georgulas

* Με αφορμή την εισηγητική ομιλία του Αλ. Τσίπρα

 

Η στιγμή του συνεδρίου για ένα κόμμα της αριστεράς είναι στιγμή κριτικής. Κριτικής αποτίμησης της πορείας που προηγήθηκε και κριτικής αναζήτησης των βημάτων που έπονται.
Έχει σημασία να ξεκινήσουμε την αποτίμηση της εισηγητικής ομιλίας του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα στο 2ο συνέδριο από αυτή την παραδοχή, για να θεμελιώσουμε τόσο την κριτική ματιά μας στο περιεχόμενό της, όσο και για να αποτιμήσουμε την ίδια τη δική της κριτική επάρκεια στη εκτίμηση της πορείας του κόμματος και της κυβέρνησης στο διάστημα από το 1ο στο 2ο συνέδριο.
Ακούγοντάς την –και πολύ περισσότερο μελετώντας το κείμενό της– μένεις με τη γενική εντύπωση πως, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, κόμμα και κυβέρνηση έδωσαν σκληρές μάχες, οι οποίες είχαν λίγο πολύ θετική έκβαση. «Η μεγάλη λαϊκή νίκη του Γενάρη», «ο θρίαμβος του δημοψηφίσματος», το «πέρασμα μέσα από συμπληγάδες», μας ανέδειξε «πιο έμπειρους και πιο ισχυρούς». Αποτέλεσμα: «χτυπηθήκαμε σκληρά, αλλά μείναμε όρθιοι», είμαστε «η αριστερά που δεν φοβάται να μπει στην ίδια τη φωτιά»…
Αν επρόκειτο για μια οποιαδήποτε ομιλία σε μια εμψυχωτική κομματική εκδήλωση, θα μπορούσε κάποιος να δικαιολογήσει τον ηρωικό τόνο. Τη στιγμή της κριτικής αποτίμησης, όμως, χρειάζεται τουλάχιστον μια γενική αναφορά στα κενά, τις αδυναμίες, τις άτοπες εκτιμήσεις, τις λανθασμένες επιλογές, τις ολιγωρίες ίσως –τόσο στην πολιτική λειτουργία του κόμματος όσο και στη λειτουργία της κυβέρνησης– που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της κατάστασης, και ενδέχεται να επιδράσουν αρνητικά στο προσεχές μέλλον, αν δεν αντιμετωπιστούν.
Στο πεδίο αυτό η εισηγητική ομιλία αφήνει μια αίσθηση ελλείμματος, καθώς βρίσκεται σε απόσταση ακόμη και από την προσπάθεια των προσυνεδριακών θέσεων να δουν από αυτή τη σκοπιά την ως τώρα πορεία.

Ο στρατηγικός ορίζοντας

Σε αντιστάθμισμα, κατά κάποιο τρόπο, η εισηγητική ομιλία του Αλ. Τσίπρα εισάγει ένα στοιχείο που δεν το συναντούμε συχνά τον τελευταίο καιρό στις παρεμβάσεις της ηγεσίας. Στέκεται με αρκετή επιμονή στον τονισμό του στρατηγικού στόχου, του στρατηγικού ορίζοντα του ΣΥΡΙΖΑ, τον κοινωνικό μετασχηματισμό, και τον συνδέει ορθά με ένα άμεσο σχέδιο «σωτηρίας των κοινωνικά αδύναμων από μια πρωτόγνωρης έντασης λεηλασία και καταστροφή».Γιατί ο στρατηγικός στόχος δεν μπορεί να επιδιωχθεί, πράγματι, «πάνω σε ερείπια και στάχτες πολυετών προγραμμάτων νεοφιλελεύθερου σοκ», ούτε «πολύ περισσότερο σε συνθήκες πυρηνικής καταστροφής ως συνέχεια της πρόκλησης ασφυξίας και της εξόδου από το ευρώ».
Τη διατύπωση: «Ο κοινωνικός μετασχηματισμός, ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, που είναι το όραμα και ο στρατηγικός ορίζοντάς μας, δεν μπορεί να έρθει πιο κοντά σε συνθήκες υλικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων και δεν μπορεί να είναι υπόθεση διεργασιών σε μία και μόνο χώρα», καλό είναι να την κρατήσουμε, γιατί θα μας χρειαστεί. Όχι τόσο γενικά και θεωρητικά, αλλά ως οδηγός στην απάντηση άμεσων πολιτικών ερωτημάτων, καθώς υπό το πρίσμα αυτής της διαπίστωσης αποκτά ιδιαίτερο βάρος η σύνδεση, που γίνεται στην εισηγητική ομιλία, του απώτερου στόχου με την έξοδο «από τη μέγγενη της επιτροπείας».
Ας επιστρέψουμε, όμως, στην αρχική κριτική παρατήρηση: ότι υπάρχει μια αίσθηση ελλείμματος συγκεκριμένης κριτικής στη δράση και τις επιλογές της ηγεσίας του κόμματος και της κυβέρνησης. Ένα κράτημα μην τυχόν και αποδοθούν σε αδυναμίες υποκειμενικές –που είναι αδύνατο να μην υπάρχουν– αρκετά από τα βάρη που επωμίζονται οι λαϊκές τάξεις.

Νίκες και ήττες

Η «αισιοδοξία της βούλησης» δεν αρκεί για να ερμηνεύσει τα πάντα. Δεν είναι ισχυρό όπλο στη φαρέτρα του ΣΥΡΙΖΑ η διαπίστωση ότι «το κόμμα μας απέδειξε ότι ξέρει να δίνει μάχες και να τις κερδίζει και μάλιστα κόντρα στα προγνωστικά», γιατί δεν μας λέει τίποτα για τη μέθοδο με την οποία θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Ο αγώνας μας δεν αρκεί να είναι «σκληρός και έντιμος», να γίνεται «για τα δίκαια του λαού». Δεν αρκεί να επαιρόμαστε για τις αντιστάσεις που επιδεικνύουμε στις επιθέσεις των αντιπάλων.
Γιατί με αυτή τη συλλογιστική κινδυνεύουμε, αφενός, να επιρρίψουμε την ευθύνη για τα δεινά αποκλειστικά στους αντιπάλους και να απαλλαγούμε εκ των προτέρων από την υποχρέωση της αυτοκριτικής. Αφετέρου, είναι εύκολο από αυτό το δρόμο να φαντασιωθούμε ότι δεν υποχρεωθήκαμε «με το πιστόλι στον κρόταφο», όπως ο ίδιος ο πρωθυπουργός είπε το καλοκαίρι του 2015, να δεχθούμε το τρίτο πρόγραμμα/μνημόνιο, αλλά «αποφασίσαμε», «επιλέξαμε» «να πορευτούμε ένα δύσκολο δρόμο». Έστω κι αν αυτό έγινε για να αποφύγουμε μια «ιστορικού χαρακτήρα στρατηγική ήττα». Μια τέτοια φαντασίωση υπάρχει ο κίνδυνος να μας φέρει πολύ κοντά στην αποδοχή του προγράμματος προσαρμογής σαν δικού μας προγράμματος, ή έστω σαν τμήμα του συνολικού προγράμματός μας.
Δεν πρόκειται για βυζαντινολογία. Δεν είναι ίσως άσχετο από την πιο πάνω συλλογιστική το γεγονός ότι στην ομιλία του ο Αλ. Τσίπρας δεν αναφέρθηκε ούτε στη δική του ακριβέστατη πολιτικά διατύπωση «με το πιστόλι στον κρόταφο» ούτε στην εκτίμηση ότι ο εκβιασμός των πιστωτών καταγράφηκε ως δική μας τακτική ήττα. Όταν, όμως, δέχεσαι ότι απέφυγες μια στρατηγική ήττα, επιλέγοντας την υποχώρηση αντί της «πυρηνικής καταστροφής», δεν μπορεί να αγνοείς ότι το αντίτιμο ήταν υπαρκτό και ότι δεν κερδίζεις τίποτα μη ομολογώντας πως ήδη καταβάλλεται από μεγάλα τμήματα των λαϊκών τάξεων. Πρόκειται σίγουρα για ένα τίμημα μικρότερο από αυτό που θα απαιτούσε η στρατηγική ήττα, αλλά όχι ανύπαρκτο. [βλέπε και σχετική ανάλυση των Βερναρδάκη-Σκλία, που έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο της «Ε».
Η παραδοχή αυτή δεν έχει νόημα απλώς για λόγους ακριβείας και δικαιοσύνης. Χωρίς αυτήν δεν μπορείς να απευθυνθείς πειστικά στις λαϊκές μάζες που πλήττονται από την πολιτική της λιτότητας, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση παίρνει μέτρα για ανακούφιση των ασθενέστερων. Χωρίς αυτή τη θεμελιώδη παραδοχή, κάθε προσπάθεια εξήγησης απέναντί τους ακούγεται σαν απόπειρα εξαπάτησης ή κοροϊδίας: «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι»…
Από την άποψη αυτή, μπορεί να εξηγείται η απουσία μιας τέτοιας αναφοράς στην ομιλία του σύντροφου Τσίπρα, αλλά δεν δικαιολογείται. Είναι σαν εγκατάλειψη ενός ισχυρού όπλου.

Ασθενεί μου το… κόμμα, ασθενεί και η ψυχή…

Εκεί, όμως, που δύσκολα μπορεί να βρει κάποιος σταθερή και επαρκή βάση για αποδοτική συζήτηση, είναι οι αναφορές του σύντροφου Τσίπρα στα προβλήματα του κόμματος.
Δεν είναι μόνο ότι αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος της ομιλίας του, παρότι απευθύνεται στο συνέδριο του κόμματος, το οποίο, εκτός από την παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου και τις κρίσεις του γι’ αυτό, έχει επείγουσα ανάγκη να σκεφτεί σε βάθος και να αποφασίσει τομές όχι επιφανειακές, για να αντιμετωπίσει αδυναμίες του, αστοχίες, νέες ανάγκες και να σχεδιάσει τον διακριτό ρόλο του ως κόμμα που στηρίζει, αλλά και κρίνει, ένα κυβερνητικό έργο, με τα μάτια στραμμένα στην κοινωνία και όχι στο Μαξίμου.
Από την άποψη αυτή είναι εντελώς αναντίστοιχο των πραγματικών ιδεολογικο-πολιτικών και οργανωτικών–λειτουργικών αναγκών τού ΣΥΡΙΖΑ στις νέες συνθήκες να εντοπίζονται ως κρίσιμα προβλήματα:
• «Η λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ επί δύο χρόνια ως κόμμα με πολλά κόμματα μέσα στο κόμμα».
Το πρόβλημα με τις τάσεις, και συγκεκριμένα με το Αριστερό Ρεύμα, δεν ήταν τόσο ότι είχε δικιά του πειθαρχία, αλλά ότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει σαν μειοψηφικό ρεύμα σε ένα κομματικό οργανισμό που δεν τον εννοούσε ως κοινό οργανισμό. Οι ανάγκες του υποσύνολου, δηλαδή, υπερακόντιζαν τις ανάγκες του συνόλου ΣΥΡΙΖΑ. Όταν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται σε τέτοια ζητήματα, που δυστυχώς σπάνια το κάνει, οφείλει να είναι πολύ προσεκτικός, γιατί το κόμμα νέου τύπου που φιλοδοξεί να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει βαθειές ρίζες και η επιστροφή στο «ένδοξο» παρελθόν του μονολιθισμού δεν είναι καθόλου δύσκολη. Ούτε μπορεί έτσι να αποσοβηθεί ο κίνδυνος να νομιμοποιείται ουσιαστικά μόνο η τάση της πλειοψηφίας και να συκοφαντείται κάθε άλλο ρεύμα μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Η επιστροφή στην απορριπτέα παράδοση είναι η εύκολη λύση. Το δύσκολο είναι να οικοδομήσουμε τη νέα εποχή, δηλαδή ένα κόμμα που δεν φοβάται τις διαφορετικές απόψεις.
• «Δεν υλοποιήθηκε η απόφαση για το άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ και η αντιστοίχηση του κομματικού με τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ».
Πρόκειται για αναφορά τουλάχιστον αδόκιμη. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ως κόμμα. Κάθε κόμμα έχει μέλη, οπαδούς, φίλους ψηφοφόρους… Επίσης κάθε κόμμα έχει την κοινωνική απεύθυνσή του. Ακριβώς επειδή η κοινωνική απεύθυνσή του δεν γίνεται πρακτικά να ταυτιστεί με τα μέλη του, ούτε καν με τους ψηφοφόρους του πολλές φορές, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να παίζουμε με τις λέξεις: ο όρος «κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ», ούτε καν σαν εμπειρικός όρος δεν μπορεί να σταθεί. Η εφικτή και λογική επιδίωξη ενός κόμματος είναι να οργανώσει και πολιτικά τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων από τα στρώματα που επιδιώκει να εκπροσωπεί δίνοντάς τους πεδίο πολιτικής δράσης. Για να το πετύχει αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να καταβάλει επίμονη προσπάθεια, γιατί μέχρι σήμερα αυτό που καταφέρνει είναι να γράφει μέλη –περιορισμένο μάλιστα αριθμό– και όχι να οργανώνει αποτελεσματικά τη συμμετοχή τους στις πολιτικές λειτουργίες του και στην κοινωνική-κινηματική δράση.
• «Το κόμμα πρέπει να ελέγχει την κυβέρνηση και τα μέλη του, αλλά και την ηγεσία του κόμματος».
Αυτό το τμήμα της ομιλίας του σύντροφου Τσίπρα ήταν ίσως το πιο προβληματικό. Η βαθύτατη ανάγκη προσδιορισμού του ρόλου του κόμματος, δηλαδή των οργανώσεων του και της ηγεσίας του, με δεδομένη τη συμμετοχή τού κόμματος σε μια κυβέρνηση που δεν σχηματίζεται σε συνθήκες επαναστατικές, δηλαδή ανατροπής του κοινωνικού συσχετισμού δύναμης, δεν μπορεί να αναχθεί απλώς σε μια ελεγκτική διαδικασία. Χρειάζεται να μεταφραστεί σε προσδιορισμό διακριτών ρόλων για τα μέλη και τα στελέχη που μετέχουν της εκτελεστικής εξουσίας και εκείνα που παραμένουν κυρίως στο πεδίο της κοινωνικής δράσης και λειτουργούν ως εκφραστές και διαμεσολαβητές της έκφρασης των αναγκών και των προσδοκιών των λαϊκών τάξεων.
Αυτό που χρειάζεται να εξασφαλιστεί είναι η διακριτότητα των δύο πεδίων, η επεξεργασία αυτής της διακριτότητας και όχι η απλή επιβεβαίωση του κοινού τόπου ότι το κόμμα επεξεργάζεται τη στρατηγική. Γιατί αν μας αρκέσει αυτός ο κοινός τόπος ως οδηγός, αντί της βαθύτερης επεξεργασίας και εξειδίκευσης του διακριτού ρόλου του κόμματος μέσα στην κοινωνία, αλλά και στη συλλογική επεξεργασία της πολιτικής, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να ερμηνευθεί η «έμφαση στο κόμμα» κυρίως ως ανάγκη για «φυσική παρουσία της φυσικής πολιτικής ηγεσίας και των στελεχών στα όργανα του κόμματος». Δηλαδή, ως αναγκαία και επιβεβλημένη συμμετοχή των κυβερνητικών στελεχών στα ανώτερα όργανα του κόμματος. Αυτή την έννοια δίνει, άραγε, ο σύντροφος Τσίπρας στην ανάγκη για «ενιαίο πολιτικό κέντρο»; Η πραγματική ανάγκη που υπάρχει, πάντως, είναι να διατεθούν στο κόμμα στελέχη που μέχρι τώρα κάλυπταν άμεσες κυβερνητικές ανάγκες, χωρίς ανεπανόρθωτη βλάβη αυτού του τομέα προφανώς. Η διάκριση και όχι η σύγχυση των εξουσιών θα ωφελήσει και το κόμμα και την κυβέρνηση.

Από το κομματικό κατάστιχο στην πολιτική δράση

Τέλος, το πρόβλημα της ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ και του πολλαπλασιασμού των μελών του τίθεται με τους αναντίστοιχους με την πραγματικότητα όρους του «φόβου απέναντι στο λαό» και της «εμπιστοσύνης στις δικές μας δυνάμεις».
Καλό είναι που ο σύντροφος Τσίπρας τονίζει στην ομιλία του ότι «δεν θέλουμε απλώς ένα μαζικό κόμμα, αλλά ένα μαζικό κόμμα της αριστεράς». Το πραγματικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, δεν είναι ότι αδυνατεί να γίνει μαζικό κόμμα ενώ είναι αριστερό, αλλά ότι δεν γνωρίζει πώς, όντας αριστερό κόμμα, μπορεί να κάνει αριστερά και τα μέλη εκείνα που δεν είναι, τουλάχιστον την ώρα που εντάσσονται. Δηλαδή, πώς θα τους εμπεδώσει τη συνείδηση ότι εντάσσονται σε ένα αριστερό κόμμα, τι σημαίνει πρακτικά αυτό και πώς μπορεί να μεταφραστεί σε συγκεκριμένο πολιτικό τρόπο δράσης, πέρα από την εγγραφή σε ένα κομματικό κατάστιχο. Καλλιεργώντας αυτή της συνείδηση με μια αντίστοιχη πολιτική πρακτική, οικοδομείς ταυτόχρονα και αριστερό και μαζικό κόμμα.
Έσχατο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Στο κείμενο που μοιράστηκε στον τύπο, ο στόχος «για ένα μαζικό κόμμα της αριστεράς» συνδυάζεται με «τη συγκρότηση της μεγάλης παράταξης της αριστεράς». Ας πούμε ότι μέχρι εδώ συνεννοούμαστε. Όταν, όμως, εκτός «χειρογράφου» προστίθεται ότι αυτή θα αποτελεί «τον ένα εκ των δύο πόλων του πολιτικού συστήματος», τότε αυτή η ξαφνική «εξαφάνιση» του κέντρου από τη σκηνή μάς κάνει να αναρωτιόμαστε αν εκφράζει μια ασύγγνωστη αλαζονεία έναντι του κέντρου ή και μια ανιστόρητη διάθεση αφομοίωσης των δυνάμεών του. Οι δυνάμεις αυτές ποτέ δεν είχαν, ούτε μπορούσαν να ενστερνιστούν το ρόλο ενός μπαλαντέρ, τον οποίο μπορεί να χειρίζεται η αριστερά κατά το δοκούν. Χωρίς και η ίδια να βλάπτεται.
Η πολιτική των συμμαχιών, που λίγο πριν, στο ευρωπαϊκό πεδίο, είχε διατυπωθεί από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα με προσοχή και γνώση, στο εσωτερικό πεδίο αιφνίδια χάνει την αξία της, και τη θέση της παίρνει ένας αδιέξοδος ακροβατισμός. Όσο διαφορετικές κι αν είναι οι ευρωπαϊκές με τις εσωτερικές συνθήκες, οι αρχές της πολιτικής συμμαχιών δεν μπορεί να διαφέρουν ριζικά στα δύο πεδία. Αυτό που μοιάζει με πρόσκαιρο κέρδος, αποδεικνύεται συνήθως μονιμότερο κόστος για την αριστερά που δεν τηρεί αυτές τις αρχές.

Τα βασικά ερωτήματα του συνεδρίου

Μια καλή στιγμή της ομιλίας, επίσης, ήταν η συνοπτική αλλά μάλλον ολοκληρωμένη διατύπωση των ερωτημάτων, στα οποία καλείται να απαντήσει το συνέδριο:

Πρώτον: Αποτελεί εντέλει σήμερα αριστερή, ριζοσπαστική και προοδευτική πρόταση η έξοδος από την ευρωζώνη;

Δεύτερον: Έχει νόημα η αριστερά να επιλέγει να διεκδικεί τη διακυβέρνηση σε μη ευνοϊκές συνθήκες και ιδιαίτερα σε συνθήκες χρεοκοπίας και δημοσιονομικής ασφυξίας;

Τρίτον: Είναι ρεαλιστικό και εφικτό ένα σχέδιο εξόδου με κοινωνική προστασία και παραγωγική ανασυγκρότηση ενόσω υποχρεούσαι να βρίσκεσαι εντός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής;

Τέταρτον: Με ποιους θα πάμε; Υπάρχει τελικά περιθώριο συμμαχιών και πεδίο σύγκλισης για την Αριστερά με τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της Πράσινης αριστεράς;

Ευρωπαϊκές συμμαχίες και συγκλίσεις

Προσεκτικές και με διάθεση αποσαφήνισης ασαφειών που έδιναν λαβή για κάθε είδους ερμηνείες, ήταν οι αναφορές της εισηγητικής ομιλίας στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, στους υπάρχοντες συσχετισμούς, αυτούς που τείνουν να διαμορφωθούν, και με τις δικές μας προσπάθειες, καθώς και οι αναφορές στην ανάγκη ευρύτερων συμμαχιών της ριζοσπαστικής αριστεράς με διαθέσιμες δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και τους Πράσινους: «Οφείλουμε να επιδιώξουμε προσεγγίσεις και συγκλίσεις [με αυτούς] έχοντας πάντα κατά νου τα όρια αυτών των συγκλίσεων αλλά και τους κινδύνους που ενέχονται σε ένα τέτοιο εγχείρημα».
Σε καλή βάση, επίσης, τοποθετείται και το πολιτικό πλαίσιο το οποίο θα πρέπει να αποτελέσει κοινό τόπο του ευρωπαϊκού «μετώπου αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων»:
• Αντιμετώπιση και ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας
• Αντιμετώπιση της ανόδου της ακροδεξιάς
• Αποφυγή της μετατροπής της Ευρώπης σε Ένωση-Φρούριο
• Επίλυση της προσφυγικής κρίσης με όρους αλληλεγγύης και φιλοξενίας
• Ειρηνική επίλυση των διαφορών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, που έχει μετατραπεί σε πραγματική πυριδιταποθήκη από τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και την άνοδο της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet