Της Σοφίας Ξυγκάκη

Μια κινηματογραφική ταινία, «Το δείπνο μου με τον Αντρέ» του Λουί Μαλ, και η τελευταία παραγωγή του Πήτερ Μπρουκ «Battlefield», με απόσταση 35 χρόνων ανάμεσά τους, θέτουν τα ίδια αγωνιώδη ερωτήματα.

Πέρυσι, με αφορμή την παράσταση «Battlefield», που ανέβηκε τότε στο Young Vic του Λονδίνου και που αυτή τη βδομάδα είχαμε την τύχη να δούμε και στην Αθήνα, είχαμε γράψει εκτενώς για την 9ωρη μνημειώδη παράσταση «Μαχαμπαράτα» του Μπρουκ*, της οποίας συνέχεια, τρόπον τινά, είναι το «Battlefield». Στο «Μαχαμπαράτα», που το κεντρικό του μέρος αναφέρεται στον αδελφοκτόνο πόλεμο ανάμεσα στα πέντε αδέλφια Μπαράτα και τα ξαδέλφια τους Καουράβα, στις τελευταίες σκηνές της παράστασης, ο Γιουντίστιρα, ο δίκαιος βασιλιάς των Πάνταβα, ο νικητής του πολέμου και ο μόνος επιζών, βρίσκει τα ξαδέλφια του, που προκάλεσαν τον πόλεμο και είναι υπεύθυνοι για τόσους θανάτους, στον Παράδεισο και τα αδέλφια του στην Κόλαση· αντιλαμβάνεται ότι εκεί δεν υπάρχει ούτε η ευτυχία, ούτε η δυστυχία – δεν υπάρχει τιμωρία, οικογένεια, εχθροί, εκεί ο λέξεις και οι σκέψεις έχουν τελειώσει κι αυτή ήταν η τελευταία του αυταπάτη, όπως του υπαγορεύει ο Βιάσα, ο συγγραφέας/αφηγητής του έπους. Έτσι, στο τέλος -που παρακολουθούμε με αίσθημα βαθιάς απελευθέρωσης και ελπίδας- όλοι επιστρέφουν στη σκηνή, ως πρόσωπα ή ως ηθοποιοί δεν το γνωρίζουμε, και η παράσταση τελειώνει.
Στο «Battlefield», στο σιωπηλό πεδίο μάχης μετά τον πόλεμο, στη σύντομη, με τέσσερις ηθοποιούς παράσταση, στην εκπληκτική απέριττη σκηνή που ανακαλεί τον ανεξάντλητο κύκλο της ανθρώπινης ερήμωσης, ο Γιουντίστιρα, αντικρίζοντας γύρω του το θάνατο και την καταστροφή αποδέχεται ότι η νίκη του είναι ήττα.

Επιδιώκοντας την αφύπνιση

Ο Πήτερ Μπρουκ σε συνέντευξή του, με αφορμή αυτή την επιλογή ανέφερε ότι, την εποχή που σκηνοθετούσε το «Μαχαμπαράτα», 30 χρόνια πριν, στον κόσμο υπήρχε ελπίδα και αισιοδοξία για την ανθρωπότητα, αντίθετα τώρα έχουμε οδηγηθεί στην καταστροφή. Όπως είχε γράψει τότε, αναζητώντας τις κοινές τεχνικές στους αυτοσχεδιασμούς, στη μουσική, στα κοστούμια, στην κίνηση ήθελε να υποβάλει και να δοξάσει ένα έργο που ανήκει στην Ινδία, αλλά που η απήχησή του έφτανε παντού· ή, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ζαν Κλωντ Καριέρ, που είχε αναλάβει το τεράστιο και πολυετή έργο της μελέτης του έπους και την προσαρμογή του σε θεατρικό, πως «ό,τι υπάρχει, βρίσκεται στο Μαχαμπαράτα, αν δεν υπάρχει εκεί, δεν υπάρχει πουθενά· η λέξη maha που σημαίνει το ολικό, εμπεριέχει και το ουσιώδες, το πεπρωμένο, το μεγάλο θέμα της ανθρώπινης κατάστασης». Έτσι, όπως ο ίδιος ο Μπρουκ υποστήριξε σε συνέντευξή του, επέστρεψε στο σανσκριτικό έπος, επιδιώκοντας αυτή τη φορά την αφύπνιση, ακριβώς γιατί το «Μαχαμπαράτα», όπως και ο Σαίξπηρ, «καλύπτει κάθε όψη της ανθρώπινης ζωής, αποτελεί έναν οδηγό για να πολεμήσουμε την τεράστια παλίρροια της αδιαφορίας που κινδυνεύουμε να μας σκεπάσει».

Υπονομεύοντας τις βεβαιότητες

Στην τ��ινία «Το δείπνο μου με τον Αντρέ», του Λουί Μαλ, που γυρίστηκε το 1981 και είχα την ευκαιρία να δω φέτος στις Νύχτες Πρεμιέρας, δύο φίλοι, ο ηθοποιός Γουάλας Σον και ο θεατρικός σκηνοθέτης Αντρέ Γκέγκορι (που μας είναι περισσότερο γνωστοί από την εξαιρετική ταινία του Λουί Μαλ Ο θείος Βάνιας στο Μπροντγουέι) συναντώνται, ξανά, μετά από χρόνια, στο εμβληματικό εστιατόριο της Νέας Υόρκης Café des Artistes και μιλούν για όλα: την τέχνη, τον έρωτα, το φόβο του θανάτου, την απώλεια. Στη διάρκεια της σχεδόν δίωρης συζήτησης, ο πιο ζωηρός ομιλητής είναι ο Γκέγκορι, καθώς μια βαθιά υπαρξιακή κρίση τον είχε οδηγήσει στην αναζήτηση νέων καλλιτεχνικών επιλογών: καταρχάς στην Πολωνία και σε ένα workshop σε πολωνικό δάσος με τον Γιέρζι Γκροτόφσκι, που μέσα από την ανατροπή της καθημερινότητάς του, των βεβαιοτήτων και της ρουτίνας του, τον προκάλεσε να αναθεωρήσει τη ζωή και τη δουλειά του, και που με σχεδόν μεταφυσικούς όρους και σουρεαλιστικές εικόνες μεταφέρει στον σαστισμένο φίλο του, «εξαναγκάζοντάς» τον τελικά να εγκαταλείψει κι αυτός για λίγο την ασφάλειά του και τον εγκωμιασμό της δυτικής τεχνολογίας μέσω, ας πούμε, της υπεράσπισης της ηλεκτρικής κουβέρτας που για τίποτα δεν θα εγκατέλειπε, και να παρασυρθεί σε μια δική του εξομολόγηση για την άνευ λόγου εχθρότητα που είχε υποστεί σε κάποια δουλειά του.
Η επιβολή κωδίκων συμπεριφοράς που οδηγούν στη μοναξιά και αυξάνουν τη μανία που συσσωρεύεται μέσα μας, η αδιαφορία ως αποδεκτή και συνετή αντιμετώπιση της πραγματικότητας, η εξαφάνιση της τελετουργίας από την καθημερινότητα, η «ποινικοποίηση» της θλίψης, βρίσκονται, μεταξύ άλλων, στο στόχαστρο του Αντρέ Γκρέγκορι, προκειμένου να παρακινήσει τον φίλο του σε μια διαφορετική ζωή που θα υπονομεύει τις βεβαιότητες που μας καταστρέφουν. Ακόμα και η (ακραία) περιγραφή της Νέας Υόρκης ως σύγχρονου στρατοπέδου συγκέντρωσης αφού, ακόμα κι αν κάποιος το επιθυμεί, δεν μπορεί να την αποχωριστεί γιατί έχει εθιστεί στον τρόπο ζωής που του προσφέρουν τα τεχνολογικά κομφόρ, παρόλο που τον έχουν απομακρύνει από τη φύση και τη φυσιολογική αίσθηση του σώματος, όπως η ηλεκτρική κουβέρτα του Γουάλας Σον, αποτελεί μέρος των παθιασμένων επιχειρημάτων του Γκρέγκορι.

Διαρκής διάλογος με τον Άλλον

Τριάντα πέντε χρόνια μετά, κι όταν πλέον παρέχονται τα μέσα για να κατασκευάσει ο καθένας τη δική του πραγματικότητα, εκτρέφοντας έτσι ένα θηριώδη ναρκισσισμό, όλα τα παραπάνω μοιάζουν εφιαλτικά προφητικά.
Αν τον 20ό αιώνα, κυρίως το δεύτερο ήμισυ, από όλες τις ανθρωπιστικές επιστήμες, η ανθρωπολογία επηρέασε περισσότερο σε βάθος και σε διάρκεια το θέατρο, διασταυρώνοντας κοινές θεματικές, μύθους και τελετουργίες, παραδείγματα και μεθοδολογίες, οφείλεται ενδεχομένως στο ότι πρόσφερε στους πιο ανήσυχους μελετητές και θεατρανθρώπους, και τελικά και στους αποδέκτες τους, τους θεατές, τη δυνατότητα να πειραματιστούν στο πεδίο και να ανοίξουν ένα διαρκή διάλογο με τον Άλλον.
Για τον Γκροτόφσκι, κινητήριος δύναμη για την έρευνά του και τους πειραματισμούς του, πάντα με μοναστική προσήλωση, ήταν η αναγνώριση και ανατροπή των στερεοτύπων, αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τις συγκεχυμένες γενικότητες· όπως, μεταξύ άλλων, είχε αναφέρει στην ομιλία του το 1984, στη Ρώμη, στο συνέδριο «Θέατρο, Ανατολή/Δύση»: «Όταν μιλάμε για Ανατολή και για Δύση τι εννοούμε; Πού αρχίζει η Ανατολή, ας πούμε; Αν πάρουμε ως παράδειγμα την Αρχαία Αίγυπτο, η αρχαία αιγυπτιακή παράδοση τι είναι; Είναι κάτι εντελώς έξω από την αντίληψη που έχουμε για την Ανατολή και τη Δύση;[…] Ποιοι είναι οι Ανατολίτες; Ποιοι οι Δυτικοί; Υπάρχει μια μόνο Δύση; Μια Ανατολή;[...]».

Αναζητώντας τις αιτίες του κακού

Ο Μπρουκ ίσως ήταν αυτός που κατάφερε περισσότερο να συγκεράσει την Ανατολή με τη Δύση, ανανεώνοντας την Ελισαβετιανή σχέση με το κοινό, συνδέοντας το ιδιωτικό με το δημόσιο, το άτομο με το πλήθος, το μυστικό με το έκδηλο, το αόρατο με το πραγματικό, το καθημερινό με το μαγικό· δημιουργώντας έτσι ανάμεσα στο κοινό και τους, προερχόμενους από όλον τον κόσμο, ηθοποιούς του ένα ρεύμα μοναδικής έντασης όπου τα εμπόδια καταρρέουν, και η παράσταση μετατρέπεται σε μια μοναδική, ουσιαστική εμπειρία.
Στο «Battlefield» έχουν ενσωματωθεί και κάποιες σκηνές από το mahāb, την ποιητική εκδοχή της ανθρωπότητας του «Μαχαμπαράρατα» που, λόγω διάρκειας, τότε είχαν αφαιρεθεί από την παράσταση και εδώ παρουσιάζονται με τη μορφή παραβολών, όπως το σκουλήκι που δεν θέλει να πεθάνει παρόλο που διασχίζει πολυσύχναστους δρόμους. Στο πορτοκαλόχρωμο σαν πυρωμένο σκηνικό, ο Γιουντίστιρα, με τη βοήθεια της μητέρας του Κούντι και τον τυφλό βασιλιά Ντριτάραστρα, πατέρα των εκατό σκοτωμένων παιδιών Καουράβα, και υπό τους ήχους του τύμπανου, τους ίδιους με αυτούς του πολέμου στο «Μαχαμπαράτα», αναζητά τις αιτίες του κακού.

* epohi.gr/i-parastasi-stathmos-tou-piter-brouk-maxamparata
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet