agrotika2

Ο αγροδιατροφικός τομέας έχει υποστεί, όπως όλοι οι τομείς της οικονομίας, τις συνέπειες της κρίσης και των μνημονίων. Το πραγματικό εισόδημα της αγροτικής οικογένειας συρρικνώνεται διαρκώς. Οι έλληνες αγρότες απώλεσαν εισοδήματα της τάξης των 1,4 δισ. ευρώ στο διάστημα της τετραετίας 2009-2012. Το δε ισοζύγιο των αγροτικών προϊόντων το 2014 ήταν αρνητικό κατά 1,343 δισ. ευρώ. Η οικονομία τής ελληνικής υπαίθρου αποδιοργανώθηκε υπό την πίεση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της ευρωπαϊκής και εγχώριας ελίτ και των πολιτικών τους διαχειριστών.
Πάραυτα, ο πρωτογενής τομέας εξακολουθεί να παραμένει σημαντικός, καθόσον καλύπτει το 82% της έκτασης των κυρίως γεωργικών περιοχών, όπου διαμένει το 44% του πληθυσμού. Αυτός συνεισφέρει στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της χώρας (34%) και στην απασχόληση (43%). Καλείται δε σήμερα να επιτελέσει ένα πολύ σημαντικό ρόλο, στην εξασφάλιση της διατροφής, στην αντιμετώπιση της ύφεσης και της ανεργίας. Αυτό μέσω παραγωγής ποιοτικών και ασφαλών προϊόντων, παραγωγής ζωοτροφών, ινών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από ενεργειακά φυτά.
Είναι καθομολογούμενη και εύκολα τεκμηριωμένη άποψη ότι η ελληνική γεωργία, όπως και η ελληνική οικονομία, διέρχονται κρίση λόγω του ότι υπάρχουν πολλά διαρθρωτικά προβλήματα και μικρή ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα μετά την παγκοσμιοποίηση των αγορών. Αναγνωρίζεται, επίσης, ότι ο αγροτικός τομέας τροφοδοτείται από τη βιομηχανία και τροφοδοτεί με σειρά προϊόντων και υπηρεσιών τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών, συμβάλλοντας ειδικά στο 25.2% των απασχολουμένων και της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ), η οποία ήταν 5,173 δισ. το 2014 και αυξήθηκε στα 5,848 δισ. το 2015. Επίσης, συμβάλει άμεσα και έμμεσα στο εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας.

Απόκλιση από το μέσο όρο της Ευρώπης

Η γεωργία στη χώρα μας είναι παραδοσιακά ένας σημαντικός τομέας, ο οποίος απασχολεί το 13% περίπου του πληθυσμού, συνεισφέροντας στο 3,8% της οικονομίας και στο 20,4 % της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας μας. Χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα (44% της Ε-15), η δε είσοδος στην ευρωπαϊκή αγορά είναι μικρότερη του 2%, ενώ της Ιταλίας είναι 10%, και της Ισπανίας 13%.
Η διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων είναι προβληματική. Το 77% είναι μικρότερες των 50 στρεμμάτων, το 68% αντιστοιχεί σε εκμεταλλεύσεις με οικονομικό μέγεθος μικρότερο των 8.000 ευρώ, περιλαμβάνοντας 480.000 περίπου αγροτικές επιχειρήσεις, με μικρό και μεσαίο μέγεθος (μέσος όρος 68 στρέμματα ενώ, στην Ε-27 είναι 150 στρέμματα).
Η συνολική ακαθάριστη αξία των παραγομένων γεωργικών προϊόντων (Eurostat, 2016) είναι για το 2015, 11.061 δισ. ευρώ. Η σχέση φυτικής-ζωϊκής παραγωγής ως προς την αξία είναι περίπου 70/30. Τα παραγόμενα προϊόντα (2011-2015) είναι τα φρούτα (19,8%), τα λαχανικά (17,6%), το γάλα (11.2%), τα δημητριακά (9.5%), το ελαιόλαδο (7,8%), το αιγοπρόβειο κρέας (7.3%), οι βιομηχανικές καλλιέργειες (6,7%) τα κτηνοτροφικά φυτά (5.2%), οι πατάτες (3,2%), οι χοίροι (2.9%), τα βοοειδή (2.5%), τα πουλερικά (1.8%), τα αυγά (0,9 %),και λοιπά (3.6%).
Οι επενδύσεις το 2014 σε πάγιο κεφάλαιο ήταν 1.37 δισ. ευρώ (26% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, Ε-27: 38.2%). Ενώ η χρηματοδότηση του αγροτικού τομέα είναι στο 1.5% των δανείων έναντι 7,6% του τουρισμού, 10,4% των κατασκευών, 13,3 % της ναυτιλίας, 19,2% του εμπορίου, και 20,6% της βιομηχανίας. Ενώ η χρηματοδότηση από τις τράπεζες το 2009-2014 παρουσιάζει πτώση 62%.
Η εξάρτηση ή το κόστος εισροών στη γεωργία είναι 5,213 δισ. το 2015 (Eurostat, 2016). Η δαπάνη αυτή διατίθεται στις ζωοτροφές (35%), στην ενέργεια και λιπαντικά (24%), στα άλλα αγαθά και υπηρεσίες (10%), στις γεωργικές υπηρεσίες (7,3%), σε σπόρους και σε πολλαπλασιαστικό υλικό (6,0%), σε λιπάσματα και σε εδαφοβελτιωτικά (5,0%), σε φυτοπροστατευτικά (4.0%), στη συντήρηση υλικών (4,0%), σε κτηνιατρικές δαπάνες (1,0%) και σε λοιπές δαπάνες (4,0%).

Σταθερή μείωση του γεωργικού εισοδήματος

Η πορεία και η κατάσταση της ελληνικής γεωργίας μπορεί ενδεικτικά να αποτυπωθεί μέσω της εξέλιξης του Γεωργικού Οικογενειακού Εισοδήματος (ΓΟΕ), από το διαχρονικά παραγόμενο αγροτικό προϊόν και από το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο.
Το ελληνικό γεωργικό οικογενειακό εισόδημα μειώνεται διαρκώς. Η αξία του παραγόμενου προϊόντος, εκφρασμένη σε σταθερές τιμές, παρουσιάζει αύξηση κατά 10% μέχρι το 2000 και μετά από διαδοχικές αυξομειώσεις πέφτει το 2010 περίπου στο επίπεδο του 1993, ενώ έχει μειωθεί κατά περίπου 8% την τελευταία δεκαετία (2005-2015). Αντίστοιχα, έχει αυξηθεί κατά 10% στις Ιβηρικές Χώρες και κατά 20% στην ΕΕ. Ο τρίτος δείκτης το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων το έλλειμμα το 2013 έφθασε το 1.6 δισ. ευρώ περίπου. Οι παραπάνω δείκτες αποκαλύπτουν τα σοβαρά προβλήματα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της γεωργικής παραγωγής. Δυστυχώς, η χώρα μας από την 33η θέση ανταγωνιστικότητας το 2000, έπεσε στην 81η θέση το 2014-2015.

Η ΚΑΠ και ο λάθος προσανατολισμός

Ένας από τους προφανείς λόγους είναι φυσικά ότι μετά το 1981, η ελληνική γεωργία, λειτουργώντας μέσα στο πλαίσιο της ΚΑΠ, προσανατολίστηκε όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση της είσπραξης επιδοτήσεων, αγνοώντας βασικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως το μικρό και πολυτεμαχισμένο κλήρο, την έλλειψη έργων υποδομής (εκσυγχρονισμός συστημάτων διαχείρισης νερού και αρδευτικών συστημάτων, στραγγιστικά, έργα αναδασμού, αγροτικοί δρόμοι, κλπ), έλλειψη εισαγωγής τεχνολογίας και καινοτομίας και το υψηλό κόστος παραγωγής λόγω και μη ορθολογικής εκμηχάνισης. Έτσι παρά τα ποικίλα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα δισ. των πόρων που εκταμιεύτηκαν, τα εξαιρετικά εδαφοκλιματικά χαρακτηριστικά της χώρας μας και την τεχνογνωσία και εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού, η αγροτική οικονομία βρέθηκε σε πλήρη αποδιάρθρωση. Δεν δρομολογήθηκαν οι προϋποθέσεις για μία ευφυή γεωργία, βασισμένη στην αξιοποίηση όλων των δεδομένων για λήψη αποφάσεων σχετικών με τη βελτιστοποίηση της παραγωγής ποιοτικά και ποσοτικά με προστιθέμενη αξία.
Τα κυριότερα προβλήματα της ελληνικής γεωργίας, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, σαν αποτέλεσμα των μέχρι τώρα πολιτικών, είναι η απουσία αγροτικής πολιτικής, η ανυπαρξία συστήματος τεχνολογικής και επιστημονικής στήριξης και γεωργικών εφαρμογών, η ανυπαρξία κατευθυνόμενης γεωργικής έρευνας μέσω εθνικού προγράμματος αγροτικής έρευνας, η απουσία συνεργασίας μεταξύ ΥΠΑΑΤ και ιδρυμάτων έρευνας, ο γηρασμένος γεωργικός πληθυσμός, το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης γεωργών, το μικρό μέγεθος και ο πολυτεμαχισμός της γεωργικής γης, το μικρό ποσοστό επιχειρηματικής γεωργίας, η απουσία υγιούς αγροτικού συνεργατισμού κα.
Θεμελιώδη προβλήματα του αγροτικού τομέα είναι επίσης οι στρεβλώσεις που δημιουργούνται στις γεωργικές αγορές από τις δημόσιες αγροτικές πολιτικές, το υψηλό κόστος, η αναποτελεσματικότητα, η έλλειψη επιχειρηματικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, λόγω εγγενών διαρθρωτικών προβλημάτων. Η κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, σε συνδυασμό με την πτωτική τάση των τιμών των γεωργικών προϊόντων διεθνώς, λόγω υπερπροσφοράς γεωργικών προϊόντων, σαν αποτέλεσμα της ταχύτατης τεχνολογικής προόδου, επιδεινώνουν το πρόβλημα. Άλλοι λόγοι είναι η χαμηλή ελαστικότητα ζήτησης των γεωργικών προϊόντων σε σχέση με τα βιομηχανικά προϊόντα. Επίσης, η μειωμένη διαπραγματευτική δύναμη των γεωργών απέναντι στους προμηθευτές και στους εμπόρους των προϊόντων τους, διότι τα αγροτικά προϊόντα δεν έχουν μεγάλο χρόνο ζωής και εμπορίας. Οι πολλοί, αλλά ανοργάνωτοι, αγρότες παραγωγοί δεν μπορούν να αντισταθούν στις ολιγοπωλιακά διαρθρωμένες αγορές. Στη μείωση των τιμών συμβάλει και η αστάθεια και η μη προβλεψιμότητα της παραγωγής και των εισοδημάτων, η εποχικότητα, η καθυστερημένη ανταπόκριση της προσφοράς σε μεταβολές της ζήτησης και, φυσικά, η κερδοσκοπία ακόμη και μέσω της ελληνοποίησης εισαγόμενων προϊόντων.

Αγρότες μόνοι

Σημαντικό πρόβλημα στον πρωτογενή τομέα σήμερα είναι και το κόστος της αγροτικής παραγωγής που αφορά στο ΦΠΑ των εισροών, στην ενέργεια, στο πετρέλαιο και γενικότερα τους συντελεστές παραγωγής, στην μικρή τιμή διάθεσης των αγροτικών προϊόντων σε σχέση με το κόστος παραγωγής και τις τιμές καταναλωτού λόγω της φύσης των προϊόντων και των μεσαζόντων. Το άνοιγμα της ψαλίδας (τιμή καταναλωτή προς τιμή παραγωγού) είναι 5-8 φορές, ενώ στο Βέλγιο είναι 2,25 φορές μόνο. Στην πραγματικότητα ο αγρότης «παραδίδει» το προϊόν του και δεν το πουλάει. Επιπλέον, σοβαρό πρόβλημα δημιουργεί το φαινόμενο των «ελληνοποιήσεων» των αγροτικών προϊόντων και η μη ενεργοποίηση και λειτουργία του μητρώου εμπόρων.
Ο αγρότης σήμερα δεν έχει επαρκή στήριξη από συμβούλους, από την αγροτική έρευνα και τις γεωργικές εφαρμογές, για να αξιοποιήσει την συνεχώς παραγόμενη νέα τεχνολογία και καινοτομία, ώστε τα προϊόντα του να αποκτήσουν προστιθέμενη αξία και ανταγωνιστικότητα. Επίσης δεν έχει την απαιτούμενη, συνεχή, αγροτική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, όπως και τη συστηματική επιχειρηματική υποστήριξη. Η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού είναι δυσοίωνο στοιχείο για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Το πρόβλημα αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο στις ορεινές και «μειονεκτικές» περιοχές, στις οποίες οι συνθήκες, λόγω της απομόνωσης, είναι δυσμενέστερες.
Οι συνεταιρισμοί, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, εκτός «φωτεινών» εξαιρέσεων, δεν ανταποκρίθηκαν στο ρόλο τους. Έτσι δημιουργήθηκαν συνεταιρισμοί πελατειακών σχέσεων και κομματικής εξουσίας στην ύπαιθρο. Η κακοδιαχείριση και η μεθοδολογία χρηματοδότησης έχει επιφέρει πρόστιμα και ανακτήσεις. Σαν συνέπεια εκποιήθηκαν ή έκλεισαν δεκάδες συνεταιριστικές επιχειρήσεις με ιστορία και προοπτική. Οι συνεταιρισμοί υπέστησαν την ανεξέλεγκτη διαμόρφωση τιμών, τιμές παραγωγού κάτω του κόστους, την άνθιση της παραοικονομίας, την ανυπαρξία ελέγχων και τις ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις.
Η γεωργία μπορεί και πρέπει να είναι βιώσιμη κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά και να καταστεί ανταγωνιστική, βασισμένη στην ποιότητα και το μικρό κόστος παραγωγής. Πρώτιστος στόχος σήμερα είναι η μετατροπή του αρνητικού ισοζυγίου εισαγωγών-εξαγωγών στον αγροτικό τομέα, σε θετικό. Αυτό προϋποθέτει αύξηση της ανταγωνιστικότητας, βελτίωση της ποιότητας και μείωση του κόστους παραγωγής μέσω εισαγωγής νέων τεχνολογιών και καινοτομίας και αύξηση της προστιθέμενης αξίας, για να αξιοποιηθεί η διεθνώς αυξανόμενη ζήτηση για μεσογειακά προϊόντα, τα οποία πλεονεκτούν έναντι των άλλων προϊόντων.

Σίδερης Π. Θεοχαρόπουλος
Γεωπόνος-Διδάκτωρ
Πανεπιστημίου Reading (UK)
Ερευνητής ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet