Την Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου, είχα κανονίσει να πάω σε μια παράσταση που θέλω πολύ να δω από πέρυσι και η οποία πιστεύω ότι θα ενδιαφέρει τους αναγνώστες της «Εποχής» μας. Μιλώ για τη δουλειά τη Γεωργίας Μαυραγάνη «Από πρώτο χέρι», που παίζεται φέτος για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Θησείο. Όμως, όσο κι αν τό ’θελα, η καρδιά με έσυρε αλλού. Στο θέατρο «Άλφα», απέναντι από το Πολυτεχνείο, στο θέατρο Άλφα, όπου για δεκαετίες ολόκληρες ο Στέφανος Ληναίος και η Έλλη Φωτίου διακονούσαν με αγάπη την τέχνη τους.
Δεν είδα εκεί την πρώτη μου παράσταση, ήταν όμως εκεί που είδα την πρώτη παράσταση που μ’ έκανε να καταλάβω βαθιά και αμετάκλητα, όπως συμβαίνει στα παιδιά πολλές φορές, πως ό,τι κι αν έκανα στη ζωή μου, όποια επιστήμη κι αν διάλεγα ή υποχρεωνόμουν να διαλέξω, όποιο επάγγελμα κι αν ασκούσα, δύο θα ήταν οι αγάπες μου, τα μυστικά μου πάθη, εκείνα που τα ντύνει άθελά μας η ορμή του ιερού. Το πρώτο το ήξερα ήδη, ήταν το γράψιμο. Το δεύτερο, το ανακάλυπτα μόλις, ήταν το θέατρο. Η παράσταση ήταν «Οι κλειδοκράτορες» του Μίλαν Κούντερα. Αν θυμάμαι καλά ήταν το 1976, ήμουν σχεδόν δεκατριών χρόνων, είχα κάτι διαβάσει στην εφημερίδα που μου κίνησε το ενδιαφέρον, ο πατέρας μου, που αγαπούσε επίσης πολύ το καλό θέατρο και μου μιλούσε συχνά για τον Κατράκη, τον Χορν, την Λαμπέτη, δεν ήταν πολύ σίγουρος αν έπρεπε να με πάει, αν θα καταλάβαινα, αν… Ο καθένας μας έχει για πολλά να θυμώνει και για πολλά να ευγνωμονεί τους γονείς του. Τούτο για το οποίο μιλώ ανήκει προφανώς στα δεύτερα.
Από τότε πήγα πολλές φορές στο θέατρο «Άλφα», είδα πολλά ενδιαφέροντα έργα με σαφές πολιτικό πρόσημο, έμαθα τον Ντάριο Φο, τον Γεράσιμο Σταύρου και μέσα από αυτόν τον Δημήτρη Χατζή, τον Ανούιγ και πολλούς άλλους. Πάντα, όταν πέρναγα από το Πολυτεχνείο, έριχνα μια ματιά στη μάλλον διακριτική ταμπέλα του και στη γυάλινη προθήκη με τις φωτογραφίες των εκάστοτε παραστάσεων. Με το πέρασμα των χρόνων και καθώς η δουλειά του «Θεατή» προσανατολίζεται όλο και περισσότερο σε νεανικές ομάδες και ασχολείται με το δικό τους έργο -πώς αλλιώς θα προχωρήσουν τα νιάτα και ειδικά εκείνα τα πολλά υποσχόμενα που, όμως, δυσκολεύονται να βρουν τρόπο να ενημερώσουν για όσα σκέφτονται και δημιουργούν- αμέλησα το «Άλφα», είχα καιρό να δω τον Ληναίο και τη Φωτίου στη σκηνή.
Την Παρασκευή, λοιπόν, στις 14 Οκτωβρίου, ήταν η μέρα που οι δύο ηθοποιοί θα άφηναν το θέατρό τους οριστικά και θα το αναλάμβανε, και επισήμως πλέον, η θεατρική ομάδα «Ιδέα» (Γάκης, Μουστάκα, Μπιμπής) με μια πολύ επιτυχημένη και βραβευμένη παράσταση, «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2», που παίζεται για τρίτο χρόνο. Πριν αρχίσει η παράσταση, ο Ληναίος με το γνωστό του χιούμορ, αποχαιρέτησε το θέατρο του και το παρέδωσε επίσημα και δημόσια στην «Ιδέα». Φαντάζομαι ότι δεν ήμουν η μόνη από τους θεατές που δάκρυσα.
«Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα για 2» είναι μια πολύ ωραία, εφευρετική, ευφάνταστη, διασκεδαστική περφόρμανς, μια εικονοκλαστική ανάγνωση του γνωστού σαιξπηρικού έργου και μια επίδειξη υποκριτικής δεξιοτεχνίας από την Αθηνά Μουστάκα αλλά κυρίως από τον Κωνσταντίνο Μπιμπή, ο οποίος αλλάζει ρόλους εν ριπή οφθαλμού και κυρίως αλλάζοντας υποκριτικά ύφη, παίζοντας με ερμηνευτικές παραδόσεις. Τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά νέοι καλλιτέχνες «διαβάζουν» τα κλασικά έργα απαλλαγμένοι από τη σοβαροφάνεια και τον παγωμένο σεβασμό (αναφέρομαι φυσικά σε καλλιτέχνες που γνωρίζουν την κλασική παράδοση και γι’ αυτό δικαιούνται να «παίξουν» μαζί της τόσο όσο πρέπει για να μην χαθούν στις ανελέητες ατραπούς μιας κενής νοήματος πρωτοτυπίας και όχι πρωτοπορίας). Οι αναγνώσεις αυτές αναδεικνύουν πολλά στοιχεία που συνήθως αποφεύγουμε να δούμε και που πλουτίζουν τις ερμηνείες του κειμένου αλλά και τη σκηνική δημιουργία (η παραμάνα, για παράδειγμα εδώ, ήταν στοιχειωμένη από τον κινηματογράφο: είχε στοιχεία καρτουνίστικα, θύμιζε τον Ιγκόρ του Μάρτιν Φέλντμαν στο «Φρανκενστάιν Τζούνιορ» του Μελ Μπρουκς, είχε αναφορές στους θεϊκούς Μόντυ Πάιθονς και τα συγκερνούσε όλα με φιγούρες παρόμοιων γυναικών από τον ελληνικό κινηματογράφο). Που δείχνουν επίσης ότι και σε περίοδο κρίσης, με μικρό, πολύ μικρό προϋπολογισμό, το κέφι και η φαντασία μπορεί να σε πάνε μακριά. Με μια παρατήρηση: στο μακρύ αυτό ταξίδι, θέλει προσοχή για να μη χαθεί το μέτρο, το δύσκολο μέτρο.
Εν προκειμένω, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα επιστρέφουν ως δύο παιχνιδιάρικα φαντάσματα, που προσπαθούν να αφηγηθούν την ιστορία τους με αλαφράδα και χάρη, με πολύ χιούμορ αλλά δεν αφήνουν ούτε λεπτό να ξεχάσουμε τον ανελέητο και παράλογο εμφύλιο που χωρίζει Μοντέγους και Καπουλέτους, ούτε τις διαστάσεις ενός εφηβικού έρωτα που κατάφερε να περάσει στο μύθο και να γίνει στο συλλογικό ασυνείδητο της δυτικής κουλτούρας συνώνυμο του απόλυτου έρωτα (διάσταση που αναδείχτηκε ωραία στον τρυφερό ρεαλισμό της σκηνής του θανάτου). Παράσταση που θα ωφεληθούν να παρακολουθήσουν ιδίως έφηβοι και νέοι που πεισματικά γυρίζουν την πλάτη στο κλασικό. Και είναι πράγματι ενδιαφέρον που υπάρχει ένα θέατρο το οποίο στρέφεται πια σ’ αυτή την κατηγορία θεατών προσκαλώντας την και προκαλώντας την ουσιαστικά. Έχουμε να κερδίσουμε από τέτοια στοιχήματα. Μετρά η ποιητική μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Ενώ δυνατός ήταν ο ρόλος των φωτισμών που επιμελήθηκε με τη γνωστή του ακρίβεια ο Σάκης Μπιρμπίλης.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet