fragaki

Της Μαρίκας Φραγκάκη*

Λέγεται ότι τραπεζίτης είναι εκείνος που σου δίνει μια ομπρέλα όταν έχει λιακάδα, αλλά σου την παίρνει όταν πιάσει βροχή… Πράγματι, οι τράπεζες αποτελούν σημαντικό στοιχείο του κύκλου οικονομικής δραστηριότητας, τις διακυμάνσεις του οποίου τείνουν να ενισχύουν αντί να αντισταθμίζουν. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες αποτελούν νευραλγικό τομέα της οικονομίας. Με την έννοια αυτή, ό,τι συμβαίνει στον τραπεζικό τομέα, έχει ευρείες επιπτώσεις στην οικονομία συνολικά και το αντίστροφο.
Αναλαμβάνοντας την εξουσία στις 27 Ιανουαρίου 2015, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήρθε αντιμέτωπη με μια σειρά συσσωρευμένων προβλημάτων του ελληνικού τραπεζικού τομέα, τα οποία επιβάρυναν την κατάσταση της οικονομίας και δυσχέραναν τις διαπραγματεύσεις της νέας κυβέρνησης με τους δανειστές. Τις δυσχέρειες αυτές επιδείνωσε η στάση της ΕΚΤ, η οποία χρησιμοποίησε τα νομισματικά εργαλεία στη διάθεσή της για να ενισχύσει τη θέση των δανειστών.
Οι συνθήκες στον τραπεζικό χώρο στις αρχές 2015 προσδιορίστηκαν από τους προβληματικούς όρους της ανακεφαλαιοποίησης του 2012 και από τη μεγάλη εκροή καταθέσεων και τη συσσώρευση μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ).
Έτσι, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οδηγήθηκε στη σύναψη τρίτου δανείου με επαχθείς όρους, τη συμφωνία του Αυγούστου 2015. Μέρος του δανείου αφορούσε στην ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος, το οποίο ανακεφαλαιοποιήθηκε πριν από το τέλος 2015.
Ειδικότερα, μεταξύ 2008-2014, οι καταθέσεις στις τράπεζες μειώθηκαν κατά 24%, από 228 δισ. ευρώ σε 173 δισ., ενώ τα ΜΕΔ παρουσίασαν ραγδαία αύξηση, από 10,2 δισ. το 2007, σε 78,5 δισ. ευρώ το 2014, ήτοι περίπου 8πλασιάστηκαν. Ως ποσοστό στο σύνολο των δανείων, τα κόκκινα δάνεια αυξήθηκαν από το 4,6% το 2007, στο 33,8% το 2014.
Συνολικά, η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντιμετώπισε από την αρχή ένα αποδυναμωμένο τραπεζικό σύστημα, το οποίο στηρίζονταν στις τονωτικές ενέσεις του δημοσίου. Με αυτές, αντιμετωπίζονταν προσωρινά τα συμπτώματα του προβλήματος, όχι όμως και τα αίτια.
Στην κακιά κατάσταση των τραπεζών, πρέπει να προστεθεί η στάση της ΕΚΤ, που οδήγησε στην ακριβή χρηματοδότησή τους μέσω του Μηχανισμού Έκτακτης Ρευστότητας (ELA), επιδεινώνοντας συνολικά την κατάσταση, μόλις λίγες μέρες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η αναγκαιότητα του capital control

Επιπλέον, την περίοδο Φεβρουαρίου – Ιουνίου 2015, η έγκριση της χρηματοδότησης των τραπεζών από την ΕΚΤ δινόταν με το σταγονόμετρο, ενώ αμέσως μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, επιβλήθηκε ανώτατο όριο δανεισμού. Στις συνθήκες αυτές, η εφαρμογή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων και περιορισμών στις αναλήψεις μετρητών ήταν αναγκαία, προκειμένου να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και, μαζί με αυτό, της οικονομίας.
Σημειώνεται ότι, σε συνέχεια της ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης, η ΕΚΤ επανέφερε
το καθεστώς χρηματοδότησης των τραπεζών απευθείας από την ίδια, μειώνοντας έτσι το κόστος του χρήματος για τις τράπεζες και σηματοδοτώντας την κατ’ αρχήν επιστροφή στην κανονικότητα του τραπεζικού συστήματος.
Η συμφωνία του Αυγούστου 2015, την οποία υποχρεώθηκε να υπογράψει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε συνθήκες ομηρίας του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας, προέβλεπε νέα ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών, δηλαδή των τεσσάρων μεγάλων, τραπεζών με το ποσό των 25 δισ. ευρώ από το σύνολο των 86 δισ. του νέου δανεισμού.
Η ανακεφαλαιοποίηση στηρίχτηκε σε έλεγχο της χρηματοοικονομικής κατάστασης των τραπεζών από την ΕΚΤ, ο οποίος προσδιόρισε τις ανάγκες τους στο συνολικό ποσό των 14,4 δισ. Τελικά, το ελληνικό δημόσιο επιβαρύνθηκε με το ποσό των 5,7 δισ. ευρώ έναντι της αρχικής πρόβλεψης για 25 δισ., καθότι η συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών κάλυψε το υπόλοιπο ποσό.
Σε συνέχεια των παραπάνω, η συμμετοχή του ΤΧΣ στις τράπεζες μειώθηκε σημαντικά.
Οι όροι της νέας ανακεφαλαιοποίησης, όμως, εξασφάλισαν ότι, αν και με μικρότερο ποσοστό, το ΤΧΣ έχει ισχυρότερη παρουσία στα τραπεζικά πράγματα.

Τα κόκκινα δάνεια

Η συμφωνία του 2015 προβλέπει, επίσης, την αντιμετώπιση των λεγόμενων «κόκκινων δανείων», τα οποία όπως είδαμε λίμνασαν επί σειρά ετών. Τα μέτρα που λαμβάνονται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ στοχεύουν σε συνολική λύση των κόκκινων δανείων με τρεις στόχους:
Την προστασία των οικονομικά ευάλωτων δανειοληπτών
Τη δημιουργία ενός δικτύου υποστήριξης και ενημέρωσης των δανειοληπτών
Τη δημιουργία Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.
Επί πλέον, σε συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος, αναθεωρήθηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών, έτσι ώστε να καλύπτονται πληρέστερα οι δανειολήπτες, διευρύνοντας το πεδίο συνεννόησης δανειολήπτη-δανειστή. Μάλιστα, ετοιμάζεται και νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό για τις οφειλές προς τράπεζες, δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία.
Κεντρικός στόχος της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ για τον τραπεζικό τομέα, πέρα και ανεξάρτητα από τη συμφωνία του 2015, είναι να ανακτήσουν οι τράπεζες την ουσιαστική τους λειτουργία, δηλαδή να ασκούν το διαμεσολαβητικό τους ρόλο και να χρηματοδοτούν τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας.

Παράλληλο τραπεζικό σύστημα

Επιπλέον, η ενίσχυση και δημιουργία «παράλληλου» τραπεζικού συστήματος αποτελεί προγραμματικό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ. Επισημαίνεται ότι ο τομέας αυτός δεν είναι άγνωστος στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Αντίθετα, για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας λειτουργούν σε περισσότερες από 20 χώρες 887 οργανισμοί, που εξυπηρετούν 220 εκ. πελάτες.
Στην χώρα μας, ήδη υπάρχει ο πυρήνας ενός «παράλληλου» τραπεζικού συστήματος, αποτελούμενος από συνεταιριστικές και μικρότερες μη συστημικές τράπεζες, οργανισμούς όπως το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (ΕΤΕΑΝ). Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η διεύρυνση και οργάνωση του «παράλληλου» τραπεζικού συστήματος, ώστε να απαντά στις ανάγκες μιας χώρας με πολλές ιδιομορφίες, όπως ορεινές και νησιωτικές περιοχές, σημαντικό αγροτικό τομέα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις που χρειάζονται εξειδικευμένες υπηρεσίες, κλπ. Αυτονόητο ότι ο τρόπος λειτουργίας του πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο για την αποφυγή στρεβλώσεων και σκανδάλων, όπως αυτά που γνωρίσαμε τα τελευταία έτη με το κλείσιμο διαφόρων μικρών τραπεζών.
Συνολικά, οι τράπεζες, ως νευραλγικός τομέας της οικονομίας, επιδρούν και επηρεάζονται άμεσα από αυτήν. Με την έννοια αυτή, ο δημόσιος έλεγχος του τρόπου λειτουργίας των τραπεζών αποτελεί θεμελιώδη όρο για την εύρυθμη λειτουργία τόσο των ιδίων όσο και της οικονομίας γενικότερα.
Οι επισημάνσεις αυτές έγιναν παγκοσμίως αντιληπτές μετά από την κατάρρευση της Lehman Brothers, το Σεπτέμβριο 2008. Παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για τον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη θωράκισή του έναντι των κινδύνων που προκύπτουν από την κερδοσκοπία σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο, διαφαίνεται ότι οι κίνδυνοι αυτοί δεν έχουν αποσοβηθεί, όπως μαρτυρά η περίπτωση της Deutchbank, μιας τράπεζας το μέγεθος της οποίας καλύπτει σχεδόν ολόκληρη τη γερμανική οικονομία!
Στις συνθήκες αυτές, ο αγώνας της αριστεράς στο πολιτικό, κοινωνικό και κινηματικό πεδίο είναι να παρεμβαίνει, να επεξεργάζεται εναλλακτικές προτάσεις, να αγωνίζεται για την εφαρμογή τους στο βραχύ όσο και στο μακρύ χρόνο. Το επικείμενο δεύτερο τακτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει την ευκαιρία για ανταλλαγή απόψεων και συνδιαμόρφωση θέσεων σε ένα δύσκολο όσο και κρίσιμο πεδίο.


* Η Μαρίκα Φραγκάκη είναι μέλος ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet