Του Βασίλη Κωτούλα

Το μνημόνιο είναι κάκιστο και δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να το εφαρμόσουμε, αλλά ποτέ δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι και δικό μας.
Στα πλαίσια της εφαρμογής του πρέπει να εξαντλήσουμε, τα μικρά έστω περιθώρια που αφήνει, για να αμβλύνουμε τα υφεσιακά και αντιλαϊκά του χαρακτηριστικά. Δεν μας επέτρεψε να εφαρμόσουμε το πρώτο χαρακτηριστικό του προγράμματος της Θεσσαλονίκης: να σταματούσαμε τον κατήφορο των προηγουμένων μνημονίων και όχι απλώς να τον επιβραδύνουμε, όπως καταφέραμε. Θα συνεχιζόταν επιταχυνόμενος, όπως είχαν συμφωνήσει, αν συνέχιζαν να κυβερνάνε η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.
Η θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης, η σκληρή λιτότητα, θα ολοκλήρωνε τον κατήφορο, θα οδηγούσε το βιοτικό επίπεδο του λαού μας στο ίδιο περίπου με εκείνο των γειτονικών βαλκανικών χωρών. Επίσης, την ίδια συμπεριφορά με τις χώρες των Βαλκανίων χωρών θα είχαμε με Σαμαρά-Βενιζέλο και στο πρόβλημα των προσφύγων και μεταναστών. Η συνέχιση της εσωτερικής υποτίμησης παραμένει ο στόχος του Σόιμπλε και των δορυφόρων του και παρά τις διαφορές με το ΔΝΤ για τη ρύθμιση του χρέους, ιδεολογικά και από σκοπιά οικονομικής θεωρίας έχουν την ίδια περίπου θεώρηση. Τις αντιθέσεις τους και τις όποιες διαφορές τους να τις αξιοποιούμε στο μέγιστο, αλλά όχι αυταπάτες.
Ο στόχος του Σόιμπλε, και της γερμανικής Ευρώπης, παραμένει η ανατροπή του ΣΥΡΙΖΑ. Η Γερμανία δεν συμπεριφέρεται ως ευρωπαϊκή χώρα, θέλει η Ευρώπη να συμπεριφέρεται ως γερμανική. Ο Σόιμπλε και οι όμοιοί του θα επιμείνουν «μέχρι θανάτου» στο θέμα της μη απομείωσης του χρέους, γιατί το βλέπουν ως βασικό μοχλό πίεσης για τη διατήρηση της χώρας μας ως αποικίας χρέους. Ίσως αυτή τη φορά να μην καταφέρει να επιβάλλει τη γραμμή του.

Ο τρίτος κουβάς και τι πρέπει να περιέχει

Το πραξικοπηματικά επιβαλλόμενο μνημόνιο είναι ο πρώτος από τους τρεις κουβάδες, σύμφωνα με τον σ. Τσακαλώτο. Ο δεύτερος είναι να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση. Εμπεριέχει κυρίως τα εργασιακά που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος τομέας για μας και αμέσως θα ανοίξει η συζήτηση για την αναδιάρθρωση και απομείωση του χρέους. Είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη.
Σε συνέχεια θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε αποκλειστικά με τον τρίτο κουβά που είναι το δικό μας παράλληλο πρόγραμμα. Το πρόγραμμα αυτό έχει μαζί με τον άμεσο στόχο της επανεκκίνησης της οικονομίας, τη δραστική μείωση της ανεργίας, την αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων φτώχειας (αυτό το κάνουμε ήδη) και τη δίκαια ανάπτυξη. Αυτό σημαίνει σταδιακή ανάκτηση απωλειών, των συνταξιούχων, των μικρών και μεσαίων επιχειρηματιών και αυτοαπασχολούμενων, των φτωχών αγροτών, των δικαιωμάτων της εργασίας και του κοινωνικού κράτους (παιδεία, υγεία κ.λπ.) Όλα όσα συνιστούν αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου από πάνω προς τα κάτω. Εμπεριέχει, πρέπει να εμπεριέχει, και στοιχεία κοινωνικού μετασχηματισμού, κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και ιδιοκτησίας, κοινωνικού ελέγχου στα μέσα παραγωγής και κυρίως των τραπεζών. Είναι αυτά τα χαρακτηριστικά μιας αριστερής πολιτικής που υπερβαίνει την απλή και καλύτερη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης.

Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και η έφοδος προς την κυβερνητική εξουσία

Ο αναστοχασμός των θέσεων στο απολογιστικό μέρος δεν είναι επαρκής. Το Σεπτέμβριο του 2014 ο ηγετικός πυρήνας του κόμματος, και κυρίως ο σ. Τσίπρας, έβαλε στο φουλ τις μηχανές για την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας. Με τον αέρα του καθολικά πλέον αποδεκτού ηγέτη στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι μόνο, που κατακτήθηκε με τα άλματα από το 5% περίπου του 2009, στο 17% του Μαΐου του 2012 και στο 27% του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς.
Μέχρι το 2012 –εδώ θέλω να βάλω έναν τόνο αυτοκριτικής που πολλοί πρέπει να κάνουμε– δεν πιστεύαμε ότι ο λαός μας θα αντιδρούσε τόσο δυναμικά στα μνημόνια που οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ευρωπαϊκές και ελληνικές νεοφιλελεύθερες ελίτ και το ΔΝΤ μας επιβάλλανε. Θα μπορούσε να αντιδρούσε πηγαίνοντας προς την άκρα δεξιά, όπως γίνεται σε πολλές χώρες της Ευρώπης.
Εκείνη η αντίσταση του λαού μας μαζί με το τρίτο εκλογικό άλμα τον Γενάρη του 2015, που με το 37% εκτίναξε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση και με το 62% στο δημοψήφισμα, έγραψε τις καλύτερες αγωνιστικές σελίδες αντίστασης μετά από εκείνες κατά του φασισμού τη δεκαετία του ’40.
Μετά τα εκλογικά αποτελέσματα του 2012 συνειδητοποίησα τον μέχρι τότε υπερβολικό πεσιμισμό μου. Η ηγεσία του κόμματος –ο σ. Τρίπρας κυρίως– ερμήνευσε τις διεργασίες της κοινωνίας και είδε ότι η εκλογική δυναμική που ανοίγονταν θα μπορούσε να μας φέρει στην κυβέρνηση. Πείσθηκα απ’ αυτή την ανάλυση, εξάλλου επιβεβαιώθηκε. Όμως στη νικηφόρα εκείνη έφοδο πήγαμε χωρίς επαρκή αίσθηση των κινδύνων, χωρίς επαρκή γνώση για το πόσο αρνητικός ήταν ο συσχετισμός δύναμης στην ΕΕ. Και εδώ οι ευθύνες του σ. Τσίπρα ήταν καθοριστικές.
Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του Σεπτεμβρίου του 2014, με το οποίο νικήσαμε τις εκλογές, δεν ήταν μαξιμαλιστικό, ήταν το μόνο που θα μπορούσε να σταματήσει τον κοινωνικό και οικονομικό κατήφορο της χώρας, που βύθισε στην απώλεια του 26% του ΑΕΠ (πρωτοφανές παγκόσμια, ίσως, για περίοδο ειρήνης), στη μαζική ανεργία (26%), στην κατεδάφιση των συντάξεων, της εργασίας, του κοινωνικού κράτους, τη φυγή στο εξωτερικό (πάνω από 300.000) υπερκαταρτισμένης και μορφωμένης νεολαίας μας, στη μαζική απελπισία ενός ολόκληρου λαού. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης στόχευε στο σταμάτημα αυτού του καταστροφικού κατήφορου, στην έστω και μικρή ανάκτηση απωλειών και στην αντίστροφη πορεία. Αυτό έλεγε ο σ. Τσίπρας σε υψηλούς τόνους. Δεν έλεγε, όμως, και θα έπρεπε να το λέει με περισσότερη γνώση και σαφήνεια, ότι η εφαρμογή εκείνου του μετριοπαθούς προγράμματος προϋπέθεται τη συμφωνία της ευρωπαϊκής ελίτ.
Κάποιοι, νομίζω και ο σ. Σταθάκης, εκφράσανε τον προβληματισμό ότι ίσως τότε, τον Δεκέμβρη του 2014, με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, να ήταν καλύτερα να κάναμε έναν ελιγμό και να παρέμεινε για μερικούς ακόμα μήνες στην κυβέρνηση ο Σαμαράς. Και τώρα δεν είμαι βέβαιος ότι ένας τέτοιος ελιγμός θα ήταν το καλύτερο.

Οι αυταπάτες πληρώνονται

Η υπεραισιοδοξία της ηγεσίας μας ότι θα ανάγκαζε την τρόικα σ’ έναν έντιμο και αμοιβαία ωφέλιμο συμβιβασμό ήταν εντελώς αβάσιμη και επιπόλαια, και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόστους που πληρώνουμε σήμερα οφείλεται σ’ εκείνη τη λαθεμένη εκτίμηση. Την αυταπάτη εκείνη μας την τροφοδότησε και ο σ. Βαρουφάκης, ο οποίος με τις υπερβολές και τα αρκετά επιμέρους λάθη του, που εδράζονταν στις βεβαιότητες και τον αλαζονικό χαρακτήρα του, επιβάρυνε την κατάσταση. Παρακολουθώ τις αναλύσεις του, κυρίως στον ιταλικό Τύπο, και είναι ενδιαφέρουσες. Παραμένει σταθερά στη θέση μένουμε στο ευρώ και στην ΕΕ για την αλλάξουμε, και είναι λιγότερο «επιθετικός» στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αν τις αναλύσεις του τις συνοδεύσει και με αυτοκριτική, ίσως να μπορέσουμε, και το εύχομαι, να ξαναβρεθούμε στον ίδιο βηματισμό.
Ο κόσμος τον Γενάρη του 2015 την εκλογική νίκη θα μας την έδινε, δεν ανακόπτονταν εκείνη η δυναμική ακόμη και αν του λέγαμε από την αρχή ότι μπορεί και να μην πετυχαίναμε τον έντιμο συμβιβασμό. Έτσι, θα ήταν προετοιμασμένος και για το συμβιβασμό ήττας και με περισσότερη καρτερικότητα και αγωνιστικότητα θα υπέμεινε και τις σημερινές δυσκολίες. Θα έλεγε μαζί μας και με περισσότερη αυτοπεποίθηση ότι ναι χάσαμε μια μάχη, αλλά όχι τον πόλεμο. Εξάλλου αυτό περίπου μας είπε με το εκλογικό αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου του 2015.

Αυταπάτη όχι απάτη

Με βάση τα παραπάνω που ανέλυσα τίποτε δεν κρύψαμε και κανένα ψέμα δεν είπαμε. Αν δεν είχαμε κάμει τη λάθος εκτίμηση ως προς το τι είδους συμβιβασμό θα μας ανάγκαζε ο συσχετισμός δύναμης, θα καταστούσαμε σήμερα πολύ πιο δύσκολη την επιχείρηση διαστρέβλωσης και κατασυκοφάντησής μας, που το παλιό και καταδιεφθαρμένο πολιτικό και μιντιακό σύστημα εξαπέλυσε. Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να επαναλαμβάνει με γκεμπελίστικη προπαγάνδα ότι οι αυταπάτες μας για το συσχετισμό δύναμης ήταν συνειδητή απάτη και κοροϊδία για να υφαρπάξουμε την ψήφο των πολιτών, ότι είμαστε ψεύτες και πρώτος και μεγαλύτερος ψεύτης είναι ο σ. Τσίπρας. Ο Μητσοτάκης είναι ο ενορχηστρωτής αυτής της χυδαίας επίθεσης και μου φέρνει στη μνήμη εκείνο που είπε ο σοφός γέρος μενσεβίκος, πρόεδρος της ΕΔΑ, Πασαλίδης: «Αυτός ο τόπος δεν θα δει  θεού πρόσωπο, αν δεν απαλλαγεί από τρεις οικογένειες και μια απ’ αυτές είναι οι Μητσοτάκηδες.» Ήταν και προφητικό.
Επαναλαμβάνω, αν δεν είχαμε κάνει το παραπάνω λάθος, η αντιπαράθεση σήμερα θα προσλάμβανε περισσότερο πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά και ταξικά χαρακτηριστικά και λιγότερο παραπολιτικά, με τη μπάλα συνεχώς πεταμένη στην εξέδρα απ’ όλη σχεδόν την αντιπολίτευση. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν πετάει τη μπάλα στην εξέδρα, κάθεται το ίδιο στην εξέδρα και πετάει πέτρες, και κυρίως εναντίον μας.


ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet