνομία, η οποία είναι ορατή και έρχεται σε άμεση επαφή με τον κόσμο, που, εδώ και χρόνια, αντιμετωπίζει πρόβλημα αφενός στον τρόπο που το κάνει αυτό και αφετέρου στην άσκηση πραγματικής αστυνόμευσης. Μέχρι στιγμής, δεν βλέπω να έχει γίνει κάποια ουσιαστική μεταρρύθμιση. Πράγματι το υπουργείο ανέλαβε την πολιτική ευθύνη και σωστά έκανε. Όμως, όσο ο αστυνομικός βάσης παραμένει ανεκπαίδευτος στο πεδίο, όσο δεν έχει σαφείς και οριοθετημένες αρμοδιότητες, αυτά τα περιστατικά θα συμβαίνουν. Υπάρχει, όμως, και η αστυνομία που διερευνά το οργανωμένο έγκλημα και γενικά το σοβαρό έγκλημα, στην οποία καταγράφεται σειρά παρεμβάσεων σε θετική κατεύθυνση. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο να καταδικάζουμε περιστατικά βίας και αυθαιρεσίας, αλλά να ανοίξει η συζήτηση για το ποια είναι η κατάσταση της εγκληματικότητας στην Ελλάδα. Περίμενα και περιμένω από τον ΣΥΡΙΖΑ να επεξεργαστεί το ζήτημα αυτό και να προχωρήσει σε μια σοβαρή μεταρρύθμιση. Αυτή, όμως, για να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να βρίσκεται σε συνεκτική σύνδεση με το υπόλοιπο ποινικοκατασταλτικό σύστημα και να αφορά ταυτόχρονα την αστυνομία, τη δικαιοσύνη και τις φυλακές.

Το πλαίσιο μεταρρύθμισης

Η μεταρρύθμιση της αστυνομίας σε ποιο πλαίσιο θα πρέπει να κινείται;
Η μεταρρύθμιση σε ένα οποιοδήποτε σώμα προϋποθέτει ότι θα ακούσεις τα αιτήματα και τις προτάσεις που υποβάλλουν τα μέλη του. Και η διαβούλευση δεν πρέπει να περιορίζεται στους συνδικαλιστές, αλλά να συμπεριλάβει τους αστυνομικούς βάσης. Ακόμα, μια μεταρρύθμιση πρέπει να αποτιμά  πέρα από τα αρνητικά και τα θετικά σημεία του σώματος, τα οποία συχνά παραλείπονται. Τέλος, θα πρέπει να δούμε ποιος θα κάνει τη μεταρρύθμιση και σε αυτή τη σκέψη στηρίχθηκε το Ινστιτούτο Αντεγκληματικής Πολιτικής, που προτείνουμε εδώ και χρόνια, χωρίς αποτέλεσμα. Ανταυτού ιδρύθηκε το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας, τη στιγμή που χρειαζόμαστε μια σύμπραξη ειδικών επιστημόνων και αστυνομικών, σε μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση, διότι η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι ιδεολογικά ουδέτερη. Και το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι αστυνομία θέλουμε. Η γνώμη μου είναι πως χρειαζόμαστε μια αστυνομία, που θα είναι δημοκρατική, ως προς τον έλεγχό της και τη λήψη αποφάσεων, και ταυτόχρονα ανθρωποκεντρική. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο διευθυντής ή ο υπουργός. Χρειάζεται συλλογική προσπάθεια, που θα καταλήξει σε ένα νομοσχέδιο.

Για να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας της αστυνομίας δεν πρέπει να αλλάξει και η εκπαίδευση του προσωπικού της;
Φυσικά. Και σε αυτό το ζήτημα έχει γίνει σειρά λαθών, φτάνοντας τον  τρόπο εκπαίδευσης της αστυνομίας σε οριακό σημείο. Η αστυνομία έχει ανάγκη από θεωρητική και από επιχειρησιακή εκπαίδευση. Σωστά καταργήθηκε ο στρατωνισμός, αλλά τι έρχεσαι να κάνεις μετά από αυτό; Η εκπαίδευση πρέπει να αλλάξει διότι άλλο ο αστυνομικός περιπολίας και άλλο ο αστυνομικός που διώκει το οργανωμένο έγκλημα. Χρειάζεται λοιπόν άλλου τύπου εκπαίδευση, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει ο αστυνομικός να έχει την εμπειρία, όπως συμβαίνει σε όλα τα επαγγέλματα, όλου του φάσματος λειτουργιών που επιτελεί κάνει η αστυνομία και να μπορεί να εξελιχθεί.
Γενικά πάντως μιλώντας, όποιος θέλει να κάνει στην Ελλάδα μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι θα έχει να αντιμετωπίσει τις αγκυλώσεις του υπάρχοντος συστήματος. Αλλά αυτό είναι θέμα πολιτικής βούλησης. Και πιστεύω ότι η αστυνομία στη βάση της είναι ώριμη να δεχθεί αλλαγές, αρκεί να γίνουν με σεβασμό στους ανθρώπους που υπηρετούν. Πλέον έχει παρέλθει η φάση γνωριμίας της κυβέρνησης με την αστυνομία και τώρα χρειάζεται μια μεταρρύθμιση τύπου 1984, όταν έγινε η συγχώνευση χωροφυλακής και αστυνομίας πόλεων. Τώρα θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστική και οργανωτική αναδιάρθρωση μέσα στην αστυνομία, η οποία να είναι και επιχειρησιακού τύπου και οργανωτικού αλλά και αναβάθμισης της ποιότητας του προσωπικού και κυρίως αξιοποίησής του.

Συχνά ασκείται έντονη κριτική από την κοινή γνώμη για τον τρόπο που λειτουργεί η αστυνομία, ιδιαίτερα με τα περιστατικά βίας και αυθαιρεσίας που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Πώς μπορεί να γίνει αποδεκτή από τον κόσμο ως ένα χρήσιμο εργαλείο για τη λειτουργία του κράτους, αλλά και της δημοκρατίας;
Η αστυνομία δεν είναι εργαλείο, αλλά ένας μηχανισμός ανθρώπων που επιτελεί μια πολύ ευαίσθητη κρατική λειτουργία. Είναι συστατικό του Κράτους δεν είναι ένα απλό όργανο όπως λεγόταν παλιά. Στην Ελλάδα ιστορικά έχουμε γνωρίσει την αστυνομία μόνο ως «κατακτητή» στη σχέση της με τους πολίτες. Σε άλλα κράτη δεν ήταν αυτή η εμπειρία. Σήμερα όμως, δεν θεωρώ ότι ο κόσμος στέκεται αρνητικά απέναντι στην αστυνομία. Το αντίθετο θα έλεγα, ο κόσμος νιώθει την ανάγκη ύπαρξης της αστυνομίας. Το θέμα είναι η αστυνομία καλύπτει αυτή την ανάγκη; Η αστυνομία πρέπει να επιλύει διαφορές, να διώκει το έγκλημα, αλλά πάντα να εκπροσωπεί αυτό που λέμε κράτος, δηλαδή ό,τι υπαγορεύει το σύνταγμα, που θεμελιώνει κάθε κρατική εξουσία στην εξουσία του λαού. Επομένως, χρειάζεται μια αστυνομία που θα προστατεύει και θα υπηρετεί το λαό.

Πέραν της μηδενικής ανοχής

Ο Κ. Μητσοτάκης επιμένει στη ρητορική της τάξης και της ασφάλειας. Υπάρχει αντιπρόταση;
Αυτή η συζήτηση μάς γυρνά πάλι πίσω, εκεί που  όλο το πρόβλημα της κοινωνικής δυσφορίας και της αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων συρρικνώνεται σε ένα ζήτημα τάξης. Ταυτόχρονα λειτούργησε και αποπροσανατολιστικά σε σχέση με εγκλήματα που αφορούν την οικονομία, καθώς όλο το βάρος έπεσε στην εγκληματικότητα του δρόμου. Έτσι, η Δεξιά την προηγούμενη περίοδο εξαφάνισε από το δημόσιο λεξιλόγιο ακόμα και τον όρο έγκλημα και μιλάει για παραπτωματικότητα, μια ασαφή παραβατικότητα, δημιουργώντας σύγχυση σε επαγγελματίες και μη για το τι είναι νόμιμο και τι παράνομο. Η πραγματικότητα έδειξε επίσης, ότι το «Δόγμα» της τάξης και της ασφάλειας έχει καταφέρει να γεμίσει τις φυλακές, να στρέψει τους αστυνομικούς απέναντι στον κόσμο και να δαπανηθούν χιλιάδες δισεκατομμύρια, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν διαφορετικά.  Όμως και η Αριστερά στην Ελλάδα δεν έχει επεξεργαστεί μια άλλη πρόταση, να αντιτάξει στην πολιτική της μηδενικής ανοχής. Η καλλιέργεια ενός κοινωνικού αυτοματισμού που διχάζει αστυνομία και πολίτες από την άλλη πλευρά του νομίσματος, έχει συντηρητικά στοιχεία, καθώς υποτιμά το γεγονός ότι ο αστυνομικός σήμερα δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως «όργανο» και ταυτόχρονα δεν μπορεί να ξεχνά πως και ο αστυνομικός είναι εργαζόμενος. Αν η Αριστερά νοιάζεται για τον εργαζόμενο, δεν μπορεί να μην νοιάζεται για τον εργαζόμενο αστυνομικό. Επομένως, χρειάζεται μια άλλη πρόταση.

Το ζήτημα είναι ότι αυτή η πολιτική που εφαρμόστηκε φαίνεται να αποφέρει θετική εκλογική επιρροή στην ...
Η ιδέα αυτή δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι μακροπρόθεσμα  πετυχαίνει ούτε εκλογικά, διότι ανακυκλώνει ένα σύστημα που λέει πως όλα τα προβλήματα είναι προϊόν αταξίας και όχι κοινωνικών ανισοτήτων και αναδιανομής του πλούτου. Αυτό το μοντέλο, όπου εφαρμόστηκε, έφερε μόνο καταστολή και δυστυχία στην κοινωνία, αλλά και στους αστυνομικούς. Δείτε τι συμβαίνει στις ΗΠΑ. Απέναντι στο μοντέλο τάξης και ασφάλειας, η αριστερά και όλος ο δημοκρατικός κόσμος έχει να αντιτάξει το πρόταγμα της προσπάθειας συγκρότησης μιας δίκαιης κοινωνίας, που προστατεύει αυτόν που υπόκειται εκμετάλλευση και μια αστυνομία, η οποία θα ακούει την κοινωνία και θα εφαρμόζει το Σύνταγμα και το νόμο. Ας μην ξεχνάμε πως το μοντέλο της μηδενικής ανοχής γεννήθηκε στις ΗΠΑ όπου υπάρχουν έντονες φυλετικές διακρίσεις και στηρίχθηκε στην παραδοχή πως η αστυνομία με την κοινωνία έχουν κακή σχέση. Η κοινωνία, όμως, δεν είναι ένα αταξικό μόρφωμα ούτε και συρρικνώνεται στην μεσαία τάξη: έτσι δεν είναι αυτή που θα υπαγορεύσει στην αστυνομία τι πρέπει να κάνει, αλλά θα λέει το πρόβλημα που έχει και η αστυνομία να το λύνει, όχι παίρνοντας το μέρος του ενός ή του άλλου.

Τι κάνει το κράτος με τα «άβατα»

Ένα ακόμα ζήτημα που θέτει συνεχώς η Νέα Δημοκρατία είναι ότι υπάρχουν περιοχές «άβατα». Τα Εξάρχεια ή το Ζεφύρι μπορούν να χαρακτηριστούν άβατα; Και τι πρέπει να κάνει το κράτος;  
Καταρχήν πρέπει να πούμε ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις δημιούργησαν τα άβατα, με την πολιτική που ακολούθησαν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Τα Εξάρχεια, εάν είναι άβατο, είναι διότι η περιοχή αποψιλώθηκε από υπηρεσίες που έδιναν ζωή στη γειτονιά, όπως είναι οι μονάδες του Πολυτεχνείου και του Πανεπιστημίου. Έτσι υποκαταστάθηκαν αυτές οι ζωτικές λειτουργίες από εμπορικές λειτουργίες. Και από την άλλη, είναι φανερό πως την τελευταία δεκαετία η στρατηγική της αστυνομίας ήταν να οδηγείται η σύγκρουση στα Εξάρχεια. Το Ζεφύρι έγινε άβατο ύστερα από μια βασική κοινωνική αναδιάρθρωση της περιοχής τη δεκαετία του ’90, όταν οι κάτοικοι έμειναν χωρίς δουλειά. Θέλω να πω πως στην Ελλάδα μιλάνε για τα άβατα, χωρίς να αναρωτιούνται γιατί δημιουργήθηκαν. Χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση των περιοχών αυτών, με την επισκόπηση των πραγματικών προβλημάτων που αυτές αντιμετωπίζουν.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet